«Φόνισσα και διαβολογυναίκα, δεν ήρθες γιατί έκανες φόνους αλλά γιατί είχες εφιάλτες»

Δια χειρός Αργυρούλας Θάνου, Καλαμπάκα

Θα σας πω όμως μια ιστορία για μια μαμή, πώς σώθηκε επί των παιδικών μου ημερών. Τρείς γυναίκες το 1938, ξεκίνησαν για εξομολόγηση, στον όσιο Γεώργιο Καρσλίδη, που ασκήτευε στη Σίψα της Δράμας. Έξω απ’ τη Δράμα δέκα χιλιόμετρα. Ο Άγιος που είχε μεταξύ των πολλών χαρισμάτων, το προορατικόν, το προφητικόν και τα λοιπά, αυτός ο Άγιος λοιπόν, – μικρό είναι το εκκλησάκι του, όσοι έχετε πάει στη Σίψα…
το έχετε δει το εκκλησάκι πόσο μικρό είναι και πόσο το κελάκι του, ύστερα κατόπιν οι μοναχές το μεγάλωσαν λιγάκι, αλλά το πρώτο και το παλιό ήτανε πολύ μικρό,- βγήκε μπροστά στην πόρτα, και όταν οι γυναίκες έφτασαν περίπου στα είκοσι μέτρα τις σταμάτησε.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

«Ὅ,τι κάμουμε, θὰ τὸ κάμουμε μονάχοι καὶ δὲν ἔχομε καμιὰ ἐλπίδα ἀπὸ τοὺς ξένους»

«Ρωμαίικος καβγάς, τούρκικος χαλβὰς» (παροιμία)

γράφει ὁ Δημήτρης Νατσιὸς Δάσκαλος-Κιλκὶς

«Τρία πράγματα ἐχάλασαν τὴν Ρωμανίαν ὅλην: ὁ φθόνος, ἡ φιλαργυρία καὶ ἡ κενὴ ἐλπίδα»σημειώνει ἄγνωστος ποιητὴς μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Πόλης. Μπορεῖ ὅμως τότε ὁ λαὸς νὰ θρηνεῖ καὶ νὰ στενάζει γιὰ τὸ μαγάρισμα τῆς Βασιλεύoυσας Πόλεως ἀπὸ τοὺς προγόνους  του Ἐρντογάν, ἀλλὰ «εἰ καὶ ἑάλω ἡ Πόλις, τὸ ἔθνος οὐδαμῶς, ἐξερριζώθη» κατὰ τὸν Νεκτάριο Ἱεροσολύμων. Ἀνθεῖ καὶ φέρει κι ἄλλο ἡ Πονεμένη Ρωμηοσύνη, γιατί «ἔλαμπε ἡ πίστις τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ μυστήριον τῆς εὐσεβείας». (Κύριλλος Λούκαρις).

Τὸ Γένος εἶχε πνευματικὰ ἀντισώματα, τὰ καντήλια ἔκαιγαν, στὰ πετραχήλια τοῦ ταπεινοῦ ἱερέα, οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι Ρωμηοί, ἔβρισκαν παραμυθία καὶ ἀνάπαυση. Χάθηκε ἡ πολιτεία, ἡ αὐτοκρατορία, τὸ ἔθνος συντρίβεται κάτω ἀπὸ τὰ σιδερένια πέλματα βάρβαρων κατακτητῶν, ὅμως στὴν θέση τοῦ προβάλλει τὸ Γένος. Ὁ Ἑλληνισμὸς κάτω ἀπὸ τὴν ἀσφυκτικὴ πίεση τῆς ἀμείλικτης πραγματικότητας, συσπειρώνεται στὸ Γένος.

Τὸ Γένος!…Ὅποιος διαβάζει κείμενα τῆς Τουρκοκρατίας καὶ τοῦ ’21 συναντᾶ συνεχῶς τὴν κατανυκτικὴ αὐτὴ λέξη. Τὴν καταγράφουν οἱ σκλάβοι Ρωμηοὶ μὲ δέος καὶ χαρά, μὲ πόνο καὶ πάθος. Ἡ λέξη περικλείει μεγαλεῖο καὶ μαρτύριο, θρίαμβο καὶ κατατρεγμό. Κρύβει στὰ φυλλώματά της, ὄχι  μόνο τὸ παρόν, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔνδοξο παρελθὸν καὶ τὴν ἐλπίδα. Εἶναι λέξη ἀναστάσιμη. Ὑποδηλώνει καὶ τὸν ἡρωικῶς μαχόμενο τελευταῖο αὐτοκράτορα, ἀλλὰ καὶ τὸν μαρμαρωμένο βασιλιά.

Τὸ Γένος, ἐν μέσῳ ἐρειπίων, σπεύδει καὶ παρηγορεῖ τὸ Ρόδον τὸ Ἀμάραντο τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν Θεοτόκο, βέβαιο γιὰ τὸ Ποθούμενο. «Σώπασε Κυρὰ Δέσποινα καὶ μὴν πολυδακρύζεις/πάλι μὲ χρόνια μὲ καιροὺς πάλι δικά μας θά ᾽ναι». Εἶναι τὸ χερουβικὸ τοῦ Γένους ποὺ θεριεύει στὰ πικρὰ καὶ μαυροφόρα  χρόνια της αἰχμαλωσίας,  τὴν ἀποσταμένη ἐλπίδα. Μέσα ἀπὸ τὰ χαλάσματα ἄνθησε τότε ἡ Ρωμανία.

Τώρα καὶ πάλι φθόνος καὶ φιλαργυρία καὶ κενὲς ἐλπίδες. Αὐτὰ τὰ τρία «χαλοῦν» καὶ πάλι…πῶς νὰ γράψουμε, ὅπως ὁ ἄγνωστος ποιητής, τὴν Ρωμανία. Εἴμαστε σήμερα Ρωμανία; χώρα τῶν Ρωμηῶν; Ναι, ὑπάρχουν πολλὲς ὁμοιότητες τῆς τωρινῆς ἐποχῆς μὲ τὴν πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Πόλης κατάσταση.

Καὶ τότε ὁ φθόνος. (Ὁ Θεὸς μᾶς χαρίζει ἀφθόνως, ἄφθονα τὰ ἀγαθά του. Κι ἐμεῖς φθονοῦμε, φθίνουμε, λιώνουμε). Θὰ γράψει τὸ 1350 ὁ λόγιος Δημ. Κυδώνης: «Στὴν χώρα μας αὐτοὶ ποὺ τὴν κυβερνοῦν, ἔχουν τὴν δύναμη τῶν σεισμῶν καὶ λοιμῶν καὶ ὅλοι εὔχονται νὰ ἰδοῦν τὸ κακὸ τοῦ γείτονα. Εἰρήνη ὑπάρχει μόνο μὲ τοὺς ἐχθροὺς καὶ συνεχὴς πόλεμος ἐναντίον τῶν ὁμοεθνῶν καὶ ὁ καθένας ἐδῶ εἶναι θρασὺς καὶ ἕτοιμος νὰ ἁρπάξει τὰ ὅπλα ἐναντίον  τῶν συγγενῶν  του». (Ἀπ. Βακαλόπουλου, Ἱστορία, Ι, ἔκδ. Β´, σελ. 53).

Εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ ἄθλιες  οικονομικες συνθῆκες δοκιμάζουν πολὺ σκληρὰ καὶ τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Δὲν ὑπάρχει ἀγάπη , ἀδελφῶν ὁμόνοια «οὐδαμοῦ σπλάγχνον χριστιανικόν, οὐδαμοῦ δάκρυον συμπαθὲς», θρηνολογεῖο ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος. (Βακαλόπουλος, σελ.164). Κόντεψε νὰ φτάσει στὸν ἀφανισμὸ καὶ στὸν ὄλεθρο τὸ ἔθνος  απο τὰ πρῶτα βήματα τῆς Ἐπανάστασης τοῦ ᾽21 ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου τῶν καπεταναίων. Τότε ἔγραψε ὁ Ὀδ. Ἀνδροῦτσος στὸν Κολοκοτρώνη βλέποντας νὰ ἐρίζουν οἱ Πελοποννήσιοι γιὰ πρωτοκαθεδρίες: «Σᾶς στέλνω τὸν Δράμαλη μὲ 30.000 ἀσκέρι νὰ μονοιάσετε». (Ἂς τὸ θυμόμαστε καὶ σήμερα. Μόνο ποὺ δὲν ὑπάρχουν πιὰ Κολοκοτρωναῖοι).

Τὸ χειρότερο εἶναι «ἡ κενὴ ἐλπίδα». Πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση ἐλπίζαμε σὲ βοήθεια ἀπὸ τοὺς Φράγκους. Στὴν ψευτοσύνοδο τῆς Φερράρας- Φλωρεντίας (1438-1439) παραδώσαμε τὰ ἅγια τοῖς κυσί. Εὑρέθη ὁ στύλος τῆς Ὀρθοδοξίας ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικός καὶ ἡ τιμὴ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Γένους σώθηκε.

Ὑπέγραψαν «οἱ δείλαιοι ἐθελοακουσίως» τὴν ὑποταγὴ στὸν πάπα ἐλπίζοντας  βοηθεια κατὰ τῶν Τούρκων. Τίποτε δὲν ἔγινε. Οἱ δυτικοὶ δὲν ἐπιθυμοῦσαν ἀναμέτρηση μὲ τοὺς Τούρκους, γιατί δὲν ἀντιμετωπίζουν οἱ ἴδιοι ἄμεση ἀπειλή. Μισοῦν τοὺς ἀσεβεῖς καὶ σχισματικούς «Γραικοὺς» καὶ βέβαια ἐπιθυμοῦν καλὲς σχέσεις μὲ τοὺς Τούρκους μωαμεθανούς, γιατί οἱ οἰκονομικὲς σχέσεις καὶ διεισδύσεις στὸ χῶρο τῆς Μ. Ἀσίας καὶ τῆς ἀνατολικῆς Μεσογείου ἀποτελοῦν πηγὴ πλούτου. «Μὴ βαυκαλίζεσθε», γράφει ὁ Βρυέννιος «μὲ μάταιες ἐλπίδες ὅτι συμμαχικὰ στρατεύματα θὰ ἔρθουν ἀπὸ τὴν Δύση νὰ μᾶς σώσουν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἐκστρατεύσουν, δὲν θὰ τὸ κάνουν γιὰ νὰ μᾶς ὑπερασπιστοῦν, ὅπως λένε, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταστρέψουν τὶς πόλεις μας καὶ τὸ Γένος μας, γιὰ νὰ ἐξαφανίσουν ἀκόμα καὶ τὸ ὄνομά μας». (Κ. Σιμόπουλου, Ξενοκρατία, σελ. 289).Πόσες «κενὲς ἐλπίδες», «ἄδεια καρύδια κι ἀσκιὰ γιοματ’ ἀγέρα» (Μακρυγιάννης) δὲν πιστέψαμε τὰ τελευταῖα χρόνια;

«Ρίζα πάντων τῶν κακῶν ἐστιν ἡ φιλαργυρία», θὰ γράψει ὁ ἀπ. Παῦλος (Α´ Τιμ. ϛ´10). Λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν Ἅλωση καλεῖ καὶ παρακαλεῖ ὁ Ἰωσὴφ Βρυέννιος τοὺς πλούσιους νὰ ἀνοίξουν τὰ θησαυροφυλάκιά τους καὶ νὰ βοηθήσουν στὴν ἐπισκευὴ τῶν τειχῶν τῆς Πόλης. «Δέκα μονάχα ἀπὸ σᾶς θὰ μπορούσατε νὰ ἔχετε ξανακαινουργώσει τὰ τείχη ποὺ ἔχουν ἐρειπωθεῖ».

«Οἱ πλούσιοι», γράφει ὁ καθ. Βακαλόπουλος, «τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἐνῶ κατέρρεαν τὰ τελευταῖα ὑπολείμματα τῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, ξένοι τελείως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Χριστιανισμοῦ ἦταν σκληρότεροι ἀπέναντι στοὺς φτωχοὺς καὶ ταπεινούς τῆς ζωῆς». (Ἀπ. Βακαλόπουλος, Ὁ χαρακτήρας τῶν Ἑλλήνων, σελ. 80).

«Οἱ ἄρχοντες συμμετέχουν στὶς παρανομίες, οἱ διαχειριζόμενοι τὰ κοινὰ εἶναι κλέφτες…» συνεχίζει ὁ ἀείμνηστος καθηγητὴς στὸ σπουδαῖο βιβλίο του. Γιὰ νὰ σημειώσει αὐτὸ ποὺ προλογικὰ γράψαμε «Οἱ χρόνοι τῆς Τουρκοκρατίας, χρόνοι διωγμῶν τῶν Ἑλλήνων, τῶν χριστιανῶν, διαχέουν σ’ αὐτοὺς ἔντονη θρησκευτικὴ πνοὴ στὴν καθημερινή τους ζωὴ καὶ κάνουν αὐστηρότερα τὰ ἤθη». Ἡ Ἐκκλησία γίνεται τὸ καταφύγιο τῶν ψυχῶν, ὥστε νὰ λέγει ὁ πατριάρχης Ἱερεμίας Β´ (1572-1594): «εἰ καὶ δουλείᾳ τὸ Γένος ἡμῶν ὑπέπεσεν ἀλλ’ εὐσεβείᾳ ἀνένευσεν». (=ἀναβιώνω, ἀνασηκώνομαι).

Δύο μόνο θὰ πῶ γιὰ τὸ σήμερα γεγονότα, ποὺ ἐξεικονίζουν τὴν κατάπτωση ἀρχόντων καὶ λαοῦ. Οἱ φοβερὲς καταγγελίες τοῦ καθηγητῆ κ. Κριμιζῆ γιὰ τὶς πλεκτάνες τοῦ νεοϊδρυθέντος ὀργανισμοῦ γιὰ τὸ διάστημα καὶ ἡ ἀποκάλυψη τῆς σπείρας τῶν φαρμάκων τοῦ καρκίνου. Δεῖγμα τῆς τωρινῆς ἀπελπιστικῆς κατάστασης εἶναι τὸ ἑξῆς: Κάποτε τὸ δίλημμα ἦταν «νὰ κλέψω ἢ νὰ μὴν κλέψω» Τώρα… προόδευσε. Τὸ ἐρώτημα τοῦ καθάρματος εἶναι «θὰ μὲ πιάσουν ἢ δὲν θὰ μὲ πιάσουν».

Ξεβαφτιστήκαμε καὶ ξεμυρωθήκαμε γιὰ νὰ γίνουμε Εὐρωπαῖοι καί… νὰ οἱ προκοπές μας!! Μᾶς πετοῦσαν ὅπως τὰ σκυλιὰ ἕνα ξεροκόκκαλο οἱ ποικιλώνυμοι κομματάρχες-πρωθυπουργοὶ καὶ ἐμεῖς σπεύδαμε, τυφλωμένοι,  σ’ αὐτό, τρέφαμε κενὲς ἐλπίδες, ἀφήνοντας τιμημένα  πρωτοτοκια. «Ἀνήκομεν εἰς τὴν Δύσιν» (Καραμανλής), «Ἡ Ἑλλάδα ἀνήκει στοὺς Ἕλληνες» (Ἀνδρέας), «ἐκσυγχρονισμὸς» (Σημίτης),  «ἐπανίδρυση τοῦ κράτους» (νέος Καραμανλής), «θὰ σχίσω τὰ Μνημόνια» (Ἀλέξης) καὶ τόσες ἄλλες κενὲς τιποτολογίες. Καὶ στὸ τέλος «μηδὲν στὸ πηλίκιο» ἀπὸ τὸν ἀνεπρόκοπο, τοῦ «λεφτὰ ὑπάρχουν», ΓΑΠ.

Κάποτε πρέπει νὰ σκεφτοῦμε σοβαρά, κολοκοτρωναίικα.  Έλεγε ὁ Γέρος τοῦ Μοριὰ γύρω στὸ 1810: «Ὅ,τι κάμουμε θὰ τὸ κάμουμε μονάχοι καὶ δὲν ἔχομε καμιὰ ἐλπίδα ἀπὸ τοὺς ξένους». Θὰ συμπληρώναμε κι ἀπὸ τοὺς ἡμετέρους τοποτηρητές τους, μνημονιακοὺς λακέδες.

Πηγή: Χριστιανική Βιβλιογραφία

 

 

 

Όταν η ευχή μπήκε για πρώτη φορά στην καρδιά μου…

 

 

 Μία από τις μεγαλύτερες ασκητικές φυσιογνωμίες του Αγιορείτικου Μοναχισμού κατά τον εικοστό αιώνα, ο μακαριστός αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1908-2001) – συνασκητής του Γέροντα Ιωσήφ του ησυχαστή – μας περιγράφει στιγμές, κατά τις οποίες τον επισκέφθηκε η Χάρις του Θεού, μέσω της νοεράς προσευχής!…

Γέροντας  Χαράλαμπος Διονυσιάτης ,Προηγούμενος ῾Ιερᾶς Μονῆς Διονυσίου Ἁγίου ῎Ορους(+ 1908 – 2001)
-Γέροντα, ἠμπορεῖτε νά μᾶς πῆτε λίγα λόγια γιά τήν προσευχή;
-Η προσευχή, παιδί μου, χρειάζεται σωματική βία. Ἐγώ ἤμουν ἐκ φύσεως ἄνθρωπος ἀσυνήθους σωματικῆς ἀντοχῆς καί «ἔπεφτα» μέ ὁρμή καί δυνατό πόθο Θεοῦ στά μοναχικά ἀγωνίσματα. ῾Ο Γέροντάς μου, μᾶς εἶχε ἐπιβάλει νά ἀγρυπνοῦμε κάθε νύκτα 5-6 ὧρες κάνοντας οἱ πιό δυνατοί προσευχή καί οἱ κἄπως ἀδύνατοι νά διαβάζουν καί κάποιο βιβλίο. Ἐγώ προσευχόμουν πάντοτε ὄρθιος, διότι ἄν καθόμουν, μ᾿ ἔπιανε ὁ ὕπνος.

Η βία στήν προσευχή διαρκεῖ μέχρι μισή ὥρα. Κατόπιν ἔρχεται ἡ Χάρις καί ἡ προσευχή πλέον ἐνεργεῖται μόνη της προσφέροντας γλυκές πνευματικές ἐμπειρίες…

Στά ὀκτώ πρῶτα χρόνια τῆς μοναχικῆς μου ὑπακοῆς στόν Γέροντά μου, ὅταν προσευχόμουν τίς νύκτες, ἐνόμιζα ὅτι ἄνοιγαν οἱ Οὐρανοί, λόγῳ τῆς πλουσίας ἐπισκέψεως τῆς Χάριτος.
῾Ο νοῦς μου, τοὐλάχιστον δύο φορές τήν ἑβδομάδα, ἀνέβαινε σέ θεωρία τοῦ Θεοῦ…
Στήν κατάστασι αὐτή ὁ ἄνθρωπος, δέν μπορεῖ νά λέγῃ πλέον τήν εὐχή… ῾
Ο νοῦς, ἡ καρδιά ἑνώνονται μέ τήν εὐχή, δηλαδή μέ τήν αἴσθησι τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ…
῾Η ψυχή εἶναι ἀποξενωμένη ἀπό τόν ἔξω κόσμο, καί γίνεται ὅλη φωτοειδής καί κατανυκτική…
Καρπός αὐτῆς τῆς θείας ἑνώσεως εἶναι μία ἀνεκλάλητη γλυκύτης, ἡ ὁποία ἄλλοτε διαρκοῦσε μέχρι 4 ὧρες καί ἄλλοτε ὀλιγώτερο, ὅσο δηλαδή ἤθελε ὁ Θεός…
῞Οταν σταδιακά ἡ Χάρις ἀναχωροῦσε, ἄφηνε κάθε φορά κάτι νέο καί καινούργιο μέσα μου. Δηλαδή, μετά ἀπό κάθε νυκτερινή προσευχή μου, δέν ἤμουν ὁ ἴδιος τήν ἑπομένη ἡμέρα. ῾Ο Πανάγαθος Θεός, μοῦ προσέθετε Χάρι ἐπάνω στήν Χάρι καί αὐτή ἡ εὐλογία πολύ μέ παρηγοροῦσε καί μοῦ δυνάμωνε τά φτερά τῆς πίστεως καί τῆς ἀγάπης γιά τόν Χριστό.
Θυμᾶμαι, ὅταν ἡ εὐχή μπῆκε γιά πρώτη φορά στήν καρδιά μου, εἶχα μεθύσει ἀπό μία ἀπερίγραπτη γλυκύτητα. ῎Ημουν σάν ἐκστατικός. Δέν ἄντεξα ἀπό τήν χαρά μου καί ἐπῆγα στόν Γέροντα, παρότι ἦτο νύκτα, νά τόν ρωτήσω:
-Γέροντα ἔχω νά σέ ρωτήσω κάτι. Αὐτό κι αὐτό μοῦ συμβαίνει…
-Αὐτό, παιδί μου, εἶναι μεγάλη κατάστασις τῆς προσευχῆς. Κανένας δέν τήν ἀπέκτησε ἀπ᾿ ὅσους Μοναχούς ἐγνώρισα τόσα χρόνια. Μόνο σέ μένα μοῦ τήν δώρισε ὁ Θεός, καί τώρα τό ἴδιο βλέπω καί σέ σένα. Μετά ἀπ᾿ αὐτή τήν κατάστασι, ὑπάρχει καί ἡ τελευταία, κατά τήν ὁποία ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου πηγαίνει στόν παράδεισο…
῾Ο Γέροντάς μου συγκινήθηκε ἀπό αὐτό πού ἔμαθε, μ᾿ ἀγκάλιασε καί μ᾿ ἀσπάσθηκε.
Ἐμένα ὁ νοῦς μου δέν πῆγε ποτέ στόν παράδεισο, ἐνῶ ὁ Γέροντάς μου, εἶχε πάει μέ τόν νοῦ του πολλές φορές, ὅπως μᾶς διηγεῖται ὁ ἴδιος στίς ἐπιστολές του.
-Τί σημαίνει θεωρία, Γέροντα, καί πῶς ἐσεῖς τήν αἰσθάνεσθε;
Νά, ἄκουσε. Ἐκεῖ πού προσεύχεσαι, σέ καταλαμβάνει μία νοερά ἡσυχία, μία ἐσωτερική νοερά σιγή καί γαλήνη τῆς καρδίας. Τότε, ὅταν ἐγώ ἔχω αὐτήν τήν κατάστασι, μέ πιάνει μία ἀγωνία, μήπως ἔλθῃ κανείς καί κτυπήση τήν πόρτα τοῦ Κελλιοῦ μου καί χάσω αὐτή τήν γλυκειά εἰρήνη πού εἶναι ξαπλωμένη σ᾿ ὁλόκληρη τήν ὕπαρξί μου. Αὐτή ἡ Χάρις μένει, ὅσο θέλει ὁ Θεός. Φεύγει γιά λίγο διάστημα καί πάλι ἔρχεται.
Ἀλλά τί πόνο καί ὀδύνη ἐδοκίμαζα κατά τήν ἀναχώρησίν της!῎Εκλαιγα σάν τήν μάννα πού ἔχασε τό παιδί της καί ἔλεγα μέ πόνο: «Θεέ μου, δέν θά μοῦ δώσῃς αὐτό τό δῶρο σου ἄλλη φορά;».
Αὐτή εἶναι ἡ εἰρήνη πού ὑποσχέθηκε ὁ Κύριος σ᾿ αὐτούς πού θά Τόν ἀγαπήσουν. Στούς μαθητάς Του εἶχε εἰπεῖ: «Εἰρήνη τήν ἐμήν διδωμι ὑμῖν».
Ἀπ᾿ αὐτή τή βαθειά εἰρήνη καί πνευματική παρουσία τοῦ Χριστοῦ, γεννᾶται μέσα στήν καρδιά μας, μιά ἀνείπωτη χαρά καί ἀγάπη…
Μιά φορά, θυμᾶμαι, μοῦ ἦλθε ἕνα τόσο δυνατό κῦμα ἀγάπης μέσα μου, ὥστε ἔπεσα κάτω τ᾿ ἀνάσκελα καί φώναζα μή μπορῶντας ν᾿ ἀντέξω. «Θεέ μου θά πεθάνω, δέν ἀντέχω ἄλλο τήν παρουσία τῆς ἀγάπης σου!…».
῾Οταν μετά ἀπό τρεῖς ὧρες ἔφυγε αὐτό τό κῦμα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ἔκλαιγα ἀπό τήν χαρά μου καί τήν ἔκστασί μου…
-Γέροντα, ἐγώ δέν ζητῶ τίποτε ἀπ᾿ αὐτή τήν ἀγάπη πού μοῦ λέτε· τί πρέπει νά κάνω γιά νά ἀρχίσω νά τήν αἰσθάνομαι;
-Δέν ἔρχεται εὔκολα, παιδί μου. Ἐγώ ἔλεγα ἀδιάκοπα ὅλη τήν ἡμέρα τήν εὐχή. ῾Ο Γέροντάς μου, πού ἔμενε στό ἐπάνω πάτωμα τοῦ κελλιοῦ μας, μέ ἄκουγε πού ἔλεγα ἐπί ὧρες τήν εὐχή καί χαιρόταν. ῾Η ἐσωτερική προσευχή σέ γεμίζει καί δέν θέλεις νά μιλᾶς διότι στενοχωριέσαι. Κάνε μία προσπάθεια ἐπί μία ἡμέρα νά μή μιλήσῃς καθόλου καί θά ἰδῇς ὅτι ἡ εὐχή δέν θά σταματᾶ μέσα σου. ῞Οταν δέν λέγεται μέ τό στόμα, σίγουρα λέγεται μέ τόν νοῦ.
Πολλοί κατηγοροῦσαν τόν Γέροντά μου, ὅτι εἶναι πλανεμένος, ἀλλά αὐτοί εἶχαν ἀπατηθῆ, διότι δέν ἐγνώριζαν αὐτές τίς καταστάσεις πού ζοῦσε ὁ Γέροντάς μου.
Αὐτός μᾶς ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς, διότι ὁ ἴδιος πρῶτα τά ἐβίωνε, καί μετά μᾶς παιδαγωγοῦσε μέ ἀγάπη, ἀλλά καί αὐστηρότητα. Γιά νά κάνῃς νοερά προσευχή, πρέπει ὁ νοῦς σου νά τρέχῃ στήν εὐχή κάνοντας 200 ἑκατοστάρια κομβοσχοίνια τήν ἡμέρα.
῾Η μέθοδος τῆς εἰσπνοῆς καί ἐκπνοῆς γιά τήν εὐχή, εἶναι μόνο γιά τούς προχωρημένους. Τότε ἡ θεία Χάρις σοῦ τρυπᾶ τήν καρδιά σάν μαχαίρι καί ξεριζώνει τά πάθη. Μετά ἀπό ἕνα τέτοιο ἀγῶνα, ἀμείβει τόν ἀγωνιστή ὁ καλός Θεός ἀνεβάζοντας τόν νοῦ του σέ θεωρία, πού εἶναι νοερά ἐνόρασις τοῦ Θεοῦ.
(Ήταν στη συνοδεία του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού)
-Μπορεῖτε νά μᾶς περιγράψετε, Γέροντα, κάποια θεωρία πού εἴδατε;
῞Οπως σᾶς εἶπα, μέ ἀξίωσε ὁ Θεός νά ἰδῶ πολλές θεωρίες καί ἀκοῦστε νά μάθετε τί ἐξαίσια πράγματα ὁ Πανάγαθος Θεός ἐπέτρεψε σ᾿ ἐμένα τόν ἁμαρτωλό νά ἰδῶ…
Μιά φορά καθώς προσευχόμουν, μπῆκε ὁ νοῦς μέσα στήν καρδιά μου καί ἔχασα τήν αἴσθησι τοῦ βάρους τοῦ σώματός μου.Τότε ὁ Θεός μοῦ ἀποκάλυψε ὅλη τήν ῾Αγία Γραφή μπροστά στά νοερά μου μάτια.
Παρότι δέν τήν εἶχα διαβάσει μέχρι τότε ὅλη, ὁ Θεός μοῦ ἄνοιξε τά μάτια τῆς ψυχῆς μου καί γνώρισα τά βάθη τῶν νοημάτων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς. ῞Οταν μετά ἐπῆρα νά διαβάσω τήν ῾Αγία Γραφή, εὕρισκα τά γεγονότα καί τήν διδασκαλία, ὅπως τά εἶχα ἰδεῖ στήν προσευχή μου.
Μία ἄλλη φορά, αἰσθάνθηκα ὅτι ἐμεγάλωσε ὁ ἑαυτός μου καί ἔφθασε μέχρι τό ταβάνι τοῦ δωματίου μου. Κατόπιν σιγά-σιγά ἐσμίκρυνε μέχρι πού ἔγινε σάν μυρμῆγκι…
Τότε νοιώθοντας τόν ἑαυτόν μου σάν μυρμῆγκι, ἀξιώθηκα νά ἰδῶ νοερῶς ὁλόκληρη τήν γῆ μας. Δηλαδή ἔβλεπα τίς ἠπείρους, τά δάση, τίς πολιτεῖες, τά βουνά, τίς θάλασσες, ἀκόμη καί τούς θησαυρούς της, τά ψάρια, τά κογχύλια, τά κοράλια κλπ. Ἐθαύμαζα μ᾿ ὅλα αὐτά καί ἔλεγα στόν ἑαυτό μου: «῎Ω πόσο μεγάλη εἶναι η γῆ, ἀλλά καί πόσο ἀχώρητος θά εἶναι ὁ Θεός!!!»
Σκεπτόμενος αὐτά, ἔνιωθα τό ἕνα πόδι τοῦ Θεοῦ νά πατῇ ἐπάνω σέ μένα, τήν στιγμή πού ἔνιωθα τόν ἑαυτόν μου σάν μυρμῆγκι, καί ἀκουμποῦσα ἐπάνω στήν γῆ, πού μοῦ φαινόταν σάν σφαῖρα. Τότε σκέφθηκα καί ἔλεγα: «Ὤ πόσο μικρή εἶναι ἡ γῆ μπροστά στό Θεό, καί ἐάν Ἐκεῖνος θέλῃ, τῆς δίνει μιά κλωτσιά μέ τό πόδι του καί τήν καταστρέφει…»
῎Αλλοτε πάλι, καθώς προσευχόμουν, ἦλθε ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μπροστά μου. Δέν τόν ἔβλεπα μέ τά σωματικά μου μάτια, ἀλλά αἰσθανόμουν πολύ ἔντονα τήν παρουσία τῆς Χάριτός Του. Καί ἄλλες παρηγοριές μοῦ ἔδινε τό ῞Αγιο Πνεῦμα…
Αρχιμανδρίτης Χαράλαμπος Διονυσιάτης
πηγή: Από το βιβλίο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ»
Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου – Άγιον Όρος, Άθως 2005
 http://trelogiannis.blogspot.gr/

 

 

Yπό διαταραχή

Από τον Μανώλη Κοττάκη
Εικόνα: Μανώλης Κοττάκης
Πολύ φοβάμαι ότι όσοι ορίζουμε την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου στην πατρίδα μας σήμερα -κόμματα, ΜΜΕ, διανοούμενοι- δεν έχουμε πάρει είδηση ποια είναι η συγκλονιστική μεταβολή που βρίσκεται εν εξελίξει στην ελληνική κοινωνία. Από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ συζητούμε για τη νέα τακτοποίηση της εξουσίας. Για το τι θα γίνει στο μέλλον. Αγνοώντας, προφανώς, τι γίνεται τώρα. «Θα φύγει το ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα ή όχι;» «Θα πάρουμε καλύτερη ρύθμιση για το χρέος ή όχι;» «Θα ισχύσει νέος εκλογικός νόμος στις εκλογές ή όχι;» «Πότε θα γίνουν οι εκλογές;» «Και, αν δεν υπάρχει αυτοδυναμία, ποιος θα συνεργαστεί με τον πρώτο;» Ετσι πορευόμαστε! Κάπως έτσι, αγαπητοί, η ζωή περνά κάτω από τα πόδια μας. Και εμείς, οι δημοσιογράφοι, που χάσαμε το αποκλειστικό της οικονομικής χρεοκοπίας, σήμερα κινδυνεύουμε να χάσουμε ένα άλλο, εξίσου σημαντικό: το αποκλειστικό της ρημαγμένης κοινωνίας. Της κοινωνικής χρεοκοπίας. 

Συνέχεια ανάγνωσης

 

ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ ΤΙ ΕΙΜΑΙ…!

Αποτέλεσμα εικόνας για ελληνιδα χωρις ταυτοτητα
Είμαι πολύτεκνη μητέρα, εργαζόμενη, χριστιανή ορθόδοξη, συνεπής στις υποχρεώσεις μου, αφού καταφέρνω, ακόμη, να πληρώνω τους κάθε είδους φόρους που μου επιβάλλουν.
  Δεν διαμαρτυρήθηκα όταν μου μείωσαν κατά το ένα τρίτο τον μισθό μου. Δεν διαμαρτυρήθηκα όταν μου έκοψαν το πολυτεκνικό επίδομα, αφού είμαι «προνομιούχα», μιας και εργάζομαι, εγώ και ο άντρας μου. Δεν διαμαρτυρήθηκα όταν μου επέβαλαν τον ΕΝΦΙΑ, κι έτσι πληρώνω επανειλημμένως για ό,τι έχω αποκτήσει δουλεύοντας, κάνοντας οικονομία ή παίρνοντας δάνειο. Δεν διαμαρτυρήθηκα όταν τα παιδιά μου, τελειώνοντας τις σπουδές, έμειναν άνεργα κι έπρεπε να τα συντηρούμε εγώ κι ο άντρας μου, λέγοντας «έχει ο Θεός».

Συνέχεια ανάγνωσης