ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΟΥ

 

Το ορεινό μοναστήρι αιώνες τώρα ανανεώνει το μυστήριο του βαπτίσματος. Κολυμβήθρα καθάρσεως και αγιασμού. Κανένας δεν ανέβαινε σ’ αυτά τα όρη για τουρισμό. Αυτή η λέξη ήταν ακόμη άγνωστη στους προσκυνητές των Μονών. Άλλωστε, αυτό το μοναστήρι δεν εφημίζετο ποτέ για κειμηλιακό πλούτο και αρχαιότητες, που έλκουν συνήθως τους τουρίστες και τους περίεργους περιηγητές. Πάντα κειμήλια έγκριτα είχε τα δάκρυα και τους στεναγμούς των πιστών, πρώτα μπροστά στην άγια Εικόνα και είτα στο πετραχήλι του πνευματικού.

Φαίνεται οι άνθρωποι του κάμπου, αν και ποτέ δεν εστερούντο πνευματικών πατέρων, ήθελαν στα βαθιά φαράγγια των βουνών να κρύψουνε τους κακούς «θησαυρούς», που επισύναξε στην ψυχή τους ο διάβολος , ο κόσμος και ο κακός εαυτός τους. Ο λαός λέγει: «Στα όρη και στα βουνά το κακό, εκεί που δεν κατοικεί άνθρωπος, αλλ’ επισκοπεί μόνον ο Θεός». Ονομάζω θησαυρούς τις αμαρτίες, γιατί σήμερα, σαν βρεθούν οι άνθρωποι, καυχώνται γι’ αυτές με τρόπο δαιμονικό. Οι δικές μας διηγήσεις είναι για τα δάκρυα της μετάνοιας. Σ’ αυτές βρίσκεται ο Θεός και αναπαύεται. Γι’ αυτό πάντα αυτές θα διηγούμαστε. Ένας σκοτεινό απόβραδο του Αυγούστου μια γυναίκα γονατιστή μπροστά στον εξομολόγο θρηνεί και γοερά επαναλαμβάνει: «Το αίμα των παιδιών μου». Βλέποντας ο πνευματικός τόσο θρήνο, τόσα δάκρυα αναλογίζεται: «Ίσως σε κάποιο δυστύχημα έχασε τα παιδιά της». Σέβεται όμως τον θρήνο και για πολλή ώρα δεν την διακόπτει. Άλλωστε δεν του ήταν πολυσυνηθισμένο φαινόμενο τόσος πόνος και τόσο δάκρυ. Κάποια στιγμή δειλά – δειλά της λέγει: – Έλα τώρα, πες μου τι σου συμβαίνει. – Καλέ μου πάτερ, μπαίνοντας στην εφηβεία, γέμισα τα ρέματα με την αμαρτία του αιώνος. Συγγενική ήταν η σχέση και ασταμάτητη. Όπως ο κηπουρός κόβει κολοκύθια μέρα παρά μέρα, έτσι κι εγώ η αθλία κεφάλια. Όχι άνθη κολοκυθιάς, αλλά ανθούς της θείας δημιουργίας. – Αχ, κόρη μου, αυτή η αμαρτία . Ο γέροντας Φιλόθεος έλεγε: «Αν το γεννήσετε το παιδί, το βαπτίσετε και μετά το σφάξετε λιγότερο κρίμα θα έχετε». Γεμίσαμε οι χριστιανοί τον άλλον κόσμο με αβάπτιστα παιδιά. Η ευθύνη μας είναι μεγάλη. Αυτά τα παιδιά θα συναχθούν πίσω από τις πύλες του ουρανού, θα κρατήσουν κόντρα και δεν θα επιτρέψουν την είσοδο σε κανένα φονιά. Τα δάκρυα και οι στεναγμοί, σαν άκουσε τα λόγια του πνευματικού, έγιναν πιο μεγάλοι. Με δυσκολία πολλή ψελλίζει: – Μεγάλωσα, Γέροντα και παντρεύτηκα έναν απλό καλοκάγαθο άνθρωπο. Απέκρυψα όσο γινότανε τα βάραθρα της αμαρτίας. Έκανα μαζί του παιδιά, αλλά ποτέ μέσα μου δεν σταμάτησε ο κλαυθμυρισμός των ρεματισμένων μου παιδιών. Κάποια μέρα, ενώ ήμουν μέσα στο σπίτι και συγύριζα και τα παιδιά μου έπαιζαν στην αυλή, άκουσα να πιάνονται μεταξύ τους και τι να δω. Γέροντά μου, σηκώνει το τσαπί το ένα στο άλλο και του θρυμματίζει την κεφαλή. Του χύνει τα μυαλά στην γη, στην αυλή του σπιτιού μου. Εκείνη την ώρα, ενώ έβλεπα αυτό το τρομακτικό και φοβερό, ο νους μου δεν έμεινε εκεί. Έτρεξε στα ρέματα, που δεν ήταν ένα, δεν ήταν δύο, ήταν πολλά. Από τότε έχασα τα λογικά μου, μάλλον τα βρήκα, και γυρίζω νύχτα-μέρα στους γνωστούς τόπους και θρηνώ τον χαμό τους ή μάλλον στην σφαγή των παιδιών μου. Βλέπω τον εαυτό μου Ηρώδη, τον βλέπω κακούργο, φονιά. Ανάπαυση δεν βρίσκω. Δεν κάθισε να της διαβάσω ευχή. Θεώρησε ανάξιο τον εαυτό της.

Άνοιξε την πόρτα και έφυγε κλαίγοντας, χωρίς να αισθάνεται ντροπή, κι ας την έβλεπαν οι παρευρισκόμενοι προσκυνητές. Δεν έμεινε στους ξενώνες του μοναστηριού. Ο υπηρέτης της Μονής μου λέγει: – Μια γυναίκα κάθεται έξω από την πόρτα και δεν θέλει να μπη μέσα. – Αν εκεί βρίσκη ανάπαυση, μη την ενοχλής. Αφού ξημέρωσε, έφυγε για τον κάμπο, για την φαμελιά της με την πίκρα και τον στεναγμό των φόνων…

Εκ του βιβλίου: »Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας». Α’ έκδοση, Σεπτέμβριος 2010, Ι. Μ. Δοχειαρίου, Άγιον Όρος

Αν ο Προφήτης Ηλίας ζούσε σήμερα…

 

+ Αρχ. π. Γεώργιος Καψάνης

Ἡ ἐποχή πού ἔζησε ὁ Ἅγιος Προφήτης Ἠλίας γύρω στό 800 π.Χ. ἔχει πολλά τά κοινά καί μέ τήν σημερινή ἐποχή πού ζοῦμε ἐμεῖς. Ἦταν καί τότε, εἶναι καί σήμερα μία ἐποχή ἀποστασίας ἀπό τήν πίστι τῶν Πατέρων. Καί ἡ ἀποστασία γίνεται συνήθως διά λόγους συμβιβασμοῦ, γιατί θέλουν νά συμβιβασθοῦμε μέ τή ζωή τῆς ἁμαρτίας ἤ θέλουν νά συμβιβασθοῦμε μέ τούς κρατοῦντες κάθε ἐποχῆς ἤ θέλουν νά συμβιβασθοῦμε μέ τήν ἑκάστοτε πολιτική ἐξουσία.

Ἔτσι ἐγινόταν καί τότε. Ὁ Ἰσραήλ, οἱ βασιλεῖς, οἱ ἄρχοντες εἶχαν συμβιβασθῆ, ἤθελαν νἄ ‘χουν τήν συμμαχία εἰδωλολατρικῶν λαῶν, γιατί δέν πίστευαν ὅτι μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ μποροῦσαν νά ἀντιμετωπίσουν τούς εἰδωλολατρικούς λαούς. Καί γι’ αὐτό ἄφηναν τήν πίστη τους στόν ἀληθινό Θεό καί δεχόντουσαν τά εἴδωλα, τούς ψευδεῖς θεούς καί ἐλάτρευαν τά εἴδωλα καί διέδιδαν καί στόν λαό αὐτήν τήν εἰδωλολατρεία.
Ὑπῆρχαν ὅμως κάποιοι ὀλίγοι εὐσεβεῖς, πιστοί στόν ἀληθινό Θεό, οἱ ὁποῖοι ἀντιστέκονταν, δέν προσκυνοῦσαν τά εἴδωλα. Ἐδιώκοντο βέβαια, ἦσαν ἡ μειοψηφία, ἀλλά αὐτό δέν τούς ἔκαμε νά λυγίσουν. Γιατί συνήθως οἱ ἄνθρωποι ὅταν αἰσθάνονται ὀλίγοι δέν ἀναπαύονται, θέλουν νά πηγαίνουν μέ τούς πολλούς κι ἄς πηγαίνουν οἱ πολλοί εἰς τόν βυθόν.
Τό νά πορεύεται κανείς εἰς τήν ἰδικήν του πίστιν καί νά ἔχει ὀλίγους μόνο κοντά του αὐτό δέν τόν ἀναπαύει. Θέλει νά πηγαίνει ὅπως πηγαίνουν ὅλοι, ὅπως πηγαίνει ἡ μόδα, ὅπως πηγαίνει τό πλῆθος. Κι ἔτσι γινόταν καί τότε ἡ διαφθορά τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ καί τῶν πολλῶν ἀνθρώπων. Θέλανε νά πηγαίνουν ὅπως πήγαινε ἡ ἄρχουσα τάξις, ὁ βασιλιᾶς, οἱ ἄρχοντες, οἱ σπουδαῖοι τοῦ λαοῦ κι ὁ περισσότερος λαός. Κι ἔτσι ἐπαρασύροντο οἱ ἄνθρωποι ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, ἀλλά ἔμεναν ὅμως πάλι ὀλίγοι εὐσεβεῖς. Γιατί σέ κάθε ἐποχή δέν προδίδουν ὅλοι, δέν ἀποστατοῦν ὅλοι, μένουν καί οἱ εὐσεβεῖς. Μένουν καί οἱ ἀγωνισταί. Μένουν καί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δέν ἀλλάζουν τήν πίστι στόν ἀληθινό Θεό μέ τίποτα γήϊνο καί κοσμικό. Γι’ αὐτό ἄλλωστε ἔχουμε καί τούς μάρτυρες.
Καί οἱ μάρτυρες στήν ἐποχή τους ἦσαν ἡ μειονότης. Ἀλλά αὐτή ἡ μειονότης κρατοῦσε τήν πίστι στόν ἀληθινό Θεό καί ἐθυσιάζετο γιά τήν ἀγάπη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Μεταξύ αὐτῶν τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι κρατοῦσαν τήν πίστη στόν ἀληθινό Θεό καί δέν συμβιβάσθηκαν ἦταν ὁ Ἅγιος ἔνδοξος Προφήτης τοῦ Θεοῦ Ἠλίας. Ἡ ζωή τοῦ Προφήτου Ἠλία εἶναι μία ζωή θαυμάτων, ζωή πίστεως καί μεγάλης ἐμπιστοσύνης στόν Ἅγιο Θεό. Ἄς μελετήσουμε προσεκτικά τή ζωή τοῦ Προφήτου καί θά δοῦμε πόσο ζῆλο εἶχε γιά τό Θεό. Θά δοῦμε πόση ἀφοβία εἶχε, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀγωνισθῆ γιά τά δικαιώματα τοῦ Θεοῦ. Καί θά δοῦμε τί θαύματα ἐπετέλεσε ὁ Θεός διά τοῦ Προφήτου.
Τόν παρακαλοῦμε νά μᾶς βοηθήσει κι ἐμᾶς σήμερα, πού ζοῦμε σέ μιά ἐποχή πού πολλοί συμβιβάζονται, πού πολλοί ἀκολουθοῦν τήν μόδα τῆς ἀθεΐας καί τῆς ἀπιστίας, νά μᾶς ἀξιώσει ὁ Θεός νά κρατήσουμε τήν ἀληθινή πίστι τῶν Πατέρων μας, πού παρελάβαμε ἀπό εὐσεβεῖς γονεῖς καί προγόνους καί πνευματικούς καί διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτή τήν πίστι νά κρατήσουμε ἕως θανάτου γιά νά ἀξιωθοῦμε νά παραδώσουμε εἰς τόν Θεόν τήν ψυχήν μας ὄχι ἐν ἀπιστίᾳ, ὄχι ἐν ὀλιγοπιστίᾳ, ἀλλά μέ πίστι εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν καί μέ ὅσα παραδίδει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία.
Εὔχομαι ὁ Προφήτης Ἠλίας νά εἶναι βοηθός μας καί συναντιλήπτωρ, ἀλλά καί νά μᾶς βοηθάει στά κρίσιμα οἰκολογικά θέματα πού περνᾶμε τώρα, τούς καύσωνες, τήν ἀνομβρία, τίς πυρκαϊές καί τά λοιπά, διότι κάνει καί πολλά τέτοια θαύματα ὁ Προφήτης Ἠλίας.
Εἴθε ὁ ζηλωτής Προφήτης, πού μέ τήν πύρινη προσευχή του ἔκλεισε τόν οὐρανό ἐπί τριάμισυ χρόνια καί ἐπῆλθε ἀνομβρία καί ξηρασία, λόγῳ τῆς ἐπικρατούσης μεγάλης ἀσέβειας καί μετά ταῦτα ξανάφερε τήν βροχή καί τήν εὐλογία, βλέποντας τήν μετάνοια καί τήν ἀνάνηψί μας, νά φέρη τήν πνευματική δροσιά τοῦ Οὐρανοῦ στίς ψυχές μας καί νά μᾶς ὁδηγῆ μέ τίς θεοπειθεῖς πρεσβεῖες του εἰς τήν ὁδόν τῆς σωτηρίας καί τοῦ ἁγιασμοῦ μας. Ἀμήν.-
Πηγή: Ὁμιλία τοῦ ἀειμνήστου Ἁγιορείτου Ἡγουμένου π. Γεωργίου Καψάνη (aktines.blogspot.gr)

http://synaxipalaiochoriou.blogspot.gr/2015/07/blog-post_20.html

Ο μισθός της δασκάλας

 

Αντόν Τσέχωφ

Tις προάλλες φώναξα στο γραφείο μου τη δεσποινίδα Ιουλία, τη δασκάλα των παιδιών. Έπρεπε να της δώσω το μισθό της.
–  Κάθισε να κάνουμε το λογαριασμό, της είπα. Θα ‘χεις ανάγκη από χρήματα και συ ντρέπεσαι να ανοίξεις το στόμα σου… Λοιπόν… Συμφωνήσαμε για τριάντα ρούβλια το μήνα…
–  Για σαράντα.

–  Όχι, για τριάντα, το έχω σημειώσει. Εγώ πάντοτε τριάντα ρούβλια δίνω στις δασκάλες… Λοιπόν, έχεις δύο μήνες εδώ…
–  Δύο μήνες και πέντε μέρες…
–  Δύο μήνες ακριβώς… Τό ‘χω σημειώσει… Λοιπόν, έχουμε εξήντα ρούβλια. Πρέπει να βγάλουμε εννιά Κυριακές… δε δουλεύετε τις Κυριακές. Πηγαίνετε περίπατο με τα παιδιά. Έπειτα έχουμε τρεις γιορτές…

Η Ιουλία έγινε κατακόκκινη και άρχισε να τσαλακώνει νευρικά την άκρη του φουστανιού της, μα δεν είπε λέξη.
–  …και τρεις γιορτές… μας κάνουν δώδεκα ρούβλια το μήνα… Ο Κόλιας ήταν άρρωστος τέσσερις μέρες και δεν του έκανες μάθημα… Μονάχα με τη Βαρβάρα ασχολήθηκες… Τρεις μέρες είχες πονόδοντο και η γυναίκα μου σου είπε να αναπαυτείς μετά το φαγητό… Δώδεκα και εφτά δεκαεννιά. Αφαιρούμε, μας μένουν… Χμ! σαράντα ένα ρούβλια… Σωστά;
Το αριστερό μάτι της Ιουλίας έγινε κατακόκκινο και νότισε. Άρχισε να τρέμει το σαγόνι της. Την έπιασε ένας νευρικός βήχας, έβαλε το μαντήλι στη μύτη της, μα δεν έβγαλε άχνα.
–  Την παραμονή της πρωτοχρονιάς έσπασες ένα φλιτζάνι του τσαγιού με το πιατάκι του… Βγάζουμε δύο ρούβλια… Το φλιτζάνι κάνει ακριβότερα γιατί είναι οικογενειακό κειμήλιο, μα δεν πειράζει… Τόσο το χειρότερο! Προχωρούμε! Μια μέρα δεν πρόσεξες τον Κόλια, ανέβηκε ο μικρός στο δέντρο και έσκισε το σακάκι του… Βγάζουμε άλλα δέκα ρούβλια… Άλλη μια μέρα που δεν πρόσεχες, έκλεψε μια καμαριέρα τα μποτάκια της Βαρβάρας. Πρέπει νά ‘χεις τα μάτια σου τέσσερα, γι’ αυτό σε πληρώνουμε… Λοιπόν, βγάζουμε άλλα πέντε ρούβλια. Στις δέκα του Γενάρη σε δάνεισα δέκα ρούβλια…
–  Όχι, δεν έγινε τέτοιο πράμα! μουρμούρισε η Ιουλία.
–  Τό ‘χω σημειώσει!
–  Καλά…
–  Βγάζουμε είκοσι επτά ρούβλια, μας μένουν δεκατέσσερα.
Τα μάτια της Ιουλίας γέμισαν δάκρυα. Κόμποι ιδρώτα γυάλιζαν πάνω στη μύτη της. Κακόμοιρο κορίτσι!
–  Μα εγώ μια φορά μονάχα δανείστηκα χρήματα. Μονάχα τρία ρούβλια, από την κυρία, μουρμούρισε η Ιουλία και η φωνή της έτρεμε… Αυτά είναι όλα-όλα που δανείστηκα.
–  Μπα; Και ’γω δεν τα είχα σημειώσει αυτά. Λοιπόν, δεκατέσσερα έξω τρία, μας μένουν έντεκα. Πάρε τα χρήματά σου, αγαπητή μου! Τρία… τρία, τρία… ένα και ένα… Παρ’ τα…
Και της έδωσα έντεκα ρούβλια. Τα πήρε με τρεμουλιαστά δάχτυλα και τα έβαλε στην τσέπη της.
–  Ευχαριστώ! ψιθύρισε.
Πετάχτηκα ορθός και άρχισα να βηματίζω πέρα δώθε στο γραφείο. Με έπιασαν τα δαιμόνια μου.
–  Και γιατί με ευχαριστείς;
–  Για τα χρήματα.
–  Μα, διάολε, εγώ σε έκλεψα, σε λήστεψα! Και μου λες κι ευχαριστώ;
–  Οι άλλοι δε μού ‘διναν τίποτα!…
–  Δε σού ‘διναν τίποτα! Φυσικά! Σου έκανα μια φάρσα για να σου γίνει σκληρό μάθημα. Πάρε τα ογδόντα σου ρούβλια! Τα είχα έτοιμα στο φάκελο! Μα γιατί δε φωνάζεις για το δίκιο σου; Γιατί στέκεσαι έτσι σαν χαζή; Μπορείς να ζήσεις σ’ αυτό τον κόσμο αν δεν πατήσεις λίγο πόδι, αν δε δείξεις τα δόντια σου; Γιατί είσαι άβουλη;
Μουρμούρισε μερικά ευχαριστώ και βγήκε…

Α. Τσέχωφ, Διηγήματα

Αντιγραφή-επιμέλεια: antiyli.gr@gmail.com

Σχόλιο από «Αντιύλη»:

Συγκλονιστικός ο Τσέχωφ στην περιγραφή της σκληρής πραγματικότητας της εκμετάλλευσης! Μα δεν συμφωνώ απόλυτα με τη «συμβουλή» του. Δεν χρειάζεται φυσικά να είναι καρπαζοεισπράκτορας κανείς, μα δεν σημαίνει πως η σίγουρη συνταγή είναι το να πατήσεις πόδι. Κάτι μπορεί να βγει βέβαια, αλλά το ζητούμενο δεν είναι πώς θα επικρατήσει το δίκιο μας με κάθε τρόπο (ακόμα και πολεμώντας τον άλλο). Η ουσία είναι πώς θα είμαστε σωστοί, ακόμα και όταν αδικούμαστε. Αρκεί να υπομένουμε την αδικία όχι από αδυναμία αντίδρασης, αλλά επειδή εκούσια επιλέγουμε να μην ανταποδώσουμε το κακό, ή να πάρουμε το δίκιο μας πολεμώντας τον άλλο. Στο Γεροντικό κάπου αναφέρεται πως οι ασκητές, όταν πωλούσαν τα εργόχειρά τους ή αγόραζαν κάτι, έλεγαν ή ρωτούσαν άπαξ (μια φορά) μόνο την τιμή και έπαιρναν σιωπώντας ό,τι τους έδιναν, χωρίς να διεκδικούν, χωρίς να παζαρεύουν περαιτέρω, είτε αδικούνταν είτε όχι. Ήσαν πιο κοντά στη θέση της δασκάλας του Τσέχωφ, αλλά από ελεύθερη επιλογή, όχι από αδυναμία τους να διεκδικήσουν.
Λογικά βέβαια, θά ’λεγε κανείς, δεν μπορείς να ζήσεις σ’ αυτόν τον κόσμο με το σταυρό στο χέρι, αν δεν δείξεις τα δόντια σου, που λέει και ο Τσέχωφ, μα δεν είναι η λογική μας το μόνο δεδομένο. Υπάρχει και ο Θεός. Και όσο κι αν οργιάζει και οργώνει τον κόσμο το κακό, στο τέλος σπέρνει ο Θεός (π. Παΐσιος), θα γίνει αυτό που κρίνει Αυτός. Προσοχή λοιπόν: βαθειά εμπιστοσύνη στον Θεό. Ενεργώντας με τον τρόπο που υποδεικνύει Εκείνος, έστω και αν η λογική μας λέει κάτι άλλο, θα έχουμε σίγουρα περισσότερο όφελος. Ας φαίνεται ότι χάνουμε, ή ότι γινόμαστε κορόιδα. Στο τέλος λειτουργούν οπωσδήποτε οι πνευματικοί νόμοι του Θεού. Ας  βαδίζουμε με νουν Χριστού κι όχι με την τετράγωνη δήθεν λογική και τα μυαλά του κόσμου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η αμέλεια, ο ακοίμητος κίνδυνος του πιστού (Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής )

 

Σε σχετικές ερωτήσεις μας, απαντούσε ότι η αμέλεια είναι η κύρια αιτία της αποτυχίας του ανθρώπου στον πνευματικό σκοπό του. Τον ρώτησα κάποτε. πώς οι Πατέρες προβάλλουν ως αφορμή την κενοδοξία;
Και απάντησε «ναι και αυτή μας επιβουλεύεται, αλλά όχι όλους παρά μόνο όσους ξεγελάσει. και πάλι λίγους, γιατί η κενοδοξία φθείρει τους συγκεντρωμένους θησαυρούς, ενώ η αμέλεια δεν αφήνει να τους συνάξεις…
Η αμέλεια μοιάζει με ανομβρία, που δεν αφήνει να φυτρώσει τίποτε. Η κενοδοξία βλάπτει όσους έχουν καρπό, όσους έχουν προχωρήσει, ενώ η αμέλεια ζημιώνει όλους. Εμποδίζει αυτούς που θέλουν να ξεκινήσουν και σταματά αυτούς που προχώρησαν. Δεν επιτρέπει την μάθηση σε αυτούς που αγνοούν και εμποδίζει την επιστροφή σε αυτούς που πλανήθηκαν. Δεν αφήνει να σηκωθούν όσοι έπεσαν και γενικά είναι όλεθρος για όσους αιχμαλωτίζονται από αυτήν.
Με πρόφαση τις φυσικές ανάγκες και τον κόπο που προέρχεται από τον αγώνα, γίνεται η απατηλή πιστευτή και ως καλός αγωγός -η ακηδία- μας μεταφέρει και μας παραδίνει στην φιλαυτία, τον γενικότερο εχθρό. Μόνο η ανδρεία ψυχή, με βάση την πίστη και την ελπίδα προς τον Θεό, ανατρέπει αυτήν την επιβουλή. διαφορετικά, γλυτώνει δύσκολα όποιος έχει άγνοια από αυτά τα δίχτυα. Ταλαιπωρεί πολύ αυτούς που μένουν μόνοι και όσους αποφεύγουν την προγραμματισμένη ζωή, ενώ αδυνατεί να βλάψει τους υποτακτικούς και αυτούς που διακονούν.

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής
πηγή

Η μεγίστη των δουκισσών!

 

 ΠΗΓΗ: http://istologiogiahistoria.blogspot.gr/2015/09/blog-post.html

Φωτογραφία της Νέας Οσιομάρτυρος Ελισάβετ Φυοντόροβνα (+18 Ιουλίου 1918) με μοναχικό ράσο, η οποία θα μας απασχολήσει στην σημερινή περιπλάνησή μας στον υπέροχο κόσμο της ιστορίας.

Η Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας Αγία Ελισάβετ Φυοντόροβνα γεννήθηκε τον Νοέμβριο του 1864 στο Ντάρμσταντ (Darmstadt) της Γερμανίας. Πατέρας της ήταν ο Δούκας του Έσσεν-Ντάρμσταντ (Hessen-Darmstadt) Λουδοβίκος Δ΄ και μητέρα της η Αγγλίδα Πριγκίπισσα Αλίκη (κόρη της Βασίλισσας της Αγγλίας Βικτώρια). Ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας (το πρώτο ήταν η αδελφή της Βικτώρια του Μπάττενμπεργκ, που γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1863). Πέρα από την Βικτώρια, η Ελισάβετ (ή Έλλα όπως την φώναζαν στην Γερμανία χαϊδευτικά) είχε άλλα πέντε αδέρφια την Ειρήνη, που γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1866, τον Ερνέστο-Λουδοβίκο, που γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1870, την Άλιξ (μέλλουσα Τσαρίνα Αλεξάνδρα της Ρωσίας), που γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1872 και την Μαρία, που γεννήθηκε τον Μάιο του 1874.

Ο Δούκας του Έσσεν-Ντάρμσταντ Λουδοβίκος Δ΄ (Ludwig IV) μαζί με την γυναίκα του Πριγκίπισσα Αλίκη, την κόρη τους Ελισάβετ (μεγάλη κοπέλα στα αριστερά), την κόρη τους Άλιξ (μικρό κορίτσι στα αριστερά) και τον γιο τους Ερνέστο Λουδοβίκο (Ernst-Ludwig).

Η οικογένεια του Δούκα του Ντάρμσταντ ήταν πολύ στενά δεμένη, ώστε όταν ο τριετής γιος τους Φρειδερίκος έπεσε από το παράθυρο και χτύπησε θανάσιμα, εκείνη δεν μπόρεσε ποτέ να το ξεπεράσει. Η ανατροφή των παιδιών ήταν σύμφωνη με τις αυστηρές αρχές ηθικής της παραδοσιακής αγγλικής κοινωνίας.
Η Πριγκίπισσα Αλίκη συνήθιζε να αφοσιώνεται σε έργα φιλανθρωπίας. Επισκεπτόταν πολλούς αρρώστους στα νοσοκομεία και προσπαθούσε να ανακουφίσει τον ανθρώπινο πόνο. Μαζί της έπαιρνε και τα παιδιά της, τα οποία απόκτησαν πνεύμα αγάπης και συμπόνοιας στον πάσχοντα συνάνθρωπο. Η οικογένεια ήταν Λουθηρανή στο δόγμα. Η ζωή της Ελισάβετ (αλλά και όλης της οικογένειας) ήταν επηρεασμένη από τη ζωή και το φιλανθρωπικό έργο της Αγίας Ελισάβετ Βασίλισσας της Ουγγαρίας (ή Θουριγγίας), ιδρυτής του οίκου της Έσσης (άρα και μακρινή πρόγονός της) η οποία έζησε μεταξύ 1207-1231 και ανακηρύχτηκε τον ίδιο αιώνα Αγία από την Καθολική Εκκλησία. Γι’ αυτό και δεν άλλαξε το όνομά της όταν μεταστράφηκε στην Ορθοδοξία, όπως θα δούμε αργότερα, αλλά γιόρταζε την ημέρα μνήμης της Οσίας Ελισάβετ της Θαυματουργού, μητέρας του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.

Η Αγία Ελισάβετ Βασίλισσα της Ουγγαρίας.
Η Αγία Οικογένεια (Παναγία, Ιωσήφ και Θείο Βρέφος) μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και την μητέρα του, Οσία Ελισάβετ την θαυματουργό (αριστερά), η οποία έγινε προστάτιδα της Μεγάλης Δούκισσας Οσίας Ελισάβετ Φυοντόροβνα μετά την μεταστροφή της στην Ορθοδοξία. Αντίγραφο πίνακα του El Greco (ή αλλιώς Δομήνικου Θεοτοκόπουλου), Μουσείο Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, Φόδελε Ηρακλείου Κρήτης.

Το 1878 στο Ντάρμσταντ απλώθηκε μία επιδημία διφθερίτιδας. Η δουκική οικογένεια, όπως ήταν φυσικό, δεν γλύτωσε από αυτήν. Η τετράχρονη Μαρία κατέληξε. Το γεγονός καθήλωσε ψυχικά και σωματικά την Δούκισσα Αλίκη, η οποία πέθανε σε ηλικία 35 ετών, αδυνατώντας να αντέξει την απώλεια ενός ακόμη παιδιού της. Τελευταία της επιθυμία ήταν να στολιστεί το φέρετρό της με βρετανικές σημαίες. Η νεαρή ακόμη Ελισάβετ, παρά την τεράστια λύπη της για τις δύο νέες απώλειες στην οικογένεια, έστρεψε εκ νέου το ενδιαφέρον της και επιδόθηκε με μεγαλύτερο ζήλο στην ανακούφιση του αναγκεμένου συνανθρώπου. Ιδιαίτερα δε έπρεπε να φροντίσει την εξάχρονη Άλιξ, η οποία είχε στερηθεί την μητρική αγκαλιά σε μία τέτοια τρυφερή ηλικία. Αυτό το πνεύμα αγάπης και φιλανθρωπίας την βοήθησε πολύ στην μεταστροφή της στην Ορθοδοξία.
Το 1884 αποφασίστηκε τελικά να συναφθεί γάμος μεταξύ του Μεγάλου Δούκα της Ρωσίας (στην Ρωσία τον τίτλο του Μεγάλου Δούκα έφεραν οι συγγενείς του Τσάρου: γιοι, κόρες, αδελφοί, ξαδέρφια, θείοι κ.α.) Σεργίου (Σεργκέι) Αλεξάντροβιτς και της Ελισάβετ.

Φωτογραφία του Μεγάλου Δούκα Σεργκέι Αλεξάντροβιτς.

Ο Μέγας Δούκας Σεργκέι Αλεξάντροβιτς γεννήθηκε το 1857 και ήταν πέμπτος γιος του Τσάρου Αλεξάνδρου Β΄ Νικολάγιεβιτς. Ήταν ψηλός, ξανθός, λεπτεπίλεπτος και είχε γκριζοπράσινα μάτια. Επιδείκνυε έντονες καλλιτεχνικές τάσεις. Λάτρευε την μουσική και την λογοτεχνία. Ήταν ασυμβίβαστος μονάρχης και πιστός ορθόδοξος χριστιανός (άρα και εμπόδιο για τους τρομοκράτες «φιλελεύθερους» σοσιαλιστές…). Επιδιδόταν και αυτός (όπως και η μέλλουσα σύζυγός του Ελισάβετ) σε έργα φιλανθρωπίας.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που μέλος του οίκου των Ρομανώφ παντρευόταν Γερμανίδα από τον οίκο της Έσσης. Η πρώτη σύζυγος του Τσάρου Παύλου Α΄ (1796-1801), η Πριγκίπισσα Βιλελμίνη (μετονομασθείσα Ναταλία Αλεξέγιεβνα) και η πρώτη σύζυγος του Τσάρου Αλεξάνδρου Β΄ (1855-1883), Μαρία Αλεξάντροβνα προέρχονταν επίσης από τον οίκο του Ντάρμσταντ. Και οι δύο γάμοι είχαν τραγική κατάληξη, αφού και οι δύο Γερμανίδες πριγκίπισσες πέθαναν από ασθένειες. Το γεγονός αυτό ελήφθη υπόψη από την Βασίλισσα Βικτώρια, η οποία εξέφρασε τους ενδοιασμούς της σε γράμμα προς στην αγαπημένη της εγγονή για την ευτυχία αυτού του γάμου. Όμως, αργότερα, έδωσε την συγκατάθεση και την ευλογία της.
Τον Μάιο του 1884 η Ελισάβετ ταξίδεψε στην Ρωσία μαζί με όλη την δουκική οικογένεια για τον γάμο της με τον Μεγάλο Δούκα Σέργιο. Οι δρόμοι της Αγίας Πετρούπολης ήταν στολισμένοι με άνθη και σημαίες, φανερώνοντας την έκδηλη αγάπη του ρωσικού λαού προς το νέο μέλος της δυναστείας των Ρομανώφ.
Με την άφιξή της στα Χειμερινά Ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης η Ελισάβετ οδηγήθηκε σε ένα υπνοδωμάτιο, από τα παράθυρα του οποίου απολάμβανε κανείς υπέροχη θέα της Αγίας Πετρούπολης. Την επομένη, ημέρα του γάμου της, εφαρμόστηκε το αυστηρό πρωτόκολλο. Νωρίς το πρωί, έστησαν την Ελισάβετ σε έναν καθρέφτη με επιχρυσωμένη κορνίζα που ανήκε στην Τσαρίνα Άννα Ιωάννοβνα (1730-1740). Μία κομμώτρια των ανακτόρων τύλιξε τα μαλλιά της σε μπούκλες που έπεφταν επάνω στους ώμους της. Η Τσαρίνα Μαρία Φυοντόροβνα (σύζυγος του Τσάρου Αλεξάνδρου Γ΄) βοηθούσε την κομμώτρια στις φουρκέτες και στις χτένες και, τέλος, τοποθέτησαν στο κεφάλι της ένα διαμαντένιο διάδημα, καθώς κι ένα μικρό μεγαλοδουκικό στέμμα. Το διάδημα, το στέμμα, το περιδέραιο και τα σκουλαρίκια ήταν σετ ασορτί που ανήκε στην Τσαρίνα Αικατερίνη Β΄ την Μεγάλη. Μάλιστα της τοποθέτησαν και πολύ βαριά σκουλαρίκια με ένα χρυσό σύρμα, καθόλου ευχάριστο για την νύφη. Τέλος, έβαλαν κι ένα χρυσό νόμισμα στην παντόφλα της νύφης, δήθεν «για καλή τύχη». Ο γάμος τελέστηκε στο παρεκκλήσιο των βασιλικών ανακτόρων σύμφωνα με το ορθόδοξο τυπικό. Μετά, τελέστηκε και μία σύντομη προτεσταντική ακολουθία. Η Ελισάβετ δεν υποχρεώθηκε να μεταστραφεί στην Ορθοδοξία. Οι Μεγάλες Δούκισσες που έρχονταν από άλλους βασιλικούς οίκους της Ευρώπης δεν ήταν υποχρεωμένες να το κάνουν. Αυτό, όμως δεν συνέβαινε και με τις συζύγους των Τσάρων. Έτσι, η Ελισάβετ παρέμενε Λουθηρανή προς το παρόν. Μετά τις γαμήλιες τελετές και το καθιερωμένο συμπόσιο, οι νεόνυμφοι προχώρησαν στο παλάτι του γαμπρού που βρισκόταν στη Λεωφόρο Νιέφσκυ απέναντι από το Παλάτι Ανίτσκωφ. Εκεί έφτασαν να τους προϋπαντήσουν ο Τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ Αλεξάντροβιτς (η Ελισάβετ τον αποκαλούσε «Σάσα») και η γυναίκα του, Τσαρίνα Μαρία Φυοντόροβνα (η Ελισάβετ την αποκαλούσε «Μίνυ»), κερνώντας τους ψωμί και αλάτι, παραδοσιακά στοιχεία της ρωσικής φιλοξενίας.

Ο Τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ Αλεξάντροβιτς και η σύζυγός του, Τσαρίνα Μαρία Φυοντόροβνα. Η Τσαρίνα Μαρία ήταν Δανή Πριγκίπισσα και το δανέζικο όνομά της ήταν Ντάγκμαρ. Μετά την μεταστροφή της στην Ορθοδοξία και τον γάμο της με τον Τσάρο Αλέξανδρο Γ΄ πήρε το όνομα Μαρία Φυοντόροβνα. Στη φωτογραφία, το τσαρικό ζεύγος βρίσκεται για διακοπές στην Δανία (1893).
Το μεγαλοδουκικό ζεύγος της Ελισάβετ Φυοντόροβνα και του Σεργίου Αλεξάντροβιτς.

Για «τον μήνα του μέλιτος» το μεγαλοδουκικό ζεύγος μετέβη στο Ιλίνσκοϊε, προσωπική θερινή κατοικία του Σεργίου. Προηγουμένως, όμως, είχαν επισκεφθεί τα μνημεία και τα προσκυνήματα της Μόσχας. Ιδιαίτερα, τα προσκυνήματα είχαν εντυπωσιάσει πολύ την Ελισάβετ. Ένιωθε κάτι διαφορετικό στους ορθοδόξους ναούς και μοναστήρια στη Ρωσία. Έβλεπε την ευλάβεια του συζύγου της, τις γονυκλισίες του, τους ασπασμούς του σταυρού και των εικόνων, τον φόβο Θεού που είχε κατά την διάρκεια της Θείας Μετάληψης. Εκείνη σεβόμενη όλα αυτά, αλλά και νιώθοντας αμήχανα, αφού μόλις τότε ερχόταν σε επαφή με την Ορθοδοξία, ακολουθούσε το παράδειγμα του συζύγου της, έσκυβε ευλαβικά το κεφάλι ή ασπαζόταν, ανάλογα με την περίσταση, τον σταυρό από το χέρι του ιερέα. Συνήθιζε επίσης να συζητάει με έναν προτεστάντη πάστορα περί πίστεως, χωρίς, ωστόσο να καλύπτει το εσωτερικό κενό που ένιωθε ακόμη στην ψυχή της. Πίστευε στον Χριστό, αλλά δεν μπορούσε να βρει την τελειότητα που ποθούσε η ψυχή της στον Λουθηρανισμό. Εντυπωσιασμένη και συγκινημένη από την λαμπρότητα της ορθόδοξης λατρείας, αλλά και πνευματικότητας, αποφάσισε τελικά να μεταστραφεί στην Ορθοδοξία τον Μάρτιο του 1891. Η απόφαση αυτή προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό της Ρωσίας. Ο σύζυγός της Σέργιος, αν και δεν προσπάθησε ποτέ να την προσηλυτίσει, γέμισε από απερίγραπτα αισθήματα χαράς στο άκουσμα της απόφασής της να μεταστραφεί. Ωστόσο, το τσαρικό ζεύγος κατηγόρησε τον Σέργιο ότι έκανε «πλύση εγκεφάλου» στη σύζυγό του. Ο ρωσικός λαός αποδέχθηκε με αισθήματα χαράς και συμπάθειας προς το πρόσωπο της Μεγάλης Δούκισσας αυτή την απόφαση. Από την άλλη, οι συμπατριώτες της Γερμανοί «άφριζαν» απ’ το κακό τους. Ο πατέρας της ταράχτηκε από την απόφασή της τόσο πολύ, που δεν μπορούσε ολόκληρα βράδια να κοιμηθεί. Εξέφρασε αυτή την ανησυχία σε γράμμα προς την κόρη της. Ο δε Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄ μίσησε ακόμη πιο πολύ τον Σέργιο, που του «έκλεψε» και επίσημα την… «επίδοξη» μνηστή του. Η Ελισάβετ έλαβε, τελικά, το χρίσμα (και όχι το βάπτισμα) στις 25 Απριλίου 1891.  Ο Τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ της έδωσε για ευλογία την Αχειροποίητο Εικόνα του Χριστού. Η Μεγάλη Δούκισσα ανήκε πλέον στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Την ίδια χρονιά ο Τσάρος Αλέξανδρος Γ΄ διόρισε τον Μέγα Δούκα Σεργκέι Αλεξάντροβιτς διοικητή της Μόσχας. Το γεγονός αυτό δημιούργησε ένα αίσθημα ανασφάλειας στην Ελισάβετ, η οποία δεν μπορούσε να κρύψει τους φόβους και τους κινδύνους που εγκυμονούσαν από την ανάληψη τέτοιας εξουσίας. Οι φόβοι της θα επιβεβαιώνονταν αργότερα…
Η Ελισάβετ, έπειτα από κοπιώδεις της προσπάθειες, έβλεπε ανακουφισμένη και ευτυχισμένη τον Νίκυ (όπως αποκαλούσε τον Τσάρο Νικόλαο Β΄) και την αδελφή της Αλεξάνδρα να παντρεύονται και να στέφονται «Υπέρτατοι Αυτοκράτορες πασών των Ρωσιών».
Στις 8 Φεβρουαρίου 1904, οι Ιάπωνες με μία προκλητική κίνηση κηρύσσουν τον πόλεμο στη Ρωσία. Η Ελισάβετ μαζί με άλλες γυναίκες εργάζονταν μέρα-νύχτα στις αίθουσες του Κρεμλίνου, οι οποίες είχαν μετατραπεί σε εργαστήρια παραγωγής ειδών πρώτης ανάγκης.
Η ζωή της, μαζί με αυτή του συζύγου της, ήταν πρότυπο φιλανθρωπίας και θυσίας προς τον συνάνθρωπο. Και οι δύο ζούσαν ευτυχισμένοι και πορεύονταν με μεγάλη ευλάβεια και ευσέβεια προς τον Θεό.
Μετά την δημοσίευση των περίφημων «Πρωτοκόλλων των Σοφών της Σιών» το 1902 από τον Ρώσο συγγραφέα Σέργιο Νείλο, στην Ρωσία άρχισε να εντείνεται το «φιλελεύθερο» πνεύμα στην αυτοκρατορία και να πέφτει η μάσκα του, δηλαδή να λαμβάνει τη μορφή τρομοκρατίας. Μέρα με την μέρα ο Σέργιος κινδύνευε όλο και περισσότερο να πέσει θύμα δολοφονίας. Το γνώριζε. Γι’ αυτό και δεν έπαιρνε μαζί του υπηρέτες στα καθημερινά του δρομολόγια, παρά μόνο τον αμαξά του. Όμως, στις 18 Φεβρουαρίου 1905 ένας τρομερός θόρυβος συντάραξε την μεγαλοδουκική κατοικία. Η Ελισάβετ τρομοκρατημένη και φοβούμενη ότι συνέβη κάτι πολύ κακό κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά και μαζί με μια άλλη γυναίκα κατευθύνθηκαν προς το σημείο της έκρηξης. Οι φόβοι της επιβεβαιώθηκαν. Το κορμί του συζύγου της βρέθηκε διαμελισμένο από την έκρηξη της βόμβας. Όλως παραδόξως, το πρόσωπό του ήταν άθικτο. Και η Ελισάβετ με ένα χλωμό, σοβαρό βλέμμα κοιτούσε το διαμελισμένο άψυχο κορμί του συζύγου της, χωρίς να έχει αίσθηση του κόσμου γύρω της. Όπως εξομολογήθηκε, αργότερα, στην αδελφή της Βικτώρια, η πρώτη σκέψη που της ήρθε ήταν: «Βιάσου, βιάσου, ο Σέργιος μισούσε τόσο πολύ την ακαταστασία και το αίμα…» Το μόνο που την ένοιαζε ήταν να μαζέψει τα διαμελισμένα μέλη του σώματος του Σεργίου. Λίγα μέτρα πιο πέρα, βρισκόταν υποβασταζόμενος από στρατιώτες και σοβαρά τραυματισμένος από τα βλήματα της βόμβας ο πιστός αμαξάς του Σεργίου, Ανδρέας. Ήταν αναίσθητος και δεν είχε συνειδητοποιήσει επί τόπου τον θάνατο του κυρίου του. Ο δολοφόνος, ελαφρά τραυματισμένος από τα θραύσματα, συνελήφθη επί τόπου. Πριν τον ακινητοποιήσει η αστυνομία, κατάφερε να φωνάξει: «Κάτω ο Τσάρος! Ζήτω η επανάσταση!» Και το όνομα αυτού… Ιβάν Καλιάεφ…

Η μοιραία άμαξα που μετέφερε τον Σέργιο στις 18 Φεβρουαρίου 1905.
Στο σημείο που δολοφονήθηκε ο σύζυγός της, η Ελισάβετ τοποθέτησε έναν σταυρό (φωτογραφία). Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση των Μπολσεβίκων, ο Λένιν περνώντας από το σημείο, μη μπορώντας να αντέξει το θέαμα, φώναξε οργισμένος: «Γιατί δεν το έχετε γκρεμίσει αυτό εδώ ακόμη;»
Καθώς οι καθεστωτικοί προσπαθούσαν να βρουν διάφορες δικαιολογίες, ο Λένιν φώναξε: «Φέρτε ένα σκοινί γρήγορα!»
Του έφεραν το έδεσε στον Σταυρό και ο ίδιος μαζί με άλλους «συντρόφους» του τον έριξε κάτω. Βλέπετε, θα έφερνε έναν «άνεμο φιλελευθερισμού» ο κομμουνισμός…
Ο δολοφόνος του Μεγάλου Δούκα Σεργίου Αλεξάντροβιτς, Ιβάν Καλιάεφ.

Μετά από λίγο, ήλθε φορείο και μετέφερε το σώμα του Μεγάλου Δούκα στο παρεκκλήσι της Μονής Τσιουντώφ.

Ο τάφος του Μεγάλου Δούκα Σεργίου Αλεξάντροβιτς στο παρεκκλήσι της Μονής Τσιουντώφ.

Όλη η Μόσχα ήταν αναστατωμένη για τον θάνατο του διοικητή της. Πρόχειρα, πρόχειρα, τακτοποιήθηκε ο χώρος του παρεκκλησίου της Μονής Τσιουντώφ και άρχισε το πρώτο τρισάγιο για την ανάπαυση της ψυχής «του δούλου του Θεού Σεργίου», ενώ σταγόνες φρέσκου αίματος συνέχιζαν να στάζουν στο πάτωμα του παρεκκλησίου. Ο ιερέας, και αυτός σοκαρισμένος, έψελνε με τρεμάμενη φωνή το πρώτο τρισάγιο για τον Μεγάλο Δούκα. Η δε Ελισάβετ, με τελείως χλωμό πρόσωπο, μόλις που κρατιόταν από τους γνωστούς της. Μετά την σύντομη δέηση, επέστρεψε στο παλάτι όπου ζήτησε να την ντύσουν με ένα πένθιμο μαύρο φόρεμα, το οποίο φορούσε πάντα από ‘δω και πέρα, μέχρι να αλλάξει η ζωή της. Μετά, έστειλε στην τσαρική οικογένεια και στους συγγενείς της.

Η Οσία Ελισάβετ με πένθιμα μαύρα ρούχα μετά τον θάνατο του συζύγου της.

Η Ελισάβετ, παρά την θλίψη της, δεν παραμέλησε τον αμαξά του συζύγου της, Ανδρέα. Τον επισκέφθηκε στο νοσοκομείο και, μάλιστα φορώντας την καθημερινή μπλε της ενδυμασία, για να μην τον στενοχωρήσει. Του είπε καθησυχαστικά: «Με έστειλε να σε δω.» Ανακουφισμένος για τον κύριό του, ο Ανδρέας έπεσε σε κώμα το ίδιο βράδυ και πέθανε. Αλλά δεν παραμέλησε ούτε καν τον δολοφόνο του συζύγου της. Τον επισκέφθηκε στη φυλακή και του είπε τα ακόλουθα λόγια (σύμφωνα με τον πρωθιερέα Μιχαήλ Πόλσκυ): «Γιατί τον σκότωσες;» Ο δολοφόνος της απάντησε: «Δεν ήθελα να σκοτώσω εσένα. Τον είδα μερικές φορές, όταν είχα την βόμβα έτοιμη, αλλά ήσουν εσύ μαζί του και δεν τόλμησα.» «Δεν σκέφτηκες ότι σκότωσες κι εμένα μαζί του;», του απάντησε η Ελισάβετ. Φεύγοντας, η Ελισάβετ του έδωσε ένα βιβλίο της Αγίας Γραφής, καθώς και μια εικόνα. Του είπε ότι τον έχει συγχωρέσει. Αυτό το γεγονός δείχνει το μεγαλείο της ψυχής της Ελισάβετ. Ο δολοφόνος Καλιάεφ, όμως, ήταν αμετανόητος. Επαναλάμβανε σε όλες τις ανακρίσεις προκλητικά την φράση: «Πρέπει να πεθάνω για τον σκοπό μου! Κάτω ο τσάρος! Ζήτω η επανάσταση!» Τελικά κρεμάσθηκε στο Οχυρό Σλύσσελμπουργκ τον Μάιο του 1905. Μετά από αυτό το γεγονός, η Ελισάβετ στράφηκε περισσότερο προς την πνευματική και φιλανθρωπική ζωή. Δεν έτρωγε καθόλου κρέας και ψάρι (μάλλον γιατί δεν θα άντεχε στο αντίκρυσμα του κρέατος να θυμόταν το κομματιασμένο σώμα του Σεργίου). Όλη την ημέρα βρισκόταν στα νοσοκομεία και διακονούσε τους ασθενείς. Νύχτες ολόκληρες έμενε κλεισμένη στο δωμάτιό της και προσευχόταν. Από τότε που στράφηκε προς αυτή την κατεύθυνση, το πρόσωπό της έλαμπε από ένα γαλήνιο φως. Η διάθεσή της είχε αλλάξει ριζικά.
Επισκεπτόμενη, λοιπόν, πολλά μοναστήρια στη Ρωσία, συγκινήθηκε από την ζωή των μοναχών και άρχισε να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο της μοναχικής ζωής. Όμως, δεν επιθυμούσε να ακολουθήσει πιστά την οδό των Πατέρων της Εκκλησίας, οι οποίοι στα ασκητικά συγγράμματά τους θέτουν ως βασικό κανόνα της μοναχικής ζωής την αποταγή του κόσμου και την περιφρόνηση των εγκοσμίων. Επηρεαζόμενη από τον δυτικό τρόπο σκέψης, πίστευε ότι ζωή της αδιαλείπτου προσευχής και της θεωρίας του Θεού θα έπρεπε να συνδέεται με το πνεύμα διακονίας και προσφοράς προς τον συνάνθρωπο. Έτσι, αγόρασε ένα οικόπεδο με τέσσερα κτίρια, στην μακρινή πλευρά του ποταμού της Μόσχας, τα οποία ανακαίνισε και διαμόρφωσε χώρους για το νοσοκομείο, τους θαλάμους των ασθενών, το φαρμακείο, τις αποθήκες, τα κελιά των μοναζουσών κ.α. Φύτεψε επίσης έναν ωραιότατο κήπο. Η Μονή αφιερώθηκε στις αδελφές Μάρθα και Μαρία. Στις αδελφές του Λαζάρου, αφιερώθηκε ο πρώτος μικρός ναός, οποίος εγκαινιάσθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1909. Αργότερα, το 1911, ανεγέρθηκε νέος, μεγαλοπρεπέστερος ναός αφιερωμένος στην Αγία Σκέπη της Θεοτόκου (εορτάζεται στις 1 Οκτωβρίου με το παλιό ημερολόγιο στην Ρωσική Εκκλησία) ο οποίος φιλοτεχνήθηκε από τον διάσημο Ρώσο καλλιτέχνη Νεστέρωφ. Τελικά, στις 9 Απριλίου του 1910, σε μια ειδική ακολουθία, που συντάχθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας, δεκαεπτά γυναίκες με αρχηγό την Μεγάλη Δούκισσα εκάρησαν μοναχές και έδωσαν όρκους παρθενίας ενώπιον του Θεού. Η Ελισάβετ ορίστηκε ηγουμένη. Πνευματικός πατέρας της αδελφότητας, ορίστηκε ο πατήρ Μητροφάνης Σερεμπριάνσκυ. Έκτοτε η μονή, διετέλεσε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο φροντίζοντας ορφανά και ασθενείς.

Η Μεγάλη Δούκισσα Ελισάβετ Φυόντοροβνα ως ηγουμένη της Γυναικείας Μονής του Ελέους Μάρθας και Μαρίας.
Η αδελφότητα της Γυναικείας Μονής του Ελέους Μάρθας και Μαρίας.
Η Αγία Ελισάβετ με τα ορφανά στον κήπο της Μονής. Στο βάθος, φαίνεται το καθολικό της Μονής.
Η Τσαρική Οικογένεια επισκέπτεται την Μονή του Ελέους Μάρθας και Μαρίας.
Σύγχρονη φωτογραφία του καθολικού της Μονής.
Φωτογραφία από σύγχρονη Θεία Λειτουργία στο εσωτερικό του καθολικού της Μονής της Μάρθας και Μαρίας. Διακρίνονται οι αγιογραφίες και οι εικόνες του Νεστέρωφ. Στην μέση βρίσκεται ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών Ρωσιών Κύριλλος.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), η αδελφότητα της Μονής παρασκεύαζε φάρμακα και κούτες ολόκληρες γεμάτες με βασικά είδη τροφίμων (όπως σιτάρι και σίκαλη, που αφθονούσαν εκείνον τον καιρό στη Ρωσία), τα οποία προορίζονταν να σταλθούν μέσω τρένων στο μέτωπο για τους στρατιώτες. Ωστόσο, οι προδοτικές μηχανορραφίες των υπασπιστών του τσάρου, δεν επέτρεπαν κάτι τέτοιο. Τα τρένα ή στέλνονταν αλλού ή δεν προχωρούσαν λόγω υποτιθέμενων «προβλημάτων», που επικαλούνταν οι πολιτικοί. Η Ελισάβετ εξοργιζόταν με αυτές τις συμπεριφορές. Παράλληλα, ήδη έβλεπε το κίνημα των αγανακτισμένων να διογκώνεται. Λυπόταν πολύ για τα παιδιά της Ρωσίας, που παγιδεύτηκαν στις δημαγωγίες και τους λαϊκισμούς των τρομοκρατών επαναστατών, οι οποίοι υπόσχονταν ελευθερία και μόνο «ελευθερία», τελικά, δεν έδωσαν… Από τις πρώτες κιόλας μέρες που ακολούθησαν την παραίτηση του τσάρου (2/15 Μαρτίου 1917), η τρομοκρατία απλώθηκε σαν πανούκλα σε όλη την Μόσχα. Οι δρόμοι δεν ήταν καθόλου ασφαλείς. Λεηλασίες, πλιάτσικα, καθώς και δολοφονίες κυριαρχούσαν παντού. Όλοι οι κατάδικοι και βαρυποινίτες βγήκαν απ’ τις φυλακές και συνέχισαν την εγκληματική τους δράση. Κατά τη διάρκεια της Προσωρινής Κυβέρνησης του Κερένσκυ (Μάρτιος-Οκτώβριος 1917), κάποιοι λωποδύτες προσπάθησαν να εισβάλλουν στην Μονή. Φώναζαν και εξύβριζαν την Ελισάβετ, ώσπου άνοιξαν οι πύλες και οι βγήκε η Ελισάβετ λέγοντας με ήρεμη φωνή: «Τι θέλετε;» Η αντίδραση αυτή προκάλεσε έκπληξη στους επαναστάτες, οι οποίοι με την (όχι βίαιη) επέμβαση της αστυνομίας, έφυγαν, χωρίς να βλάψουν την σωματική ακεραιότητα κανενός. Η Προσωρινή Κυβέρνηση, φοβούμενη ένα μεγάλο μέρος του λαού, το οποίο εξακολουθούσε να συμπαθεί την Ελισάβετ και να προστρέχει για ψυχική ανάπαυση στην Μονή Μάρθας και Μαρίας, υποσχέθηκε να στέλνει συχνά πυκνά φορτηγά με τρόφιμα στην Μονή. Ωστόσο, παρά αυτή την μικρή βοήθεια, τα τρόφιμα λιγόστευαν και οι ανάγκες της μονής ήταν μεγάλες.
Έφτασε και η Οκτωβριανή Επανάσταση. Στις 7 Νοεμβρίου 1917, οι κυβέρνηση του Κερένσκυ έπεσε και η Ρωσία βρισκόταν στα χέρια των Μπολσεβίκων και του αδίστακτου Λένιν. Αρχικά, οι Μπολσεβίκοι δεν πείραξαν την Μονή (σε αντίθεση με τις άλλες εκκλησίες της Μόσχας, οι οποίες καταβανδαλίστηκαν). Έδωσαν στις μοναχές να συμπληρώσουν αμέτρητα έγγραφα και να δώσουν πληροφορίες σχετικά με τα πάντα που αφορούσαν το μοναστήρι. Όμως, ο κίνδυνος εγκυμονούσε. Μετά την ταπεινωτική για την Ρωσία συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, ο Γερμανός απεσταλμένος κόμης Μίρμπαχ εξασφάλισε άδεια απ’ τις σοβιετικές αρχές, για να συνοδεύσει την Μεγάλη Δούκισσα στην Γερμανία. Εκείνη, όμως, αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν θα μπορούσε να εγκαταλείψει τις αδελφές της Μονής.
Η θύελλα δεν άργησε να ξεσπάσει. Την άνοιξη του 1918, οι αρχές μετέφεραν τους ασθενείς της Μονής σε κρατικό νοσοκομείο και τα ορφανά σε κρατικό ορφανοτροφείο. Την τρίτη ημέρα του Πάσχα του 1918, ημέρα της εορτής της θαυματουργού εικόνας της Παναγίας των Ιβήρων, ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών Ρωσιών Άγιος Τύχων (+ 7 Απριλίου 1925) λειτούργησε στην Μονή. Κάθισε μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα και κατόπιν αναχώρησε. Μετά από μισή ώρα έφτασε στην Μονή ένα φορτηγό με ένοπλους Λεττονούς της εγκληματικής οργάνωσης Τσεκά και τις ζήτησαν να την ακολουθήσει. Η Ελισάβετ ζήτησε δύο ώρες, για να τακτοποιήσει τα θέματα της Μονής, να αποχαιρετήσει τις αδελφές και να ορίσει την διάδοχό της. Η Μπολσεβίκοι αρνήθηκαν να τις δώσουν τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και την άφησαν μόνο μισή ώρα. Η Μεγάλη Δούκισσα αποχαιρέτησε τις αδελφές της Μονής, οι οποίες δεν μπορούσαν να κρύψουν τα βογγητά τους και τα δάκρυά τους. Οι Μπολσεβίκοι, βέβαια την επέτρεψαν να πάρει μαζί της δύο αδελφές, την Βαρβάρα Γιακόβλεβα και την Αικατερίνα Γιανίσεβα. Φεύγοντας, τις ευλόγησε με ένα μεγάλο σημείο του Σταυρού. Από εδώ και πέρα, άρχισε ο «Γολγοθάς» της Μεγάλης Δούκισσας. Την μετέφεραν στο Περμ. Το ταξίδι ήταν δύσκολο και μαρτυρικό. Οι Λεττονοί στρατιώτες της συμπεριφέρονταν με απάνθρωπη σκληρότητα και βαρβαρότητα. Αργότερα, βέβαια, μαλάκωσαν, γι’ αυτό και αντικαταστάθηκαν από σκληρότερους άνδρες του Κόκκινου Στρατού. Στο Περμ έμεινε για λίγο διάστημα σε ένα μοναστήρι, όπου της επιτρεπόταν να παρακολουθεί τις ακολουθίες. Από εκεί μεταφέρθηκε στο Αλαπαϊέφσκ, όπου πέρασε πραγματικά δύσκολες μέρες. Εκεί έφτασε και μία καινούρια ομάδα κρατουμένων: Οι Μεγάλοι Δούκες Σεγκέι Μιχαήλοβιτς, Ιβάν Κωνσταντίνοβιτς, Κωνσταντίν Κωνσταντίνοβιτς, Ιγκόρ Κωνσταντίνοβιτς και Βλαντίμιρ Πάλεϋ. Η κατάσταση μέρα με την μέρα γινόταν πιο μαρτυρική για τους κρατούμενους. Στις 20 Μαΐου 1918, τους μετέφεραν στο σχολείο Ναπόλναϊα στο Αλαπαϊέφσκ. Στις 21 Ιουνίου, κατασχέθηκαν όλα τα τιμαλφή και προσωπικά αντικείμενα των κρατουμένων. Τους άφησαν μόνο την καθημερινή τους ενδυμασία. Τίποτα άλλο. Όμως, έπρεπε η Ελισάβετ Φυοντόροβνα να αφανιστεί από προσώπου γης! Οι Μπολσεβίκοι σκέφτηκαν ένα τέχνασμα, το οποίο, βέβαια, δεν έπεισε ούτε καν τους ίδιους. Στις 17 Ιουλίου 1918, συνέλαβαν έναν τυχαίο χωρικό, ο οποίος δούλευε σε ένα εργοστάσιο της περιοχής και γύρω στις 3 π.μ. τον εκτέλεσαν με την δικαιολογία ότι «προσπάθησε να απελευθερώσει τους κρατούμενους». Στις 11 μ.μ. μετέφεραν δήθεν για «ασφάλεια» τους κρατουμένους σε άλλο μέρος. 18 χιλιόμετρα πέρα από το Αλαπαϊέφσκ υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο ορυχείο σιδήρου, ονόματι «Σελίμσκαγια» με ένα φρέαρ βάθους 60 μέτρων. Εκεί από τους πρώτους που ρίχτηκαν ήταν η Μεγάλη Δούκισσα Ελισάβετ Φυοντόροβνα. Ένας χωρικός, αυτόπτης μάρτυρας, που παρακολουθούσε το μαρτύριο των κρατουμένων, είπε ότι άκουγε την Ελισάβετ να αναφωνεί: «Άφες αυτοίς, Κύριε, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Μάλιστα, ο Μέγας Δούκας Σεργκέι Μιχαήλοβιτς, επιχείρησε να αποδράσει παλεύοντας με τους στρατιώτες, αλλά τον πυροβόλησαν στο κεφάλι. Παρά την πτώση τους από μεγάλο ύψος και τα τραύματά τους, σύμφωνα με τον χωρικό, οι μάρτυρες του Αλαπαϊέφσκ έψελναν τον χερουβικό ύμνο. Σε άρθρο της, η ρωσική εφημερίδα Νόβαϊε Ρούσκαϊε Σλόβα (11 Αυγούστου 1984) αναφέρει ότι ένας από τους δολοφόνους, ο Ριαμπώφ, όταν άκουσε τις ψαλμωδίες, έριξε μία χειροβομβίδα στο φρέαρ του ορυχείου. Λίγο μετά από την έκρηξη ακούγονταν βογγητά. Ξαναέριξε και δεύτερη χειροβομβίδα. Μετά από την έκρηξη, ακούγονταν οι μάρτυρες να ψάλλουν το «Σωσον, Κύριε, τον λαόν σου»…
Μετά την αντεπίθεση του λευκού στρατού, υπό τον ναύαρχο Αλεξάντρ Κόλτσακ, οι τσαρικοί διεξήγαγαν έρευνα σχετικά με το αποτρόπαιο έγκλημα του Αλαπαϊέφσκ. Βρήκαν τα σώματα. Το σώμα της Αγίας Ελισάβετ ήταν σοβαρά μωλωπισμένο. Υπήρχε ένας μώλωπας σε μέγεθος παλάμης μικρού παιδιού στο μέτωπο και ένας μώλωπας σε μέγεθος παλάμης ενήλικα στον αριστερό της κρόταφο. Οι υποδόριοι ιστοί, οι μύες και ο κρανιακός θόλος είχαν επίσης μωλωπισθεί. Τα οστά του κρανίου παρέμειναν άθικτα. Στο στήθος της βρέθηκε μια εικόνα του Χριστού. Το σώμα της μοναχής Βαρβάρας, η οποία συνόδευσε την Γερόντισσά της στο μαρτύριο ήταν επίσης μωλωπισμένο.

Το μαρτύριο της Αγίας Ελισάβετ Φυοντόροβνα.
Ο Πρίγκιπας Βλαντίμιρ Πάλεϋ.
Ο Μέγας Δούκας Ιβάν Κωνσταντίνοβιτς.
Ο Μέγας Δούκας Κωνσταντίν Κωνσταντίνοβιτς.

Μετά από μία περιπετειώδη περιπλάνηση στην Κίνα και στην Αίγυπτο, τα λείψανα των Μαρτύρων του Αλαπαϊέφσκ μεταφέρθηκαν στο Ρωσικό Μοναστήρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής στο Όρος των Ελαιών στις 20 Ιανουαρίου 1921. Στις 1 Ιανουαρίου 1981, όλοι οι νεομάρτυρες της Ρωσίας επί κομμουνισμού και δη οι μάρτυρες του Αλαπαϊέφσκ ανακηρύχτηκαν Άγιοι από την Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς. Η Ελισάβετ Φυοντόροβνα, ακούραστος εργάτης της φιλανθρωπίας και της αγάπης προς τον συνάνθρωπο αποτελεί, αναμφισβήτητα, πρότυπο για όλους τους ανθρώπους!

Το πτώμα της Αγίας Ελισάβετ Φυοντόροβνα αμέσως μετά την ανέλκυσή του από το ορυχείο.
Τα φέρετρα με τα λείψανα των Μεγάλων Δουκών Ιβάν Κωνσταντίνοβιτς, Σεργκέι Μιχαήλοβιτς και Κωνσταντίν Κωνσταντίνοβιτς.
Εκκλησιαστική Εικόνα της Οσιομάρτυρος Ελισάβετ Φυοντόροβνα και δεξιά το σεπτό σκήνωμά της στο Μοναστήρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, στο Όρος των Ελαιών, το οποίο ανοικοδομήθηκε με δωρεές της Μεγάλης Δούκισσας.
Εκκλησιαστική Εικόνα των Νέων Οσιομαρτύρων Ελισάβετ Φυοντόροβνα (αριστερά) και Βαρβάρας Μοναχής (δεξιά).
Οι Μάρτυρες του Αλαπαϊέφσκ.
Ρώσοι πιστοί κρατώντας εικόνες και φωτογραφίες της Οσίας Ελισάβετ Φυοντόροβνα και του συζύγου της Σεργκέι Αλεξάντροβιτς. Ο τσαρικός θεσμός είναι βαθιά χαραγμένος στην μνήμη και στην καρδιά του πιστού ορθόδοξου ρωσικού λαού.

Η Αγία πριγκίπισσα Ελισάβετ Φεοντόροβνα (+5/18 Ιουλίου 1918)

 

 Το παρακάτω άρθρο το δανείστηκα από ΕΔΩ και συμπλήρωσα κάποια στοιχεία μεταφράζοντας από ΕΔΩ

Η πριγκίπισσα Ελισάβετ Φεοντόροβνα γεννήθηκε το 1864. Γονείς της ηταν ο μέγας Δούκας Λουδοβίκος Δ΄ της Έσσης και η πριγκίπισσα Αλίκη, κόρη της βασίλισσας της Αγγλίας Βικτωρίας. Αδελφή της η Ρωσίδα αυτοκράτειρα Αλεξάνδρα Φεοντόροβνα. Από τα παιδικά της χρόνια διακρινόταν για τη βαθιά πίστη της και τη φιλάνθρωπη διάθεση της. Η «ευγενική» καταγωγή, της δεν στάθηκε εμπόδιο για να ζήσει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Συμπεριφερόταν με καλοσύνη και απλότητα στους απλούς ανθρώπους και από παιδί είχε μια διακαή επιθυμία: να βοηθήσει όσους είχαν ανάγκη.
Το 1884 η Ελισάβετ παντρεύτηκε τον μέγα πρίγκιπα Σέργιο Αλεξάνδροβιτς, αδελφό του τσάρου Αλεξάνδρου Γ΄. Παρότι αλλόδοξη, δεν της ζητηθηκε να αλλάξει την πίστη της. Όμως η ορθόδοξη πίστη της κέντρισε εξ αρχής το ενδιαφέρον. Από την πρώτη ημέρα πού ηλθε στη Ρωσία μελετούσε με επιμέλεια τη ρωσική γλώσσα και παρακολουθούσε τη ζωή των απλών Ρώσων, πού ηταν ζυμωμένη με την όρθύδοξη πίστη και ζωή. Μαζί με το σύζυγό της ταξίδεψε και στους Αγίους Τόπους, όταν το 1888 έγιναν τα εγκαίνια τοϋ ρωσικού ναού της Αγίας Μαρίας Μαγδαληνής στον κήπο της Γεθσημανή. Το προσκύνημα στην Αγία Γη, όπου έζησε ο Θεάνθρωπος, προκάλεσε βαθιά εντύπωση στην Ελισάβετ. Η καρδιά της, «γη αγαθή», ήταν έτοιμη να δεχτεί το σπόρο της ορθόδοξης πίστης. Αφού κατηχηθηκε, προσχώρησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία το 1891. Την ίδια χρονιά ο σύζυγος της διορίστηκε γενικός κυβερνητης της Μόσχας.
Елисавета Алапаевская
Από τη μέρα εκείνη η Ελισάβετ αφιερώθηκε σε φιλανθρωπικές δραστηριότητες. Προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθησει τους φτωχούς και τους πάσχοντες. Το 1904 η Ρωσία μπήκε στην περιπέτεια του Ρωσο-Ιαπωνικού πολέμου. Η Ελισάβετ οργάνωσε τα στρατιωτικά νοσοκομεία. Επισκεπτόταν τους τραυματίες, έκανε εράνους για τους στρατιώτες κ.λπ. Όμως ο πόλεμος προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις και τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Δεν έλειψαν οι εξεγέρσεις και οι πολιτικές δολοφονίες. Έτσι, στις 4 Φεβρουαρίου 1905, ο σύζυγος της Ελισάβετ, Σέργιος Αλεξάνδροβιτς σκοτώθηκε από βόμβα, πού πέταξε ο Ιβάν Καλιάεβ, μέλος του σοσιαλιστικού επαναστατικού κόμματος. Ο δολοφόνος συνελήφθη και οδηγήθηκε στις φυλακές Ταγκάνκα. Κι εδώ φάνηκε το μεγαλείο της ψυχής της Ελισάβετ. Επισκέφθηκε η ίδια τον Καλιάεβ στη φυλακη. Του μίλησε με πολύ καλοσύνη, καλώντας τον να αφήσει τις αναρχικές ιδέες. Όμως δεν έμεινε εκεί. Ζητησε από τον τσάρο Νικόλαο Β΄ να μην εκτελέσει τον Καλιάεβ. Ο τελευταίος εκτίμησε τη χριστιανικη στάση της Ελισάβετ, αλλά δεν ηταν διατεθειμένος να απορρίψει τις ιδέες του.
Το 1907 η Ελισάβετ αγόρασε μέσα στη Μόσχα ένα οικόπεδο με τέσσερα σπίτια και μεγάλο κηπο. Δημιούργησε την «Αδελφότητα της Αγίας Μάρθας και Μαρίας» με σκοπό τη διακονία των φτωχών και πασχόντων ανθρώπων. Χτίστηκαν σύντομα και άλλα κτίρια καθώς και δύο ναοί αφιερωμένοι στη Θεοτόκο και στις αγίες Μάρθα και Μαρία. Σύντομα η κοινότητα απέκτησε ξενώνα, ορφανοτροφείο, νοσοκομείο, σχολείο, βιβλιοθήκη κ.λ.π. Η αδελφότητα λειτούργησε ως μοναστήρι, συνδυάζοντας τη φιλανθρωπικη δραστηριότητα. Το έργο πού επιτελούσε ηταν τεράστιο. Πλήθη φτωχών και αρρώστων ανθρώπων έβρισκαν περίθαλψη και ανακούφιση. Τα ορφανά παιδιά έβρισκαν προστασία. Τα φτωχά και άπορα παιδιά μπορούσαν να μάθουν γράμματα και κάποια τέχνη.
Η αδελφότητα ξεκίνησε με έξι μοναχές. Τον πρώτο χρόνο είχαν γίνει δεκατρείς και το 1914 έφτασαν τις εκατό. Όλες οι αδελφές εργάζονταν με αυταπάρνηση, διακονώντας τους «ελάχιστους αδελφούς του Ιησού». Κατά τη διάρκεια του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, στην αδελφότητα βρήκαν καταφύγιο πολλά ορφανά, πού ήλθαν από τις εμπόλεμες περιοχές και είχαν ζήσει τη φρίκη και τις αγριότητες του πολέμου. Ένα μέρος των κτιρίων μετετράπη σε στρατιωτικό νοσοκομείο για τους τραυματίες του πολέμου.
Преподобномученица великая княгиня Елисавета Феодоровна
Η εργασία της αδελφότητος εκτιμήθηκε πολύ και βοηθήθηκε από τον τότε Μητροπολίτη Μόσχας και μετέπειτα ιερομάρτυρα άγιο Βλαδίμηρο και αργότερα από τους μητροπολίτες Τρύφωνα και Μητροφάνη. Την πνευματικη καθοδήγηση των αδελφών είχε ο π. Σέργιος Μετσώφ, ο όποιος πέρασε πολλά χρόνια στις φυλακές και εξορίες και βρηκε μαρτυρικό θάνατο το 1941.

Το τεράστιο φιλανθρωπικό έργο της αδελφότητας έμελλε να διακοπεί με την επανάσταση. 
Η κάποτε Μεγάλη Δούκισσα είχε επαννειλημένα  αρνηθεί τις προσκλησεις που της είχαν απευθυνθεί μέσω των πρεσβειών να εγκαταλείψει τη Ρωσία,λέγοντας ότι θέλει να μοιραστεί τις στιγμές αυτές με τον λαό της.

Το 1918 οι μπολσεβίκοι την μετέφερα από τη Μόσχα στο Αικατερίνεμπουργκ όπου θα συναντούσε την οικογένεια του τσάρου.Την άνοιξη του 1918 οι μπολσεβίκοι έφεραν στο Αικατερίνεμπουργκ  και τον Μεγάλο Δούκα Σέργιο Μιχαήλοβιτς Ρομανώφ και τους πρίγκηπες Ιβάν,Κωνσταντίνο και Γεώργιο Ρομανώφ.Στα τέλη του μηνός Μαίου πήραν την μοναχή Ελισάβετ μαζί με τους πρίγκηπες στο Αλοπάιεβσκ.Εκεί τους τοποθέτησαν σ»ενα σχολείο όπου και τους φύλαγαν νυχθημερόν.
Τη νύχτα της 18ης Ιουλίου τους ξύπνησαν και τους μετέφεραν σ’ένα παλιό εγκαταλελειμένο ορυχείο,σε απόσταση 12 χιλιομέτρων στο Νίζνια Σελίνσκαια.Τους κατέβασαν για να πυροβολήσουν τον Μεγάλο Δούκα Σέργιο Μιχαήλοβιτς,ενώ τους υπόλοιπους, με δεμένα μάτια,τους πέταξαν στο βάθος του ορυχείου.Έπειτα οι δολοφόνοι πέταξαν χειροβομβίδες.

Το ορυχείο είχε βάθος περίπου 60 μέτρα,αλλά τα σώματα της Μοναχής Ελισάβετ και του πρίγκηπα Ιβάν βρέθηκαν στα 16 μέτρα.Αν και βαριά τραυματισμένη η πριγκίπισσα είχε καταφέρει να δέσει μ’έναν πρόχειρο επίδεσμο το τραύμα του πρίγκηπα Ιβάν.Όχι μακρυά από εκεί που την βρήκαν υπήρχαν δύο χειροβομβίδες που δεν είχαν εκραγεί.Στο στήθος της η μοναχή είχε μια εικόνα του Χριστού.Ξέρουμε ότι δεν πέθανε αμέσως,ενω στις στιγμές που ακολούθησαν του εγκλήματος ύμνοι και προσευχές ακούγονταν από τα βάθη του ορυχείου.Ένας χωρικός που πέρασε από εκεί τους άκουσε.Τρομαγμένος έφυγε με το άλογό του και ειδοποίησε τον Λευκό Στρατό.

Κατεβαίνοντας στο ορυχείο οι Λευκοί  βρήκαν μόνο πτώματα.Στις ώρες της αγωνίας της η Αγία Μάρτυρας είχε υψώσει προσευχές προς το Θεό για την αναπαυση των ψυχών των μαρτύρων.
Βέβαια δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για τη σχέση μεταξύ της δολοφονίας της τσαρικής οικογένειας στο Εκατερίνεμπουργκ και της δολοφονίας στο Αλοπάιεβσκ.
Στις 1 Νοεμβρίου 1918,ο επικεφαλής του Λευκού στρατού στρατηγός Κολτσεάκ,κήδευσε επίσημα στον Καθεδρικό Ναό του Αλοπάιεβσκ την Μοναχή Ελισάβετ και τους συντόφους της.
Τον Ιούλιο του 1919 οι μπολσεβίκοι έκαναν αντεπίθεση στην πόλη και ξέθαψαν τα σώματα πηγαίνοντάς τα στο Ιρκούτσκ.Τον Φεβρουάριο του 1920 τα μετέφεραν με τρένο στην Κίνα.Όταν έφτασαν στα ρωσο-κινεζικά σύνορα,μία ομάδα μπολσεβίκων όρμησε στο τρένο και κατάφεραν να ρίξουν πάνω στον σιδηροδρομο το φέρτρο του πρίγκηπα Ιβάν Κωνσταντίνοβιτς.Οι κινέζοι στρατιώτες όρμησαν για να προλάβουν αυτήν την βεβήλωση.
Στις 3 Απριλίου έφτασαν στο Πεκίνο και μετά απο ένα μνημόσυνο τα φέρετρα τοποθετήθηκαν στο υπόγειο του Ι.Ναού του Αγ.Σεραφείμ του Σαρώφ ο οποίος ανήκε στην ρωσική ιεραποστολή.Με ενέργειες της μαρκησίας Μίλφορντ Χάβεν,αδελφής της Μοναχής Ελισάβετ,τα φέρετρα της μοναχής και της υποτακτικής της Βαρβάρας μεταφέρθηκαν στην Σαγκάη και από εκεί μέσω Σουέζ στην Παλαιστίνη.
Το λείψανο της Αγίας Μάρτυρος Βαρβάρας
Το λείψανο της Αγίας Ελισάβετ Φεοντόροβνα
Στις 15 Δεκεμβρίου 1920 οι αγγλικές αρχές,η πολυάριθμη ρωσική παροικία και Ρώσοι και Έλληνες κληρικοί,υποδέχθηκαν την Μοναχή Ελισάβετ,την πρώην Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας.Την επόμενη ημέρα έγινε νεκρώσιμη ακολουθία με επικεφαλής τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δαμιανό.Τα φέρετρα των δύο μαρτύρων τοποθετήθηκαν στην κρύπτη της ρωσικής μονής της Αγ.Μαρίας της Μαγδαληνής στην Γεσθημανή,όπου και βρίσκονται μέχρι σήμερα.
Η μοναχή Ελισάβετ,πρώην Μεγάλη Δούκισσα της Ρωσίας επανερχόνταν στον τόπο όπου είχε έρθει το 1888 με τον σύζυγό της για να συμμετάσχει στα εγκαίνια της Ι.Μ.της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής.
 Το 1992 οι μοναχές Ελισάβετ και Βαρβάρα ανακηρύχθηκαν αγίες από τη Ρωσική Εκκλησία.
Πηγή: Αρχιμανδρίτης Νεκτάριος Αντωνόπουλος, Ρώσοι Νεομάρτυρες και Ομολογητές, 1917- 1922, Μέρος Γ΄: «Νέφος Μαρτύρων». Εκδόσεις Ακρίτας/επιμέλεια – proskynitis.blogspot.com

Πηγές φώτο ΕΔΩ και ΕΔΩ


«Θυμάμαι, όταν η ευχή μπήκε για πρώτη φορά στην καρδιά μου, είχα μεθύσει από μια απερίγραπτη γλυκύτητα..»

 
eksofilo-xaralabos-dionisiatis

Αρχιμ. Χαράλαμπος Διονυσιάτης – Προηγούμενος  Ιεράς Μονής Διονυσίου Αγίου  Ορους (+ 1908- 2001)

Γεροντα, ημπορείτε να μας πήτε λίγα λόγια για την προσευχή;

– Η προσευχή, παιδί μου, χρειάζεται σωματική βία. Εγώ ήμουν εκ φύσεως άνθρωπος ασυνήθους σωματικής αντοχής και «έπεφτα» με ορμη και δυνατό πόθο Θεού στα μοναχικά αγωνίσματα.  Ο Γεροντας μου, μας είχε επιβάλει να αγρυπνούμε κάθε νύκτα 5-6 ώρες κάνοντας οι πιο δυνατοί προσευχή και οι κάπως αδύνατοι να διαβάζουν και κάποιο βιβλίο. Εγώ προσευχόμουν πάντοτε όρθιος, διότι αν καθόμουν, μ  ἔπιανε ο ύπνος.

Η βία στην προσευχή διαρκεί μέχρι μισή ώρα. Κατόπιν έρχεται η Χαρις και η προσευχή πλέον ενεργείται μόνη της προσφέροντας γλυκές πνευματικές εμπειρίες.

Στα οκτώ πρώτα χρόνια της μοναχικής μου υπακοής στον Γεροντα μου, όταν προσευχόμουν τις νύκτες, ενόμιζα ότι άνοιγαν οι Ουρανοί, λόγω της πλουσίας επισκέψεως της Χαριτος.  Ο νους μου, τουλάχιστον δύο φορές την εβδομάδα, ανέβαινε σε θεωρία του Θεού. Στην κατάστασι αυτή ο άνθρωπος, δεν μπορεί να λέγη πλέον την ευχή.  Ο νους, η καρδιά ενώνονται με την ευχή, δηλαδή με την αίσθησι της παρουσίας του Θεού.  Η ψυχή είναι αποξενωμένη από τον έξω κόσμο, και γίνεται όλη φωτοειδής και κατανυκτική. Καρπός αυτής της θείας ενώσεως είναι μία ανεκλάλητη γλυκύτης, η οποία άλλοτε διαρκούσε μέχρι 4 ώρες και άλλοτε ολιγώτερο, όσο δηλαδή ήθελε ο Θεός.

Οταν σταδιακά η Χαρις αναχωρούσε, άφηνε κάθε φορά κάτι νέο και καινούργιο μέσα μου. Δηλαδή, μετά από κάθε νυκτερινή προσευχή μου, δεν ήμουν ο ίδιος την επομένη ημέρα.  Ο Πανάγαθος Θεός, μου προσέθεττε Χαρι επάνω στην Χαρι και αυτή η ευλογία πολύ με παρηγορούσε και μου δυνάμωνε τα φτερά της πίστεως και της αγάπης για τον Χριστό.

Θυμάμαι, όταν η ευχή μπήκε για πρώτη φορά στην καρδιά μου, είχα μεθύσει από μία απερίγραπτη γλυκύτητα.  Ημουν σαν εκστατικός. Δεν άντεξα από την χαρά μου και επήγα στον Γεροντα, παρότι ήτο νύκτα, να τον ρωτήσω:

-Γεροντα έχω να σε ρωτήσω κάτι. Αυτό κι αυτό μου συμβαίνει.

-Αυτό, παιδί μου, είναι μεγάλη κατάστασις της προσευχής. Κανένας δεν την απέκτησε απ  ὅσους Μοναχούς εγνώρισα τόσα χρόνια. Μονο σε μένα μου την δώρισε ο Θεός,  και τώρα το ίδιο βλέπω και σε σένα. Μετά απ  αὐτή την κατάστασι, υπάρχει και η τελευταία, κατά την οποία ο νους του ανθρώπου πηγαίνει στον παράδεισο.

Ο Γεροντας μου συγκινήθηκε από αυτό που έμαθε, μ  ἀγκάλιασε και μ  ἀσπάσθηκε.

Εμένα ο νους μου δεν πήγε ποτέ στον παράδεισο, ενώ ο Γεροντας μου, είχε πάει με τον νου του πολλές φορές, όπως μας διηγείται ο ίδιος στις επιστολές του.

από το βιβλίο: «ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΓΕΡΟΝΤΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ» – Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ – ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΘΩ – 2005

«Και λέγουσιν αυτώ· Συ μόνος σώζη, και πάντες απόλλυνται;

 

Απάντηση που έδωσε ο άγιος Μάξιμος ο ομολογητής σε κείνους που τον ανακρίνανε επειδή δεν κοινωνούσε με καμία απο τις «επίσημες» εκκλησίες:

«Και λέγουσιν αυτώ· Συ μόνος σώζη, και πάντες απόλλυνται;

Και είπεν· Ουδένα κατέκριναν οι τρεις παίδες μη προσκυνήσαντες τη εικόνι, πάντων ανθρώπων προσκυνούντων. Ου γαρ εσκόπουν τα των άλλων, αλλ’ εσκόπουν όπως αν αυτοί μη εκπέσωσι της αληθούς ευσεβείας. Ούτω και Δανιήλ βληθείς εις τον λάκκον των λεόντων, ου κατέκρινε τινα των μη προσευξαμένων τω Θεώ κατά το θέσπισμα Δαρείου, αλλά το ίδιον εσκόπησε· και είλετο αποθανείν, και μη παραπεσείν τω Θεώ, και υπό της ιδίας μαστιγωθήναι συνειδήσεως, επί τη παραβάσει των φύσει νομίμων. Καμοί ουν μη δω ο Θεός κατακρίναι τινα, ή ειπείν, ότι εγώ μόνος σώζομαι. Αιρούμαι δε αποθανείν, ή θρόησιν έχειν κατά το συνειδός, ότι περί την εις Θεόν πίστιν παρεσφάλην καθ’ οιονδήποτε τρόπον.» (P.G. 90,121)

… τους δίδασκε, πώς θα γονατίσουν για να φιλήσουν το χέρι του Πάπα …

 

 

 

Απόσπασμα από ομιλία του π. Γ. Δ. Μεταλληνού, κοσμήτορα της Θεολ. σχολής του Πανεπ. Αθηνών, στην Εκκλησία του Αγ. Αντύπα, στο Γουδί, στις 09-02-06 

 

Παράθεση:

Με πήρε ένας ευσεβέστατος κληρικός από την Κρήτη (Κρητικός με τα όλα του αλλά ορθόδοξος, γιατί πολλοί Κρητικοί δεν είναι ορθόδοξοι) και μου λέει «Παπα-Γιώργη, έχω ένα πνευματικό παιδί, που καμιά φορά έρχεται και στον Άγιο Αντύπα (δεν το γνωρίζω το παιδί). Στο οικοτροφείο της Αποστολικής Διακονίας τους είπε ο διευθυντής ότι όλοι μαζί θα πάνε εκδρομή στη Ρώμη και στο Βατικανό. Και τους δίδασκε, πώς θα γονατίσουν για να φιλήσουν το χέρι του Πάπα, για να τον αναγνωρίσουν, δηλαδή, ως Επίσκοπο της εκκλησίας του Χριστού». Και τούτο το παιδί, λοιπόν, σηκώθηκε και λέει «Δεν είναι δυνατό να πάμε. Ο Πάπας είναι αιρετικός». Λένε αυτοί «Μην ακούτε τι σας λένε κάποιοι θεολόγοι,» (εμένα εννοούσε και τον Ζήση και δεν είμαστε μόνο εμείς, ευτυχώς) «διότι ο Πάπας είναι σχίσμα». Τους παλαιοημερολογίτες τους απορρίπτουμε ως αιρετικούς και τον Πάπα ως σχισματικό. Κι επομένως είναι αδερφός μας, είναι «δίπλα μας»! Και του λένε τα παιδιά «Όχι, εμείς δεν θέλουμε να πάμε». Έγινε ολόκληρη φασαρία. Το απέφυγαν αυτό. Αλλά θα γίνει αργότερα….Από κάθε μητρόπολη, από την Αθήνα και τις άλλες μητροπόλεις κάθε χρόνο, κατά διαστήματα, τους παίρνουνε με τη βία, κατά κάποιο τρόπο, γιατί ο άλλος σκέφτεται το μισθό του. Και διαλέγουν και παίρνουν κάποια άτομα, παπάδες και πάνε στο Βατικανό και φιλούν τα πόδια και τα χέρια του Πάπα. Δημιουργείται, δηλαδή, κίνηση Ουνίας όπως έγινε μετά το 1439. Τότε αρχίζει στη πράξη η Ουνία. Αυτό κάνουν και σήμερα από Θεσσαλονίκη, Αθήνα και άλλες μητροπόλεις. Και σε λίγο, σε λίγα χρόνια, δεν θα υπάρχει κληρικός που δεν θα’ χει πάει να προσκυνήσει τον Πάπα και να αναγνωρίσει τον Πάπα όχι μόνον ως Επίσκοπο της εκκλησίας αλλά και ως κεφαλή της Εκκλησίας του Χριστού. Όταν λέει το Πατριαρχείο «η Παλαιά Ρώμη», η «Νέα Ρώμη» και άρα «η Πρεσβυτέρα Ρώμη», σέβομαι προσωπικά τον βαθμό. Άμα γίνει ορθόδοξος ο Πάπας τότε θα του φιλήσω κι εγώ τα πόδια. Και θα πω «δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι»!

http://orthodox-voice.blogspot.gr/2016/07/blog-post_67.html

 

Διαβάστε και:

Γόρτυνος Ιερεμίας: Σιχάθηκα και ντράπηκα όταν είδα Ορθόδοξο επίσκοπο να φιλάει το χέρι του αιρετικού Πάπα

Ανοικτή επιστολή Αγιορειτών Πατέρων πρός την Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους γιά Διακοπή μνημοσύνου του Πατριάρχη Βαρθολομαίου.

 

Ἐν Ἁγίῳ Ὄρει τῇ 20/6/2016 (3/7/2016 ν.ἡμερ.)

Κυριακή τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων

ὁμολογητῶν, ὁσίων, ἱεραρχῶν καί μαρτύρων

Ἀνοικτή  Ἐπιστολή  Ἁγιορειτῶν Πατέρων

Πρός:

Τήν Ἱερά Κοινότητα Ἁγίου Ὄρους,

Τούς εἴκοσι καθηγουμένους μετά τῶν συνοδιῶν αὐτῶν,

Καί πρός ἐνημέρωσι τοῦ Χριστεπωνύμου Πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας.

 

 

«…ὡς φιλοπάτορες υἱοί, τήν πατρικήν κληρονομίαν φυλάξωμεν ἀπαρεγχείρητον· μή καταργήσωμεν τόν τόπον ὡς ἡ ἄκαρπος συκῆ· ἀλλά τῶν Ἡγουμένων ἡμῶν ἀναθεωροῦντες, τήν ἔκβασιν τῆς ἀναστροφῆς, μιμησώμεθα τήν ΠΙΣΤΙΝ καί τούς ἀγῶνας· ἵνα καί σύν αὐτοῖς τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἐπιτύχωμεν».

(τροπάριο Λιτῆς ἐκ τῆς ἀσματικῆς ἀκολουθίας τῶν Ὁσίων καί Θεοφόρων Ἁγιορειτῶν Πατέρων ἡμῶν τῶν ἐν τῷ Ἁγιωνύμῳ Ὄρει τοῦ Ἄθω διαλαμψάντων.)    

Σεβαστοί Πατέρες,

Μελετήσαντες μετά πάσης προσοχῆς τά κοινοποιηθέντα τελικά κείμενα τῆς λεγομένης Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου, καθώς καί τίς ἀπαντήσεις ἐγκρίτων θεολόγων καί μητροπολιτῶν, προαγόμεθα ὅπως ἐκθέσωμεν τά ἀκόλουθα.

Τό συμπέρασμα πού ἀβίαστα ἐξάγεται ἐκ τῆς μελέτης των εἶναι ὅτι τελικῶς ἡ σύνοδος αὐτή ἀποδεικνύεται ἀντορθόδοξη, ληστρική καί αἱρετική, διότι:

  1. Ἀκολούθησε καινοφανεῖς μεθοδεύσεις στήν θεματολογία καί τίς πρακτικές της.
  2. Ἀπέκλεισε τούς Ἐπισκόπους καί κατέλυσε τήν Ὀρθόδοξη συνοδικότητα καί ἐν γένει χρησιμοποιήθηκαν ἀντορθόδοξοι μέθοδοι στόν τρόπο λειτουργίας της.
  3. Δέν ὑπῆρχε ἐπαρκής ἐνημέρωση τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος· ἀντίθετα ὑπῆρχε ἀπόκρυψη τῶν ἀποφασιζομένων κατά τήν προσυνοδική διαδικασία.
  4. Καθιερώνει τήν μεταπατερική θεολογία.
  5. Νομιμοποιεῖ ἐπίσημα καί συνοδικά τήν παναίρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.
  6. Ἐπετεύχθη τελικά ὁ στόχος τῆς ἐκκλησιαστικοποιήσεως τῶν αἱρέσεων, δηλαδή ἔγινε δεκτό ὅτι ὁ Παπισμός καθώς καί λοιποί αἱρετικοί εἶναι Ἐκκλησίες καί ὄχι αἱρέσεις.
  7. Ὑποβιβάζει τόν χριστιανισμό στό ἐπίπεδο τοῦ κοινωνισμοῦ («κοινωνικό εὐαγγέλιο»).
  8. Δέν ἐκφράζει τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
  9. Δέν ἀκολουθεῖ τήν ἁγιοπατερική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μιᾶς καί δέν ἔγινε ἐξ’ ἀρχῆς ἀναγνώριση ὅλων τῶν προηγουμένων συνόδων, καί κυρίως ἀναγνώριση ὡς Οἰκουμενικῶν συνόδων τῆς 8ης καί τῆς 9ης.
  10. Καταλύει ἀποφάσεις Οἰκουμενικῶν Συνόδων.
  11. Ἀναγνωρίζει τό Προτεσταντικό λεγόμενο Παγκόσμιο Συμβούλιο ᾽Εκκλησιῶν.
  12. Παραγκωνίσθηκε καί ἀγνοήθηκε ὁ ρόλος τοῦ Μοναχισμοῦ, καί ἰδιαίτερα ἡ στάση τῶν Ἁγιορειτῶν ἔναντι τοῦ Παπισμοῦ καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Σύμφωνα μέ τό τελικό κείμενο, “Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρός τόν λοιπόν χριστιανικόν κόσμον” τῆς λεγομένης “Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου’’, στή παράγραφο 6 ἀναφέρεται ὅτι: «Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀποδέχεται τήν ἱστορικήν ὀνομασίαν τῶν μή εὑρισκομένων ἐν κοινωνίᾳ μετ’αὐτῆς ἄλλων ἑτεροδόξων χριστιανικῶν Ἐκκλησιῶν καί Ὁμολογιῶν».

Ἀποδεχομένη ἔτσι ἡ Σύνοδος ὅτι ὁ Παπισμός εἶναι Ἐκκλησία, συναποδέχεται καί τίς ἀποφάσεις τῶν θεολογικῶν διαλόγων μετά τῶν παπικῶν, οἱ ὁποῖοι τώρα λαμβάνουν καί συνοδικήν ἰσχύν. Σέ αὐτούς, ὅμως, ὅπως γνωρίζετε, γίνεται ἀναγνώρισις ἐκκλησιαστικοῦ χαρακτήρα, ἀποστολικῆς πίστεως, αὐθεντικῶν μυστηρίων καί ἀποστολικῆς διαδοχῆς στήν Παπική Αἵρεση (βλ. κείμενα Μονάχου 1982, Μπάρι 1987, Νέο Βάλαμο 1988, Μπαλαμάντ 1993). Ἐξ αὐτῆς λοιπόν καί μόνον τῆς ἀποφάσεως, ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ Σύνοδος αὐτή ἔχει ἐκπέσει τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί ὁμολογίας.

Ἐπ᾽ αὐτῶν θά ἀκολουθήσει ἄμεσα ἀναλυτική μελέτη πρός πλήρη κατοχύρωση τῶν λεγομένων μας.

Σεβαστοί Πατέρες, ὡς Ἱερά Κοινότης ἐνῶ ἀρχικά διαφοροποιήθηκατε μέ κείμενό σας πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο, ὡς πρός ἐπί μέρους σημεῖα τῶν προσυνοδικῶν κειμένων, μετά ταῦτα, διά τῆς συμμετοχῆς σας μέσω τοῦ Καθηγουμένου τῆς Ἱ.Μ. Σταυρονικήτα στήν λεγομένη Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδο, οὐσιαστικά ἀποδεχθήκατε τίς τελικές ἀποφάσεις της, ὅπως αὐτές ἐκφράστηκαν μέσω τῶν τελικῶν κειμένων. Δηλαδή, μέχρι στιγμῆς ἐπισήμως ἀποδέχεσθε τό ʺὀρθόδοξονʺ τῆς Συνόδου, τό τελεσίδικο τῶν ἀποφάσεων, καί συνακόλουθα τήν ἐπίσημη συνοδική κατοχύρωση τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Παρακαλοῦμε λοιπόν καί ἀναμένουμε, καθώς θεωροῦμε ὡς ἐπιβεβλημένο πνευματικό σας καθῆκον, νά συγκαλέσετε ἄμεσα Ἔκτακτον Διπλήν Σύναξιν καί νά καταδικάσετε, βάσει τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων ἐνστάσεων, τήν ἐν λόγῳ σύνοδο ὡς αἱρετική, ἀντικανονική καί ληστρική.

Τέλος σᾶς δηλώνουμε, ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, ὅτι μέ τήν χάρι τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ μας, τήν βοήθεια τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, καί ὅλων τῶν Ὁσίων Ἁγιορειτῶν Πατέρων, Ὁσιομαρτύρων, καί Ὁμολογητῶν, «ἑπόμενοι τοῖς ἁγίοις Πατράσι», κατόπιν ὅλων τούτων, ἐάν, ὅ μή γένοιτο, ἐσεῖς δέν καταδικάσετε τήν ἐν λόγῳ ψευδοσύνοδο καί δέν διακόψετε τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου, τότε, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, βάσει τῶν Ἱερῶν Κανόνων τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς διαχρονικῆς παραδόσεως τοῦ Ἱεροῦ ἡμῶν Τόπου, νά πράξουμε ἐμεῖς αὐτό τό, αὐτονόητο, καθῆκον ἄμεσα. Σύμφωνα μέ τόν ΙΕʹ Κανόνα τῆς Αʹ καί Βʹ Οἰκουμενικοῦ κύρους Συνόδου, ὀφείλουμε νά σταματήσουμε τήν μνημόνευσι τοῦ Πατριάρχου, ὅπως ἔπραξαν καί οἱ πρό ἡμῶν Ὅσιοι Ἁγιορεῖτες Πατέρες ἐπί τοῦ αἱρετικοῦ πατριάρχου Ἰωάννου Βέκκου, οἱ ὁποῖοι τελικῶς καί ἐμαρτύρησαν καί τούς ἑορτάζουμε· διότι καθώς μᾶς ἐπισημαίνει ὁ ΙΕʹ Κανόνας οἱ διακόπτοντες τό μνημόσυνον, «Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν». Ὅλοι οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν τό ἴδιο: «Παραγγελίαν ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ἀποστόλου, ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, παρ᾿ ὅ παρελάβομεν, παρ᾿ ὅ οἱ Κανόνες τῶν κατά καιρούς Συνόδων, καθολικῶν τε καί τοπικῶν ὁρίζουσιν, ἀπαράδεκτον αὐτόν ἔχειν καί μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων». (Ἅγ. Θεόδωρος Στουδίτης, P.G. 99, 988A), καί «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι, πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί, φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι». ( Ἅγ. Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, P.G. 160, 105C).

Ἐπίσης καί κατά τόν ΛΓʹ Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου, «οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἤ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι». καί ὁ «κοινωνῶν ἀκοινωνήτῳ ἀκοινώνητος ἔστω», (Βʹ Κανών τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, τόν ὁποῖον χρησιμοποιοῦν καί οἱ Ἁγιορεῖτες Πατέρες στήν Ἐπιστολήν τους πρός τήν Σύνοδον Κων/πόλεως τό 1275). Παραθέσαμε ἐδῶ μόνον ἐλάχιστα χωρία ἀπό τήν πλούσια διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.

Ἐξάλλου ὁ Οἰκουμενικός πατριάρχης τυγχάνει καί ὁ κύριος ἐμπνευστής καί ὑποκινητής αὐτῆς τῆς Συνοδικῆς ἀποφάσεως, καί, ὡς ἐκ τούτου, γιά ἐμᾶς τούς Ἁγιορεῖτες Πατέρες, καί ὅλους τούς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς κληρικούς καί λαϊκούς, καθίσταται ἐν ἔργοις καί λόγοις ΑΙΡΕΣΙΑΡΧΗΣ, ὅπως ὁ Ἄρειος, ὁ Νεστόριος, ὁ Βέκκος κ.ἄ., ὅπως τό ἔχουν ἀποδείξει πολλοί ἐπίσκοποι καί θεολόγοι, μέχρι σήμερα, καί ὄχι μόνον διά τῆς Παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀλλά και διά τῆς Πανθρησκείας τήν ὁποίαν κηρύττει διά τῶν συμπροσευχῶν. Διδάσκει ἀλλότρια δόγματα, ἀντορθόδοξα καί ἀντιπατερικά˙ διά τοῦτο κατά τήν ἐντολήν τοῦ Κυρίου οἱ πιστοί «ἀλλοτρίῳ (ποιμένι) οὐ μή ἀκολουθήσωσιν, ἀλλά φεύξονται ἀπ᾿ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τήν φωνήν» (Ἰωαν. Ιʹ,1-5).

Ὀφείλουμε, ἐπίσης νά σᾶς ἐνημερώσουμε ὅτι θά εἶναι ἀναπολόγητοι ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ὅσοι θα ὑποκύψουν καί θά ἀποδεχθοῦν τίς ἀποφάσεις αὐτῆς τῆς ΑΙΡΕΤΙΚΗΣ ψευδοσυνόδου, καί θά ἐξακολουθήσουν ἐν γνώσει νά μνημονεύουν τόν Πατριάρχη· ὃλοι αὐτοί ἄς γνωρίζουν ὅτι θά διαιρέσουν τήν ἁγιορειτική μοναστική πολιτεία. Λυπούμεθα, πολύ γιά τήν ἀντορθόδοξη αὐτή πορεία, ὅπως σᾶς τό εἴχαμε ἐπισημάνει καί στήν Ἀνοικτή Ἐπιστολή μας ὡς Ἁγιορεῖτες Πατέρες (13 Μαΐου 2016). Θά ἀναμένουμε ἐντός εὐλόγου χρονικοῦ διαστήματος, ὅπως ἑκάστη Ἱ. Μονή, Ἱ. Σκήτη καί κάθε Ἁγιορείτης Μοναχός, λάβει θέση ξεκάθαρα καί συνειδητά ἐπί τοῦ θέματος.

Ἅγιοι Πατέρες, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία καί οἱ Ὀρθόδοξοι χριστιανοί κηρύσσονται ἐν διωγμῷ. Ἤδη ἡ αἱρετική ψευδοσύνοδος τῆς Κρήτης χαρακτηρίζει ὅλους ἐμᾶς τούς ἀντιδρῶντες Ὀρθοδόξους χριστιανούς, Ἀρχιερεῖς, Ἱερεῖς, Μοναχούς καί λαϊκούς, ὡς «αἱρετικούς», «ζηλωτές» καί εἰρωνικά ὡς «ὑπερορθοδόξους». Θά ἐπιτρέψουμε, αὐτή ἡ παραπληροφόρηση καί ἀλλοίωση νά τήν περάσουν στήν λαϊκή συνείδηση; Μέ πολλή ταπείνωσι, φόβο Θεοῦ καί ἀγάπη γιά τήν ἁγία μας Ἐκκλησία, σᾶς παρακαλοῦμε, ὥστε ὅλοι μαζύ ἑνωμένοι νά συντελέσουμε, ὥστε νά συγκληθεῖ τελικῶς ἡ ὄντως Ὀρθόδοξος Ἁγία καί Μεγάλη Οἰκουμενική Σύνοδος, ἡ ὁποία θά ἀποκηρύξει τήν ἐν λόγῳ ψευδοσύνοδο.

Σεβαστή Ἱερά Κοινότης καί Ἅγιοι Καθηγούμενοι, ἑκατό χρόνια ἄκρας οἰκονομίας καί ἀνοχῆς ἀπέναντι σέ οἰκουμενιστές – λατινόφρονες καί φιλενωτικούς Πατριάρχες καί ἐπισκόπους προκάλεσαν μεγάλη φθορά τῆς πίστεως καί ἔθρεψαν αἱρετικές ἀποκλίσεις. Ἡ ζημία καί ἡ ἀλλοίωσι πού ἔχει προκαλέσει αὐτή ἡ ψευδεπίγραφη “οἰκονομία’’ στό Ὀρθόδοξο φρόνημα κλήρου καί λαοῦ εἶναι τεραστίων διαστάσεων. Σᾶς παρακαλοῦμε καί πάλιν: Ἀγωνιστεῖτε νά διαφυλάξετε τήν Ἱερά Παρακαταθήκη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί Πίστεως.

Ἀμήν.

Ἀναμένοντες τίς συνεπεῖς πρός τήν Ἁγιορειτική Παράδοσι ἀποφάσεις σας διατελοῦμεν,

Μετά τιμῆς καί τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ

Γέρων Γαβριήλ, Ἱ.Κ. Ἁγίου Χριστοδούλου, Ἱ.Μ.Κουτλουμουσίου.

Γέρων Σάββας Λαυριώτης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας.

Γέρων Ἰλαρίων, Ἱ.Καθ. Ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ.

Μοναχός Δοσίθεος, Ἱ.Καθ.Ἁγίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ.

Γέρων Χαρίτων Ἱερομ. Ἱ.Κ.Ἀναλήψεως, Ἱ.Μ.Βατοπαιδίου.

Γέρων Κύριλλος, Ἱ.Ἠσ. Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, Κατουνάκια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Χερουβείμ, Ἱ.Κ.Ἀρχαγγέλων-Κουκουζέλη- ,Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας.

Γέρων Ἰωάννης, Ἱ.Κ.Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου, Βίγλα, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Γεώργιος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Βαρλαάμ καί Ἱωάσαφ, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Βλάσιος, Ξεροκάλυβο Βίγλας, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱερομ. Παΐσιος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱερομ. Δαμασκηνός Πόπα, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱερομ. Δαμασκηνός Ράους,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱερομ. Ἰωήλ,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱερομ. Σάββας,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱεροδ. Ματθαῖος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Ἐφραίμ, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Νικόδημος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Γεράσιμος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Ταράσιος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Μάρκος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Ἀρσένιος, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Ραφαήλ, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Ἰωάννης,Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Σεραφείμ, Ἱ.Σ.Τιμίου Προδρόμου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Παῦλος, Ἱ.Κ.Κοιμήσεως Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Νεκτάριος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Δημητρίου,Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Συμεών, Ἱ.Κ.Νέου Θεολόγου Συμεών, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Ἡσαΐας,Ἱ.Κ.Νέου Θεολόγου Συμεών Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Εὐστάθιος, Ἱ.Κ. Ἁγίου Εὐσταθίου, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Πολύκαρπος Ἱερομ. Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀθανασίου,Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱερομ. Ἰωακείμ, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Χριστόδουλος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἱ.Σ.Καυσοκαλυβίων, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Παντελεήμων, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀντωνίου, Κερασιά, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Μάξιμος Ἱερομ., Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀντωνίου, Κερασιά, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Ἱερομ. Ρωμανός, Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀντωνίου, Κερασιά, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Ἀθανάσιος, Βουλευτήρια, Ἱ.Σκ. Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Θωμᾶς, Ἱ.Κ.ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Θεολόγος, Ἱ.Κ.Ἁγ. Ἀποστόλου Θωμᾶ, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Φώτιος,Ἱ.Κ.Ἁγίου Ἀποστόλου Θωμᾶ, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Φίλιππος Ἱερομ.Ἱ.Κ.Μεγ. Ἀθανασίου, Ἱ.Σκ. Μικρᾶς Ἁγίας Ἄννης, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Παντελεήμων Ἱερομ. Ἱ.Ἠσ. Ἁγίου Ἰωάννου Θεολόγου, Κατουνάκια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Γεράσιμος, Ἱ. Ἠσ. Ἁγίου Γερασίμου,Κατουνάκια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Γέρων Ἀθανάσιος, Ἱ.Ἠσ. Ἁγίου Σάββα, Καρούλια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Συμεών, Καρούλια, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας

Μοναχός Ἠλίας, Ἱ. Σκ. Ἁγίου Βασιλείου, Ἱ.Μ.Μ.Λαύρας,

Ἱερομ. Εἰρηναῖος, Καψάλα

Μοναχός Παΐσιος, Καρυές

Ἱεροδ. Κοσμᾶς, Ἱ.Κ. Ἁγίου Ἀθανασίου, Ἱ.Σκ. Κουτλουμουσίου

Γέρων Νικόδημος, Ἱ.Κ.Ἁγίου Νεκταρίου, Καψάλα, Ἱ.Μ.Σταυρονικήτα

Γέρων Μελέτιος, Ἱ.Κ.Γενέσιον Θεοτόκου, Καψάλα, Ἱ.Μ.Παντοκράτορος

Ἱερομ. Μακάριος, Ἱ.Κ.Γενέσιον Θεοτόκου, Καψάλα, Ἱ.Μ.Παντοκράτορος

Μοναχός Μακάριος, Ἱ.Μ.Χιλανδαρίου

Γέρων Κυπριανός Ἱερομ., Ἱ.Κ.Ἁγίου Γεωργίου, Ἱ.Μ.Φιλοθέου.

Γέρων Ευστράτιος ιερομόναχος Ιερά  Μονή  Μεγίστης Λαύρας .

Γέρων Σπυρίδων μ. Ι.Κ.Αγίου Νικολάου ΙΕΡΆ  ΜΟΝΉ  Κουτλουμουσίου

Γέρων  Παΐσιος μ. Ι.Κ.Αγίου Χαραλάμπους ΙΕΡΆ  μονή Βατοπαιδίου .

Γέρων Παχώμιος ιερομόναχος Ι.Κ.Άγιοι ΠΆΝΤΕΣ  Καψάλα ΜΟΝΉ  Παντοκράτορος .

Γέρων Χρυσόστομος ιερομόναχος Ι.Κ.Άγιος Σπυρίδων μόνη Κουτλουμουσίου

Ἡ συλλογή τῶν ὑπογραφῶν συνεχίζεται καί θά κοινοποιηθοῦν στόν Ἐκκλησιαστικό Τύπο, καί στό διαδύκτιο.