Ανάμεσα σε χιλιάδες μόνο έναν…

 

 «Δεν πρέπει, χωρίς ανάγκη να ανοίγεις στον άλλον την καρδιά σου. Μέσα σε χιλιάδες ίσως βρεις μόνο ένα, που θα μπορέσει να κρατήσει το μυστικό σου. Όταν εμείς οι ίδιοι δεν το κρατάμε μέσα μας, πώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα το κρατήσουν οι άλλοι;».

Στις διδαχές του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ αναφέρεται και η πιο πάνω, που φανερώνει αφενός μεν την ανάγκη που αισθάνεται ο κάθε άνθρωπος να πει τον πόνο και τη χαρά της καρδιάς του, αφετέρου δε τη δυσκολία να βρει άνθρωπο κατάλληλο να το κάνει.

 Το να ανοίγεις την καρδιά σου είναι πήδημα στο κενό. Δεν ξέρεις αν θα πέσεις σε αγκαλιά ή σε σκληρή πέτρα. Δεν μπορείς να είσαι σίγουρος πώς θα δεχτεί το μυστικό σου ο άλλος. Το κάνεις με μια κρυφή ελπίδα ότι θα σε κατανοήσει, ότι θα το κρατήσει μεταξύ σας, ότι θα συμπορευτεί.

Βέβαια, η απομόνωση είναι θάνατος. Μόνος σηκώνεις το σταυρό, τη δυσκολία σου, και γίνεται πιο βαρύς. Δεν λέχθηκε τυχαία στην Παλαιά Διαθήκη το «αδελφός υπό αδελφού βοηθούμενος ως πόλις οχυρά και υψηλή, ισχύει δε ώσπερ τεθεμελιωμένον βασίλειον» (Παρ. 18,19) – δηλαδή «Αδελφός, όταν με αγάπη βοηθείται από τον αδελφό, είναι σαν την οχυρωμένη και απόρθητη πόλη, κτισμένη πάνω σε ψηλό μέρος. Είναι δε ισχυρή σαν το ασάλευτο ανάκτορο, που έχει θεμελιωθεί σε στερεό έδαφος».

Η Εκκλησία είναι στον κόσμο για να μας δείχνει τον ουρανό, δείχνοντάς μας πώς να ζήσουμε το παρόν. Το τώρα, η ζωή αυτή, δεν αντιμάχεται με το αιώνιο μέλλον, την αιώνια ζωή. Απεναντίας, την καθορίζει. Γι’ αυτό και η Αγία Γραφή, όπως και οι άγιοι Πατέρες, δεν έχουν αντιφάσεις ούτε αποσπασματικές αντιλήψεις περί ζωής· γιατί ο Παράδεισος ή η Κόλαση, ως καταστάσεις, βιώνονται από τώρα και προεκτείνονται στην αιωνιότητα.
Έτσι, αν η απουσία ανθρώπου που θα συμπορευτεί και θα γίνεται κοινωνός της ζωής μας είναι κόλαση ως απομόνωση, το αντίθετο γίνεται εμπειρία Παραδείσου. Όλοι θα θέλαμε να ζήσουμε τέτοια εμπειρία, αφού όλοι αισθανόμαστε πληρότητα και χαρά, όταν έχουμε άνθρωπο που ακούει με την καρδιά του, ανοίγει την αγκαλιά του, κοινωνεί τη ζωή μας.

Ωστόσο, ο Χριστός είπε στην επί του Όρους ομιλία Του ότι «όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αυτά να τους κάνετε κι εσείς» (Ματθ.7,12)
Ο εγωκεντρικός άνθρωπος ζητά να παίρνει κι αν θέλει δίνει. Ο άνθρωπος της καρδιακής αγάπης θέλει να δίνει χωρίς να περιμένει να πάρει.
Στον κόσμο που ο ατομισμός κυριαρχεί, από την παιδική μέχρι τη γεροντική ηλικία, προσωπικά και συλλογικά, με αποτέλεσμα τη θλίψη και τη μιζέρια, η Εκκλησία μάς προτείνει την αγάπη, την κοινωνικότητα, τη συμπόρευση. Για να κυριαρχήσει η χαρά, η λεβεντιά και η ελευθερία στις καρδιές μας, όχι, βέβαια, χωρίς κόστος, μήτε ανώδυνα.

Ευλογημένοι όσοι διαλέγουν τα δύσκολα, το δρόμο των λίγων.
Όσοι μπορούν να γίνονται για κάποιους ανθρώπους οι μοναδικοί στους οποίους ανοίγουν την καρδιά τους.
Όσοι, όπως ο Χριστός, είναι στον κόσμο για να τον διακονούν και να ξαποστάνει.
Γιατί αυτοί θα βιώσουν τη χαρά του ουρανού από τώρα.

Π. Ανδρέα Αγαθοκλέους

Συνέχεια ανάγνωσης

Πρωτοπρ. Νικόλαος Μανώλης : ΔΙΑΚΟΠΤΩ ΤΟ ΜΝΗΜΠΣΥΝΟ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΟΥ

 
Παραθέτουμε το κείμενο της διακοπής του μνημοσύνου του μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ. Ανθίμου από τον π. Νικόλαο Μανώλη για θέματα Πίστεως. Εκφωνήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 2017, την Κυριακή της Απόκρεω, στον Ι.Ν Αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας. Το παρουσιάζουμε και σε μορφή pdf. Το σχετικό βίντεο μπορείτε να το παρακολουθήσετε εδώ.
Θεσσαλονίκη 19-2-2017 Κυριακή της Απόκρεω
Ι.Ν. Αγ. Σπυρίδωνος Τριανδρίας
Αγαπητοί μου αδελφοί, πιστά τέκνα του ζώντος Θεού, χαίρετε πάντοτε την χαρά Του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Η σημερινή Κυριακή, η λεγομένη ως γνωστόν, της Απόκρεω, λέγεται επίσης και Κυριακή της Κρίσεως, διότι αναγιγνώσκεται το ιερό Ευαγγέλιο της Κρίσεως. Ο συναξαριστής στην αναφορά του για την εορτή της ημέρας, αναφέρει ότι επιτελούμε: «Μνεία της δευτέρας και αδεκάστου παρουσίας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Στο γνωστό ευαγγελικό ανάγνωσμα, γίνεται η κρίση των ανθρώπων από τον Κριτή Κύριο. Ο Θεάνθρωπος με τη θεϊκή του δόξα κρίνει την ανθρωπότητα, συνοδευόμενος από αμέτρητες στρατιές αγίων αγγέλων. Ενώπιον, του ενδόξου θρόνου Του συγκεντρώνονται οι άνθρωποι όλων των αιώνων. Και εκείνος χωρίζει τους ανθρώπους, όπως ο βοσκός χωρίζει τα πρόβατα από τα γίδια. Στα δεξιά του βάζει τους δίκαιους και στα αριστερά του τους αμετανόητους αμαρτωλούς. Ο πεινασμένος, ο διψασμένος, ο ξένος, ο γυμνός, ο άρρωστος, ο φυλακισμένος, που αντιπροσωπεύονται από τον ίδιο τον Χριστό, είναι τα σημεία αναφοράς για την δίκαια κρίση. Η συμπεριφορά μας προς αυτούς, αποτελεί κριτήριο για την αιώνια ζωή!
Αυτό όμως που δεν αναφέρει φανερά το κείμενο αλλά το συναντούμε πίσω από τις λέξεις είναι το θείο δώρο με το οποίο μπορούμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις του Κριτή στην ευαγγελική περικοπή. Και αυτό είναι η Πίστη και αν υφίσταται μέσα στους ανθρώπους· ώστε εξαιτίας της, να κενώνεται ο άνθρωπος προς τον συνάνθρωπο, και να προσφέρει σε όλους, όπως έκανε ο Λόγος, το δεύτερο πρόσωπο της αγίας Τριάδος, που «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών… και… ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλ. 2, 7-8).

Συνέχεια ανάγνωσης

Ἡ «πόρνη Βαβυλών» καὶ ἡ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη Ἐκκλησία

 

whoreofbabylon

π. Ἀθανάσιου  Μυτιληναίου

ὁμιλία στὴν «Ἀποκάλυψη»Ἰωάννου

(Μάρτιος 1983)

ἐκκοσμίκευση ποὺ ἐπεκτείνεται στὴν ζωὴ τῆς συγχρόνου Ἐκκλησίας,

ἐξομοιώνει προοδευτικὰ τὴν «Ἐκκλησία» μὲ τὴν «πόρνη Βαβυλώνα» τῆς Ἀποκαλύψεως, σύμφωνα μὲ τὴν ἑρμηνεία τῶν Πατέρων.

Γιατί, κατὰ τὸν προφητικὸν λόγον τοῦ π. Ἀθανάσιου, δὲν εἶναι μόνο ἡ αἵρεση ποὺ ἀκυρώνει τὸ σωτηριολογικὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκκοσμίκευση.

ς τὰ δοῦν αὐτὰ οἱ σύγχρονοι ἐπίσκοποι καὶ ὅλοι ἐμεῖς οἱ πιστοί, καθόσον ἀποδεχόμαστε τὴν ἐκκοσμίκευση στὴν ἐκκλησιαστική μας ζωή, παράλληλα μὲ τὴν ἐπικράτηση τῆς παναρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Πολλὲς φορὲς καὶ ἡ Νέα Ρώμη [Κωνσταντινούπολις] ἐρωτοτρόπησε μὲ τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν καὶ πολλὲς φορὲς, χάριν αὐτῆς τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, ἐπρόδωσε τὴν ἀποστολή της…Ἔτσι, ἀπεγυμνώθη ἀπὸ τὸ ποίμνιό της σιγά-σιγά, καὶ στὴν ἐποχή μας, πλέον δὲν ἔχει ἔδαφος νὰ ποιμάνει Ἐκκλησίες… Ἔτσι, ἡ Νέα Ρώμη, ἡ Κωνσταντινούπολη, χάνει τὸ ἔδαφός της, χάνει δηλ. τὸ ποίμνιό της, καὶ ὅ,τι τῆς ἔχει ἐναπομείνει· καὶ σήμερα πιά, γίνεται χειραγωγὸς τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, αὐτῆς τῆς παναιρέσεως, καὶ τοῦ ἐκκοσμικευμένου χριστιανισμοῦ, γίνεται χειραγωγὸς παρασύρουσα καὶ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες τὶς ὁμόδοξες χριστιανικές. Ὅλα αὐτὰ γίνονται στὶς ἡμέρες μας… Συνέχεια ανάγνωσης

Συγκλονιστική ιστορία από την ιεραποστολή στην Αφρική! Πρωταγωνιστής ο μακαριστός πατήρ Κοσμάς Γρηγοριάτης.

 
Βρισκόμαστε σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι του Ζαΐρ (σημερινό Κογκό).
Η τροπική βλάστηση γύρω βρίσκεται σε έξαρση. Οι μπανανιές πιο κει, κατάμεστες από καρπούς, γέρνουν τα κλαδιά τους κι ο φοίνικας δίπλα στην χορταρένια καλύβα καμαρώνει περήφανος για την λεβεντιά του!
Συλλογισμένος και πικραμένος ένας γέροντας Ζαϊρινός κάθετε έξω από το αρχοντικό του (καλύβα), μασουλώντας ζαχαροκάλαμο.

Μα γιατί δεν με θέλει εμένα ο Χριστός; ψελλίζει με παράπονο. Τι κι’ αν έχω δύο γυναίκες και είκοσι παιδιά μαζί τους; Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός! Να βαφτιστώ Ορθόδοξος! «Όχι!», είπε όμως ο Ιεραπόστολος, ο πατήρ Κοσμάς. «Όχι! Ο Χριστός αυτό δεν το θέλει!».
Τα δάκρυα κυλούν στο μελαψό, χαρακωμένο από ρυτίδες, πρόσωπό του. Φοβερό το δίλημμα!
Πάλη και αγώνας μεγάλος μέσα του. Οπωσδήποτε θέλει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Διακαής ο πόθος του ύστερα απ’ όσα είδε και άκουσε για τούτη την αληθινή θρησκεία. Απ’ την άλλη μεριά, όμως, αγαπά και τις δύο γυναίκες του πολύ και του είναι αδύνατο ν’ αποφασίσει ποια απ’ τις δύο ν’ απαρνηθεί.
Στο μυαλό του τριγυρίζει η κατηγορηματική άρνηση του Ιεραποστόλου, που αποτελεί και απαράβατο νόμο της Ορθοδοξίας μας. Και τώρα κλαίει με λυγμούς απαρηγόρητος. Τα χείλη του ασυναίσθητα ψιθύρισαν για πρώτη φορά μία προσευχή στον γλυκύ μας Ιησού, που όπως έδειξαν τα πράγματα, έσκυψε πλάι του, αφουγκράστηκε τις επιθυμίες του και έσπευσε να τον βοηθήσει.
Ξαφνικά ξαλάφρωσε η καρδιά του, λες και έπαψε η τρικυμία, κι’ ο ανεμοστρόβιλος άρχισε να κοπάζει. Το βράδυ, γύρω από την φωτιά, κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο τις δύο γυναίκες κι’ όλα του τα παιδιά. Τους μίλησε για τις σκέψεις του, τον ιερό πόθο του, την επιθυμία του να βαφτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος και το φοβερό κώλυμα που τον εμπόδιζε να φτάσει στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού.
Συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυά του, έλεγε:
-Ποια ν’ απαρνηθώ; Μου είναι αδύνατο ν’ αποφασίσω.
Άφωνα τα παιδιά μαζεύτηκαν στην γωνιά τους κι’ έγειραν τούτη τη νύχτα να κοιμηθούν, όχι μόνο νηστικά ως συνήθως, αλλά και πικραμένα. Ποια τύχη θα είχε άραγε αυτή η ιστορία; Ο γερο – Ζαϊρινός στριφογύριζε όλη νύχτα στα χορτάρινα στρωσίδια του. Οι συντρόφισσές του ξαγρυπνούσαν έξω από την καλύβα, κάτω από το φως του φεγγαριού, χωρίς να παίρνουν την μεγάλη απόφαση ποια από τις δύο να φύγει.
Η νεότερη, γερμένη κάτω από τον φοίνικα, απελπισμένη και δακρυσμένη, αποκοιμήθηκε ελαφρά και ανάμεσα σε όνειρο και οπτασία, είδε την απαστράπτουσα μορφή του Εσταυρωμένου, Αυτού του Άγνωστου γι’ αυτήν μέχρι τότε Ιησού, που της είπε γλυκά και αποφασιστικά:

Μάθε στην ζωή σου ότι αγάπη θα πει θυσία. Γι’ αυτό βλέπεις και μένα πάνω στον Σταυρό. Ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία μας ζητούν να σταυρώσουμε τα πάθη μας, τις λανθασμένες επιθυμίες μας. Το «εγώ» και το «θέλω» πρέπει να υποτάσσονται στο «πρέπει». Φύγε! Εσύ που τον αγαπάς πιο πολύ, φύγε! Εγώ θα ‘μαι κοντά σου! Θα ευλογήσω τα βήματά σου! Θα σε προστατέψω! Μέγιστη θα ‘ναι η ανταμοιβή σου γι’ αυτή την θυσία, κι ας μη με γνωρίζεις! Θα ‘σαι κι εσύ κάποτε κοντά μου… εν τω Παραδείσω…

Ξύπνησε αναστατωμένη η Ζερμέν. Πετάχτηκε πάνω αποφασισμένη. Είχε αρχίσει να αχνοφέγγει. Μπήκε μέσα στην καλύβα, σκούπισε βιαστικά τα δάκρυά της με τις μαύρες, ροζιασμένες παλάμες της και σκούντησε απαλά τον μέχρι τότε σύντροφό της που μισοκοιμόταν.

-Φεύγω, του είπε, γιατί πρέπει. Δεν μπορώ ν’ αντισταθώ σ΄ εκείνη την φοβερή δύναμη που εκπέμπει ο Χριστός π’ αγαπάς και θέλεις να γίνεις ακόλουθός του… Φεύγω οριστικά! Γενηθήτω το θέλημά Του, ψιθύρισε η αγνή, ολόλευκη ψυχή της.

Δάκρυα χαράς και λύπης συνόδευσαν το αποχωρισμό. Πήρε τα παιδιά της και χάθηκε μέσα στα δάση. Εξαφανίστηκε. Τι δύναμη αποφάσεως! Τι μεγαλείο! Τι πανάκριβο δώρο κατέθεσε στα πόδια του Χριστού μας εκείνη την ώρα , χωρίς να το καταλάβει, αυτή η γυναίκα, που έσφιξε την καρδιά της κι’ έφυγε στο άγνωστο, απαρνούμενη την ήσυχη οικογενειακή εστία.
Χαρούμενος ο γέροντας Ζαϊρινός, με αλαφρωμένη την καρδιά, έτρεξε στον Ιεραπόστολό μας και του ανακοίνωσε τα συμβάντα. Ύστερα από μετάνοια και εξομολόγηση, δέχτηκε το Θείο Βάπτισμα κι’ ύστερα μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια. Η μεγάλη του επιθυμία είχε πραγματοποιηθεί. Αναγεννημένος πνευματικά, αποφάσισε να ζήσει με τον Νόμο του Θεού.
Την επομένη της βαπτίσεως, έγινε και ο Ορθόδοξος Γάμος. Χαρές και ξεφαντώματα οι ιθαγενείς στο χωριουδάκι του Ζαΐρ!
Όμως, οι βουλές του Κυρίου είναι ανεξιχνίαστες! Τρεις ημέρες μετά την βάπτισή του, ξαφνικά ο Χριστός μας τον κάλεσε κοντά Του στους ουρανούς. Κοιμήθηκε εν Κυρίω! «Μακάριοι οι εν Κυρίω αποθνήσκοντες…»
Σαν βόμβα έσκασε σε όλο το αφρικανικό χωριό η είδηση. Έφυγε τόσο ξαφνικά… εντελώς απροσδόκητα… Απίστευτο. Εντύπωση έκανε σε όλους εκείνη η γλυκιά, ήρεμη, γελαστή μορφή του νεκρού νεοφωτίστου. Άγγελοι πήραν στα χέρια τους, προς καταισχύνη των δαιμόνων, εκείνη την ωραία ψυχούλα και την οδήγησαν στον θρόνο του Θεού, για να ζήσει αιώνια στην Βασιλεία των Ουρανών. Μαθαίνοντας το περιστατικό, επέστρεψε η δεύτερη σύζυγος με τα παιδιά της. Κι’ έτσι, όλοι μαζί πια, βαπτίστηκαν Χριστιανοί κι’ έζησαν ευτυχισμένοι, ακολουθώντας τον δρόμο που τους χάραξε ο Χριστός μας. Το Άγιο Φως που άναψε εκείνη την μεγάλη νύχτα της αποφάσεως πάνω απ’ την καλύβα τους, δεν έσβησε ποτέ. Έγινε ο φάρος της ελπίδας και της σωτηρίας τους.

Πηγή Ιεραποστολικός Σύνδεσμος “Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλος” (www.iersyn.gr)

 

Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας:Πρέπει να τρέξουμε πριν να είναι αργά

 

Το εμπόδιο για να φθάσουμε στο εξομολογητήρι, είναι η υπερηφάνεια και ο εγωισμός. Πώς θα πω τα αμαρτήματά μου;
Πιάνει τον άνθρωπο μια ντροπή, αλλά την ντροπή αυτή πρέπει να την έχουμε όταν πρόκειται να αμαρτήσουμε. Τότε θα μας φυλάξη για να μην κάνουμε αμαρτίες.
Όταν όμως πρόκειται να φθάσουμε στην μεγάλη αυτή σωτηρία, πρέπει να τρέξουμε αμέσως.

Όταν αντιληφθούμε ότι έχουμε την αρρώστια του καρκίνου και μάθουμε ότι κάποιος γιατρός είναι στον Βόρειο Πόλο…
αμέσως θα δώσουμε τα πάντα, θα εξοικονομήσουμε τα χρειώδη και θα σηκωθούμε να πάμε, να θεραπευθούμε από τη νόσο αυτή του σώματος. Δεν φειδόμεθα μήτε κόπους, μήτε μόχθους, μήτε οικονομικά, μήτε τίποτα. τα αφήνουμε όλα και τρέχουμε. Ταπεινώνεται η ψυχή μας, προκειμένου να γίνουμε καλά.

Όταν έχουμε όμως τον καρκίνο της αμαρτίας και μας απειλεί με θάνατον της ψυχής, πόσο πρέπει να εγκαταλείψουμε τα πάντα, και δουλειά και μεροκάματο και απόσταση και να τρέξουμε!

Να φθάσουμε εκεί, να γονατίσουμε, να αναποθέσουμε την πληγή μας εκεί κάτω, να πάρουμε το φάρμακο, να γίνουμε καλά, κι έτσι να γλυτώσουμε από τον φοβερό θάνατο της ψυχής!

Σαν άνθρωποι που είμεθα, δεν γνωρίζουμε την ώρα που θα έρθη ο Κύριος. Μας το είπε: «Γρηγορείτε, ότι ουκ οίδατε την ημέραν, ουδέ την ώραν, εν η ο Υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ.25.13). Τρέξτε, λέει, μην κάθεστε καθόλου. Δεν γνωρίζετε την στιγμή, που θα αποφασίση ο Κύριος να φύγετε από τον μάταιο αυτό κόσμο.

Δεν έχουμε συλλάβει την έννοια του πράγματος, τόσον της Ιεράς Εξομολογήσεως όσον και της ίδιας μας της ζωής. Πόσον είναι επισφαλής η ζωή μας!

http://agios-nektarios.net/didaxes/gerontas-efrem-arizonasprepi-trexoume-prin-ine-arga/

Η επανεµφάνιση του Αγίου Σεραφείµ του Σαρώφ πριν το τέλος του κόσµου

 

Σχετική εικόνα

Μία σπουδαία προφητεία για το µέλλον της Ρωσίας ήταν γνωστή σε ελάχιστους πριν την Επανάσταση.

Ήταν τόσο τολµηρή που ο εκλησιαστικός λογοκρίτης δεν θα επέτρεπε να τυπωθεί. Βρέθηκε στην ίδια συλλογή του Μοτοβίλωφ που έδωσε στον κόσµο την περίφηµη «Συνοµιλία» του Αγίου Σεραφείµ του Σαρώφ περί της αποκτήσεως του Αγίου Πνεύµατος. Η προφητεία, η οποία τώρα εµφανίσθηκε σε µερικές εκτυπώσεις στην τελευταία δεκαετία, προειδοποιεί για την επανεµφάνιση του Αγίου Σεραφείµ του Σαρώφ πριν το τέλος του κόσµου. Εδώ είναι ότι είπε ο Άγιος Σεραφείµ του Σαρώφ στον Μοτοβίλωφ:

«Πολλές φορές άκουσα από το στόµα του µεγάλου ευαρέστου στον Θεό Γέροντος, πατρός Σεραφείµ, ότι δεν θα έκειτο στο Σάρωφ µε το σώµα του. Και τόλµησα µόνος εγώ (ο Μοτοβίλωφ) να τον ρωτήσω: «Μπάτιουσκα (παπούλη), καταδέχεσαι να µας λες συνεχώς ότι το σώµα σου δεν θα κείται στο Σάρωφ. Μήπως αυτό σηµαίνει ότι οι Μοναχοί (της Μονής του Σαρώφ) θα το αποµακρύνουν;

«Θεοφιλέστατε, ο Κύριος και Θεός είχε καθορίσει ότι εγώ, ο ταπεινός Σεραφείµ, θα έπρεπε να ζήσω αρκετά περισσότερο από 100 χρόνια. Αλλά επειδή µετά από καιρό οι επίσκοποι θα γίνουν τόσο ολιγόπιστοι που θα ξεπεράσουν στην ολιγοπιστία τους Ρωµιούς επισκόπους της εποχής του (αυτοκράτορος) Θεοδοσίου του Μικρού, ώστε δεν θα πιστεύουν πλέον στο κυρίαρχο δόγµα της Χριστιανικής Πίστης (της Αναστάσεως -Λ.Μ.∆.), γι’ αυτό φάνηκε ευάρεστο στον Κύριο να πάρει εµένα, τον ταπεινό Σεραφείµ, από την πρόσκαιρη ζωή, άχρι καιρού, και µετά να µε επανεµφανίσει. Και η επανεµφάνισή µου θα είναι κάπως σαν το ξύπνηµα των Επτά Παίδων στο σπήλαιο της Οχλίδος στις ηµέρες του Θεοδοσίου του µικρού».

«Έχοντας αποκαλύψει σε µένα αυτό το µεγάλο και φοβερό µυστήριο, ο µεγάλος Γέροντας µε πληροφόρησε ότι µετά την επανεµφάνισή του θα πήγαινε από το Σάρωφ στο Ντιβέγιεβο και από εκεί θα ξεκινούσε το κήρυγµα για την µετάνοια όλου του κόσµου. Για το κήρυγµα αυτό και την θαυµαστή του επανεµφάνιση ,ένα µεγάλο πλήθος ανθρώπων θα προσέλθουν από όλα τα µέρη της Γης. Το Ντιβέγεβο θα γίνει Λαύρα, η Βερτυάνοβα πόλι και η Αρζαµάς επαρχία.» Και φτάνοντας να κηρύξει µετάνοια στο Ντιβέγεβο, ο µπάτιουσκα Σεραφείµ, θα αποκαλύψει τέσσερα Άγια λείψανα σε αυτό, και µετά την αποκάλυψή τους, αυτός ο ίδιος θα τοποθετηθεί ανάµεσά τους. Και ύστερα, σύντοµα, θα έρθει το τέλος όλων…

Μία άλλη φορά, ο Άγιος Σεραφείµ, µίλησε στο Μοτοβίλωφ για τα αφορώντα την πνευµατική κατάσταση των τελευταίων Χριστιανών που θα αποµείνουν να πιστεύουν (αληθινά) στο Θεό πριν το τέλος του κόσµου:

«Και στις ηµέρες αυτής της µεγάλης θλίψης, από την οποία δεν θα σωζόταν κανείς άνθρωπος, αν για χάρη των εκλεκτών δεν περιεκόπτοντο αυτές οι ηµέρες, σ’ αυτές τις ηµέρες, οι πιστοί που θα έχουν αποµείνει πρόκειται να βιώσουν οι ίδιοι, κάτι σαν αυτό που βιώθηκε από τον ίδιο τον Κύριο, όταν κρεµάµενος επί του Σταυρού, όντας τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, αισθάνθηκε τον Εαυτό του τόσο εγκαταλειµένο από τη Θεότητά Του, που εκραύγασε προς αυτήν: «Θεέ µου, Θεέ µου, ίνα τι µε εγκατέλειπες;»

Οι τελευταίοι Χριστιανοί επίσης, θα βιώσουν στον εαυτό τους µία παρόµοια εγκατάλειψη της ανθρώπινης φύσεώς τους από την Χάρη του Θεού. Αλλά µόνο για µια πολύ σύντοµη περίοδο, µετά το πέρασµα της οποίας, ο Κύριος δεν θα καθυστερήσει να εµφανισθεί µε όλη τη ∆όξα Του, και µε όλους τους Αγίους Αγγέλους µαζί Του. Και τότε θα ολοκληρωθεί σε όλη την πληρότητά του κάθε τι που προορίσθηκε προ των αιώνων από την προαιώνια βουλή της Αγίας Τριάδος. (Τhe Orthodox Word, 1973, Νο 50.)

πηγή

 

Μητροπολίτου Ναυπάκτου Ιεροθέου: Τα «σχίσματα των Εκκλησιών»

 

Nafpaktou-Hierotheos.jpg
Στήν ἀναφορά τῆς θείας Λειτουργίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου γίνεται λόγος γιά τά «σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν». Ὁ Μέγας Βασίλειος μεταξύ τῶν ἄλλων προσεύχεται στόν Θεό: «Παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν».

Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι, γιά νά δικαιολογήσουν τόν ὅρο Ἐκκλησία καί γιά τούς ἑτεροδόξους, ἐπικαλοῦνται καί τήν φράση αὐτή καί ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος ὀνομάζει Ἐκκλησίες καί τίς κοινότητες τῶν αἱρετικῶν, ὁπότε αὐτό, ὅπως ἰσχυρίζονται, δίδει τό δικαίωμα νά ὀνομάζουν ὅλους τούς Χριστιανούς ἐκτός τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ὅτι ἀνήκουν σέ Ἐκκλησίες.
Αὐτό ἐκ πρώτης ὄψεως εἶναι λογικοφανές, ἀλλά ἐάν ἀναλύση κανείς τό θέμα θά διαπιστώση ὅτι τέτοιες ἑρμηνευετικές ἀποδόσεις στόν Μέγα Βασίλειο εἶναι ἐσφαλμένες.
Κατ’ ἀρχάς ἀμέσως μετά τήν προσευχή «παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν» ἀκολουθεῖ ἡ προσευχή: «τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ ἁγίου σου Πνεύματος». Αὐτό σημαίνει ὅτι ἐδῶ γίνεται διάκριση μεταξύ τῶν σχισμάτων, πού πρέπει νά παύσουν νά ὑπάρχουν, καί τῶν ἐπαναστάσεων τῶν αἱρέσεων πού πρέπει νά καταλυθοῦν μέ τήν δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί αὐτό γιατί οἱ αἱρέσεις εἶναι προϊόντα τοῦ πονηροῦ πνεύματος, τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων.
Ἔπειτα, στήν ἴδια εὐχή τῆς ἀναφορᾶς προσεύχεται: «τούς ἐσκορπισμένους ἐπισυνάγαγε∙ τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ Ἐκκλησία». Ἔτσι, ὑπάρχει ἡ Μία, Ἁγία, Ἀποστολική καί Καθολική Ἐκκλησία καί «οἱ πεπλανημένοι» πού ἔχουν ἀπομακρυνθῆ ἀπό αὐτή καί πρέπει νά ἐπιστρέψουν σέ αὐτήν.
Ὅποιος δέν μπορεῖ νά κάνη τήν διάκριση μεταξύ σχισμάτων καί αἱρέσεων, δέν μπορεῖ νά καταλάβη τόν λόγο τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί κατά τόν τρόπο αὐτό τόν παρερμηνεύει καί τόν ἀδικεῖ.
Τό ὅτι ὁ Μέγας Βασίλειος κάνει διάκριση μεταξύ τῶν σχισμάτων καί τῶν αἱρέσεων φαίνεται στόν 1ο Κανόνα του, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἀποδεκτός ἀπό τήν Πενθέκτη Οἰκουμενική Σύνοδο καί ἑπομένως ἔχει καθολική ἰσχύ.
Στόν σημαντικό αὐτόν κανόνα ὁ Μέγας Βασίλειος κάνει τήν διάκριση μεταξύ αἱρέσεων, σχισμάτων καί παρασυγαγωγῶν. Ἀναλύοντας αὐτό τό θέμα γράφει, κατά τήν μετάφραση τοῦ χωρίου: «αἱρέσεις (οἱ παλαιοί Πατέρες) ὀνόμασαν αὐτούς πού εἶχαν ἀποσχιστεῖ τελείως καί εἶχαν ἀποξενωθεῖ ἀπό τήν ἴδια τήν πίστη, ἐνῶ σχίσματα αὐτούς πού φιλονίκησαν μεταξύ τους γιά κάποιες αἰτίες ἐκκλησιαστικές καί γιά ζητήματα πού μποροῦν νά διευθετηθοῦν∙ καί παρασυγαγωγές τίς συγκεντρώσεις πού ἔκαναν ἀνυπότακτοι πρεσβύτεροι ἤ ἐπίσκοποι καί ἀγράμματοι ἄνθρωποι». Δίνει δέ μερικά παραδείγματα ἀπό τήν τότε πραγματικότητα γιά νά γίνη κατανοητό.
Ὅταν ὁ Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν» ἐννοοῦσε τήν προσωρινή διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν γιά ζητήματα ἰάσιμα, ἐνῶ γιά τίς αἱρέσεις προσεύχεται διαφορετικά.
Κάνοντας αὐτήν τήν διάκριση σαφῶς γράφει ὅτι οἱ Πατέρες οἱ παλαιοί καθόρισαν «τό μέν τῶν αἱρετικῶν (βάπτισμα), παντελῶς ἀθετῆσαι», τό δέ βάπτισμα τῶν σχισματικῶν νά τό δεχθοῦν, ἐπειδή «ὡς ἔτι ἐκ τῆς ἐκκλησίας αὐτῶν», ἀφοῦ ἀποσχίσθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία γιά «ζητήματα ἰάσιμα», ὄχι τῆς πίστεως, καί τό βάπτισμα αὐτῶν πού ἀνήκουν στίς παρασυναγωγές «ἄν βελτιωθοῦν μέ ἀξιόλογη μετάνοια καί ἐπιστροφή, νά ἑνώνονται  ξανά μέ τήν Ἐκκλησία, ὥστε πολλές φορές νά γίνονται δεκτοί στήν ἴδια τήν τάξη, ὅταν μετανοήσουν, καί αὐτοί πού ἔφυγαν μαζί μέ τούς ἀπειθάρχητους καί πού εἶχαν κάποιον ἱερατικό βαθμό».
Ὁ Μέγας Βασίλειος αἰτιολογεῖ θεολογικῶς γιατί οἱ αἱρετικοί δέν ἀνήκουν στήν Ἐκκλησία, καί γιατί δέν μπορεῖ νά γίνη ἀποδεκτό τό βάπτισμά τους. Γράφει: «οἱ δέ τῆς ἐκκλησίας ἀποστάντες, οὔκ ἔτι ἔσχον τήν χάριν τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ’ ἑαυτούς∙ ἐπέλιπε γάρ ἡ μετάδοσις τῷ διακοπεῖναι τήν ἀκολουθίαν», δηλαδή «αὐτοί ὅμως πού ἀποστάτησαν ἀπό τήν ἐκκλησία δέν ἔχουν πιά τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπάνω τους∙ γιατί σταμάτησε ἡ μετάδοση, ἐπειδή διακόπηκε ἡ συνέχεια».
Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅσες κοινότητες χριστιανικές δέχονταν τήν αἵρεση, δέν εἶχαν ἀποστολική διαδοχή, καί δέν ἔχουν ἔγκυρα μυστήρια, ἀφοῦ τούς ἐγκατέλειψε ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἡ ἐποχή στήν ὁποία ἔζησε ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν μιά ταραχώδης ἐποχή. Εἶχε προηγηθῆ ἡ Α΄  Οἰκουμενική Σύνοδος, ἀλλά σχεδόν ἀμέσως μετά τήν Σύνοδο αὐτή δημιουργήθηκαν ἔριδες. Γίνονταν μεγάλες συζητήσεις γιά τόν ὅρο τοῦ ὁμοουσίου καί ἄλλους ὅρους σχετικά μέ τήν θεότητα τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί τήν θεότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι, ἄλλες χριστιανικές κοινότητες εἶχαν ἀπομακρυνθῆ ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς αἱρετικές, λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ Ἐπίσκοπος εἶχε προσχωρήσει στήν αἵρεση, ἄλλες ἦταν σχισματικές γιά λόγους προσωπικούς καί διοικητικούς, ἀφοῦ δέν εἶχε ἐπικρατήσει ἀκόμη τό διοικητικό σύστημα, πού ὑπάρχει σήμερα, καί ἄλλες ἦταν παρασυναγωγές. Ὅλα αὐτά ρυθμίστηκαν μέ τήν Β΄  Οἰκουμενική Σύνοδο, ἡ ὁποία συνῆλθε τό 381 μ.Χ. δύο χρόνια μετά τήν κοίμηση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ἡ δέ Σύνοδος αὐτή δέν ἀνήρεσε αὐτήν τήν διάκριση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ἀλλά τήν διατήρησε, γιατί θέτει οὐσιαστικούς καί κανονικούς ὅρους γιά νά δεχθῆ τό βάπτισμα αὐτῶν πού ἔφυγαν ἀπό τήν Ἐκκλησία.
Ἔτσι ἡ διάκριση μεταξύ αἱρέσεως, σχίσματος καί παρασυναγωγῆς ὑφίσταται σήμερα. Αἱρετικοί  εἶναι ὅσοι ἔχουν εἰσάγει αἱρετικές ἀποκλίσεις ἀπό τήν πίστη τῶν Πατέρων. Τό filioque, τό actus purus, τό analogia entis, τό analogia fidei εἶναι  αἱρέσεις καί αὐτές ἔχουν ἐγκολπωθῆ οἱ δυτικοί Χριστιανοί. Ὁ μονοφυσιτισμός καί ὁ μονοθελητισμός εἶναι αἱρέσεις καί αὐτές ἔχουν ἐγκολπωθῆ οἱ ἀνατολικοί Χριστιανοί. Ἐκτός αὐτῶν, ὑπάρχουν καί Ἐκκλησίες γιά διοικητικούς λόγους, πού δέν ἔχουν ἐκκλησιαστική κοινωνία, ὅπως τό Πατριαρχεῖο Ἀντιοχείας διέκοψε τήν ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τό Πατριαρχεῖο Ἱεροσολύμων.
Ἑπομένως, ὅταν ὁ Μέγας Βασίλειος προσευχόταν «παῦσον τά σχίσματα τῶν Ἐκκλησιῶν» ἐννοοῦσε τήν προσωρινή διακοπή ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν γιά ζητήματα ἰάσιμα, ἐνῶ γιά τίς αἱρέσεις προσεύχεται διαφορετικά, ἤτοι «τάς τῶν αἱρέσεων ἐπαναστάσεις ταχέως κατάλυσον τῇ δυνάμει τοῦ Ἁγίου σου Πνεύματος» καί «τούς πεπλανημένους ἐπανάγαγε καί σύναψον τῇ ἁγίᾳ σου καθολικῇ καί ἀποστολικῇ ἐκκλησίᾳ».
Μέσα στήν προοπτική αὐτή πρέπει νά ἑρμηνεύση κανείς τίς ἐπιστολές πού ἀπέστειλε ὁ Μέγας Βασίλειος γιά τήν εἰρήνη στήν Ἐκκλησία.
Πρέπει νά σταματήση αὐτή ἡ παρερμηνεία τῆς διδασκαλίας τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Ὅσοι ἔχουν διαφορετικές ἀπόψεις, ἔχουν τό δικαίωμα νά τίς ἐκφράζουν, ἀλλά ὁπωσδήποτε ἄς σταματήσουν νά παρερμηνεύουν τόν μεγάλο μας Πατέρα, τόν Ἀρχιεπίσκοπο Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καί οὐρανοφάντορα Βασίλειο.–

 

Ποιο πρέπει να είναι το κριτήριο των σχέσεών μας με τον Εβραϊσμό

 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΠΙ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΡΗΣΚΕΙΩΝ

Εν Πειραιεί τη 14η Φεβρουαρίου 2017.

ΠΟΙΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΡΙΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΣΧΕΣΩΝ ΜΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΕΒΡΑΪΣΜΟ;

Ο ρατσισμός και οι φυλετικές διακρίσεις σε όλες τους τις εκφάνσεις, αποτελεί σήμερα ένα από τα σοβαρότερα κοινωνικά προβλήματα. Οι όντως δύσκολες οικονομικές και άλλες συνθήκες, σε παγκόσμιο επίπεδο, ευνοούν την ανάδυση τέτοιων φαινομένων. Μια έκφανση του ρατσισμού είναι και ο αντισημιτισμός. Το εκπεφρασμένο με φράσεις και πράξεις μίσος κατά του εβραϊκού λαού, το οποίο εμφανίζεται, σύμφωνα με τα ιστορικά δεδομένα, ήδη στην προ Χριστού εποχή και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Όπως είναι γνωστό, το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο Ελλάδος στην προσπάθειά του να επιτύχει την προσέγγιση των θρησκειών και την καταπολέμηση του ρατσισμού και αντισημιτισμού, διοργανώνει συχνά μέσα στα πλαίσια των Διαθρησκειακών Συναντήσεων, Διασκέψεις Ακαδημαϊκού Διαλόγου και άλλες εκδηλώσεις, στις οποίες προβάλλει και τιμά πρόσωπα που πρωτοστατούν προς την κατεύθυνση αυτή και συμβάλλουν στην ειρηνική συνύπαρξη των θρησκειών και των λαών.     Συνέχεια ανάγνωσης

Οἱ μουσικοὶ ἀριθμοί

 

Χωρὶς τὴ μαθηματικὴ τάξη, δὲν στέκει
τίποτε: Οὔτε οὐρανὸς ἔναστρος,
οὔτε ρόδο. Προπαντὸς ἕνα ποίημα.
Κι εὐτυχῶς ὅτι μ᾿ ἔκανε ἡ μοῖρα μου
γνώστη τῶν μουσικῶν ἀριθμῶν,
ὅτι κρέμασε μίαν ἀχτίνα ἐπὶ πλέον
τὸ ἄστρο τῆς ἡμέρας στὴν ὅρασή μου
καὶ κάνοντας τὰ γόνατά μου τραπέζι
ἐργάζομαι, ὡς νά ῾ταν νὰ φτιάξω
ἕναν ἔναστρο οὐρανό, ἢ ἕνα ρόδο.

 Νικηφόρος Βρεττάκος

Γέροντας Ιάκωβος Βαλοδήμος-Ο θαυμαστός βίος του αγίου της Βίτσας Ζαγορίου

 

No automatic alt text available.

Ο π. Ιάκωβος γεννήθηκε το 1870 στο χωριό Βοδίνο του Αργυροκάστρου της Β. Ηπείρου. Το όνομά του, που είχε ως κοσμικός, ήταν Ευάγγελος Βαλοδήμος. Αλλ’ αυτό ξεχάστηκε τελείως κατόπιν. Ήταν γνωστός σε όλους, μόνον ως «Πάτερ Ιάκωβος», με το όνομα δηλ. που πήρε, όταν έγινε κληρικός.
Οι γονείς του (ο πατέρας του λεγόταν Φώτιος) ήταν φτωχοί αλλά ευσεβείς. Δεν έμαθε γράμματα πολλά, αλλά τόσα, όσα του χρειάζονταν, για να μελετά τα ιερά βιβλία.

Το θέλημα του Θεού το έμαθε από τον Κων. Καλλίνικο στην Κωνσταντινούπολη που πήγε σε ηλικία 15 χρονών και εργαζόταν ως μικροπωλητής. Στα κηρύγματα του υπέροχου αυτού κληρικού βρήκε ό,τι ποθούσε η άδολη ψυχή του και άρχισε να ζει χριστιανική πλέον ζωή στην οποίαν τον βοήθησε ένας έμπειρος πνευματικός, στον οποίον εξομολογείτο. Ο πνευματικός του τον συνέδεσε με άλλους έξι εργατικούς και ευσεβείς νέους, οι οποίοι ζούσαν μαζί κοινοβιακά και αγωνίζονταν για τον πνευματικό τους καταρτισμό. Τέσσαρα χρόνια είχαν να φάνε κρέας, άν και νέοι και επάνω στην ανάπτυξή τους. Εξομολογούντο και κοινωνούσαν τότε κάθε εβδομάδα, μετά από μεγάλη προετοιμασία.Ήταν ο Πνευματικός του Οσίου Παϊσίου -Εζνεπίδη – όταν αυτός ήταν στην Κόνιτσα ως λαϊκός και αργότερα ως μοναχός στην Μονή Στομίου.

Image may contain: 1 person

Το θαύμα του Αγίου Αντίπα

Ο Ευάγγελος υπέφερε από τη παιδική του ηλικία από πόνους στα δόντια του. Κάποιος ευσεβής καταστηματάρχης τον συμβούλευσε να καταφύγει στον Άγιο Αντίπα, που γιορτάζει στις 11 Απριλίου, για να θεραπευθεί. «Αυτόν να παρακαλέσεις και θα σε κάνει καλά». Αφού βρήκε την εικόνα του Αγίου την κορνιζάρισε, την κρέμασε επάνω από το προσκέφαλό του και έκανε εκεί την προσευχή του. Έμαθε επίσης και το απολυτίκιό του απ’ έξω και το έλεγε κάθε ημέρα. Ο Άγιος τον θεράπευσε και από τότε ως την ημέρα του θανάτου του, δόντι δεν τον ξαναπόνεσε. Σ’ όλη του τη ζωή έλεγε καθημερινά το απολυτίκιο και λειτουργούσε πάντοτε στις 11 Απριλίου, στην εορτή του, από ευγνωμοσύνη.

Από την Κωνσταντινούπολη ο π. Ιάκωβος με ολόκληρη την ομάδα του ήλθαν στο Άγιον Όρος για να μονάσουν. Μερικοί μάλιστα από αυτούς, μεταξύ των οποίων και ο π. Ιάκωβος, μετά από δοκιμασία και μεγάλη άσκηση, χειροτονήθηκαν ιερείς.

Ο π. Ιάκωβος έμεινε εκεί τρία χρόνια. Θέλοντας όμως να βοηθήσει την δυστυχισμένη του πατρίδα, τη Β. Ήπειρο, πήγε στην Αλβανία και τοποθετήθηκε ως εφημέριος σ’ ένα χωριό, κοντά στο δικό του και διέμενε στην Ι. Μ. της Παναγίας της επιλεγομένης «Ζωνάρια». Εργάσθηκε πολλά χρόνια μέσα στην Αλβανία προσπαθώντας να γνωρίσει σ’ όλους το θέλημα του Θεού και να συντηρήσει την εθνική συνείδηση των εκεί Ελλήνων που οι Τουρκαλβανοί ήθελαν να αλλοιώσουν. Για το λόγο αυτό κινδύνευσε επανειλημμένα και ο Θεός τον φύλαξε θαυματουργικά τρεις φορές από την μανία τους σώζοντάς τον από βέβαιο θάνατο.

Επειδή ήταν αδύνατη πλέον η εκεί παραμονή του, αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τα μέρη εκείνα και να έλθει στα Ζαγόρια το 1916, τα οποία ανήκαν τότε στη Μητρόπολη Δρυϊνουπόλεως και να εγκατασταθεί κοντά στο Μονοδένδρι σ’ ένα παλαιό και έρημο μοναστηράκι, του Προφήτου Ηλιού. Το ανακαίνισε και εγκαταβίωσε εκεί. Κοντά του έπαιρνε κατά καιρούς διαφόρους νέους, με το σκοπό να γίνουν ιερείς.
Ο Μητροπολίτης του έδωσε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη, αλλ’ ο π. Ιάκωβος ήταν τόσο ταπεινός, ώστε δεν έδινε καμία σημασία στα αξιώματα και τις διακρίσεις. Ουδέποτε φόρεσε επανωκαλύμαυχο και σταυρό, δηλαδή τα διακριτικά του Αρχιμανδρίτη.

Image may contain: 1 person


Επιμελήθηκε ιδιαίτερα το θέμα του Μυστηρίου της Εξομολογήσεως γιατί δεν υπήρχαν πνευματικοί. Πολύς κόσμος στα Ζαγοροχώρια και στα Ιωάννινα, όταν κατέβαινε, εξομολογείτο σ’ αυτόν. Εντύπωση προξενούσε, ότι έδιδε, ως πνευματικός θεοφώτιστος, αυτός ο αγράμματος, λύσεις ορθότερες και κατευθύνσεις καλλίτερες, από αυτές, που έδιναν πολλές φορές πνευματικοί με θεολογική μόρφωση. Εντύπωση επίσης προξενούσε το ότι, άνκαι καλόγηρος αυστηρότατος, δεν παρουσίαζε ακρότητες και φανατισμούς.

Κάθε άνθρωπος του Θεού είναι αδύνατο να μην αντιμετωπίσει στη ζωή του θλίψεις και
βάσανα. Και ο π. Ιάκωβος δοκίμασε τις δικές του θλίψεις, με τη διαφορά, ότι γι’ αυτόν μερικές ήταν περισσότερο οδυνηρές. Η Μητρόπολη Ιωαννίνων, στην οποίαν υπαγόταν, το 1939 πίστεψε τις συκοφαντίες και τις ραδιουργίες μερικών και τον απέλυσε από την ενορία και τον έδιωξε και από το Μοναστηράκι του. Έτσι ο φτωχός Ιερομόναχος βρέθηκε πεταμένος έξω, στερούμενος των πάντων, γέρων, χωρίς να έχει τίποτε άλλο, εκτός από το τριμμένο ράσο του.

Και όμως κανένας πικρός λόγος ή παράπονο, για την αδικία, που του έκαναν, δεν ξέφυγε από τα χείλη του.Περισσότερο θλιβόταν διότι του πήραν την ενορία και δεν θα είχε πλέον πεδίον δράσεως, για να ωφελεί ψυχές.
Ο πνευματικός του τότε του συνέστησε να γυρίζει τα διάφορα χωριά, να διδάσκει τους Χριστιανούς, να τους νουθετεί και να τους εξομολογεί. Ο π. Ιάκωβος τα έθεσε αμέσως σε εφαρμογή.
Εννοείται ότι την εργασία του κατά την περιοδεία εκείνην την πρόσφερε δωρεάν. Είχε και μίαν αδελφή γερόντισσα και τυφλή. Αυτή γύριζε σε μερικά σπίτια και ζητιάνευε. Ό,τι είδους αλεύρι της έδιναν (από σιτάρι ή σίκαλη ή καλαμπόκι) το ανακάτευε όλο μαζί και το έψηνε στη στάχτη. Από αυτό το ψωμί, το ανακατεμένο με τη στάχτη, έπαιρνε στο ταγάρι του και πήγαινε στα γύρω χωριά, για να εργασθεί. Αυτή η εργασία έφερε ωφέλεια σε πολλές ψυχές.
Αργότερα είδε το σφάλμα της η Μητρόπολη Ιωαννίνων και τον επανέφερε στο αγαπημένο του Μοναστηράκι. Αλλ’ αυτός δεν έπαυε να εξορμά στα διάφορα χωριά της Ηπείρου, για να εξομολογεί και νουθετεί τους Χριστιανούς.

No automatic alt text available.


Όταν το 1940 τα Ελληνικά στρατεύματα νίκησαν τους Ιταλούς, όλοι με χαρά πανηγύριζαν και γλεντούσαν στην πλατεία του χωριού Βίτσα – Ζαγορίου. Συνέβη να περάσει από εκεί ο π. Ιάκωβος. Στάθηκε σε μία πέτρα, κτύπησε το ραβδί του και είπε: «Παιδιά μου, μη χαίρεσθε και μη το ρίχνετε έξω. Αντίς για γλέντια χρειάζεται προσευχή και παρακλήσεις στο Θεό. Οι Ιταλοί θα ξαναγυρίσουν στη Χώρα μας!». Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα λόγια του γέροντα Ιακώβου έγιναν πραγματικότητα. Το 1941 οι Ιταλοί ξαναγύρισαν κατακτητές!

Ο π. Ιάκωβος έζησε και την εποχή του εμφύλιου πολέμου. Τότε προστάτευσε τον εχθρό του Καπετάν-Φωτιά και τον αδελφό του, όταν κινδύνευε η ζωή τους. Αφού τους φιλοξένησε, τους κάλεσε σε μετάνοια και συμφιλίωση με τον Θεό. Τότε εξομολογήθηκαν για πρώτη φορά. Μετά τους βοήθησε με τις συμβουλές του. Στη συνέχεια φρόντισε να τους φυγαδεύσει, αφού πρώτα τους μεταμφίεσε, ώστε να μην αναγνωριστούν από τους εχθρούς τους και κινδυνεύσουν.
Όχι μόνον στην κατοχή, αλλά και στον εμφύλιο πόλεμο διέτρεξε κινδύνους, αλλά ο Θεός τον διαφύλαξε κατά θαυμαστό τρόπο.

Ταξιδεύοντας βράδυ από τα Ιωάννινα στο Μονοδένδρι, κατά την κατοχή, έφθασε στη θέση Καρυές. Συνάντησε εκεί γερμανική περίπολο, η οποία με νεύματα τον υποχρέωνε να σταματήσει. Ο π. Ιάκωβος δεν κατάλαβε, ούτε είδε την περίπολο γιατί ήταν απορροφημένος στην προσευχή του και δεν σταμάτησε. Αμέσως δέχθηκε ριπή αυτομάτου όπλου αλλά δεν έπαθε τίποτε. Απλώς σταμάτησε όταν άκουσε τις σφαίρες να σφυρίζουν και αφού ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό, συνέχισε την προσευχή του.Οι Γερμανοί στρατιώτες έμειναν έκθαμβοι όταν τον είδαν σώον και αβλαβή και πάλιν με νεύματα του έδειξαν τον δρόμο για να φύγει.

Κάποια ημέρα επέστρεφε από το χωριό Σουδενά, που λειτούργησε, στο Μοναστηράκι του, που απείχε δύο ώρες περίπου. Στον ερημικό εκείνο δρόμο βαδίζοντας προσευχόταν νοερά, όπως συνήθιζε πάντοτε.
Άνδρες του εθνικού στρατού ναρκοθέτησαν ένα σημείο του δρόμου. Κατέλαβαν ακολούθως το ύψωμα και παρακολουθούσαν, μήπως περάσει κανένας αντάρτης. Ξαφνικά βλέπουν να ξεπροβάλει ανύποπτος ο π. Ιάκωβος στο ναρκοθετημένο σημείο του δρόμου. Βάζουν τις φωνές για να τον προλάβουν:
-Παππούλη… Παππούλη… Αλλά ώσπου ν’ ακούσει ο π. Ιάκωβος, που ήταν προσηλωμένος στην προσευχή, την πάτησε την νάρκη που εξερράγη.
«Πάει ο φουκαράς ο Παππούλης», λένε οι στρατιώτες και τρέχουν στον τόπο του δυστυχήματος. Βλέπουν τον π. Ιάκωβο άσπρο από τη σκόνη, να τινάζει τα ράσα του, χωρίς να έχει πάθει τίποτε. Δεν μπορούν να συνέλθουν από την έκπληξή τους.

-Και δεν έπαθες, Παππούλη, τίποτε! είπαν με θαυμασμό.
-Πώς να πάθω, παιδιά μου; Αφήνει ο Θεός να πάθουμε τίποτε, αφού έλεγα την προσευχή μου; Και σας δεν θα σας αφήσει ο Θεός να πάθετε τίποτε, θα σας φυλάξει να γυρίσετε στα σπίτια σας. Μονάχα να πηγαίνετε με το δρόμο του Θεού. Να καθίσω, παιδιά μου, να εξομολογηθείτε, και μεθαύριο να σας λειτουργήσω να κοινωνήσετε;
-Ναι, παππούλη, απάντησαν όλοι τους με ένα στόμα συνεπαρμένοι από το θαύμα.

Image may contain: one or more people and text


Ό π. Ιάκωβος ήταν ένας βιαστής του πνεύματος, ένας σύγχρονος Πατροκοσμάς, ένα φιλέρημο στρουθίο της αρετής, από τά έρημοπούλια της πίστεως, πού χτίζουν τις φωλιές τους στις απάτητες κορυφές της αρετής, καλλικέλαδο ώς προς την αδιάκοπη δοξολογία τού Θεού μας. Υπήρξε ο Οσιος Ασκητής του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία, στα ψηλώματα τών Ζαγοροχωρίων, στου οποίου το πρόσωπο διαπιστώνουμε περίτρανα για μια ακόμη φορά, ότι έχει και η εποχή μας τούς Αγίους της, αφού η αγιότητα είναι διαχρονικό φαινόμενό προς βεβαίωση τών λόγων τού Αποστόλου τών εθνών: «Όπου επλεόνασεν η αμαρτία, υπερεπερίσσευσεν η χάρις» (Ρωμ. ε’ 20).

Ο πατήρ Ιάκωβος ζούσε στα υψηλά.Δεν αναπαυόταν στα χαμηλά, αφού είχε υψηλές πνευματικές ανατάσεις και δεν συμβιβαζόταν με τη ζωή στα χειμαδιά της πνευματικής ζωής. Ανέπνεε τον καθαρό αέρα της ολοκληρωτικής αφιερώσεως στο έργο του ευαγγελισμού τών ψυχών και στη θεία Αγάπη. Προτιμούσε τη σκληρή ζωή τών στερήσεων και τών θλίψεων λέγοντας ότι «διά πολλών θλίψεων δει ημάς είσελθείν εις την Βασιλείαν τών Ουρανών» (Πράξ. ιδ’ 22). Κακουχία γι’ αυτόν σήμαινε αναψυχή. Στέρηση σήμαινε πλουτισμός. Λύπη και πειρασμός σήμαινε αγαπητική επίσκεψη του Θεού. Ήθελε να βιώνει την πτωχεία του Ιησού σέ όλο της το μεγαλείο. Είχε εγκαταλείψει τον εαυτό του στο θειο έλεος και από τον ουρανό αντλούσε δύναμη και υγεία.

Ασκητικός, γλυκύτατος, λαμπερός ό π Ιάκωβος, με απλά λόγια εξηγούσε το Ιερό Ευαγγέλιο στους πιστούς. Ο λόγος του ήταν βαθειά θεολογικός, αλλά απόλυτα κατανοητός και πάντοτε συμβουλευτικός. Για κάθε πρόβλημα έδινε μία λύση, η οποία ήταν πάντοτε η καλύτερη. Αν κάποιος έκανε σοβαρή αμαρτία τον συμβούλευε πατρικά και έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία στη συκοφαντία, την οποία θεωρούσε μεγάλο ολίσθημα μισητό από τον ακατάκριτο Κύριό μας. Αυτή είναι διαβολή, έλεγε, και είναι βέβαιο ότι ο διάβολος είναι ο εφευρέτης της, αφού είναι ο πατέρας του ψεύδους.

Image may contain: 1 person


Ο βίος του π. Ιακώβου ήταν στολισμένος με όλες τις αρετές, με καρτερία, σεμνότητα, εγκράτεια, Αγάπη και προ πάντων με την υψοποιό ταπείνωση. Γι’ αυτό κέρδισε και την Ουράνια Βασιλεία.
Στα χωριά πού περιόδευε ιεραποστολικά ο Γέροντας διδάσκοντας την ευσέβεια μαζευόταν όλη η γειτονιά να ακούσει τον ψυχωφελή λόγο του. Όταν του πρότειναν να φάει εκείνος έτρωγε μόνο δύο κουταλιές, πάντοτε νηστίσιμο, και ευχαριστούσε τούς πάντες. Μιλούσε και προφητικά λέγοντας:
«Μή χαίρεστε! Πίσω θα έρθουν χειρότερες ήμερες». Επίσης έλεγε: «Θα έρθει καιρός πού ο ένας δεν θα θέλει να δει τον άλλον. Θα αλλάξει ο κόσμος. Το μεγάλο ποτάμι δεν ήρθε ακόμη, πίσω είναι. Γι` αυτό εξομολογηθείτε, κοινωνήστε. Δεν ξέρουμε την ώρα μας. Θα έχετε όλα τά καλά, αλλά δεν θα τά χαίρεστε».

Στην εκταφή των λειψάνων του βρήκαν ένα λουλούδι στο κεφάλι του. Πώς να μή ανθήσει λουλούδι, όταν ο ίδιος ήταν το ρόδο της ασκητικής ζωής, το κρίνο της ιεραποστολική δράσεως και το ζουμπούλι της ψυχικής κενώσεως στις ανάγκες τών συνανθρώπων του; Το άνθισμα τού λουλουδιού έδειχνε την ευαρέσκεια τού ουρανού στους αγώνες τού Γέροντος Ιακώβου.
Στα δύσκολα χρόνια της πείνας και της ανέχειας, αν εξοικονομούσε καμιά οκά αλεύρι ή καμιά χούφτα φασόλια μπορούσε να πάει και δύο ώρες δρόμο σέ κάποιο χωριό, για να τα δώσει σέ φτωχές οικογένειες. Όλα για τούς άλλους! Τίποτα δεν κρατούσε για τον εαυτό του. Τά βράδια, στη μικρή ανάπαυση πού έδινε στον εαυτό του κοιμόταν κατάχαμα πάνω σέ ένα χράμι από γιδόμαλλο με μαξιλάρι μια πέτρα.

Στον εμφύλιο σπαραγμό πού έζησε σέ δυσχείμερα χρόνια τον ρωτούσαν:
-Γέροντα, πόλεμος γίνεται, φονικά βλέπουμε, με ποιόν να πάμε;
-Με αυτόν πού έχει το μικρότερο πειρασμό, απαντούσε, χωρίς να παίρνει θέση.

Image may contain: mountain and outdoor
ΒΟΔΙΝΟ Άνω Δερόπολης .Το χωριό καταγωγής του Οσίου Πατρός Ιακώβου Βαλοδήμου.

 Ό π. Ιάκωβος δεν ήταν μόνον ο άνθρωπος της προσευχής αλλά καί της προσοχής- της αγρύπνου μάλιστα προσοχής. Πρόσεχε τον εαυτό του καί εις τά ελάχιστα, εις τά όποια άλλοι δεν θα έδιναν καί τόση μεγάλη σημασία, καί θα προέβαιναν ίσως εις συμβιβασμούς, υποχωρήσεις καί αβαρίες…
Όταν την Μ. Τεσσαρακοστή του 1955 κλήθηκε στήν Κωνσταντινούπολη, για να Εξομολογήση τους πιστούς, δυσκολεύθηκε πολύ για να αποφασίσει.
Γιατί νομίζετε; Για να μην βγάλει τα ράσα.


Εκεί, ως γνωστόν, οι Τουρκικές αρχές απαγορεύουν το ράσο. Πώς να βγάλει το ράσο, πού το θεωρούσε αχώριστο σύντροφο της ιεροσύνης καί την οποία ιεροσύνη έλαβε από τον Θεό; Πώς να βγάλει το ράσο, το οποιον επί τρία τέταρτα αιώνος δεν αποχωρίστηκε ούτε στον ύπνο του; Πώς να βγάλει αυτός το ράσο, το όποιον έτμησε η μακραίωνα παράδοση;

Του φαινόταν oτι θα εμοντερνοποιείτο, του φαινόταν ότι θα έμοιαζε με κάτι θηλυπρεπείς κληρικούς πού είδε κάποτε στην Αθήνα με ψαλιδισμένα τά γένια, με κομμένα τά μαλλιά καί ξυρισμένο τους σβέρκο, καί για τους οποίους παρακαλούσε τον Θεό να τούς ελεήσει.
Του φαινόταν oτι θα έχανε την Ορθοδοξία, τήν Ιεροσύνη του, την πίστη του. «Λίγο – λίγο ξεφτίζει ο παπάς», έλεγε. Του φαινόταν, ότι με παντελόνι καί σακάκι -Ορθόδοξος αυτός παπάς- θα φαινόταν σαν σατανάς !…

Αλλά καί να μην υπακούσει στην φωνή του καθήκοντος; Να αφήσει τήν ευκαιρία πού του έδίδετο, για να πάρει «ψύχα μισθόν από τον Θεόν»; Να αφήσει χάριν του ράσου ψυχές ανεξομολόγητες; Τότε τί λόγο θα έδιδε στον Θεό. Εδώ ήταν ο κόμπος. Καί τον έλυσε.
Φόρεσε απ’ έξω από το αντερί του καί μέσα από το έξώρασό του ένα μαύρο καί μακρύ παλτό. Όταν πλησίασε εις τον έλεγχο τών Τούρκων, έβγαλε μόνον το έξώρασο το δίπλωσε στο χέρι του καί, φορώντας το παλτό, πέρασε ανενόχλητος.
Μόλις απομακρύνθη το ξαναφόρεσε καί περιεφέρετο με το ράσο καθ’ όλο το διάστημα τής παραμονής του στην Πόλη.
Η εκεί παραμονή του έφερε πολύ πνευματικό καρπό. Εξομολόγησε πολύ λαό.

Image may contain: outdoor
Ιερά Μονή Προφήτου Ηλιού (αναμεσα από Βίτσα και Μονοδέντρι Ζαγορίου) , όπου μόνασε ο Όσιος Πατέρας Ιάκωβος Βαλοδήμος για μισό αιώνα.Εκεί βρήσκετε και το σκήνωμά του.
 

Ό «Απόστολος Ανδρέας» το επίσημο όργανο του Πατριαρχείου στο φύλλο τής 23ης Απριλίου του 1955 έγραψε για τήν εκεί επίσκεψή του, μεταξύ των άλλων καί τά εξής: «Αφίκετο ενταύθα κατόπιν Πατριαρχικής προσκλήσεως ό πανοσιολογ. Άρχιμ. κ. Ιάκωβος Βαλοδήμος Πνευματικός….

Ο Πατριάρχης δεχθείς τον Άγιο Πνευματικό μετά πολλής χαράς καί ευλαβείας κράτησε αυτόν φιλοξενούμενο εις τά Πατριαρχεία καί διευκόλυνε αυτόν να δεχθή Χριστιανούς εις τον Πατριαρχικό ναό, εις τούς ιερούς ναούς Αγίου Δημητρίου, Κουτρουλούς, Μακροχωρίου, Πρώτης καί εις τήν Ιερά Θεολογική Σχολή Χάλκης. Συνεχάρη αυτόν για το έργο του, ευχαρίστησε για τήν έλευσή του καί κάλεσε αυτόν να επανέλθει καί πάλιν.
Κατά τήν επιστροφή του διήλθε από το Αγρίνιο. Παρ’ όλον τον κόπο του ταξιδίου λειτούργησε καί εν συνεχεία εξομολόγησε όλη τήν ημέρα χωρίς διακοπή. Τελείωσε αργά τήν νύκτα.
Καμπτόμενος τώρα από το βάρος του τόσου κόπου καί τών γηρατειών ανέβαινε τήν κλίμακα τοΰ Νοσοκομείου τής Χριστιανικής Κινήσεως, όπου θα διανυκτέρευε, μετά δυσκολίας. Τότε μία ευσεβής νοσοκόμα, έσπευσε να τον υποβοήθηση. Δεν δέχτηκε. Τόσο πολύ εφοβείτο τήν γυναίκα καί πρόσεχε τήν αγνότητα του! Μόλις τον άγγισε, τινάχτηκε σύγκορμος, σαν να τον δάγκωσε οχιά.
Όταν πάλιν του έδωσαν εκεί για να λειτουργήσει άμφια ωραία με χρώματα κτυπητά καί φανταχτερά ερώτησε: «Δεν υπάρχουν τίποτε μουντά;». ’Αν καί στο ζήτημα αυτό ορθοφρονούσε.
«Ο Ιερεύς, έλεγε, είναι υπηρέτης του Θεού καί πρέπει να ντύνεται καλά, όπως καί εκείνος πού υπηρετεί ετούτον τον βασιλέα, ο σερβιτόρος του δηλ. πού τον σερβίρει πρέπει να είναι καθαρός καί να ντύνεται καλά, έτσι καί ο Ιερεύς, πού είναι υπηρέτης του μεγάλου βασιλέως, πρέπει να είναι καλοντυμένος καί καθαρός καί προ πάντων εις το θυσιαστήριο».

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

«Παραμένεις εν τω Μοναστηρίω;»
Κατά τήν κουρά του μοναχού ο ηγούμενος, μεταξύ άλλων ερωτήσεων, απευθύνει εις τον προσερχόμενο καί τήν ερώτηση• «Παραμένεις τω Μοναστηρίω»;
Ό μέλλων μοναχός απαντά «ναι τίμιε Πάτερ». Δίδει υπόσχεση, ότι θα παραμείνει εις το Μοναστήρι. Αυτή τήν υπόσχεση ο Ιερομόναχος Ιάκωβος τήν τήρησε μέχρι τέλους τής ζωής του.
Πολλές φορές τον κάλεσαν να εγκατασταθεί εις Ιωάννινα, Αγρίνιο ή Αθήνα μεταξύ πνευματικών αδελφών, πού τον αγαπούσαν καί θα είχε όλες τις ευκολίες καί ιδίως τώρα εις το βαθύ γήρας. ’Αλλ’ αυτός προτιμούσε τήν σκληρή ζωή της στερήσεως εις το φτωχό Μοναστηράκι του.

Η αγάπη προς το μοναστηράκι του τον έκαμε να επισκεφθή τήν Αθήνα. Ήταν ετοιμόρροπο καί ήρθε να ζητήσει χρήματα, για να το επισκευάσει, παρ’ όλα τά ογδονταπέντε του χρόνια. Επεσκέφθηκε καί τον από Ιωαννίνων Αρχιεπίσκοπο Σπυρίδωνα, ο οποίος γνώριζε την αγιότητά του. Τον βρήκε πρόθυμο. «Ό,τι θέλει ο πάτερ Ιάκωβος, που πάτησε τήν νάρκη καί δεν έπαθε τίποτε», είπε.

Όταν επισκεύαζε το Μοναστήρι αρρώστησε. Επήγε στο γιατρό. Του συνέστησε ανάπαυση καί αυστηρότατη δίαιτα. Αλλ’ αυτός δεν ευκαιρούσε να καθίσει. Έπρεπε να δουλέψει στο Μοναστήρι. Ούτε τα μέσα είχε για να κάμη δίαιτα. Ήταν πτωχός, είπαμε. Επί πλέον ήταν καί η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου καί δεν είχε τίποτε άλλο από φακές, πού ήταν τελείως αντίθετες στην ασθένειά του. Το μόνο πού έκαμε μετά τον γιατρό, ήταν να πάει στην Εκκλησία καί να παρακάλεση τον προφήτη Ηλία. «»Άγιε μου Ηλία, βάλε το χέρι σου. Έχω βλέπεις μαστόρους. Τί θέλεις να μείνει το μοναστήρι σου;»
Εξακολούθησε εντατικά τήν δουλειά του καί έτρωγε καθ’ όλον τον Δεκαπενταύγουστο μεσημέρι – βράδυ φακές. Όταν τελείωσε, τον είδε πάλι ο γιατρός, ο οποίος δεν βρήκε ούτε ίχνος από τήν ασθένειά του. «Βλέπεις, του λέγει, για να κάμης ότι σου είπα, έγινες τελείως καλά». Καί που να ήξερε, ότι έκαμε τελείως τά αντίθετα!

Η εκδημία του…

Ό π. Ιάκωβος ζούσε για τήν Βασιλεία των ουρανών, τήν όποια προγευόταν απ’ εδώ. Όταν μιλούσε για την Βασιλεία του Θεού ήταν σαν να ήταν εκεί. Αυτή ήταν ο στόχος του, η σκέψης του, ο πόθος του. Αυτήν ευχόταν καί εις πάντα συνομιλητή του. «Καλά στερνά», έλεγε. Αυτό το ευχόταν καί εις τούς προϊσταμένους του Αρχιερείς.

Τίποτε από τον κόσμο αυτόν δεν του τράβηξε τήν καρδιά. Τουναντίον μάλιστα «υπωπίαζε καί δουλαγωγούσε το σώμα του». Καί είναι θαύμα πώς εκείνο το σαρκίο άντεξε στην τόση άσκηση καί κακουχία τόσα χρόνια. Ενενήντα χρόνια είχε στην πλάτη του. Τώρα ήλθε το πλήρωμα τοΰ χρόνου.Αφού σώθηκε από νάρκες και πολλούς ορατούς και αοράτους εχθρούς με τη Θεία συνέργεια και με θαύμα στους τρόπους πού μόνο σε Αγίους συμβαίνουν, ο π. Ιάκωβος κοιμήθηκε τις 15 Φεβρουάριου του 1960 ήσυχα και Άγγελοι Κυρίου παρέλαβαν τη μακαρία του ψυχή, για να τη μεταφέρουν στο θρόνο τού Έσφαγμένου Άρνίου. Ήταν ημέρα νίκης, ημέρα λυτρωμού, ημέρα θριάμβου, για το Γέροντα, πού έσπαγε το φράγμα της ύλης και πορευόταν στην αφθαρσία, στη ν αιωνιότητα, κοντά στο Χριστό μας, «όπου ήχος καθαρός έορταζόντων και βοώντων άπαύστως, Κύριε, δόξα Σοι.


Ήταν άρρωστος βεβαίως από τον Φεβρουάριο του 1959. Έπασχε από ουρία καί χρόνια ημικρανία. Αλλά τον Μάιο του 1959 έγινε θαυματουργικός τελείως καλά. Ξαναρρώστησε πάλι τέλος του 1959. Κατέβηκε στο Νοσοκομείο του Χατζηκώστα των Ιωαννίνων, πού το διευθύνει η Ιερά Μητρόπολη, καίτοι διά τον πατέρα Ιάκωβο oλες οι πόρτες ήσαν ανοικτές.

Οι ευσεβείς καί «τούς οφθαλμούς αυτών εξορύξαντες» θα του εδιδαν. Εκεί τον επισκέπτονταν πολλοί. Πάντα καί κάποιο καλό λόγο θα είχε για τον καθένα τους. Έβγαζε εκ του θησαυρού τής καρδίας του «καινά καί παλαιά». Τά λόγια του όλα ήσαν «αλάτι ήρτυμένα». Ουδείς φαντάζετε ότι θα έφευγε. Νόμιζαν ότι κάτι θα γίνει καί θαυματουργικός πάλιν θα σηκωθεί ό πάτερ Ιάκωβος, όπως καί τόσες άλλες φορές. Αυτός όμως προαισθανόταν τήν αναχώρηση του καί έλεγε εις κάθε επισκέπτη του. «Καλή αντάμωση». Μέχρι τέλους διατηρούσε τήν διαύγεια του πνεύματός του.
Οποία ήταν η έκπληξη όλων, όταν το άκουσαν! Έμειναν εμβρόντητοι. Θα έμεναν ορφανοί. Ήταν πατέρας όλων. Ήταν το στήριγμά τους εις τον αγώνα της αρετής.

Ήταν ο πρωτοπόρος οδηγός πού τούς έδειχνε τον ουρανό. Καί αυτός μεν «εξάρας τούς πόδας αυτού επί τής κλίνης αυτού ανεπαύθη έκ τών κόπων αυτού καί προσετέθη προς τούς πατέρας αυτού». Αυτοί όμως έμειναν μόνοι. Τρέχουν λοιπόν εις τον Ναό τοΰ Αγίου Νικολάου, πού είχε έναποτεθή το άγιο σκήνος του, για να πάρουν τήν ευχή του καί να τον δουν για τελευταία φορά.

Ο π. Ιάκωβος είχε αφήσει εντολή να ταφή στο αγαπημένο του Μοναστήρι, με το οποίον είχε συνδεθεί με τόσους πνευματικούς αγώνας, αγνώστους βεβαίως εις εμάς, γνωστούς όμως εις τον Θεό, από τον Όποιον θα λάβει τώρα τον «στέφανον της ζωής».
Τά Ζαγόρια εκείνες τις ήμερες είχαν αποκλεισθή. Είχε πέσει χιόνι πολύ. Οι ευσεβείς, πού τον συνόδεψαν υπέφεραν πολύ στη διαδρομή. Η Αγάπη τους όμως προς τον π. Ιάκωβο τά υπερνίκησε όλα.
Βρήκαν μπουλντόζες, άνοιξαν από τά χιόνια τον δρόμο καί τον επήγαν κατά τήν επιθυμία του εις τον προφήτη Ηλία του Μονοδενδρίου όπου καί ετάφη.

Ταπεινή υπήρξε η έξοδός του από τον κόσμο αυτό, όπως ταπεινή υπήρξε καί όλη του η ζωή. Η είσοδός του όμως εις τήν Βασιλεία του θεού ήταν θριαμβευτική, ασφαλώς. Ευαρέστησε εις τον Θεόν. Ο Θεός απέδειξε καί εις τήν παρούσα ζωή ότι έδέχθη τούς αγώνας του, διότι του παρείχε θαυματουργικός τήν προστασία, όπως είδαμε. Ο δε π. Ιάκωβος, από τήν Βασιλεία του Θεού, εις τήν οποία είναι ασφαλής καί ευτυχής, μάς φωνάζει: «Παιδιά μου προσοχή από τον μισόκαλον, προσοχή από τήν αμαρτία. Μή σάς παρασύρουν τά μάταια. Αγάπη στον Κύριό μας καί στον πλησίον μας. Σκοπός σας ο Παράδεισος, τά «επηγγελμένα αγαθά».

Κρίσεις για τον π. ΙΑΚΩΒΟ

Ό «Απ. Ανδρέας» το περιοδικό της Κωνσταντινουπόλεως έγραψε τά εξής επί τη εκδημία του, μεταξύ των άλλων:
«…Ζωή ασκητική, νηστεία συνεχής βίος ανεπίληπτος’ άμωμος, απρόσβλητος. Κατέστη ο σπουδαιότερος εξομολόγος της περιφερείας καί ίσως ολοκλήρου τής Χώρας. Σ’ αυτόν τον ερημίτη τον απόκοσμο γέροντα, με τήν πίστη τήν πηγαία, πήγαιναν Υπουργοί, βιομήχανοι ζάπλουτοι, καθηγηταί, πρίγκηπες, Ιεράρχαι. Χωρικοί κτυπούσαν τήν θύρα του φτωχού του κελιού ώς αργά τήν νύκτα. Η μεγάλη ψυχή του αποπνευματωμένου Λευίτη σήκωναν άμαρτίας καί άνοιγε τήν χρυσή πύλη του φωτός καί τής μετανοίας εις πάμπολλες βαρύθυμες συνειδήσεις, διά να αλλάσσουν τρόπον ζωής.
Προ τινων ετών ήλθεν εις τα Πατριαρχεία, νοσταλγός της παλιάς του διάβας καί δοκίμασε βαθύτατη ευτυχία, όταν προσκύνησε έδώ καί εις άλλας Εκκλησίας καί έπανεύρεν ένα παλαιόν του φίλον, τον Αίδεσ. Δημήτριον Βαλλιάνον. Τον έχαρήκαμεν όλοι καί άπηλαύσαμεν τήν διδασκαλίαν του.
Τήν 15ην Φεβρουάριου 1961, με πολλήν λύπην έμάθομεν ότι εις ήλικίαν 91 έτών άνεπαύθη έν Κυρίω.

No automatic alt text available.

Ι.Μονή Πρ.Ηλιού – Βίτσα Ζαγορίου
ΛΕΙΨΑΝΟΘΗΚΗ Οσίου Πατρός Ιακώβου Βαλοδήμου .
Κατασκευάστηκε με έξοδα ευλαβών Χριστιανών με πρωτοβουλία του Δρος Χαραλάμπους Μπούσια – 2012.

Επίλογος

Αυτός υπήρξε ό π. Ιάκωβος. Ομολογουμένως άγιος άνθρωπος. Το ομολογούν όλοι όσοι είχαν τήν ευτυχία να τον γνωρίσουν από κοντά. Είναι σύγχρονος άγιος των ημερών μας. Δυστυχώς όμως είναι άγνωστος ακόμη. Δεν τον επρόσεξε η Εκκλησία μας.
Ό,τι όμως δεν έγινε μέχρι σήμερα, ας γίνει τώρα. Είναι άνάγκη σ’ αυτή τήν στείρα εποχή από άγιους, να αξιοποιήση η Εκκλησία αυτό το ανεκτίμητο πνευματικό κεφάλαιο, τον π. Ιάκωβον. Ο κόσμος διψά για παράδειγμα καί αγιότητα.
Προσπάθησε καί σύ αναγνώστα, να κάμης γνωστή τήν ζωή του με τις συζητήσεις σου καί τήν διάδοση του βιβλίου αυτού εις όσο το δυνατό περισσότερους.
Θα φέρη πολλή ωφέλεια καί ασφαλώς θα βρεθούν άνθρωποι πού θα προσπαθήσουν να τον μιμηθούν πολύ ή λίγο στη ζωή τους…

Για τον πατέρα Ιάκωβο Βαλοδήμου κυκλοφορούν δύο βιβλία
1)Του αρχιμανδρίτη Χαράλαμπου Βασιλόπουλου«Πατήρ Ιάκωβος Βαλοδήμος.Ένας σύγχρονος Άγιος,1870-1960
2)Το βιβλίο του Δρος Χαραλάμπους Μ.Μπούσια (Μεγάλου Υμνογράφου της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας) = «Ο Άγιος της Βίτσας Ζαγορίου Ιάκωβος Βαλοδήμος «.Αθήνα 2015.
Πηγές 1,2….ΠΗΓΗ φωτό