Ένα ποτήρι κρύο νερό …

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΥΟ ΝΕΡΟ

Διηγείται ο κ. Σπύρος Κανίνιας, εισαγγελέας του Αρείου Πάγου: Ήταν μια πολύ ζεστή καλοκαιρινή μέρα όταν έφεραν το μεσημέρι στο Πλημμελειοδικείο ένα νεαρό άνδρα κατηγορούμενο για επικίνδυνες σωματικές βλάβες που είχε προξενήσει το προηγούμενο βράδυ σε αρκετούς ανθρώπους που επίσης είχαν έρθει στο δικαστήριο.

Οι παθόντες κατέθεσαν και το δικαστήριο ορθά επέβαλε στον κατηγορούμενο λίγα χρόνια φυλάκισης ,λόγω και της προηγούμενης επιθετικής με πολλά σχετικά κρούσματα συμπεριφοράς. Ξαφνικά και ενώ τακτοποιούσα τα χαρτιά μου ο κατηγορούμενος έπαθε κρίση και όρμησε εναντίον των μαρτύρων, οι δε αστυνομικοί με κόπο τον συγκράτησαν. Εκείνη την στιγμή σήκωσα το βλέμμα μου και τον κοίταξα και εκείνος με κοίταξε σαν να μου ζητούσε κάτι. Αφού παρεκάλεσα τον κλητήρα να του φέρει ένα ποτήρι κρύο νερό και ενώ είμαστε μόνοι στην αίθουσα, μια και είχα παρακαλέσει όλους να το κάνουν του εξήγησα απλά να αγωνιστεί και επιβληθεί στον εαυτό του ώστε αυτή η καταδίκη του να είναι η τελευταία.

Επί χρόνια αργότερα μου έστελνε χαιρετίσματα ευγνωμοσύνης μέσω του δικηγόρου του ο οποίος με βεβαίωνε ότι δεν ξαναεγκλημάτισε και με θεωρούσε ευεργέτη του. Τελικά εκείνο το ποτήρι κρύο νερό αποδείχθηκε τόσο θεραπευτικό, το δε παραπάνω περιστατικό δεν το διδάσκουν ολόκληροι τόμοι Εγκληματολογίας και Δικαστικής Ψυχολογίας.

Πηγή: «Θαυμαστά παραδείγματα μεταστροφής αμαρτωλών για να μην απελπίζεται κανένας, ουδέποτε και για ο,τιδήποτε» σ.61-63

 

ΜΙΑ ΑΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ – η πόρνη και ο άνδρας της

Αποτέλεσμα εικόνας για συζυγος υπομονης

Ζούσε στην Αθήνα πρό ετών κάποιος άνθρωπος πού τον έλεγαν Νικόλαο.
Ταπεινός, ευσεβής, με τη νηστεία του, την αγρυπνία του και με «Θεϊκές καταστάσεις» όπως γράφει στις άγιες προσευχές του.

Είχε μάλιστα και την αρετή της ελεημοσύνης, όπως εδώ σε μιά παρόμοια σκηνή βλέπουμε…

Στα 35 χρόνια του, εφόσον τακτοποίησε τις άγαμες αδελφές του, απεφάσισε κι΄ αυτός να παντρευτεί. Όπως ήταν φυσικό, εφόσον ήταν και ευσεβής, θα έπρεπε να ψάξει να βρεί μία κοπέλα μέσα από την Εκκλησία, και πιθανόν να πείτε και μέσα από τις αδελφότητες, και οπουδήποτε αλλού υπήρχε ευλάβεια και ευσέβεια σε χώρους χριστιανικούς.

Αλλά όμως εκείνος διάλεξε κάτι άλλο… Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ή Κορίνα ή Ντρές, ή νοσηλεύτρια του βουνού καί τής στάνης

Καταγόταν από τό ένδοξο Μεσολόγγι. ΥπηρέτησεΣχετική εικόνα

ως εθελόντρια αδελφή στον πόλεμο τού ’40 κι έπειτα νοσοκόμος στα ψηλά βουνά τής Ευρυτανίας, από χίλια μέτρα κι απάνω, μέχρι τό τέλος τής θητείας της. Στά ψηλά βουνά, πού, όταν πλακώσει ό χειμώνας, σε διώχνουν,

σου λέγουν: «Αφήστε μας μόνα να παλέψουμε με τά χιόνια

καί τις καταιγίδες κι ελάτε πάλι τήν άνοιξη κοντά μας». ’Ήτανε κι αυτή ή ψυχή σάν τούς ξεχασμένους ιεροκήρυκες τής υπαίθρου, πού κανείς δεν τήν σκέφθηκε, όταν μεγάλωσε, να την κατεβάσει στά πεδινά. Φτωχή κι ανυπεράσπιστη από τούς μεγάλους, διακόνησε τήν Δομνίστα, τό Κρίκελλο καί τό Καρπενήσι αγόγγυστα όλη τήν τριακοπενταετία. Οσάκις βλέπω προτομή αδελφής νοσοκόμας, ενθυμούμαι τήν Κορίνα με τά ακουστικά, τό πιεσόμετρο καί τήν σύριγγα να γυρίζει μες στά χιόνια καί τις κακοκαιρίες από καλύβα σε καλύβα, να νοσηλεύση τον γέρο, τον ανήμπορο.

Ολοι οί άνθρωποι γιά τήν Κορίνα είχανε μόνον ένα όνομα: «ό χρυσός» καί «ή χρυσή». Με αύτήν τήν τρυφερή προσφώνηση καί τήν εύσπλαγχνική έκφραση ό ορεσίβιος ξυλοκόπος καί βοσκός είσήρχετο στο ιατρείο θηρίο καί έξήρχετο απριλιάτικο αρνάκι. Με τον καλό τρόπο καί τούς χαμηλούς

τόνους ήταν πάντα ό κούκος πού έφερνε τήν άνοιξη στις πληγωμένες ψυχές. 
Μέ τον ήμερο τρόπο της καί τα γουστόζικα ανέκδοτά της ησύχαζε τον αγριεμένο, παρηγορούσε τον παραπονεμένο, γινόταν ό πνευματικός του χωρίου, ό κυματοθραύστης στις φουρτούνες τής οικογένειας. Οί άνθρωποι, μακριά από τον κόσμο, από τους ανθρώπους, παρηγοριά ήθελαν, κάπου ν’ ακουμπήσουν τις τυραγνίες τους. Και αυτή ήταν Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ποιός φταίει; Τα μήλα ή μηλιά;

Image result for κοσμας ο αιτωλος

Όταν ένα δένδρο το κόψεις, τα κλαδιά του ξεραίνονται σε ελάχιστο χρόνο. Όταν το περιποιείσαι και το ποτίζεις, τα κλαδιά του γίνονται όλο και πιο πράσινα, όλο και πιο δροσερά. 

Δένδρο είναι οι γονείς. Κλαδιά είναι τα παιδιά τους.Όταν λοιπόν οι γονείς, που είναι η ρίζα και ο κορμός, τρέφονται με νηστείες, με προσευχές, με ελεημοσύνες, με καλά έργα, ο Θεός φυλάει τα παιδιά· και προχωρώντας με το παράδειγμά τους γίνονται καλοί χριστιανοί και καλοί άνθρωποι.
Όταν οι γονείς κάνουν αμαρτίες, που κάνουν το δένδρο του σπιτιού τους να ξεραίνεται, και προ παντός όταν εκείνοι το κόβουν με τα ίδια τους τα χέρια, τότε τα παιδιά τους ξεραίνονται πνευματικά· πεθαίνουν ψυχικά· γίνονται από χίλιες δύο πλευρές προβληματικά πρόσωπα!… 
Και ο Θεός τότε, τιμωρεί τους γονείς εκείνους και τους βάζει στη κόλαση, μαζί με τα παιδιά τους, που τα γέννησαν και τα πήραν στο λαιμό τους.* 
Όταν έχουμε μια μηλιά, που κάνει ξινά μήλα, ποιόν κατηγορούμε; Ποιός φταίει; Τα μήλα ή, η μηλιά; Ασφαλώς η μηλιά φταίει.Λοιπόν. Γίνετε σεις η μηλιά καλό δένδρο, κάνετε σεις έργα καλά, να γίνουν και τα παιδιά σας καλά.
Μας λέει η Αγία Γραφή:Από τότε που έφτιαξε ο Θεός τον Αδάμ, είχαν περάσει τρεισήμισι χιλιάδες (3.500) χρόνια. Και σε τόσα χρόνια δεν είχε πεθάνει παιδί πριν από τον πατέρα του από φυσικό θάνατο.Τότε ζούσε ένας άνδρας που τον έλεγαν Θάρα. Αυτός με παγίδα του διαβόλου ήταν ο πρώτος που έφτιαξε είδωλα. Και έβαλε τα παιδιά του να τα προσκυνάνε σαν Θεό (Γεν. 11, 24-32).Από τότε άρχισαν τα παιδιά να πεθαίνουν πριν από τους γονείς τους. Έτσι τιμώρησε ο Θεός τον Θάρα
Κάθε αμαρτία που κάνουν οι γονείς, είναι δηλητήριο στις ψυχές των παιδιών τους. Και κάνει τα παιδιά ξερόκλαδα.Το διαζύγιο είναι τσεκούρι στην ρίζα.Δεν αφήνει τίποτε! Τί φοβερή αμαρτία!…
(Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Διδαχή Ζ’, διασκευή).

 

«Κόλαση σημαίνει απουσία του Θεού».


Φωτογραφία της Άννα Σιδηροπούλου.

Έγινε η παρακάτω ερώτηση στον Γέροντα:
– Πώς συμβιβάζεται η αγαθότητα του Θεού με την ύπαρξη της κολάσεως;
Και εκείνος απάντησε:
– Δεν πρέπει να θεωρούμε την Κόλαση ως έκφραση τιμωρού διαθέσεως του Θεού. Κόλαση σημαίνει παντελής απουσία Του. Και ως τέτοια είναι αποτέλεσμα της ελευθέρας επιλογής μας.
Όταν κάποιος λέει στον Θεό:
«Απόστα απ’ εμού, οδούς σου ειδέναι ου βούλομαι» (Ιωβ κα΄), τότε Αυτός καίτοι Πανάγαθος δεν τον σώζει με το ζόρι.
Δίκαιος Ων, τον αφήνει να απολαύσει την επιλογή του, δηλ. την Κόλαση, όπως στον άγιο προσφέρει την τρυφή του Παραδείσου.
Εμείς δηλ. επιλέγουμε τον τόπο της αιωνίου κατοικίας μας και ο Θεός απλώς προσυπογράφει τις επιλογές μας ως Δίκαιος.
Με δύο λόγια: Η δικαιοσύνη του Θεού εξαντλείται στις επιλογές της ελευθερίας μας.
Γέροντος Επιφανίου Θεοδωρόπουλου
 

Ὤρα νὰ πλέξουμε διπλὰ καλάθια

plekein-kalathi

ΕΙΠΕ ΦΙΛΟΣ: «Γνωρίζεις πως μένω σε μονοκατοικία σε κάπως εξοχικό μέρος. Τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο συχνά, σταματούν Πακιστανοί και ζητούν δουλειά. Όταν τους απαντάω αρνητικά, άλλοι βάζουν τα κλάματα και ζητούν μια βοήθεια, άλλοι φεύγουν με σκυμμένο κεφάλι – βουρκώνοντας κι αυτοί. Πρώτη φορά είδα τόση απόγνωση σε βλέμμα μετανάστη! Στην αρχή ήθελα να τους πω -κάπως ειρωνικά, κάπως επιθετικά- ότι κι εγώ και η γυναίκα μου (έχουμε και δυο μικρά παιδιά) είμαστε άνεργοι τον τελευταίο καιρό. Δεν τους τo ‘πα – πίστευα πως δεν θα καταλάβαιναν, γιατί το σπίτι μου είναι μεγάλο κι όμορφο! Όμως, μέρα τη μέρα, κλάμα στο κλάμα, κάτι ράγισε μέσα μου. Η δική μας αγωνία για το αύριο φάνηκε στα μάτια μου μικρότερης σημασίας από τη δική τους απόγνωση για το σήμερα. Προχθές, έδωσα λίγα τρόφιμα, λίγο λάδι και δέκα ευρώ σ’ έναν απ’ αυτούς – κρυφά από τη γυναίκα μου, γιατί αυτή φοβάται το αύριο πιο πολύ από μένα. Δυο μέρες μετά, δεν ξέρω πού με θυμήθηκε, πέρασε από το σπίτι ένας μοναχός που είχα να δω χρόνια. Φεύγοντας μου άφησε ένα μεγάλο τενεκέ λάδι που του είχαν δώσει ν’ ανάβει τα καντήλια στο μοναστήρι»!
[] Πάντως, στις μέρες που ζούμε, υπάρχει ο κίνδυνος τα επουράνια να σκοτίσουν περισσότερο τα γήινα και, το χειρότερο, να αποτελέσουν άλλοθι για την παραμέληση του βασικού αλφαβήτου της Πίστεώς μας, τουτέστιν ΤΗΝ ΠΑΡΑΜΕΛΗΣΗ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ.

Και αφού πλέον καταχράστηκα τόσο πολύ τον φιλόξενο χώρο σου, φαντάζομαι θα μου επιτρέψεις να καταγράψω, από μνήμης, μια ιστορία από το Γεροντικό. Συνέχεια ανάγνωσης

 

… ἡ ἀλήθεια εἶναι στὴν Ὀρθοδοξία.

Ιδού τι λέγει ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης για τον Οικουμενισμό:
 
«Μία θρησκεία μόνο εἶναι, ἡ Ὀρθόδοξος χριστιανική Θρησκεία. Καὶ τό πνεῦμα αὐτό τὸ ὀρθόδοξον εἶναι τὸ ἀληθές. Τὰ ἄλλα πνεύματα εἶναι πνεύματα πλάνης καὶ οἱ διδασκαλίες τους εἶναι μπερδεμένες.
 
Πρέπει νὰ δοῦμε ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι στὴν Ὀρθοδοξία. Ἐγώ τὴν ἔχω ζήσει καὶ τὴν ξέρω, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἔχω ζήσει, μέσα σὲ ἁγίους ἀνθρώπους, ποὺ πέφτουν, στὸ πνεῦμα αὐτό τῆς ἀληθείας. Ὑπάρχουν πολλά φῶτα ποὺ βλέπει κανείς καὶ ἐντυπωσιάζεται. Μὰ ἕνα εἶναι τὸ Φῶς τὸ Ἀληθινό. Πρέπει νὰ τὰ σκεφτοῦμε αὐτά.»
 

100 + 3 = …200!!!

Φωτογραφία της Eleni Michael.
«Εάν εγώ μέσα στην ησυχία των Κατουνακίων λέω 100 ευχές τη μέρα και σεις μέσα στην τύρβη της πόλης και τις υποχρεώσεις της εργασίας και της οικογένειας λέτε 3 ευχές, είμαστε ίσα…»

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

 

Η Διδασκαλία για την μνησικακία

Η Διδασκαλία για την μνησικακία

(Αββάς Δωρόθεος)

 Ἕνας ἀπό τούς Πατέρες, ὁ Εὐάγριος, εἶπε ὅτι οἱ μοναχοί δέν πρέπει νά ὀργίζονται ἤ νά στενοχωροῦν κανέναν. 
 
Καί πάλι εἶπε: Ἄν κάποιος χαλιναγωγήσει τό θυμό, χαλιναγωγεῖ τούς δαίμονες.
 
 Ἄν ὅμως ἔχει νικηθεῖ ἀπ’ αὐτό τό πάθος, εἶναι τελείως ξένος ἀπό τή μοναχική ζωή[1] καί ἄλλα σχετικά.Τί λοιπόν πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας, πού δέν σταματᾶμε μόνο στό θυμό καί στήν ὀργή, ἀλλά πολλές φορές φτάνουμε καί μέχρι τή μνησικακία;
 
 Τί ἄλλο, παρά τό νά πενθήσουμε γι’ αὐτή τήν ἐλεεινή καί ἀπάνθρωπη κατάστασή μας.
 
 Ἄς κρατήσουμε λοιπόν ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἀδελφοί μου, καί ἄς βοηθήσουμε¸‘μετά Θεόν’ τούς ἑαυτούς μας, γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τήν πίκρα αὐτοῦ τοῦ καταστρεπτικοῦ πάθους.

 Γιατί συμβαίνει πολλές φορές νά βάζει κανείς μετάνοια στόν ἀδελφό του -ὅταν φυσικά ψυχρανθοῦν ἤ στενοχωρηθοῦν μεταξύ τους- καί νά παραμένει καί μετά τή μετάνοια λυπημένος καί ἔχοντας λογισμούς ἐναντίον του. 
 
Δέν πρέπει αὐτός πού πολεμιέται ἀπό τούς λογισμούς ν’ ἀδιαφορήσει γιά τό θέμα, ἀλλά ἀμέσως νά τούς σταματήσει. Γιατί αὐτό εἶναι μνησικακία. Καί εἶναι ἀνάγκη νά προσέξει μέ ἄγρυπνη φροντίδα, νά μετανοήσει, ν’ ἀγωνιστεῖ, ὅπως εἶπα, γιά νά μήν μείνει πολύ καιρό μ’ αὐτούς τούς λογισμούς καί κινδυνεύσει.
 
 Γιατί μέ τό νά βάλει μετάνοια, ἁπλῶς συμμορφώνεται σέ μιά πρακτική ἐντολή καί προσωρινά ἀντιμετωπίζει τό θέμα τῆς ὀργῆς, ἀλλά δέν κάνει κανέναν ἀγώνα ἐναντίον τῆς μνησικακίας.
 
 Γι’ αὐτό καί παραμένει ἔχοντας τή λύπη ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του. Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ μνησικακία, ἄλλο ἡ ὀργή, ἄλλο ὁ θυμός καί ἄλλο ἡ ταραχή[2].

Καί σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε. 
 
Αὐτός πού ἀνάβει φωτιά, στήν ἀρχή ἔχει λίγη θράκα. Θράκα εἶναι ὁ πικρός λόγος τοῦ ἀδελφοῦ πού τόν λύπησε. Δές, ἡ θράκα ἔχει λίγη δύναμη. Γιατί, τί εἶναι μιά λεξούλα τοῦ ἀδελφοῦ σου; 
 
Ἄν τήν ὑποφέρεις ἔσβησες τή θράκα.
 
 Ἄν ὅμως ἀρχίσεις νά σκέπτεσαι: ‘Γιατί μοῦ τό ’πε; Καί ἐγώ μπορῶ νά τοῦ ἀπαντήσω. Ἄν δέν ἤθελε νά μέ στενοχωρήσει, δέν θά μοῦ τό ’λεγε. Καί, πιστέψτε με, θά τόν κανονίσω ἐγώ!’
 
 Νά, ἔτσι βάζεις μικρά
ξυλαράκια ἤ κάποιο ἄλλο προσάναμμα, ὅπως ἀκριβῶς κάνει αὐτός πού θέλει ν’ ἀνάψει φωτιά, καί γεμίζεις τόν τόπο μέ καπνό, πού εἶναι ἡ ταραχή.
 
Ταραχή εἶναι ὁ ἀναβρασμός ἐμπαθῶν καί ἀτάκτων σκέψεων, πού ξεσηκώνουν τήν καρδιά καί τήν κάνουν ἐπιθετική κατά τοῦ πλησίον. 
 
Αὐτή δέ ἡ ἐπιθετική διάθεση κατά τοῦ ἀνθρώπου πού μᾶς στενοχώρησε, πολλές φορές παίρνει καί χαρακτήρα ἀπειλητικό, γιατί γίνεται καί ἐκδικητική, ὅπως ἀκριβῶς εἶπε καί ὁ ἀββᾶς Μάρκος: 
 
‘Ἡ κακία πού γίνεται δεκτή μέ τό λογισμό, κάνει τήν καρδιά θυμώδη καί ἀπειλητική, ἐνῶ ὅταν πολεμηθεῖ μέ τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα προκαλεῖ μετάνοια καί συντριβή’[3].

Γιατί ἄν ὑπέφερες τόν ἀσήμαντο λόγο τοῦ ἀδελφοῦ σου, θά ἔσβηνες,ὅπως εἶπα, καί αὐτή τή λίγη θράκα, πρίν ξεσηκωθεῖ ἡ ταραχή. Ὅμως καί αὐτή, ἄν θέλεις, μπορεῖς εὔκολα νά τή σβήσεις, ὅσο εἶναι καιρός, μέ τή σιωπή, μέ τήν προσευχή, μέ μιά μετάνοια ὁλόκαρδη. 
 
Ἄν ὅμως παραμείνεις βγάζοντας καπνό, μ’ αὐτό τόν τρόπο ἀποθρασύνεις καί ξεσηκώνεις τήν καρδιά σου στριφογυρίζοντας στό νοῦ σου: ‘Γιατί μοῦ τό ’πε; Μπορῶ νά τοῦ ἀπαντήσω καί ἐγώ’. Ἀπ’ ὅλο αὐτό τό βράσιμο καί τή διαμάχη τῶν λογισμῶν, μέ τούς ὁποίους ἡ καρδιά ἀνάβει καί ξεσηκώνεται μέ ἐμπάθεια, ἀνάβει τό πάθος τοῦ θυμοῦ. 
 
Γιατί θυμός εἶναι τό ξάναμμα τοῦ αἵματος, πού βρίσκεται γύρω ἀπ’ τήν καρδιά, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος[4]. Νά, ἔτσι ἀνάβει ὁ θυμός, ἔτσι βρισκόμαστε στήν κατάσταση πού τήν λέμε ὀξυχολία. Ἄν λοιπόν θέλεις μπορεῖς νά τόν σβήσεις καί αὐτόν, πρίν φέρει τήν ὀργή. Ἄν ὅμως συνεχίσεις νά ταράζεις καί νά ταράζεσαι, μοιάζεις σάν κι αὐτόν πού ρίχνει ξύλα στή φωτιά καί μεγαλώνει τή φλόγα. 
 
 
Καί ἔτσι γίνονται τά ἀναμμένα κάρβουνα, πού εἶναι ἡ ὀργή.

Καί αὐτό εἶναι ἐκεῖνο πού εἶπε ὁ ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ὅταν τόν ρώτησαν τί σημαίνει ἡ φράση: ὅπου δέν ὑπάρχει θυμός, σταματάει ἡ διαμάχη.
 
Γιατί, ἄν στήν ἀρχή τῆς ταραχῆς, 
 
μόλις ἀρχίσει, ὅπως εἴπαμε, νά βγάζει καπνό καί νά πετάει μερικές σπίθες, προλάβει κανείς καί κατηγορήσει τόν ἑαυτόν του καί βάλει μετάνοια, πρίν ἀκόμα ξεσηκωθεῖ ἡ ταραχή καί γίνει θυμός, τότε μένει εἰρηνικός. 
 
 
Πάλι ἀφοῦ ἀνάψει ὁ θυμός, ἄν δέν ἡσυχάσει, ἀλλά ἀφήσει στήν ψυχή του τήν ταραχή καί τήν ἐκδικητικότητα, μοιάζει, ὅπως εἴπαμε, μ’ αὐτόν πού ρίχνει ξύλα στή φωτιά καί παραμένει ξαναμμένος μέχρι νά φτιάξει μεγάλα κάρβουνα. 
 
Ὅπως ἀκριβῶς λοιπόν ἡ θράκα γίνεται κάρβουνα, πού ἀποθηκεύονται καί μένουν πολλά χρόνια χωρίς νά καταστρέφονται, καί ἄν τούς ρίξει κανείς νερό, δέν σαπίζουν, ἔτσι καί ἡ ὀργή. Ἄν μείνει πολύ καιρό στήν ψυχή γίνεται μνησικακία. 
 
 
Καί τότε, ἄν κανείς δέν χύσει τό αἷμα του, δέν ἀπαλλάσσεται ἀπ’ αὐτή.
 
 Νά λοιπόν, σᾶς εἶπα τή διαφορά, καταλάβατε. Ἀκούσατε τί εἶναι ἡ πρώτη ταραχή, τί ὁ θυμός, τί ἡ ὀργή, καί τί ἡ μνησικακία. 
 
Βλέπετε πῶς ἀπό μιά κουβέντα φτάνουμε σέ τόσο μεγάλο κακό; 
 
Γιατί ἄν ἀπό τήν ἀρχή κατηγοροῦσε τόν ἑαυτόν του καί ὑπέμενε τό λόγο τοῦ ἀδελφοῦ του καί δέν κοίταζε νά πάρει ἐκδίκηση καί, ἀντί γιά ἕνα λόγο, νά πεῖ δύο ἤ πέντε λόγους καί ν’ ἀνταποδώσει κακό ἀντί κακοῦ, θά γλύτωνε ἀπ’ ὅλα αὐτά τά κακά. 
 
 
Γι’ αὐτό πάντοτε σᾶς λέω: ὅσο ἀκόμα εἶναι στήν ἀρχή τά πάθη, κόψτε τα, πρίν δυναμώσουν ἐναντίον σας καί σᾶς ταλαιπωρήσουν. 
 
Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα νά βγάζεις μικρό χορταράκι καί ἄλλο νά ξεριζώνεις μεγάλο δέντρο.

Δέν παραξενεύομαι γιά τίποτα ἄλλο, παρά μόνο γιά τό ὅτι δέν καταλαβαίνουμε τί ψάλλουμε. Καθημερινά ψάλλουμε καί καταριόμαστε ἔτσι τούς ἑαυτούς μας, χωρίς νά τό καταλαβαίνουμε. 
 
Δέν ἔχουμε ὑποχρέωση νά ξέρουμε τί ψάλλουμε; Πάντοτε βέβαια λέμε: ‘Ἄν σ’ αὐτούς πού μοῦ ἀνταπέδωσαν ἀντί τῶν εὐεργεσιῶν θλίψεις, ἔκανα καί ἐγώ τό ἴδιο, τότε ἄς πέσω ἔρημος καί ἀβοήθητος στά χέρια τῶν ἐχθρῶν μου’ (Ψαλ. 7,5). Τί σημαίνει ὅμως νά πέσω; 
 
Ὅσο κανείς στέκεται ὄρθιος ἔχει τή δύναμη νά ἀμυνθεῖ κατά τῶν ἐχθρῶν του, κτυπάει, κτυπιέται, νικάει, νικιέται. Γιατί ἀκόμα εἶναι ὄρθιος. Ἄν ὅμως πέσει, πῶς μπορεῖ νά συνεχίσει τήν πάλη μέ τόν ἐχθρό, ἀφοῦ βρίσκεται πεσμένος καταγῆς; 
 
Καί καταριόμαστε τούς ἑαυτούς μας,ὄχι μόνο νά πέσουμε στά χέρια τῶν ἐχθρῶν μας, ἀλλά νά πέσουμε καί ἀβοήθητοι. Τί σημαίνει νά πέσει κανείς ἀβοήθητος στά χέρια τῶν ἐχθρῶν του; Εἴπαμε ὅτι νά πέσει κανείς σημαίνει ὅτι δέν ἔχει πιά τή δύναμη ν’ ἀντισταθεῖ, σημαίνει ὅτι βρίσκεται πεσμένος καταγῆς. Τό δέ ἔρημος καί ἀβοήθητος σημαίνει, νά μήν ἔχει ποτέ τίποτα καλό, πού νά τοῦ δώσει τή δύναμη νά σηκωθεῖ.
 
 Γιατί ἐκεῖνος πού σηκώνεται, μπορεῖ πάλι νά φροντίσει τόν ἑαυτόν του καί ὅποια στιγμή χρειαστεῖ, νά ξαναπαλαίψει μέ τόν ἐχθρό.

Μετά λέμε: ‘Ἄς καταδιώξει τότε ὁ ἐχθρός τήν ψυχή μου καί ἄς μέ συλλάβει αἰχμάλωτο’. Ὄχι μόνο νά μᾶς καταδιώξει, ἀλλά καί νά μᾶς συλλάβει, ὥστε νά εἴμαστε αἰχμάλωτοι σ’ αὐτόν πάντα, νά μᾶς νικάει, καί σέ καθετί νά μᾶς καταβάλλει, ἄν ἀνταποδίδουμε τό κακό σ’ ὅσους μᾶς ἐκδικοῦνται. 
 
Καί δέν εὐχόμαστε μόνον αὐτό, ἀλλά καί νά ποδοπατήσει τή ζωή μας (Ψαλ. 7,6). 
 
Τί εἶναι ἡ ζωή μας; Ἡ ζωή μας εἶναι οἱ ἀρετές. Καί παρακαλοῦμε νά ποδοπατηθεῖ ἡ ζωή μας στό χῶμα, γιά νά γίνουμε ἐντελῶς χωμάτινοι, ἔχοντας στραμμένο ὅλο τό λογισμό μας στή γῆ. ‘Καί τή δόξα μας ἄς τή θάψει βαθιά στό χῶμα’. 
 
Τί ἄλλο εἶναι ἡ δόξα μας, παρά ἡ γνώση πού γεννιέται στήν ψυχή πού τηρεῖ τίς ἅγιες ἐντολές;
 
 Αὐτό λοιπόν λέμε.Δηλαδή νά μᾶς δοξάσει, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος (Φιλ. 3,19) μέσα στήν αἰσχύνη μας. Νά ποδοπατήσει στό χῶμα τή ζωή μας καί νά κάνει τή ζωή μας καί τή δόξα μας γήϊνα, ὥστε τίποτα νά μήν λογιαζόμαστε, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀντίθετα νά σκεπτόμαστε πάντα σωματικά, πάντα σαρκικά σάν αὐτούς γιά τούς ὁποίους λέει ὁ Θεός: ‘Δέν θά παραμείνει γιά πολύ τό πνεῦμα μου σ’ αὐτούς τούς ἀνθρώπους ἐπειδή φρονοῦν καί ζοῦν σαρκικά’(Γεν. 6,3).

Ἔτσι λοιπόν ψέλνοντας ὅλα αὐτά, καταριόμαστε τούς ἑαυτούς μας, ἄν ἀποδίδουμε κακό ἀντί γιά κακό. Καί ὅμως πόσα κακά ἀντί κακῶν ἀποδίδουμε καί δέν μᾶς ἐνδιαφέρει καθόλου, ἀλλά ἀδιαφοροῦμε.

Συμβαίνει δέ πολλές φορές ν’ ἀποδίδει κανείς κακό ἀντί γιά κακό ὄχι μόνο μέ πράξη, ἀλλά καί μέ λόγο καί μέ τή στάση του. 
 
Καί παρουσιάζεται ἐξωτερικά ὅτι δέν ἀνταπέδωσε μέ πράξη τό κακό, ἀλλά βλέπει ὅτι τό ἀνταπέδωσε μέ λόγο ἤ, ὅπως εἶπα, μέ τή συμπεριφορά του.
 
Γιατί πολλές φορές κάνει κανείς ἕνα μορφασμό ἤ μιά κίνηση ἤ ρίχνει ἕνα βλέμμα καί ταράσσει τόν ἀδελφό του. 
 
Γιατί μπορεῖ κανείς καί μ’ ἕνα βλέμμα καί μέ μιά κίνηση νά πληγώσει τόν ἀδελφό του.
 Καί εἶναι καί αὐτό ἀνταπόδοση κακοῦ ἀντί κακοῦ. 
 
Ἄλλος προσπαθεῖ νά μήν ἀνταποδώσει τό κακό οὔτε μέ πράξη, οὔτε μέ λόγο, οὔτε μέ μορφασμό ἤ μέ κίνηση. Λυπᾶται ὅμως στήν ψυχή του γιά τόν ἀδελφό του καί στενοχωριέται μαζί του. Βλέπετε πόση διαφορά καταστάσεων! 
 
Ἄλλος πάλι δέν τρέφει καμιά λύπη γιά τόν ἀδελφό του. 
 
Ἄν ὅμως ἀκούσει ὅτι κάποτε κάποιος τόν στενοχώρησε ἤ γόγγυσε ἐναντίον του ἤ τόν ἔβρισε, εὐχαριστιέται πού τ’ ἀκούει καί βρίσκεται καί αὐτός στήν κατάσταση ν’ ἀποδίδει κακό ἀντί γιά κακό μέσα στήν καρδιά του. 
 
Ἄλλος οὔτε κακία κρατάει, οὔτε χαίρεται ὅταν ἀκούει κακολογία γι αὐτόν πού τόν ἔθλιψε, ἀλλά στενοχωριέται βαθιά ἄν ἐκεῖνος λυπηθεῖ. Δέν αἰσθάνεται ὅμως εὐχάριστα ἄν τοῦ συμβεῖ κάτι καλό, ἀλλά ἄν τόν δεῖ νά δοξάζεται ἤ ν’ ἀναπαύεται, στενοχωριέται.
 
 Καί εἶναι καί αὐτό ἕνα εἶδος μνησικακίας, ἐλαφρότερο, ὅμως πραγματικό. Πρέπει δέ νά χαίρεται κανείς γιά τά καλά τοῦ ἀδελφοῦ του καί νά κάνει τά πάντα γιά νά τόν ἐξυπηρετήσει καί μέ καθετί νά φροντίζει νά τόν τιμάει καί νά τόν ἀναπαύει.

Στήν ἀρχή τοῦ λόγου εἴπαμε ὅτι πολλές φορές συμβαίνει νά βάλει κάποιος μετάνοια στόν ἀδελφό του καί μετά τή μετάνοια νά παραμένει ἀκόμα λυπημένος μαζί του.
 
Τότε λέμε ὅτι, βάζοντας μετάνοια, τήν μέν ὀργή θεράπευσε μ’ αὐτή τή μετάνοια, ἐναντίον ὅμως τῆς μνησικακίας δέν ἀγωνίστηκε ἀκόμα. 
 
Ὑπάρχει δέ καί ἄλλος πού ἄν συμβεῖ νά στενοχωρηθεῖ μέ κάποιον καί βάλουν μετάνοια καί συγχωρεθοῦν εἰρηνεύει ἀπέναντί του καί δέν βαστάει στήν καρδιά του καμία κακή ἀνάμνηση γιά αὐτόν. 
 
Ἄν ὅμως συμβεῖ, μετά ἀπό μερικές ἡμέρες, νά τοῦ πεῖ κάτι πού νά τόν στενοχωρήσει, ἀρχίζει νά ξαναθυμᾶται καί τά πρῶτα καί ν’ ἀναστατώνεται, ὄχι μόνο γιά τά δεύτερα, ἀλλά καί γιά τά πρῶτα. Αὐτός μοιάζει μέ ἄνθρωπο πού ἔχει πληγή καί βάζει ἔμπλαστρο. Καί προσωρινά μέ τό ἔμπλαστρο τήν ἐπουλώνει. Εἶναι ὅμως ἀκόμα τό μέρος εὐαίσθητο καί ὁποιαδήποτε στιγμή τοῦ ρίξει κανείς μιά πέτρα, πληγώνεται πιό εὔκολα ἀπ’ ὅλο τό ἄλλο σῶμα καί ἀρχίζει ἀμέσως νά αἱμορραγεῖ. Ἔτσι παθαίνει καί αὐτός. Εἶχε πληγή καί τῆς ἔβαλε ἐπάνω ἔμπλαστρο, πού εἶναι ἡ μετάνοια. Καί προσωρινά μέν θεράπευσε τήν πληγή ἀκριβῶς ὅπως καί ὁ πρῶτος, δηλαδή θεράπευσε τήν ὀργή, καί ἄρχισε νά φροντίζει καί γιά τή μνησικακία προσπαθώντας νά μήν κρατήσει καμιά κακή ἐνθύμηση στήν καρδιά του. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἐπούλωση τοῦ τραύματος. Δέν τό ἐξαφάνισε ὅμως μέχρι τώρα ἐντελῶς, ἀλλά ἀκόμα ἔχει τό ἔλλειμμα τῆς μνησικακίας, πού εἶναι ἡ οὐλή ἀπ’ ὅπου εὔκολα ξανανοίγει ὅλο τό τραῦμα, ὅταν δεχτεῖ μικρό κτύπημα. Πρέπει λοιπόν ν’ ἀγωνιστεῖ, γιά νά ἐξαφανίσει ἐντελῶς τήν οὐλή, ὥστε καί νά ξαναβγάλει τρίχες τό μέρος ἐκεῖνο καί νά μήν μείνει καμιά ἀσχήμια, οὔτε νά γίνεται καθόλου ἀντιληπτό ὅτι βρισκόταν σ’ ἐκεῖνο τό μέρος τραῦμα.


Πῶς ὅμως μπορεῖ νά τό κατορθώσει κανείς αὐτό; Μέ τό νά προσεύχεται μ’ ὅλη του τήν καρδιά γι’ αὐτόν πού τόν λύπησε καί νά λέει: ‘Θέε μου, βοήθησε τόν ἀδελφό μου καί μέ τίς εὐχές του καί μένα’. Καί βρίσκεται στή θέση νά προσεύχεται γιά τόν ἀδελφό του -πράγμα πού ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπάθειας- καί νά ταπεινώνεται ζητώντας βοήθεια μέ τίς εὐχές του. Ὅπου δέ ὑπάρχει συμπάθεια, ἀγάπη καί ταπείνωση,πῶς μπορεῖ νά ὑπερισχύσει θυμός ἤ μνησικακία ἤ κάποιο ἄλλο πάθος; Καθώς εἶπε καί ὁ ἀββάς Ζωσιμᾶς: ‘Καί ἄν ἀκόμα ξεσηκώσει ὅλα τά σύνεργα τῆς κακίας του ὁ διάβολος μέ ὅλα τά δαιμόνιά του, ὅλες οἱ πονηρίες του ἀχρηστεύονται καί συντρίβονται ἀπό τήν ταπείνωση, πού φέρνει ἡ τήρηση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ’ [5]. Λέει δέ κάποιος ἄλλος Γέροντας: 
 
‘Αὐτός πού προσεύχεται γιά τούς ἐχθρούς του, δέν ἔχει μέσα του μνησικακία’ [6].

Κατανοῆστε καλά ὅ, τι ἀκοῦτε καί κάνετέ τα πράξη. Γιατί πραγματικά, ἄν πρακτικά δέν τά ἐφαρμόσετε, μέ τά λόγια δέν μπορεῖτε αὐτά νά τά μάθετε. 
 
Ποιός ἄνθρωπος πού θέλει νά μάθει μιά τέχνη, τή μαθαίνει μόνο μέ τά λόγια; 
 
Ὁπωσδήποτε πρῶτα φτιάχνει καί χαλάει καί ξαναφτιάχνει καί ξαναχαλάει και ἔτσι, κοπιάζοντας λίγο καί ὑπομένοντας, μαθαίνει τήν τέχνη, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, πού βλέπει τήν προαίρεση καί τόν κόπο του καί τόν δυναμώνει στό ἔργο.
 
 Καί ἐμεῖς θέλουμε νά μάθουμε τήν μεγαλύτερη ἀπ’ ὅλες τίς τέχνες[7], χωρίς νά καταπιαστοῦμε μέ ἔργα; Πῶς εἶναι δυνατόν; Ἄς προσέξουμε τούς ἑαυτούς μας, ἀδελφοί μου, καί ἄς δουλέψουμε μέ πολλή ἐπιμέλεια, ὅσο ἔχουμε ἀκόμα καιρό. Ὁ Θεός νά δώσει νά θυμόμαστε καί νά φυλᾶμε ἐκεῖνα πού ἀκοῦμε, γιά νά μήν μᾶς ἐπιβαρύνουν τήν ἡμέρα τῆς κρίσεως.

Σημειώσεις:

1) Εἴ τις θυμοῦ κεκράτηκεν, οὗτος δαιμόνων κeκράτηκεν, εἰ δέ τις τούτῳ τῷ πάθει δεδούλωται, οὗτος μοναδικοῦ βίου ἐστί παντελῶς ἀλλότριος, καί ξένος τῶν ὁδῶν τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν· εἴπερ αὐτός ὁ Κύριος ἡμῶν λέγεται διδάσκειν τούς πραεῖς τάς ὁδούς αὐτοῦ· διό καί δυσθήρατος γίνεται τῶν ἀναχωρούντων ὁ νοῦς, εἰς τό τῆς πραότητος φεύγων πεδίον οὐδεμίαν γάρ τῶν ἀρετῶν σχεδόν οὕτω δεδοίκασιν οἱ δαίμονες, ὡς πραΰτητα·ταύτην γάρ καί Μωϋσῆς ἐκεῖνος ἐκέκτητο, πραΰς παρά πάντας τούς ἀνθρώπους κληθείς. Καί ὁ ἅγιος δέ Δαυΐδ ἀξίαν ταύτην τῆς τοῦ Θεοῦ μνήμης ἀπεφθέγξατο εἶναι· ‘Μνήσθητι Κύριε’, λέγων, ‘τοῦ Δαυΐδ καί πάσης τῆς πραότητος αὐτοῦ’. Ἀλλά καί αὐτός ὁ Σωτήρ μιμητάς ἡμᾶς ἐκέλευσε γενέσθαι τῆς ἐκείνου πραότητος· ‘Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ’ λέγων, ’ὅτι, πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ, καί εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῷν‘. Εἰ δέ τις βρωμάτων μέν, καί πομάτων, ἀπέχοιτο, θυμόν δέ λογισμοῖς πονηροῖς ἐρεθίζει, οὗτος ἔοικε ποντοπορούσῃ νηΐ, καί ἐχούσῃ δαίμονα κυβερνήτην, διό προσεκτέον ὅση δύναμις, τῷ ἡμετέρῳ κυνί, καί διδακτέον αὐτόν, τούς λύκους μόνους διαφθείρειν, καί μή τά πρόβατα κατεσθίειν, πᾶσαν ἐνδεικνύμενον πραότητα πρός πάντας ἀνθρώπους>.

(Εὐάγριος P.G.79. 1216BC).

[επιστροφή]

2) Μ. Βασ. P.G. 31,369.

[επιστροφή]

3) P.G. 65, 908A.

[επιστροφή]

4) Μ. Βασ. P.G. 30, 424A.

Μ. Βασ. P.G. 31, 356C.

Γρ. Νύσ. P.G. 44, 160D.

Γρηγ. Ναζ. P.G. 37, 948.

Εὐάγρ. P.G. 40, 1273.

Γρηγ. Νύσ. P.G. 46, 56.

Ἰωάν. Κλιμ. P.G. 88, 836D.

5) Ἐν παντί ἁμαρτήματι ἐταπείνωσεν ἡμᾶς ὁ διάβολος, καί ὀφείλομεν εὐγνώμονες γενέσθαι τῆς ταπεινώσεως ἡμῶν· οἱ γάρ εὐγνώμονες γενόμενοι τῆς αὐτῶν ταπεινώσεως συντρίβουσι τόν διάβολον. Καί καθώς εἶπον οἱ ἅγιοι Πατέρες· ἐάν κατενεχθῇ ἡ ταπείνωσις εἰς τόν ᾅδην, εἰς τόν οὐρανόν ἀνάγεται· καί ἐάν ὑψωθῇ ἡ ὑπερηφανία ἕως τοῦ οὐρανοῦ, κατάγεται εἰς τόν ᾅδην· τίς πείθει ποτέ τεταπεινωμένον πλέξαι λογισμούς κατά τινος, ἤ κἄν ἀνέξεσθαι μέμψασθαί τινα, ἤ βάλλειν ἐπάνω ἄλλου αἰτίαν; πᾶν γάρ ὁτιοῦν πάθῃ ὁ ταπεινός ἤ ἀκούσει, ἀφορμήν λαμβάνει εἰς τό καταμέμφεσθαι καί ὑβρίζειν ἑαυτόν· καί ἐμέμνητο τοῦ ἀββᾶ Μωϋσέως ὅτε ἐξέβαλλον αὐτόν οἱ κληρικοί τοῦ ἱερατείου, εἰπόντες αὐτῷ·Ὕπαγε ἔξω, Αἰθίοψ. Καί ἤρξατο ἑαυτόν ἐπιπλήττειν καί λέγειν· Σποδόδερμε, μελανέ, καλῶς σοι ἐποίησαν· μή ὤν ἄνθρωπος ἔρχῃ εἰς τό μέσον τῶν ἀνθρώπων· καί καλῶς σοι ἐποίησαν>.

(Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς P.G. 78, 1688A)

6) P.G. 40, 1277D.

7) <Ἀλλ’ ἔστω τις μήτε κακός, καί ἀρετῆς ἥκων εἰς τό ἀκρότατον· οὐχ ὁρῶ, τίνα λαβών ἐπιστήμην, ἤ ποίᾳ δυνάμει πιστεύσας, ταύτην ἄν θαρροίη τήν προστασίαν·τῷ ὄντι γάρ αὕτη μοι φαίνεται τέχνη τις εἶναι τεχνῶν, καί ἐπιστήμη ἐπιστημῶν, ἄνθρωπον ἄγειν, τό πολυτροπώτατον ζῶον καί ποικιλώτατον. Γνοίη δ’ ἄν τις τῇ τῶν σωμάτων θεραπείᾳ, τήν τῶν ψυχῶν ἰατρείαν ἀντεξετάσαι· καί ὅσῳ μέν ἐργώδης ἐκείνη καταμαθών, ὅσω δέ ἡ καθ’ ἡμᾶς ἐργωδεστέρα προσεξετάσας, καί τῇ φύσει τῆς ὕλης, καί τῇ δυνάμει τῆς ἐπιστήμης, καί τῷ τέλει τῆς ἐνεργείας τιμιωτέρα>.

(Γρηγ. Θεολ. P.G. 35, 425A,

Πρβλ. καί Εὐαγρ. P.G. 79, 748-49).


Από τό βιβλίο ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ, ἔργα ‘Ασκητικά

‘Εκδόσεις ‘ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ’

imkby.gr/greek
πηγή: https://proskynitis.blogspot.gr/2017/05/blog-post_34.html#more

 

 

«ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ»

alt
ΑΓΙΟΣ ΠΑΪΣΙΟΣ: Θα επέμβη ο Χριστός, θα δώση μια σφαλιάρα σε όλο αυτό το σύστημα, θα πατάξη όλο το κακό και θα το βγάλη σε καλό τελικά. Θα γεμίσουν οι δρόμοι προσκυνητάρια. Εξω τα λεωφορεία θα έχουν εικόνες. Θα πιστέψουν όλοι οι άνθρωποι.
 
– Γέροντα, σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια θα επέμβη ο Χριστός;

Συνέχεια ανάγνωσης