ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΡΙΜΥΘΟΥΝΤΟΣ

 

Ὁ ἅγιος Σπυρίδωνας

εἶναι ἕνας ἀπό τούς πλέον τιμημένους ἁγίους της Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας,

πού τόν ἐπικαλοῦνται οἱ χριστιανοί στίς περιστάσεις

ὅπως τόν ἅγιο Νικόλαο, τόν ἅγιο Γεώργιο καί τόν ἅγιο Δημήτριο.

Τό τίμιο λείψανό του τό ἔχει ἡ Κέρκυρα,

ὅπως ἡ Ζάκυνθος ἔχει τό λείψανο τοῦ ἁγίου Διονυσίου

κ᾿ ἡ Κεφαλληνία τόν ἅγιο Γεράσιμο.

Γεννήθηκε στόν καιρό τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου στό νησί τῆς Κύπρου,

ἀπό γονιούς φτωχούς.

Γι᾿ αὐτό στά μικρά χρόνια του ἤτανε τσομπάνης καί φύλαγε πρόβατα.

Ἤτανε πολύ ἁπλός στή γνώμη

σάν τούς ψαράδες πού διάλεξε ὁ Χριστός νά τούς κάνει μαθητές του.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η θεραπεία της φιλοχρήματης γυναίκας

 

Ζούσε στην Αλεξάνδρεια μια ανύπαντρη Χριστιανή γυναίκα που φαινόταν ταπεινή, στην πραγματικότητα όμως ήταν περήφανη και πολύ φιλάργυρη. Ήταν μάλλον φιλόχρυση, παρά φιλόχριστη. Δεν είχε προσφέρει ποτέ κάτι από την περιουσία της, ούτε σε ξένο, ούτε σε φτωχό, ούτε σε κατα- πιεσμένο, ούτε σε μοναχό, ούτε σε φτωχό κορίτσι…
Αυτή τη γυναίκα, που μόνο στο όνομα ήταν παρθένα κι όχι στον τρόπο ζωής, ο αγιότατος Μακάριος, ο πρεσβύτερος και προϊστάμενος του λεπροκομείου, θέλησε – κατά κάποιον τρόπο – να την εγχειρίσει σα γιατρός για να την ανακουφίσει από την πλεονεξία, και επινόησε το εξής τέχνασμα…
Πήγε και τη βρήκε και της είπε: «Έχουν πέσει στα χέρια μου πολύτιμοι λίθοι, σμαράγδια και υάκινθοι. Δεν ξέρω αν προέρχονται από κλοπή ή από νόμιμο εμπόριο. Δεν έχουν αποτιμηθεί, μιας και είναι πέρα από κάθε αποτίμηση. Ο ιδιοκτήτης τους τους πουλάει πεντακόσια νομίσματα…». Πέφτει τότε αυτή στα πόδια του και του λέει: «Να μην τους αγοράσει άλλος, σε παρακαλώ… Αγόρασέ τους εσύ για λογαριασμό μου…».
Πήρε, λοιπόν, ο Μακάριος απ’ αυτήν τα πεντακόσια νομίσματα, τα διέθεσε όμως για τις ανάγκες του λεπροκομείου.
Περνούσε ο καιρός, μα αυτή δίσταζε να του το υπενθυμίσει, επειδή ο άγιος είχε μεγάλη υπόληψη στην Αλεξάνδρεια… Τελικά, κάποια στιγμή που τον συνάντησε στην εκκλησία, του είπε: «Σε παρα- καλώ, πες μου, τι έγινε με κείνους τους πολύτιμους λίθους για τους οποίους έδωσα τα πεντακόσια νομίσματα;» Αυτός της απάντησε: «Από την ημέρα που έδωσες τα χρήματα, πλήρωσα την αξία των λίθων. Αν θέλεις να τους δεις, έλα στο σπίτι μου. Εκεί βρίσκονται. Δες αν σου αρέσουν, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου». Κι εκείνη πήγε πολύ ευχαρίστως.
Στους επάνω ορόφους του λεπροκομείου βρίσκονταν οι λεπρές γυναίκες και στους κάτω οι λεπροί άνδρες. Όταν φτάσανε στην είσοδο, τη ρώτησε: «Τι θέλεις να δεις πρώτα; Τους υάκινθους ή τα σμαράγδια;». Του απάντησε: «Ό,τι νομίζεις». Τότε την ανεβάζει στους επάνω ορόφους, της δείχνει ακρωτηριασμένες γυναίκες με πληγιασμένα πρόσωπα, και της λέει: «Να οι υάκινθοι». Κατόπιν την κατεβάζει στα κάτω πατώματα και της δείχνει τους άνδρες λέγοντας: «Να τα σμαράγδια. Και νομίζω ότι δε θα βρεθούν πολυτιμότερα. Αν, λοιπόν, σου αρέσουν, πάει καλά, αλλιώς πάρε πίσω τα χρήματά σου».
Μετανιωμένη αυτή, βγήκε και, αφού πήγε στο σπίτι της, αρρώστησε από τη στενοχώρια της που δεν έκανε ένα τέτοιο καλό σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αλλά αναγκαστικά. Αργότερα ευχα- ρίστησε τον Μακάριο και πορεύτηκε στη ζωή της όπως έπρεπε.
Παλλαδίου, Λαυσαϊκόν, PG 34, 1018A-1019C
από ιστολόγιο ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΣ

Ο Άγιος Ραφαήλ και το «ενωτικό» συλλείτουργο στην Αγία Σοφία. (12.12.1452)

 

Ο ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ ΚΑΙ ΤΟ «ΕΝΩΤΙΚΟ» ΣΥΛΛΕΙΤΟΥΡΓΟ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ (1452)
 
Τό ἔτος 1452 μ.Χ. τό Ἔθνος ὑπέστη μία μεγάλη δοκιμασία· τήν «ψευδοένωση» τῶν ἐκκλησιῶν. 
Στήν Κωνσταντινούπολη, στίς 12 Δεκεμβρίου 1452, μέ πρωτοβουλία τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου (εἶχε τήν ἀπατηλή ἐντύπωση ὅτι ἔτσι ἐξυπηρετοῦσε τό ἔθνος, ξεχνώντας ὅτι ὁ μόνος φίλος καί ἀνίκητος σύμμαχος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Σωτῆρας Χριστός) γίνεται «ἑνωτική λειτουργία», παρόντος τοῦ καρδιναλίου Ἰσιδώρου (ἀπεσταλμένου τοῦ πάπα).
Ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος ὀργάνωσε τό ἐπίσημο συλλείτουργο στήν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Σοφίας παρουσίᾳ τοῦ ἀντιπρόσωπου τοῦ πάπα καρδινάλιου Ἰσίδωρου, στά πλαίσια τῆς «ἑνωτικῆς πολιτικῆς» πού ἐφάρμοζε, ἔχοντας τήν ψευδαίσθηση ὅτι θά σωθεῖ ἡ Βασιλεύουσα μέ τή βοήθεια τοῦ πάπα, ἀπό τόν ἐξαιρετικά ἀσφυκτικό τουρκικό κλοιό.
 
Ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ πρωτοσύγκελος ἀρχιμανδρίτης Ραφαήλ, ἀλλά καί ὁ διάκονος Νικόλαος βρίσκονταν στήν Κωνσταντινούπολη. Στίς 12 Δεκεμβρίου τοῦ 1452, ἀνήμερα τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἔλαβε χώρα τό συλλείτουργο αὐτό…
Ὅμως, ὁ πρωτοσύγκελος Ραφαήλ δέν θέλησε νά παραστεῖ καί οὔτε καί τόν διάκονό του ἄφησε νά πάει…
Γνώριζε πολύ καλά ὅτι αὐτό θά ἦταν προδοσία τῆς Πίστεως, ἐπέλεξε νά πειθαρχήσει στόν Θεό καί ὄχι στόν αὐτοκράτορα.
Ὁ ἀσυγκράτητος θυμός τοῦ Παλαιολόγου
Ὁ αὐτοκράτορας θύμωσε πάρα πολύ καί τιμώρησε μέ ἐξορία τούς δύο πατέρες προσωρινά στήν Αἶνο.
Γι’ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ραφαήλ ὀνομάζεται καί ὁμολογητής, διότι παράτησε τίς τιμές καί δόξες τοῦ ἀξιώματός του καί δέν ὑπολόγισε τό κόστος τῆς ἐναντίωσής του στόν αὐτοκράτορα…
προκειμένου νά ὑπερασπιστεῖ τήν ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας ἔναντι τῆς αἱρέσεως τοῦ παπισμοῦ.
Τίς τελευταῖες ἡμέρες ὅμως πρίν τόν ἡρωικό θάνατό του ὁ αὐτοκράτορας Κωνσταντῖνος…
ὅταν δέν ἦρθε ἡ δυτική βοήθεια, κατάλαβε τό τραγικό του λάθος, καί μέσα στήν Ἁγία Σοφία, τήν τελευταία νύχτα…
ζήτησε συγχώρεση ἀπό τον Θεό καί ἀνθρώπους καί ἥσυχος τήν ἑπομένη, ἔπεσε ὡς ἥρωας καί ἐθνομάρτυς.
Αφοῦ πρῶτα ἐξομολογήθηκε καί κοινώνησε ὡς ἀληθινός ὀρθόδοξος γι΄ αὐτό καί ὁ ἅγιος Ραφαήλ συνήθιζε νά τόν ἀποκαλεῖ μετά τήν ἡρωική θυσία του μέ δάκρυα στά μάτια «ἅγιο αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο».
Αὐτός ἦταν ὁ λόγος λοιπόν πού, ὅταν ἄρχισε ἡ πολιορκία τῆς Βασιλεύουσας ἀπό τούς Τούρκους οἱ δύο ἅγιοι πατέρες βρίσκονταν ἐκτός τῶν τειχῶν της καί μετά πέρασαν στήν Μακεδονία.
Ἐκεῖ ἦταν, ὅταν συνέβη ἡ ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τήν ἀποφράδα ἐκείνη ἡμέρα Τρίτη 29η Μαΐου 1453, ἀπό τούς ἐπιδραμόντες ἀπό τά βάθη τῆς Ἀσιατικῆς Μογγολίας Σελτζούκους Τούρκους.
Ὁ τελικός προορισμός τους ἦταν ἡ Λέσβος, ὅπου καί μαρτὐρησαν ἐννέα ἔτη μετά, τόν Ἀπρίλιο τοῦ ἔτους 1463 μ.Χ.
Η προδοσία της Πίστεως που κορυφώθηκε με το συλλείτουργο στην Αγία Σοφία, ήταν που οδήγησε και στην πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, μετά από χίλια χρόνια που παρέμενε απόρθητη, με την προστασία του Θεού και της Υπερμάχου Στρατηγού, Κυρίας Θεοτόκου. Στήκετε και κρατήτε τας παραδόσεις…
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοσ ραφαηλ
Ἅγιοι τοῦ Θεοῦ πρεσβεύετε ὑπέρ ἡμῶν
Πηγή enromiosini.gr
You might also like:

Γενεὰ …φλώρων!!!

 
Ὅταν κάποτε ἔβγαιναν ἐπιστήμονες, χωρὶς φροντιστήρια, χωρὶς μάστερ στὸ ἐξωτερικό, χωρὶς αἰωνίους φοιτητὲς καί, κυρίως, τότε ποὺ ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ σχολεία …Ἕλληνες!!!


Σήμερα ἔχουμε ἀποχὲς μαθητῶν, γιατὶ στὶς αἴθουσες δὲν εἶναι ἀναμμένα τὰ σώματα …θερμάνσεως!!!
Ὤ καιροί, ὤ ἤθη…!!!
Καταλήξαμε γενεὰ φλώρων!

Μάθε ν’ ακούς ….

 
 

– Πρέπει συνεχώς να κάνω ελεημοσύνες Γέροντα; Να βοηθώ οικονομικά συνανθρώπους μου ;

– Όταν μπορείς ναί… Όμως πιό πολύ να βοηθάς τούς γύρω σου με το να τους μιλάς, με το να τούς ακούς όταν θέλουν να μιλήσουν για τα προβλήματά τούς, να πούν τον πόνο τούς, κάμνοντας τούς συντροφιά…

~ Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης.

Φοβερές αλήθειες λέγει ο Γέροντας

 
Αποτέλεσμα εικόνας για Γέροντας Γρηγόριος ,Καθηγούμενος Ι.Μ.Δοχειαρίου Αγίου όρους 

Γέροντας Γρηγόριος  ,Καθηγούμενος Ι.Μ.Δοχειαρίου  Αγίου όρους

 
Οἱ παλιοὶ ἀνθρῶποι, παρατηρώντας τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, γίνονταν οἱ πιὸ καλοὶ καὶ οἱ πιὸ σωστοὶ μετεωρολόγοι. Ἂς εἶχε ὁ τόπος τους ἡλιοφάνεια καὶ καλοκαιρία. Παρακολουθώντας γύρω-γύρω τὰ ἄκρα τῆς γῆς, ποὺ τὰ ὠνόμαζαν κόρφους, ἔλεγαν «ὅπου εἶναι ἔρχεται βροχή, ἔρχεται κακοκαιρία καὶ στὸν δικό μας τόπο· μαζέψτε τὰ γενήματά σας, ποὺ κινδυνεύουν ἀπὸ τὴν κακοκαιρία». Ἡ μάννα ἔλεγε «δὲν θὰ ἁπλώσουμε ἀπόψε μπουγάδα, γιατὶ ἔρχεται βροχή». Καὶ ὁ βοσκὸς μάζευε τὰ ζῶα του στὸν στάβλο.
– Πατέρα, καλὸς εἶναι ὁ καιρός.
– Παιδί μου, δὲν ἀκοῦς τὸ ποδοβολητὸ τῆς βροχῆς;
Ἴσως ἐκεῖ στὸ μοναστήρι ποὺ σύχναζε ἄκουσε τὸν Ἠλία νὰ λέγη «Δὲν ἀκοῦτε τὰ πόδια τῆς βροχῆς;».
Ὁ γερο-ψαρᾶς ἔλεγε στὰ παιδιά του:
– Τραβᾶτε τὴν βάρκα ἔξω· ἔρχεται κακοκαιρία.
Ὅλοι τὰ ἤξεραν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν. Ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ τὰ ζῶα. Προτοῦ χαράξη, ὁ μύρμηγκας ἀγωνιζόταν νὰ συνάξη καὶ νὰ προστατεύση τὰ γενήματά του. Αὐτὸ τὸ μικρὸ ζωάκι ἔχει φοβερὲς αἰσθήσεις καὶ ἀμύνεται γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά.
Ὁ σημερινὸς πεπαιδευμένος ἄνθρωπος δὲν τὰ βλέπει; Τί ἔρχεται καὶ ρωτᾶ τὸν καλόγερο στὸ Ἅγιον Ὄρος:
– Πῶς πᾶν τὰ πράγματα; Πῶς βλέπεις τὴν κατάσταση; Τί ἀκοῦτε ἐσεῖς ποὺ ζῆτε σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο;
– Ὅ,τι ἀκοῦτε καὶ ὅ,τι βλέπετε ἔξω.
Ἡ Ἐκκλησία ἀγκαλιάζει καὶ σφιχταγκαλιάζει τοὺς ἄθεους κρατοῦντες. Ἐδῶ τρῶνε, μαζὶ πίνουνε καὶ χαριεντίζονται σὰν τὰ παιδιὰ ποὺ φτιάχναν στὴν ἄμμο πόλεις καὶ ὀχυρά. Κανεὶς δὲν ἔχει ἐλεύθερη ἔκφραση. Λὲς καὶ βρισκόμαστε σὲ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα. Ὁ ρασοφόρος βλέπει τὸν σταυρὸ πεταμένο στὸν δρόμο καὶ δὲν σκύβει νὰ τὸν πάρη νὰ τὸν φιλήση. Μόνον οἱ εὐλαβεῖς σκουπιδιάρηδες μαζεύουν τὶς εἰκόνες τῆς Παναγιᾶς καὶ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ σκουπίδια.
– Ποῦ τὸ βρῆκες πάλι αὐτό, μπαρμπα-Μιχάλη;
– Ἀπὸ τὰ σκουπίδια τὸ ἀνέσυρα, γιατὶ πονεῖ ἡ ψυχή μου.
Ἡ εὐλάβειά μας, ἡ παρηγοριά μας νὰ πετιέται στὸν δρόμο;
Γιὰ νὰ μὴ χάσουν σήμερα οἱ παπάδες τὶς «καλὲς» σχέσεις μὲ τὸ ποίμνιό τους, βαπτίζουν τὰ παιδιὰ τῶν ἀστεφάνωτων οἰκογενειῶν καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα «Αὐτοὶ τὴν Ἐκκλησία τὴν παραμέρισαν. Πῶς θὰ ἐμπιστευθοῦμε χριστιανικὴ ἀνατροφὴ σὲ γονεῖς ἐκτὸς Ἐκκλησίας;».
– Γιατί, παπᾶ, ἔβαλες κουμπάρο ἀστεφάνωτο;
– Γιατὶ, ὅταν θὰ πάω στὸν δεσπότη, θὰ πρέπει νὰ κουβαλάω μαζί μου κι ἕνα τορβά, γιὰ νὰ μοῦ βάλη τὸ κεφάλι.
Οἱ πιέσεις τῶν ἐπισκόπων ἀρχίζουν ἀπὸ θέματα πίστεως μέχρι θέματα οἰκονομικά. Ἕνας δεσπότης ζητᾶ ἀπὸ κάθε ἐνορία 70 εὐρώ, γιὰ νὰ ἐπισκευάση τὴν χέστρα του! Σιγά-σιγὰ πρέπει νὰ καταπιαστοῦμε καὶ μὲ τὴν καζάνα τοῦ δεσπότη. Φόβος και τρόμος κατέχει τοὺς παπάδες, τοὺς ἄμισθους, τοὺς παραγκωνισμένους, τοὺς ἀπαράκλητους. Στὰ χωριὰ ποὺ ζοῦνε πίσω ἀπὸ τὸν Θεό, κανένας δὲν τοὺς ρωτᾶ «Ἔχεις νὰ ταΐσης τὴν οἰκογένειά σου;» παρὰ μόνον «Ἔχεις νὰ μοῦ δώσης;». Ρώτησα ἐφημέριο ἐν μέσῳ Ἀθηνῶν:
– Γιατί δὲν πῆγες τὸ παιδί σου ἐγκαίρως στὸν γιατρό;
– Δὲν εἶχα (!)
Ὁ ἐφημεριακὸς κλῆρος, ποὺ εἶναι οἱ βασικοὶ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι παρηγκωνισμένος. Ὁ μακαριστὸς ὅσιος Ἀμφιλόχιος σκεπτότανε πολὺ τὸν ἐφημεριακὸ κλῆρο καὶ ζητοῦσε τὴν ἐνίσχυσή τους:
– Χωρὶς ἐφημερίους δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήση ἡ Ἐκκλησία. Ἂς μὴ γνωρίζη γράμματα. Ὅταν ἔχη εὐλάβεια, ἀναπληρώνονται ὅλα. Χωρὶς παπᾶ, τὸ χωριὸ εἶναι χωρὶς νερό, χωρὶς σημεῖο ἀναφορᾶς, χωρὶς παράκληση καὶ παρηγοριά.
Ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ σεβίζη μπροστὰ στὸν ἐφημέριο, γιατὶ αὐτὰ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνη αὐτός, τὰ κάνει ὁ παπᾶς. Αὐτὸς εἶναι κοντὰ στὸν κόσμο, αὐτὸς διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὸς ἁγιάζει τὰ σπίτια, αὐτὸς πίνει νερὸ στὴν ὑγειὰ τοῦ χωριοῦ. Μιὰ παχειὰ καλημέρα τοῦ παπᾶ στὸν ἐνορίτη εἶναι ὅ,τι σπουδαῖο μπορεῖ νὰ δώση ἡ Ἐκκλησία στὸν λαὸ κάθε μέρα. Βοηθῆστε τὸν παπᾶ νὰ κάθεται κοντὰ στὸ ποίμνιό του. Νὰ μὴν ἔχης, δεσπότη, τὴν ἀπαίτηση ὁ παπᾶς νὰ παίζη τὴν φλογέρα ἀπὸ τὴν πόλη καὶ νὰ βόσκουν τὰ πρόβατα στὸ χωριό. Βοηθῆστε τον, βοηθῆστε τον. Μὴ τὸν τρομοκρατῆτε. Ἔχετε τὴν χατζάρα ὑψωμένη γιὰ τὸν ἄθεο, τὸν σκανδαλοποιὸ καὶ τὸν ἀνήθικο.
Ἂχ ἐφημέριε, μὲ τὸ τριμμένο ράσο καὶ τὸ παπούτσι ποὺ σηκώνει φτέρνα καὶ μύτη, σὲ λατρεύω, σὰν τὴν ζύμη τῆς πίστης καὶ τοῦ ἔθνους.
Ἂς πᾶμε τώρα καὶ στοὺς κρατοῦντες. Δὲν βλέπετε σημεῖα καὶ τέρατα, καὶ ρωτᾶτε ἐμένα τὸν μοναχό, ποὺ ζῶ στὴν ἀποκλείστρα μου καὶ δῶθε-κεῖθε μοῦ μεταφέρουνε τὸν χαλασμὸ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς πίστης ἀπὸ τὴν τάχατες κυβέρνηση, ποὺ τὰ δίνει ὅλα γιὰ τὸν λαό; Δίνει ἕνα ψίχουλο γιὰ τὸν λαὸ καὶ μιὰ ὁλόκληρη φραντζόλα ἀπὸ τὸν φοῦρνο τοῦ διαβόλου. Οἱ ἄθεοι μέρα-νύχτα ζυμώνουν, ὄχι τὸ ψωμὶ ποὺ τὸ βρίσκαμε κάτω καὶ τὸ παίρναμε στὸ χέρι μας καὶ τὸ φιλούσαμε, ἀλλὰ τὸ ψωμὶ ποὺ δὲν θρέφει τὸν λαό, ἀλλὰ τὸν δηλητηριάζει.
Ρωτᾶς γιὰ πολέμους, ρωτᾶς, Ἕλληνα, γιὰ χαλασμούς. Καλά, δὲν βλέπεις αὐτοὺς ποὺ κάθε μέρα κατεβαίνουν ἀπὸ τοὺς κόρφους; Δὲν εἶναι πιὰ οἱ κόρφοι ἐκεῖ ποὺ ἑνώνεται ἡ γῆ μὲ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ ἡ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἔχει κανένα εὐεργέτημα γιὰ τὸν λαό, τὸν ὀρθόδοξο λαό; Ἔχει κανένα εὐεργέτημα γιὰ τὴν μάννα τὴν πολύτεκνη καὶ γιὰ τὸν γέρο ποὺ φυλάει τὸ ἐρημωμένο χωριό; Ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀνεργία, ἡ ἀποστροφὴ τῆς ὑπαίθρου μάζεψε τὴν νεολαία στὶς μεγαλοπόλεις, καὶ τὰ ὄμορφα χωριά μας κατήντησαν θέρετρα, καὶ ὄχι τόποι παραγωγικοί, τόποι ποὺ βοηθοῦν τὴν οἰκονομία τοῦ κράτους. Στὸν ὁρίζοντα, Ἕλληνα, θὲς νὰ δῆς ὅτι πωλοῦνται τὰ πάντα, καὶ τὸ ἀεροδρόμιο καὶ τὸ λιμάνι καὶ ἡ ΔΕΗ καί, τὸ πιὸ φοβερὸ ἀπ᾽ ὅλα, τὸ νεράκι τοῦ Θεοῦ; Τὶς πηγὲς τοῦ τόπου μας, ποὺ πραγματικὰ ἁγιάσματα εἶναι, ἁγιάσματα ἀναβλύζουν, ἁγιασμένα νερὰ μᾶς δίνουν, θὰ τὶς κουμαντάρουνε οἱ ξένοι ἐπιχειρηματίες. Φοβᾶμαι ὅτι καὶ τὰ δάση μας θά ᾽χουν τὴν ἴδια τύχη. Κι ἀπ᾽ τοὺς καθάριους βυθοὺς τῆς θαλάσσης, θὰ ἀφαιρέσουν τὰ βότσαλα καὶ τὴν ὀμορφιά τους. Σημεῖα τῶν καιρῶν ζητᾶς;
Ὅλοι οἱ μεγάλοι κοσμοκράτορες ἔχουν τὸ χέρι τους στὴν σκανδάλη καὶ τοὺς λένε: «Πολλοὶ εἴμαστε στὴν γῆ· πρέπει νὰ θάψουμε, γιὰ νὰ λιγοστέψουμε». Μήπως ἐσεῖς ἀκούσατε κανένα λόγο παρηγοριᾶς; Μήπως σᾶς κόψανε κανένα φόρο; Μήπως σᾶς αὐξήσανε κάποιο μισθὸ ποὺ σᾶς εἶχαν περικόψει; Μήπως ἑτοιμάζονται οἱ πηγάδες τοῦ Μελιγαλᾶ καὶ τὰ φαράγγια, γιὰ νὰ τὰ βοθρίσουνε μὲ πτώματα, μὲ σώματα μαρτύρων καὶ ἁγίων; Γυναίκα, φόρεσε μαῦρο μαντήλι, κι ἂν σὲ ρωτήσουνε, πὲς ὅτι πενθεῖς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἔθνος. Μαυροπένθησε ἡ Ἐκκλησία. Τί τὰ θὲς τὰ ἄσπρα καὶ τὰ λευκά, ἀφοῦ ἀνάσταση δὲν βλέπεις; Ζῆς μέσα σὲ μιὰ ἀτέλειωτη Μεγάλη Παρασκευή. Ὅταν ἀκούω ὅτι ἀρχιερεῖς ζητοῦνε συνδρομὲς ἀπὸ τὶς ἐνορίες, γιὰ νὰ κάνουν πλούσια τραπέζια σ᾽ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θεωροῦνται μεγάλοι, νερουλιάζει τὸ αἷμα μου καὶ θὰ ἤθελα νὰ πάω νὰ βάλω στὸ καζάνι τους κατασταλαγή. Ποιός δεσπότης λέει σήμερα: «Θὰ σὲ φιλέψουμε μὲ τὸ βρισκούμενο»; Ποιός κρατᾶ ταπεινὴ τράπεζα στὶς ἐπισκέψεις τῶν ἀλλοτρίων τῆς πίστεως, τῶν πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας; Ποιός δεσπότης κάλεσε τὶς μαννάδες σὲ τραπέζι καὶ τοὺς φτωχοπατεράδες τοὺς χειρώνακτες σὲ συνεστίαση; Ποιός ἔβρασε σιτάρι, γιὰ νὰ παραθέση τράπεζα;
Δεῖξτε μου τὰ καλὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, γιατὶ μ᾽ ἔφαγε ἡ ἀγωνία, ὁ τρόμος τῆς ἄλλης ἡμέρας, τὸ ἀβέβαιο τὶ θὰ ξημερώση αὔριο. Θὰ χτυπήση καμπάνα; Θὰ γίνη λειτουργία; Θὰ κυματίση ἡ σημαία; Θὰ φανῆ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὶς ράχες καὶ στὰ βουνά;
Βοσκέ, κόψε ἕνα ξύλο καὶ κάνε ἕνα σταυρὸ καὶ στῆσε τον στὴν ραχούλα ποὺ βόσκεις τὰ κοπάδια σου. Κι ἐσένα θὰ φυλάξη καὶ τὴν ποίμνη σου. Μάννα, στῆσε ἕνα σταυρὸ στὴν αὐλή σου καὶ σύ, ἀγρότη, στὶς καλλιέργειές σου. Φυγάδεψε τὰ δαιμόνια καὶ κοίτα τοὺς κόρφους τὶ σημεῖα καὶ τέρατα μᾶς φέρνουν κάθε μέρα. Εἶναι ἀρκετὰ μεγάλος ὁ χῶρος σου, μπορεῖς νὰ βλέπης καὶ νὰ γίνεσαι προφήτης, διδάσκαλος, εὐαγγελιστής, ξορκιστὴς τῶν κακῶν. Ἀμήν.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης