Η ζωή του ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ Σεραφείμ Δημόπουλου και το ασκητήριό του στη Λάρισα γνωστό και ως «τρίγωνο του πόνου» (1937-2008)

Ιερομόναχος Σεραφείμ Δημόπουλος: Ένας οσιακός βίος

Ο π. Σεραφείμ Δημόπουλος γεννήθηκε το έτος 1937 στο Ηράκλειο της Κρήτης από τον Κωνσταντίνο και την Ειρήνη. Ήταν δεύτερος από επτά αδέλφια και στην βάπτισή του ονομάστηκε Χρηστός. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από την Σμύρνη και είχε μακρινή συγγένεια με τον Εθνομάρτυρα και Ιερομάρτυρα άγιο Χρυσόστομο Σμύρνης. Ανατράφηκε με αρχές χριστιανικές. Φάνηκε από νωρίς η αγάπη του προς την Εκκλησία και η κλίση του για την Ιεροσύνη, καθώς και η προτίμησή του για την ασκητική ζωή.


Από μικρός είχε ζητήσει από τους γονείς του ξεχωριστό δωμάτιο. Η μητέρα του, του έδωσε, αλλά απεφάσισε να κοιμάται μαζί του στο ίδιο δωμάτιο. Τότε της παρουσιάστηκε η Παναγία στον ύπνο και της είπε: «Άφησέ τον να αγωνίζεται». Έκτοτε ο μικρός Χρήστος μπορούσε να προσεύχεται τα βράδια ανενόχλητος.

Ήταν επιμελής στα μαθήματά του και προσεκτικός στην ζωή του. Δεν έλειπε γιορτές και Κυριακές από την Εκκλησία και από το Κατηχητικό. Σπούδασε την ιερά επιστήμη της θεολογίας για να λάβει εφόδια να διακονήσει ως ιερέας την Εκκλησία.
Ως φοιτητής επισκέπτεται Μοναστήρια. Συνδέθηκε ιδιαίτερα με το μοναστήρι του Αγίου Σεραφείμ Δομπού Λειβαδιάς, με την Λογγοβάρδα και τον οσίας μνήμης ηγούμενό της π. Φιλόθεο Ζερβάκο.

π. Σεραφείμ Δημόπουλος
Σχέσεις με Άγιο Όρος και γέροντα Παΐσιο.

Αφού πήρε το πτυχίο της Θεολογικής, έκανε και την στρατιωτική του θητεία. Για ένα διάστημα έμεινε στο Άγιο Όρος κοντά σ’ έναν Σέρβο ασκητή, τον π. Γεώργιο, που μόναζε στο Παλαιομονάστηρο της Μονής του Αγίου Παντελεήμονος, και μυήθηκε στην νοερά προσευχή. Δεν έγινε όμως μοναχός, ούτε θέλησε να μείνει οριστικά στο Άγιο Όρος. Ο Θεός είχε άλλα σχέδια γι’ αυτόν, αλλού τον κατηύθυνε.
Ο Γέροντας είχε μεγάλη ευλάβεια για το Περιβόλι της Παναγίας και έλεγε: «Αυτά που κάνουμε εμείς εδώ κηρύγματα, φιλανθρωπίες… είναι για τα νήπια. Το Άγιο Όρος είναι το Πανεπιστήμιο. Εκεί οι μοναχοί δεν κόβουν τα πάθη, αλλά γνωρίζουν μεθόδους που ξεριζώνουν τα πάθη μια για πάντα. Ο μοναχός πρέπει να κάθεται στο κελί του κι ας μην κάνη πολλά πνευματικά. Εάν ο μοναχός βγαίνει έξω στον κόσμο δεν κάνει καμιά προκοπή».

Κάποιος του πήγε ένα βιβλίο για το Άγιο Όρος. Ο Γέροντας το πήρε στα χέρια του, έψαξε μία- μία τις φωτογραφίες με Αγιορείτες γέροντες, τις ασπάστηκε, τις εναγκαλίστηκε θερμά και αμέσως μετά επέστρεψε το βιβλίο λέγοντας «πάρτο τώρα».
Κάποτε τον ρώτησαν αν γνώρισε από κοντά τον γέροντα Παΐσιο τον Αγιορείτη και είπε:

—Ναι, τον συνάντησα 2-3 φορές. Σε κοίταζε βαθειά με τα διαπεραστικά του μάτια και σε «διάβαζε». ‘Όταν είχα βαριά άρρωστους, κυρίως καρκινοπαθείς, του έστελνα γράμμα και όλοι τους έγιναν καλά, ούτε ένας δεν πέθανε.
—Γέροντα, πως απέκτησε τόση χάρη ο γέροντας Παΐσιος;

—Ξέρεις τι προσευχές έφτιαχνε ο γέροντας Παΐσιος; Άστα, εμείς δεν κάνουμε τίποτα. Όλα με την προσευχή γίνονται.

—Πως γίνεται Γέροντα, όποιος άνθρωπος κι αν ανοίξει ένα βιβλίο του γέροντα Παΐσιου, να μαγνητίζεται και να ζητεί να διαβάσει το βιβλίο, ενώ για άλλα βιβλία να μένη αδιάφορος;

—Ο γέροντας Παΐσιος είχε πολλή χάρη και αυτή μεταφέρεται στα βιβλία του• όποιος τα διαβάζει, πληροφορείται και αναπαύεται η ψυχή του. Είχε τόση χάρη, που και τα βιβλία που γράφουν οι άλλοι για αυτόν τραβάνε σαν μαγνήτης. Εμείς όμως τελικά τίποτα δεν ξέρουμε για τον γέροντα Παΐσιο. Αυτά που νομίζουμε πως ξέρουμε είναι πολύ λίγα. Αυτός ζούσε μεγάλα πράγματα και δεν τα είπε ποτέ σε κανέναν. Έε!… δεν λέγονται εύκολα αυτά».
Αλλά και ο γέροντας Παΐσιος εκτιμούσε ιδιαίτερα τον π. Σεραφείμ. Σε μία παρέα νέων από την Λάρισα, που τον επισκέφθηκαν στην Παναγούδα, τους είπε: «Γιατί έρχεστε σε μένα; Εσείς εκεί στην Λάρισα έχετε έναν άγιο άνθρωπο, τον π. Σεραφείμ». Όμως την επόμενη φορά που οι νέοι αυτοί επισκέφθηκαν την Παναγούδα ανέφεραν στον γέροντα Παΐσιο ότι δεν υπάρχει κανένας π. Σεραφείμ στις ενορίες της Λάρισας. Βέβαια ο π. Σεραφείμ δεν είχε δική του ενορία, αλλά πήγαινε σε χωριά και όπου αλλού τον έστελνε η Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης, γιατί ήταν ιεροκήρυκας. Ο γέροντας Παΐσιος απάντησε: «Εκεί είναι, αλλά κρύβεται σαν τον λαγό πίσω από τους θάμνους, ψάξτε λίγο και θα τον βρείτε».

Γνωστός Θεολόγος Λαρισαίος (Αθανασόπουλος Κωνσταντίνος, πρώην Διευθυντής Ακαδημίας Λάρισας) επισκέπτεται πολύ συχνά τον π. Παΐσιο. Πάντα τον ρωτούσε να μάθη νέα για τον π. Σεραφείμ και, όταν έφευγε, του έλεγε να του μεταφέρει τους χαιρετισμούς του.

Του ανέφερε κάποιος ότι ένας Αγιορείτης Γέροντας μιλούσε υποτιμητικά για τον γέροντα Παΐσιο, λέγοντας πως δεν ξέρουμε αν είναι άγιος. Ο π. Σεραφείμ στενοχωρήθηκε και με έναν παιδικό αυθορμητισμό απάντησε: «Τί να κάνουμε; Αφού είναι Άγιος». Είχε την φωτογραφία του γέροντος Παϊσίου στον τοίχο πάνω από το κρεβάτι του, δείγμα ιδιαίτερης ευλαβείας, μαζί με τον Εσταυρωμένο, εικόνες της Παναγίας και την Αποκαθήλωση.

Ασκητής
Αγόρασε ένα χωράφι έξω από την Λάρισα κοντά στις φυλακές και έχτισε το ασκητήριό του. Ο Γέροντας επέλεξε να ζήση στην συγκεκριμένη περιοχή, μέσα στα χωράφια, γιατί εκεί σχηματίζετε το τρίγωνο του πόνου• δηλ. από την μία μεριά είχε τις φυλακές, από την άλλη πλευρά το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο και από την άλλη το Κοιμητήριο (Νεκροταφείο).
Στο σπίτι του επί χρόνια δεν είχε νερό και το κουβαλούσε από απόσταση. Για θέρμανση είχε μία ξυλόσομπα που σπάνια την άναβε. Οι επισκέπτες του τον χειμώνα έτρεμαν από την παγωνιά, ενώ εκείνος στέκει απαθής στο ψύχος. Πολλές φορές με κρύο οι μπαλκονόπορτες και τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα.

Το σπίτι του έδειχνε εγκαταλελειμμένο, πολλά πράγματα ήταν πεταμένα δεξιά και αριστερά, η αυλή ήταν χορταριασμένη με σκουπίδια ενώ τα ποντίκια κυκλοφορούσαν άφοβα.

Γνωστός του μαραγκός πήγε να επιδιορθώσει την πόρτα του σπιτιού του στον επάνω όροφο και είδε ότι δεν είχε κρεβάτι. Είχε κάτω στο τσιμέντο στρωμένες παλαιές κουβέρτες, ένα παλαιό παλτό για σκέπασμα, ένα σακάκι τυλιγμένο ρολό για προσκέφαλο, και δίπλα βιβλία. Στο μικρό του κουζινάκι έβραζε μέσα σ’ ένα σαρδελοκούτι μία πιπεριά. Αυτό ήταν το φαγητό της ημέρας.

Παραπομπή 1. Από ανώνυμο πρωτεργάτη του Συλλόγου «Ιωάννης ο Χρυσόστομος» που είχε ιδρύσει ο π. Σεραφείμ, εκδόθηκε η βιογραφία του: πατήρ Σεραφείμ Δημόπουλος (1937-2008). Ένας ασκητής μέσα στον σύγχρονο κόσμο, Λάρισα 2011. Είναι πλήρης, πολύ ωραία και δείχνει την πνευματική κατάσταση του βιογραφουμένου. Εδώ αναφέρονται κάποια άγνωστα στοιχεία.

Πνευματικός Πατήρ

Ο π. Σεραφείμ ελειτούργει ταπεινά, απλά, με συναίσθηση βαθειά. Κατά την διάρκεια της θείας Λειτουργίας, όταν έβγαινε στην Ωραία Πύλη για να πή το Ευαγγέλιο, δεν εχρειάζετο να κοιτάζη μέσα, γιατί το ήξερε απ’ έξω.

Το κήρυγμά του βγαλμένο από το βίωμά του ήταν περιεκτικό, κατανοητό και άγγιζε τις καρδιές των ακροατών. Μιλούσε με άνεση χωρίς να κρατά χειρόγραφο. Συνήθως κοίταζε λίγο ψηλά και κάθε τόσο ύψωνε τα χέρια του.

π. Σεραφείμ Δημόπουλος_3

Ως Πνευματικός ήταν διακριτικός και πραγματικός θεραπευτής των ψυχικών νόσων. Κοντά του κατέφευγαν πλήθη ανθρώπων για να εξομολογηθούν, αν και ο ίδιος απέφευγε.

Διηγείται πνευματικό του τέκνο: «Εξωμολογιόμουν μία φορά τον χρόνο, όταν επισκεπτόμουν το Άγιον Όρος. Ο Πνευματικός μου, κάποια στιγμή, με συμβούλευσε να αναζητήσω εξομολόγο στην πόλη μου την Λάρισα για να βοηθηθώ καλύτερα. Ενώ έψαχνα να βρώ έναν καλό Πνευματικό, άκουσα σε συζήτηση ότι στην Λάρισα υπάρχει ένας Πνευματικός, ρακένδυτος και ατημέλητος, που μένει λίγο πιο κάτω από τις δικαστικές φυλακές σε ενα σπιτάκι, που είναι μέσα στα χωράφια, και στην βεράντα έχει μία σημαία Βυζαντινή. Αναπαύτηκα σε αυτά τα λόγια και σκέφτηκα να τον επισκεφτώ, αλλά γρήγορα το ξέχασα και αμέλησα. Πέρασαν 7-8 μήνες από τότε και μου παρουσιάστηκε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Φεύγοντας από τον γιατρό ταραγμένος, κατά το μεσημέρι, μου ήρθε μία έντονη επιθυμία να πάω να βρώ αυτόν τον Γέροντα, που ούτε το όνομά του δεν θυμόμουν με βεβαιότητα. Εντόπισα εύκολα το σπίτι, και μία γυναίκα που περίμενε απ’ έξω μου επιβεβαίωσε ότι εκεί μένει ο π. Σεραφείμ. Ήταν ένα μικρό σπίτι με ισόγειο και πρώτο όροφο. Στην βεράντα είχε δύο μπαλκονόπορτες με χοντρά κάθετα σίδερα που θύμιζαν φυλακή. Ο μικρός προαύλειος χώρος είχε συρματόπλεγμα. Χορταριασμένος, με σκουπίδια και 3-4 πλαστικές καρέκλες. Όλα έδιναν μία εικόνα εγκατάλειψης.

»Άρχισα να φωνάζω: «Πάτερ Σεραφείμ! Πάτερ Σεραφείμ!». Ένας αναμαλλιασμένος, μαυριδερός Γέροντας βγήκε στην μπαλκονόπορτα και είπε: «Γειά σου… (το όνομά μου). Τί κάνεις;». Ξαφνιάστηκα που είπε το όνομά μου, αλλά τον ρώτησα, αν μπορούμε να μιλήσουμε και είπε: «Φύγε, φύγε…».

—Πότε να έρθω;

—Φύγε και να μην ξανάρθης.

»Την επομένη το πρωί ξαναπήγα. Οι πόρτες (αυλόπορτα και κεντρική) ήταν τώρα ανοιχτές. Ήταν σαν να με περίμενε: «Έλα, έλα μέσα», μου είπε, και μπήκα σε ένα μικρό δωμάτιο, όπου υπήρχε μεγάλη ακαταστασία. Πάνω σε ένα τραπέζι ριγμένα κάθε είδους πράγματα. Αλλά σκεπτόμενος το πρόβλημά μου, δεν έδωσα καμμία σημασία. Ένιωθα απολογούμενος εμπρός στον θρόνο του Θεού. Κατέβαλα κόπο να πνίξω τα δάκρυά μου και ο Γέροντας απέναντί μου, ρακένδυτος, ηλιοκαμένος, χωρίς δόντια, με αστραφτερές ματιές με έπειθε ότι τα ξέρει όλα. Με διακριτικό τρόπο άρχισε να λέη τις αμαρτίες μου: «Είναι μερικοί άνθρωποι που κάνουν αυτό… κάποιοι άλλοι κάνουν εκείνο… και ζούνε έτσι…». Όταν τελείωσε πήρε το πετραχήλι, το φόρεσε και εγώ γονάτισα χωρίς να πώ λέξη. Φεύγοντας μου χάρισε ενα βιβλίο του, το Λαυσαϊκόν.

»Ποτέ δεν του ανέφερα το πρόβλημα υγείας μου, το οποίο σιγά-σιγά υπεχώρησε, ενώ στις επόμενες συναντήσεις μας ξαλάφρωνα από το βάρος των πολλών μου αμαρτιών.

»Έκτοτε άρχισα να επισκέπτωμαι όλο και συχνότερα τον Γέροντα. Είχα την βεβαιότητα ότι είχα μπροστά μου έναν άγιο άνθρωπο και κάθε συνάντηση με συγκινούσε ιδιαίτερα. Πρώτη φορά συναντούσα άνθρωπο που ήταν ολοκληρωτικά δοσμένος στον Θεό. Καμμία φροντίδα για τον χώρο όπου ζούσε, καμμία έγνοια για τον εαυτό του, καμμία φιλοδοξία για καριέρα και μάταιη δόξα. Μία ψυχή εκατό τοίς εκατό παραδομένη στην αγάπη του Θεού. Άρχισα να αναλογίζωμαι αν αξίζη να στενοχωριέμαι για όλα αυτά τα μάταια για τα οποία έτρεχα από το πρωί έως το βράδυ. Αναθεωρούσα καθημερινά τις απόψεις μου, σκεπτόμενος πως για την ψυχή μου δεν δούλεψα καθόλου. Τρόμαζα μπροστά στο ενδεχόμενο ενός αιφνίδιου θανάτου και μιας αιώνιας καταδίκης. Με τον Γέροντα ανακάλυψα έναν άλλο κόσμο, μία άλλη πορεία που με συνάρπαζε κάθε μέρα περισσότερο.

»Όταν έβλεπα τον Γέροντα, το άγχος, οι φοβίες, και οι στεναχώριες έφευγαν αμέσως, σε βαθμό που ξεχνούσα για ποιο λόγο πήγαινα και τι ήθελα να τον ρωτήσω. Από την συζήτηση όμως, σκεπτόμενος καθώς έφευγα, εύρισκα τις απαντήσεις. Αυτά που λίγο πριν φάνταζαν σπουδαία τώρα μου φαίνονταν ασήμαντα. Κάποιες φορές που δεν μπορούσε να με δεχτή, μου αρκούσε που τον έβλεπα και έφευγα ξαλαφρωμένος. Έτσι άρχισα να καταλαβαίνω πως συνήθως γνώριζε τον λόγο της επίσκεψής μου».

Ο Συνταγματάρχης Διαμαντόπουλος Ευστάθιος αναφέρει: «Αναζητούσα έναν Πνευματικό με βαθειά πίστη για να εξομολογηθώ. Το 2005 επισκέφθηκα το Άγιον Όρος και στη Νέα Σκήτη άκουσα γέροντα Ασκητή να μου μιλά για τον π. Σεραφείμ που μένει στην Λάρισα, την πατρίδα μου, με μεγάλη πνευματικότητα και σπάνια χαρίσματα. Έτσι κάποια ημέρα έφθασα στο σπιτάκι του για να εξομολογηθώ. Εκεί ήταν ακόμη οκτώ άτομα που τον περίμεναν. Μόλις ήρθε ο Γέροντας παρακάλεσε ευγενικά τους άλλους να αποχωρήσουν και κράτησε μόνο εμένα. Μου είπε να καθήσω σε μία καρέκλα χωμένη μέσα στα αγριόχορτα της αυλής, και ο ίδιος κάθησε κοντά μου φορώντας ένα παλαιό πετραχήλι. Μου έκανε νεύμα και άρχισα να εξομολογούμαι τις αμαρτίες μου, χωρίς να μπορώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Ο Γέροντας κάλυπτε με τις παλάμες του το πρόσωπό του αποφεύγοντας να με κοιτάζη κατάματα. Αφού τελείωσα την εξομολόγηση, μου έδωσε κάποιες συμβουλές και πνευματικές οδηγίες, αποκαλώντας με με το όνομά μου κατ’ επανάληψη, χωρίς να με γνωρίζη. Μου αναπτέρωσε το ηθικό, με αναζωογόνησε, με γέμισε ελπίδες για την ζωή, με γέμισε θάρρος και δύναμη για να αγωνισθώ, και με συγκίνησε».

Τον κόσμο συνήθως τον εδέχετο απογευματινές ώρες. Τότε έβγαινε με ένα 300άρι κομποσχοίνι στην αυλή, καθόταν σε μία πλαστική καρέκλα και κοιτούσε προς την Ανατολή. Μιλούσε ελάχιστα και αινιγματικά. Μερικές φορές τον ρωτούσαν κάτι και εκείνος έμενε για λίγο σιωπηλός, κάτι ψυθίριζαν τα χείλη του, ίσως την ευχή «Κύριε, Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και σε λίγο επανήρχετο και απαντούσε. Κάποτε είπε: «Αν δεν έχω πληροφορία, δεν μιλώ, ούτε μου αρέσει να κάνω τον δάσκαλο. Διδάσκαλος ήταν ένας, ο Κύριος».

Ήταν από τους λίγους Πνευματικούς που μπορούσε να δηλώση την άγνοιά του και σε ερωτήματα να απαντάη: «Δεν ξέρω».

Επίσης, εστενοχωρείτο για την πνευματική στασιμότητα των ανθρώπων που εξωμολογούντο. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Έρχονται και λένε τα ίδια και τα ίδια• δεν έχουν πνευματική πρόοδο».

Επανειλημμένα είχε ζητήσει από γνωστούς του να μη μιλούν σε τρίτους για τον ίδιο.

—Γέροντα, να σας φέρω κάποιους γνωστούς μου να τους εξομολογήσετε;

—Όχι, τόσοι Πνευματικοί είναι, να πάνε αλλού. Να μη λες τίποτα σε άλλους για μένα.

Ο χρόνος του Γέροντα αφιερώνετο κυρίως στην προσευχή και στην εξομολόγηση. Τα τελευταία χρόνια η φήμη του εξαπλώθηκε και ερχόταν κόσμος και εκτός Νομού. Σχηματίζετο μία μεγάλη ουρά αυτοκινήτων και άνθρωποι κάθε ηλικίας ήθελαν να τον δούν. Αυτός με διάκριση προσπαθούσε να βλέπη όσους είχαν πραγματική ανάγκη. Επειδή όμως πολλοί εγίνοντο πιεστικοί και φορτικοί, ο Γέροντας έχανε την ησυχία του και σπαταλούσε άσκοπα τον χρόνο του. Έτσι κρέμασε ένα σημείωμα στην εξώπορτα όπου έλεγε: «Όχι εξομολογήσεις, όχι επισκέψεις». Οι άνθρωποι όμως δεν έφευγαν. Θορυβούσαν συζητώντας και ο Γέροντας κατέφευγε κάποιες φορές στον παιδικό σταθμό «τα μικρά χελιδονάκια», για ησυχία, μελέτη και προσευχή.

Συμβουλές

Έλεγε ο Γέροντας: «Η επιστήμη εξαπάτησε τον άνθρωπο για να επαναπαυθή σ’ αυτήν, και έτσι τον ελέγχει απόλυτα».

«Η Πολιτεία δυστυχώς άφησε ανεύθυνα τα σχολεία να παρακμάσουν και τους νέους χωρίς βοήθεια».

Επισκέφτηκε πνευματικό του τέκνο τον Γέροντα και είδε έναν ψυχοπαθή με τον συνοδό του να φεύγουν. Με αυτή την αφορμή τον ρώτησε: «Γέροντα, τι κάνετε με αυτούς; Πως βοηθάτε τους ψυχοπαθείς;». Απάντησε: «Τους λέω να τους κοινωνούν συχνά. Το Σώμα και Αίμα του Κυρίου μεταμορφώνει ριζικά όλον τον άνθρωπο. Αναζωογονείται η ψυχή και το σώμα. Γίνεται ένας καινούργιος άνθρωπος με άλλο χαρακτήρα και ψυχισμό. Αλλά και τα κύτταρα αναζωογονούνται. Βλέπω πως πολύ σύντομα βελτιώνονται».

Τον ρώτησε ιερέας αν πρέπη να διαβάζη εξορκισμούς σε δαιμονισμένους και απάντησε: «Να διαβάζης, να διαβάζης. Να τους εξομολογής και να κοινωνούν τακτικά».

Κάποιος ρώτησε τον Γέροντα πως είναι ο Θεός και τι μορφή έχει. Εκείνος απάντησε: «Σου λέω να ξερής. Όπως τα ψάρια είναι μέσα στη θάλασσα και δεν μπορούν καν να φανταστούν πως είναι ο άνθρωπος έξω από αυτήν, έτσι και εμείς δεν μπορούμε να φανταστούμε και ούτε καν να συλλάβη ο νους μας πως είναι η μορφή του Θεού».

Ο μακαριστός Γέροντας για τους γονείς που είχαν παιδιά με μεγάλα προβλήματα έλεγε συχνά: «Να ξέρετε ότι αυτοί οι γονείς που σηκώνουν τέτοιους μεγάλους σταυρούς για τα άρρωστα παιδιά τους, έχουν μεγάλη θέση στον παράδεισο».

Είπε σε κάποιον: «Δεν ξέρεις να προσεύχεσαι. Να κανονίσουμε να έρθης ένα βράδυ να σου μάθω. Πρέπει να λέμε πολλές φορές (ιδιαίτερα πρωί και βράδυ) τον Αρχαγγελικό χαιρετισμό «Θεοτόκε Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία…», αλλά και την ευχή να την λέμε συνέχεια. Να την καλλιεργήσης όσο μπορείς. Εγώ την ακολουθία την κάνω διαβαστά, δεν ψέλνω. Η ψαλμωδία μετεωρίζει το νου. Κάνε και μετάνοιες όσες αντέχουν τα γόνατά σου».

Ο Γέροντας πρότεινε σε αυτούς που θέλουν να μάθουν την ευχή, να διαβάσουν τις επιστολές του αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ.

Διηγήθηκε ο π. Παύλος Τσουκνίδας: «Κάποια μέρα το πρωί βρήκα τον Γέροντα στο σπιτάκι του μόνο του. Με κάλεσε μέσα και αφού συζητήσαμε διάφορα πνευματικά θέματα, ο Γέροντας άνοιξε το θέμα της προσευχής: «Άντε, άντε», μου λέει, «κάτσε τώρα εδώ που έχω τις εικόνες να προσευχηθής, να δώ πως προσεύχεσαι!» Έκανα αμέσως υπακοή και εκείνη την στιγμή γονάτισα και προσευχόμουνα στην Παναγία μας και στους Αγίους μας, καθώς και στον γέροντα Παΐσιο, τον γέροντα Πορφύριο, που τους είχε εκεί και τους αγαπούσε πολύ. Μετά από κανένα τέταρτο περίπου μου λέει: «Σήκω τώρα, φτάνει. Άκου, πάτερ μου, στην προσευχή να μη σφίγγεσαι, να είσαι χαλαρός και πολύ συγκεντρωμένος για να την ακούη ο Θεός! Να, έτσι χαλαρά να προσεύχεσαι. Καλοί είναι και οι τύποι στην προσευχή, μας χρειάζονται κι’ αυτοί δεν λέω, να στο Άγιον Όρος πολύ τους προσέχουν τους τύπους, αλλά την ουσία να την προσέχης πολύ περισσότερο». Πολλές φορές ο Γέροντας με πολύ αγάπη μου έδειχνε τον τρόπο πως πρέπει να προσεύχωμαι, πως να διαβάζω τις ευχές στην θεία Λειτουργία, να μή βιάζωμαι όταν τις λέω και να είμαι συγκεντρωμένος σ’ αυτές, πως να κάνω το κήρυγμά μου και άλλα τέτοια πολλά».

«Κάποτε, κατευθυνόμενος προς την Λάρισα», διηγείται ο κ. Χρυσοβέργης Αθανάσιος, Δήμαρχος Αμπελώνος, «συνάντησα τον π. Σεραφείμ έξω από τον Αμπελώνα να επιστρέφη πεζός στην Λάρισα. Τον παρακάλεσα να μπή στο αυτοκίνητό μου για να τον πάω στην Λάρισα. Δέχθηκε με χαρά, όμως υστέρα από λίγο,όταν διαπίστωσε την πολυτέλεια του αυτοκινήτου μου, είπε: «Διαπιστώνω ότι πολλοί χριστιανοί, ενώ θέλουν να ζούν ευσεβώς, έχουν πολυτελή αυτοκίνητα και άλλες ανέσεις στην ζωή τους»».

«Να πέφτουμε στο δάπεδο με το κεφάλι κάτω και να προσευχώμαστε «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσε τον κόσμο σου», και να ζητούμε τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, γιατί χωρίς Αυτό δεν γίνεται τίποτε».

«Οι άνθρωποι που τρώνε κατά κόρον κρέας φαίνονται από το πρόσωπο αλλά κυρίως από τα μάτια. Είναι θολά. Είχε έρθει εχτές κάποιος με πρόσωπο σαν τριαντάφυλλο και τα μάτια του ήταν λαμπερά. Είχε πολλούς μήνες που δεν έτρωγε κρέας».

«Ο πνευματικός άνθρωπος και το νερό το πίνει με μέτρο, με εγκράτεια. Το πολύ να πιή την ημέρα το ένα τρίτο του ποτηριού».

«Να γνωρίζετε ότι και σ’ αυτήν την ζωή ο Κύριός μας θέλει να είμαστε χαρούμενοι και όχι να περνάμε μια ζωή με δυστυχία και κατάθλιψη».

Πνευματικό του τέκνο του εξωμολογήθηκε ότι είχε προσβολές σαρκικών λογισμών, και ο π. Σεραφείμ του είπε: «Τώρα που θα πας στο σπίτι σου άνοιξε το παράθυρο και πέταξε την τηλεόραση έξω». Αιφνιδιάστηκε από την απροσδόκητη εντολή, γιατί τον τελευταίο καιρό ήθελε να αγοράση μία πιο μεγάλη και πιο σύγχρονη τηλεόραση. Του είπε: «Γέροντα, μένω μόνος μου και η τηλεόραση είναι μία συντροφιά». Τότε ο Γέροντας χτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι και είπε δυνατά: «Συντροφιά ο Σατανάς; Πέταξέ την».

Λυπήθηκε να την πετάξη, αφήρεσε τα καλώδια και για λίγο διάστημα δεν έβλεπε. Όταν αργότερα την άνοιξε πάντα πρόβαλλαν άσχημες εικόνες και είδε μία γυναίκα να μεταμορφώνεται σε διάβολο. Έτσι απεφάσισε οριστικά να την δώση. Μετά από σύντομο χρονικό διάστημα καθάρισε ο νούς του και ειρήνευσαν οι λογισμοί του. Στην αρχή δυσκολεύτηκε να απεξαρτηθή, αλλά αργότερα εδυσκολεύετο να παρακολουθή και του δημιουργούσε πονοκέφαλο.

Άλλοτε κάποιο ανδρόγυνο έλεγαν στον Γέροντα για τα προβλήματα επικοινωνίας με τα παιδιά τους, είναι απείθαρχα, δεν διαβάζουν κ.ά. Ο Γέροντας αφού τους ακούσε προσεκτικά στο τέλος τους είπε: «Εάν θέλετε γρήγορη βελτίωση, βγάλτε την τηλεόραση από το σπίτι σας». Εκείνοι είπαν ότι θα την ανοίγουν μόνο για κάποιες εκπομπές, αλλά ο Γέροντας επέμενε να την πετάξουν και πρόσθεσε: «Από τις οικογένειες που γνωρίζω, όσες δεν έχουν τηλεόραση είναι πιο πνευματικές από τις άλλες που έχουν, γιατί η τηλεόραση κάνει μεγάλη ζημιά».

Χαρισματικές εκδηλώσεις

Διηγήθηκε πνευματικό του τέκνο: «Στην πρώτη μας συνάντηση μου χάρισε το Λαυσαϊκόν. Αυτό που με απασχολούσε -έντονα εκείνη την εποχή- ήταν ο γάμος και το περιεχόμενο του βιβλίου μου ήταν αδιάφορο. Ανεφέρετο σε ασκητικούς αγώνες των μοναχών της Αιγύπτου. Γνώριζα ελάχιστα για τον μοναχισμό και αυτά που διάβαζα μου εφαίνοντο υπερβολικά. Με δυσκολία έκανα υπακοή και το διάβασα όλο.

»Στις επόμενες επισκέψεις ο Γέροντας κάθε τόσο μου έλεγε: «Την ευχή σου. Να προσεύχεσαι για μένα». Αναρωτήθηκα γιατί μου το λέει αυτό, αφού ήμουν κοσμικός και γεμάτος πάθη ενώ εκείνος Αρχιμανδρίτης, δοσμένος εξ ολοκλήρου στον Θεό. Σκέφτηκα ότι μάλλον από την μεγάλη του ταπείνωση. Άρχισε να με προτρέπη να επισκέπτωμαι το Άγιον Όρος και να παρακολουθώ τις ωραιότατες ακολουθίες και αγρυπνίες. Μου έλεγε: «Εκεί είναι Πανεπιστήμιο, ενώ εδώ είμαστε στο Δημοτικό». Άλλοτε άφηνε υπονοούμενα για την μελλοντική μου πορεία στον μοναχισμό. «Ο Θεός έχει γραμμένο στο βιβλίο το μέλλον του καθενός. Άλλοι να παντρευτούν και άλλοι να μονάσουν».

π. Σεραφείμ Δημόπουλος 1

π. Σεραφείμ Δημόπουλος

»Ενώ, γενικά, προέτρεπε πνευματικά του παιδιά για Ιεραποστολή στην Μαδαγασκάρη, όταν του εξέφρασα τον λογισμό μου να συμμετέχω και εγώ, χωρίς να σκεφτή καθόλου μου το αρνήθηκε άπευθείας.

»Παρ’ όλα αυτά ουδέποτε πέρασε, έστω και φευγαλέα, μία σκέψη από το μυαλό μου ότι εγώ επρόκειτο να ακολουθήσω τον μοναχισμό. Κι όμως μέσα σε λίγο καιρό, από την άπειρη αγάπη και πρόνοια του Θεού, βρέθηκα μοναχός στο Άγιον Όρος.

»Μετά από επίσκεψη-προσκύνημα στο Άγιον Όρος όλα άλλαξαν μέσα μου και στην επιστροφή ο Γέροντας μου είπε αποφασιστικά και ξεκάθαρα: «Είναι θέλημα Θεού να γίνης μοναχός». Όπως και έγινα.

»Συνήθως, καθώς πήγαινα να συναντήσω τον Γέροντα, έκανα διαφόρους λογισμούς για αυτά που θα συζητήσουμε, και όταν έφτανα, άρχιζε να μου μιλά για αυτά που λίγο πριν σκεφτόμουν. Δηλαδή σκεπτόμουν καθ’ οδόν: «άραγε, θα με ρωτήσει για αυτό το θέμα», και μόλις έφτανα μου έλεγε «τι κάνεις με αυτό το θέμα;»».

»Τον τελευταίο καιρό πήγαινα τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα. Κάποτε πέρασαν δύο εβδομάδες χωρίς να τον επισκεφτώ. Όταν τελικά ξεκίνησα να πάω, σκέφτηκα: «Άραγε θα με επεθύμησε καθόλου;». Όταν έφτασα με φώναξε από μακρυά: «Έλα, έλα σε επεθύμησα. Πού είσαι;».

»Άλλοτε προσπάθησα να παρακινήσω κάποιον γνωστό μου, ηλικιωμένο, που δεν είχε εξομολογηθή ποτέ, να επισκεφτή τον Γέροντα και να εξομολογηθή. Αφού του είπα για τα χαρίσματα του Γέροντα, σκέφτηκα να τον προετοιμάσω, ώστε όταν δή τον Γέροντα να μην αιφνιδιαστή, και του είπα ότι ο Γέροντας δεν πλένεται και το κελλί του είναι λίγο βρώμικο. Τελικά δεν πήγε ποτέ, αλλά την επόμενη φορά που πήγα στον Γέροντα, αμέσως μου είπε: «Έεεε… τι είμαι εγώ; Μία λέρα είμαι».

»Κάποια στιγμή γνώρισα ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που έδειχνε να ζή πνευματικά. Μου εκμυστηρεύτηκαν ότι δεν είχαν εξομολογηθή ποτέ στην ζωή τους. Είχαν ακούσει για τον Γέροντα, και έτσι αποφασίσαμε την άλλη μέρα να τους πάω στο κελλί του προκειμένου να εξομολογηθούν. Μόλις φτάσαμε, ο Γέροντας κλείδωσε την αυλόπορτα και αρνήθηκε αποφασιστικά να μας δεχτή. Επιστρέφοντας παραδέχτηκαν ότι δεν είχαν σκοπό να εξομολογηθούν, αλλά μόνο να συζητήσουν. Τότε κατενόησα την στάση του Γέροντα. Ήξερε πως θα σπαταλούσε άσκοπα τον χρόνο του σε ανώφελες συζητήσεις με ανθρώπους χωρίς αληθινή μετάνοια, που από περιέργεια κυρίως ήθελαν να τον γνωρίσουν.

»Άλλοτε ήμουν σε μία παρέα και συζητούσαμε για τον Γέροντα. Οι υπόλοιποι ανέφεραν πως επισκέπτονται τον Γέροντα και συνήθως ή δεν τον βρίσκουν ή δεν τους ανοίγει την πόρτα ή τους διώχνει. Τότε τους είπα, με κομπασμό, ότι εμένα με δέχεται σχεδόν πάντα και μάλιστα με το όνομά μου. Δύο- τρεις ημέρες άργότερα επισκέφτηκα τον Γέροντα και -προς έκπληξή μου- άργησε να μου άνοιξη την πόρτα, και όταν τελικά άνοιξε, μου λέει με αδιάφορο ύφος:

—Ποιός είσαι εσύ;

—Ο τάδε, του λέω.

—Ποιός τάδε; ξαναρωτάει. Τότε λυπημένος αρχίζω να του λέω που μένω και που δουλεύω… κ.ά., για να με θυμηθή. Έτσι ταπεινώθηκε ο λογισμός μου, που νόμιζα ότι στα μάτια του Γέροντα ήμουν κάτι ιδιαίτερο. Ο Γέροντας «είδε» την έπαρσή μου και την θεράπευσε αμέσως.

»Μία ημέρα καθόμεθα έξω στην αυλή, ο Γέροντας, εγώ και ένα άλλο πνευματικό του παιδί. Ο Γέροντας συζητούσε μαζί του για κάποιο δικό του θέμα και καθώς είχε σχεδόν γυρισμένη την πλάτη του σε εμένα, θυμήθηκα ένα πνευματικό του παιδί, τον Γιάννη που ήταν στην Ιεραποστολή στην Μαδαγασκάρη. Έκανα τότε την εξής σκέψη: «Γέροντα, πως τα περνάει; Τί κάνει ο Γιάννης εκεί στην Αφρική; Θεέ μου, κάνε τον Γέροντα να γυρίση και να μου απαντήση για να στηριχτώ στην πίστη μου».

»Αμέσως ο Γέροντας διέκοψε την συζήτησή του και γυρίζοντας προς το μέρος μου, είπε: «Τι είπες για τον Γιάννη;». Έμεινα άναυδος και ο Γέροντας επανέλαβε την ερώτηση, χωρίς πάλι να μπορέσω να μιλήσω, και έτσι επέστρεψε στον συνομιλητή του για να συνεχίσουν την κουβέντα τους. Εκείνος δεν κατάλαβε φυσικά τι έγινε και συνέχισε να μιλάη με τον Γέροντα.

»Ο Γέροντας προγνώριζε τα προβλήματα και ερωτήματα που είχε όποιος τον επεσκέπτετο και συνήθως απαντούσε, με ένα δικό του τρόπο, πριν ακόμα εκείνος να τα θέση».

Κάποιος νέος συνδέθηκε συναισθηματικά με μία νέα που ζούσε μακρυά από τον δρόμο του Θεού. Ο Πνευματικός του τον συμβούλεψε να απομακρυνθή σύντομα από κοντά της. Εκείνος, νιώθοντας ερωτευμένος μαζί της, αναζήτησε την συμβουλή και άλλων Πνευματικών, αλλά, προς απογοήτευσή του, πήρε την ίδια άπάντηση. Κάποτε έμαθε για τον π. Σεραφείμ και ζήτησε την γνώμη του (χωρίς βέβαια να αναφερθή στις προηγούμενες καθοδηγήσεις) και περίμενε την ίδια απάντηση. Όμως ο Γέροντας είπε: «Όχι, να μην την αφήσης, να κάνης παρέα μαζί της και θα καταλάβεις, αν σου ταιριάζη». Και ενώ αυτή η ιστορία με τη νέα είχε τραβήξει χρόνια, τώρα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο νέος αποδεσμεύτηκε συναισθηματικά και αναπαυμένος απομακρύνθηκε από τη νέα. Απορούσε μάλιστα πως τόσα χρόνια δεν μπορούσε να διακρίνη τον χαρακτήρα της νέας. Σαφώς, με την προσευχή του Γέροντα, ο Θεός βοήθησε το νέο να φωτιστή ο νους του και να καταλάβη.

Μαρτυρία κυρίας Γ.Τ.: «Ο γυιός μου Ευθύμιος ήταν πολύ κακός μαθητής. Εγώ πήγαινα στην Εκκλησία, έκλαιγα, παρακαλούσα την Παναγία να είναι γερός και να περάση στις Πανελλαδικές εξετάσεις. Όλοι οι Καθηγητές μας το είχαν αποκλείσει αυτό. Ένα φροντιστήριο μάλιστα όπου τον είχαμε στείλει, τον έδιωξε.

»Μία μέρα ήμουν πολύ στενοχωρημένη. Πήγα στον π. Σεραφείμ και, χωρίς να του πώ τίποτα για την οικογένειά μου, μου λέει: «Μία αστυνομία θα περάσει το παιδί, δεν θέλει πολύ διάβασμα».

»Γύρισα σπίτι και το είπα στον σύζυγό μου να το θυμάται. Εκείνος με ειρωνεύτηκε. Έλεγα «Παναγιά μου κάνε το θαύμα σου». Έγινε πράγματι όπως «προέβλεψε» ο πάτερ Σεραφείμ. Ο γυιός μου, που δεν άνοιγε βιβλίο, πέρασε στην σχολή Αστυφυλάκων, αν και οι βάσεις ανέβηκαν πολύ. Εγώ οφείλω να πώ πως έγινε θαύμα με τις προσευχές του π. Σεραφείμ».

Ο Βασίλης, πνευματικό παιδί του Γέροντα, όταν εκοιμήθη η μητέρα του, πήγε λυπημένος στον Γέροντα. Τότε αυτός του είπε:

—Μή στενοχωριέσαι, σώθηκε η μητέρα σου.

—Μα, Γέροντα, δεν πρόλαβε να εξομολογηθή.

—Δεν πειράζει• είναι παλιές καραβάνες αυτοί (οι άνθρωποι).

Πράγματι η μητέρα του έζησε στο χωριό μία μετρημένη και απλή ζωή, χωρίς ανέσεις, ευκολίες και διασκεδάσεις. Αλλά και χωρίς φθόνους και κακίες με τους συνανθρώπους.

Ο Γέροντας άλλοτε εκμυστηρεύτηκε την κατάσταση μερικών ανθρώπων που έχουν κοιμηθή, τονίζοντας ότι τους βλέπει.

Ο ιερέας Π. έλεγε σε έναν καθηγητή: «Ο π. Σεραφείμ έχει μεγάλα χαρίσματα και αρετές. Είναι στα μέτρα του γέροντα Παϊσίου, του π. Πορφυρίου και του γέροντα Ιακώβου Τσαλίκη». Όταν πήγε στο κελλί του, ο Γέροντας του φώναξε από μακρυά: «Άκου να σου πώ, εγώ είμαι ένα βρωμόσκυλο. Δεν είμαι σε μέτρα εγώ. Τί είναι αυτά που πας και λες για μένα;». Ο Γέροντας ήταν ενήμερος για την συζήτησή τους χωρίς κανείς να του πή τίποτα.

Κάθε χρόνο λειτουργούσε στην πανήγυρη του ναού της Αναλήψεως, που βρίσκεται στην κορυφή ενός λόφου, κοντά στο χωριό Ομορφοχώρι Λάρισας. Μία χρονιά, ο οδηγός του τελευταίου αυτοκινήτου παρεκάλεσε τον Γέροντα να μπή στο αυτοκίνητο για να τον πάη στην Λάρισα. Ο Γέροντας αρνήθηκε χαμογελώντας και λέγοντας «θα φτάσω νωρίτερα». Ο δρόμος ήταν ερημικός, ωδηγούσε αποκλειστικά στο ναό και δεν υπήρχε περίπτωση να τον μεταφέρη κάποιος άλλος. Όταν η παρέα με το αυτοκίνητο έφτασε στην Λάρισα, είδαν τον π. Σεραφείμ έξω από τον Άγιο Βησσαρίωνα που χαμογελώντας τους ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Να σημειωθή ότι παρόμοιες μαρτυρίες έχουν λεχθή και από άλλα πνευματικά παιδιά του.

Είδε μία γυναίκα στο αστικό και υστέρα είπε σε κάποιον: «Είδα την ψυχή της και τρόμαξα. Πολύ κακός άνθρωπος, πώ, πώ, πώ, φίδι ήταν».

Άλλοτε είπε: «Ήρθε εδώ μία παρέα Προτεστάντες. Εξωτερικά έδειχναν πολύ φιλικοί και μου έλεγαν για τους αγαθούς σκοπούς και τα σχέδιά τους. Έκανα προσευχή και μπήκα μέσα στην σκέψη τους. Απ’ έξω εφαίνοντο σαν αρνιά και μέσα ήταν λύκοι. Παμπόνηροι άνθρωποι».

Είπε για κάποιον νέο: «Αυτό το παιδί είναι άγιο. Λάμπει το πρόσωπό του από την συχνή θεία κοινωνία».

Είπε στην κυρία Δήμητρα να μη στενοχωρήται για την κόρη της που χώρισε, γιατί σύντομα θα ξαναπαντρευτή, πράγμα που συνέβη.

Ο γυιός της ήταν παντρεμένος και δεν είχαν παιδί. Ο π. Σεραφείμ όταν τον ρώτησε η μητέρα του άπάντησε: «Θα αποκτήσει παιδί, αλλά μετά από χρόνια». Πέρασαν οκτώ χρόνια και απέκτησαν ένα παιδάκι.

Είπε σε νέο ιερέα που του ήταν άγνωστος: «Για τις φωνητικές σου χορδές που έχεις πρόβλημα, να πίνης γάλα και να ψέλνεις χαμηλόφωνα».

Εκείνος εξεπλάγη, κατενόησε ότι είναι χαρισματούχος ο Γέροντας και έκτοτε τον επισκεπτόταν συχνά στο σπιτάκι του και τον έκανε Πνευματικό του.

Η περιοχή που έμενε ονομάζεται «Νταούλια». Ονομάσθηκε έτσι γιατί πριν από πολλά χρόνια οι βοσκοί της περιοχής έβλεπαν σκιές και άκουγαν νταούλια. Τα ζώα τους τρόμαζαν και γύρω από τα πηγάδια εύρισκαν περίεργες πατημασιές. Ο Γέροντας είπε πως τα έχει δει αυτά τα δαιμόνια. Είναι μαύρα, έχουν ύψος 1.60 μ. και παίζουν νταούλια. Μάλιστα πολλές φορές τον ενωχλούσαν.

Ο π. Παύλος Τσουκνίδας ρώτησε κάποτε τον π. Σεραφείμ για ένα σημαντικό πρόβλημα που υπήρχε στην ενορία του. Του είπε: «Εσύ να προσεύχεσαι και αυτή η μικρή φουρτούνα θα περάσει. Μή στενοχωριέσαι. Θα λες την ευχή και όλα θα πάνε καλά».

Μετά από λίγες μέρες εντατικής προσευχής λύθηκε το πρόβλημα. Για να ευχαριστήση τον Θεό συνέχισε με περισσότερο ζήλο την προσευχή του. Όμως μετά τα μεσάνυχτα στις 2.00 με 3.00 μέσα στην ησυχία άρχισαν να χτυπάν τα μπουριά της ξυλόσομπας και να κάνουν περίεργους θορύβους. Αμέσως μετά έξω στον δρόμο άρχισαν να μαλώνουν γάτες πολλές με φωνές άγριες και παρατεταμένες. Δεν ήταν σίγουρος αν πράγματι ήταν αληθινές γάτες ή ο πειρασμός. Την λύση του την έδωσε ο Γέροντας λίγες μέρες αργότερα.

Ενώ συμβούλευε για διάφορα πνευματικά θέματα, ξαφνικά του λέει: «Να ξέρης, πάτερ μου, αυτά που ακούς, έξω από το παράθυρό σου όταν προσεύχεσαι, δεν είναι αληθινές γάτες. Όχι, όχι. Είναι ο πειρασμός. Να μη φοβάσαι εσύ, και μη διακόπτης την προσευχή σου. Θέλει να σε τρομάξη. Φθονεί την προσευχή. Εσύ να προσεύχεσαι, όπως προσεύχεσαι. Αυτός την δουλειά του και μείς την δουλειά μας. Και τα μπουριά της σόμπας αυτός ο πονηρός τα χτυπάει. Σου το λέω να το ξέρης, για να μή φοβάσαι».

Ο Γέροντας πολλές φορές είπε για γεγονότα που θα συνέβαιναν στο μέλλον• χαρακτηριστικά προείπε για το τσουνάμι πολύ καιρό νωρίτερα.

Πηγή: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄,έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012

ΣΤΗ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

            Διακαής εὐσεβής πόθος ἐκ νεότητός του ἦταν νά διακονήσει τόν Κύριο ἀπό τό ἅγιο θυσιαστήριο. Ἔτσι μετά τήν ἐκπλήρωση τῶν στρατιωτικῶν του ὑποχρεώσεων πρός τήν πατρίδα ἐπέστρεψε στήν Κρήτη καί ἐντάχθηκε στίς τάξεις τοῦ ἱεροῦ κλήρου, γιά νά ὑπηρετήσει τό Χριστό ὡς στρατιώτης τῆς οὐρανίου βασιλείας.
Τό 1965 χειροτονήθηκε διάκονος καί τό 1966 πρεσβύτερος ἀπό τόν τότε Μητροπολίτη Κισσάμου καί Σελίνου κ. Εἰρηναῖο καί κατά τή χειροτονία του ὀνομάστηκε Σεραφείμ, ἐπειδή εὐλαβεῖτο τόν ἅγιο Σεραφείμ τόν Δομβοΐτη (6 Μαΐου) ἀλλά καί τόν ἅγιο Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (2 Ἰανουαρίου), στίς μνῆμες τῶν ὁποίων τελοῦσε Θ. Λειτουργία.
Στή Λάρισα ἦρθε τό 1969, ὅπου καί παρέμεινε μέχρι τό τέλος τῆς ζωής του. Ἀπ’ ὅπου πέρασε ἄφησε τό ἄρωμα τῆς ἁγιότητός του ἀπό τά νεανικά του ἀκόμα χρόνια. Τό ἔργο του ὑπῆρξε πλούσιο καί πολύπλευρο.
Ἀσχολήθηκε μέ τήν ποιμαντική τῶν φυλακισμένων, τήν ἐνίσχυση τῆς ἐξωτερικῆς ἱεραποστολῆς, τό κήρυγμα, τήν ἱερά ἐξομολόγηση, τή συγγραφή.
Ἵδρυσε τόν ὀρθόδοξο χριστιανικό σύλλογο «Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος» μέ ἕδρα τή Λάρισα (Δαόχου 36) μέσω τοῦ ὁποίου ἀσκοῦσε τό πλούσιο κοινωνικό, φιλανθρωπικό καί ἱεραποστολικό του έργο.
ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΚΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ
Ἀπό τά πρῶτα μελήματά του ὅταν ἦρθε στή Λάρισα ἦταν ἡ ἵδρυση καί λειτουργία οἰκοτροφείου γιά μαθητές Γυμνασίου, γιά φτωχά παιδιά πού ἔρχονταν στήν πόλη νά μάθουν γράμματα. Ἀρκετοί ἀπό αὐτούς εἶναι σήμερα ἐπιστήμονες. Ὅσοι γεύτηκαν τήν εὐεργεσία πού τούς προσέφερε τότε στά καθοριστικά γιά τήν μετέπειτα πορεία τους χρόνια τόν θυμοῦνται μέ πολλή εὐγνωμοσύνη. Τό φιλανθρωπικό του ἔργο δέν περιορίστηκε μόνο σέ μαθητές. Ἐπεκτάθηκε σταδιακά σέ ὅλες τίς ἐνδεεῖς κοινωνικές ὁμάδες καί μετά τό 1992 στούς ἀλλοδαπούς. Τόν ἐνδιέφερε πρωτίστως ὁ ἔσω ἄνθρωπος, φρόντιζε ὅμως καί γιά τίς βασικές ἀνάγκες τοῦ σώματος. Ἔδινε ὅ,τι εἶχε σ’ ὅσους τόν ἐπισκέπτονταν, ἔστελνε βοήθεια στά σπίτια, ὀργάνωσε σταθμούς ἐφοδίων στήν πόλη καί σέ γύρω χωριά, ἀπ’ ὅπου μποροῦσαν ἐκεῖνοι πού εἶχαν ἀνάγκη νά προμηθεύονται τά χρειώδη καί τά ἀπαραίτητα πρός τό ζῆν. Γιά τόν ἑαυτό του δέν κρατοῦσε τίποτε. Τόν μισθό του ὡς κληρικοῦ τόν διέθετε ὅλο γιά τίς ἀνάγκες τῶν συνανθρώπων, γι’ αὐτό καί κάποιοι τόν ἀποκαλοῦσαν «ἀρχιεπίσκοπο τῶν φτωχῶν». Ὁ ἴδιος ζοῦσε ἀσκητικά, ἀσκητικότατα. Ἀπό τό 1990 περίπου πού ἐγκαταστάθηκε στό καλύβι του πίσω ἀπό τίς δικαστικές φυλακές τῆς Λάρισας τίς λίγες ὧρες πού ἐπέτρεπε «ὕπνον τοῖς βλεφάροις» του καί ἀνέπαυε τό σῶμα του δέν χρησιμοποιοῦσε κλίνη οὔτε στρωμνή. Γιά τόν ἑαυτό του ἐφάρμοζε τό πατερικό «ἀρκετόν τῷ μοναχῷ εἷς χιτών καί ἕν ὀστράκιον», ἄν καί θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς ὅτι οὔτε γιά τόν χιτώνα οὔτε γιά τό πιάτο του νοιαζόταν, γιατί εἶχε περιέλθει σέ κατάσταση συνεχοῦς ξηροφαγίας. Τά τελευταῖα τέσσερα χρόνια ἵδρυσε καί λειτουργοῦσε βρεφονηπιακό σταθμό, ὁ ὁποῖος φιλοξενοῦσε δωρεάν παιδιά κυρίως ἀλλοδαπῶν (Ἀλβανάκια, Ρωσάκια, Κινεζάκια, Ρουμανάκια) καί γενικά ἀσθενῶν οἰκονομικά οἰκογενειῶν.
«ΕΝ ΦΥΛΑΚΗ ΗΜΗΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΚΕΨΑΣΘΕ ΜΕ …»
Ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς μεγάλης του ἀγάπης ὑπῆρξαν καί οἱ φυλακισμένοι τῆς Λάρισας, τούς ὁποίους ἀπό τά πρῶτα χρόνια τῆς ἄφιξής του στήν πόλη μας στήριζε καί καθοδηγοῦσε ποικιλότροπα. Συχνά μετέβαινε στίς φυλακές συνοδευόμενος ἀπό πνευματικά του παιδιά καί ἐκτός ἀπό τά ροῦχα πού μοίραζε στούς φυλακισμένους τούς ἔδινε τήν εὐκαιρία νά γνωρίσουν τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ μέ ἕνα καί μοναδικό σκοπό νά τούς ἐλευθερώσει ἀπό τήν πλάνη, τήν ἄγνοια καί τά πάθη. Λειτουργοῦσε, κήρυττε, βάπτιζε καί νουθετοῦσε. Ἐνίσχυε καί παρηγοροῦσε ἀδιακρίτως ἐθνικότητας, θρησκεύματος καί βαρύτητας τῶν παραπτωμάτων τους.
Στό πρόσωπό του οἱ φυλακισμένοι εὕρισκαν τόν σωφρονιστή, οἱ ξένοι τόν φιλόξενο, οἱ φτωχοί τόν τροφοδότη, οἱ ἐν συμφοραῖς τήν παρηγοριά, οἱ ὁδοιπόροι τόν ὁδηγό, οἱ σύζυγοι τόν συνετό σύμβουλο, οἱ θεωρητικοί τό θεολόγο, οἱ νέοι τόν παιδαγωγό, οἱ ἀδελφοί τόν φιλάδελφο.
ΤΟ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ
Τό 1978 πῆγε στήν κεντρική Ἀφρική, ὅπου ἐργάστηκε ἱεραποστολικά. Ἐπιστρέφοντας στήν Ἑλλάδα προσέθεσε στήν καθημερινή του μέριμνα καί τούς ἀδελφούς τῆς μαύρης ἠπείρου. Οὐγκάντα, Τανζανία, Ἰνδία, Ἀλβανία, Σερβία, Μαδαγασκάρη συμπεριλήφθηκαν σταδιακά στίς περιοχές τοῦ ἱεραποστολικοῦ του ἐνδιαφέροντος. Ἀποστολές μέ ποικίλη βοήθεια καί σεβαστά χρηματικά ποσά στέλνονταν τακτικά. Τήν καλλιέργεια τοῦ ἱεραποστολικοῦ πνεύματος σύστηνε σέ ὅλους. Πίστευε ὅτι «Ἐκκλησία χωρίς ἱεραποστολή εἶναι Ἐκκλησία χωρίς ἀποστολή».
Βάπτισε πάνω ἀπό 1.000 ἀλλοεθνεῖς, κυρίως Ἀλβανούς. Τό φτωχικό καλύβι του ἦταν κέντρο διερχομένων. Ἐκεῖ ἔβρισκαν καταφύγιο καί ἀποκούμπι ὅσοι δέν εἶχαν ἐξασφαλίσει τήν πολυπόθητη ἄδεια παραμονῆς. Ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἀλβανίας γνώρισε τήν ἔμπρακτη ἀγάπη του. Τακτικά ταξίδευαν φορτηγά μέ φάρμακα, ἐνδύματα, ὑποδήματα, σκεπάσματα, ἐκκλησιαστικά εἴδη καί σκεύη, μέ τόνους τρόφιμα καί ὅ,τι ἄλλο ἦταν ἀναγκαῖο γιά τήν ἀνακούφιση τοῦ ἀνθρώπινου πόνου στήν Κορυτσά, τό Μπεράτι καί ἀλλοῦ. Ἡ Ἐκκλησία τῆς Κορυτσᾶς εὐγνωμονοῦσα τόν τίμησε μέ τήν παρουσία τοῦ π. Βασιλείου στήν κηδεία του. Ἀλλά καί ἡ ἐμπερίστατη ἀπό τόν πόλεμο γειτονική Ἐκκλησία τῆς Σερβίας γνώρισε πλούσια τήν ἀγάπη του. Τό ἐνδιαφέρον του αὐτό γιά τήν ἱεραποστολή δέν ἦταν περιστασιακό. Ὑπῆρξε συνεχές καί ἀδιάπτωτο.
ΤΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟ
Τό κοινωνικό καί φιλανθρωπικό ἔργο εἶναι ἡ μία ὄψη τῆς δραστηριότητάς του. Παράλληλα καλλιεργοῦσε καί τό πνευματικό. Τό κήρυγμά του ἦταν χριστοκεντρικό καί ἐσχατολογικό. Σχεδόν κάθε φορά ἀναφερόταν στά ἔσχατα. «Ἡ Δευτέρα Παρουσία, ἔλεγε, εἶναι τό πιό σημαντικό γεγονός στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Πιό σημαντική ἀπό τήν πρώτη. Θά κριθεῖ ὅλος ὁ κόσμος, θά βασιλεύσει ὁ Κύριος, θά παύσει ἡ ἀδικία καί ἡ ἁμαρτία, θά σβήσει τό κακό καί ὁ θάνατος, θά δοξασθοῦν οἱ δίκαιοι καί οἱ ἀγωνιστές…».
Ἡ μαθητεία του κοντά σέ μεγάλα πνευματικά ἀναστήματα, ὅπως ὁ π. Φιλόθεος Ζερβάκος καί οἱ Πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους, προοιώνιζε καί τή δική του πνευματική πορεία. Ζοῦσε μέσα σέ ἑκούσια πτωχεία, γεμᾶτος ὅμως ἀρετές καί χαρίσματα. «Ὁ Χριστός μας, ἔλεγε, ἦταν ἀνυπόδητος καί μονοχίτων, ἔτσι πρέπει νά εἴμαστε καί μεῖς». Ἦταν δέ καί μεγάλος νηστευτής. Σπάνια μαγείρευε καί τή Σαρακοστή τήν περνοῦσε τίς περισσότερες φορές μέ τή θεία Κοινωνία, τό ἀντίδωρο καί μερικές γουλιές ἁγιασμό καί μόνον ὅταν ἦταν ἄρρωστος ἔβραζε λίγο τσάι. Ἀπό τά νεανικά του ἀκόμη χρόνια ἀπέφευγε τήν εὐχαρίστηση πού παρέχει ἡ ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Στό οἰκοτροφεῖο, ὡς φοιτητής, ἔριχνε κρυφά στάχτη στό πιάτο του γιά νά χάνει τό φαγητό τή νοστιμιά του καί νά μήν αἰσθάνεται τή γεύση του. Παρότι στό καλύβι του εἶχε μιά παλιά ξυλόσομπα δέν τήν ἄναβε. Δέν χρησιμοποιοῦσε θέρμανση οὔτε καί τίς πιό κρύες νύχτες τοῦ χειμῶνα. Μέ θερμοκρασίες ἀρκετά κάτω τοῦ μηδενός ζοῦσε χωρίς κανένα θερμαντικό σῶμα. Τό μόνο θερμαντικό γιά τόν π. Σεραφείμ ἦταν οἱ πύρινες προσευχές του. Ροῦχα καινούργια καί ἀκριβά τοῦ ἦταν ἐντελῶς ἄγνωστα. Ὅλοι τόν ἤξεραν μέ παλιά καί τριμμένα ράσα. Μόνο τήν ἡμέρα τῆς κηδείας του ἐνδύθηκε μέ καινούργια ἄμφια, ράσα καί παπούτσια πού τοῦ τά φόρεσε ἡ Ἐκκλησία. Μέσα στά τριμμένα ράσα του κρυβόταν ἕνας πλοῦτος αἰσθημάτων, χαρισμάτων καί ἀρετῶν. Αὐτός ὁ πλοῦτος τῶν χαρισμάτων και τῶν ἀρετῶν του τόν συνόδευσε στό ταξίδι του πρός τήν ἀγαπημένη του πατρίδα, τήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
Ἀποστρεφόταν τίς ἐπίγειες, τίς ἐφήμερες χαρές καί ἀπολαύσεις. «Ἄν γνώριζε ὁ κόσμος πόσες χαρές καί τί χαρές αἰσθάνεται ὁ ἐρημίτης,ἔλεγε, θά ἄλλαζε τρόπο ζωῆς. Δέν συγκρίνεται ἡ ζωή τοῦ ἐρημίτη μέ τή ζωή στόν κόσμο. Οἱ ἐρημῖτες εἶναι σάν τά διαστημόπλοια. Ξεφεύγουν ἀπό τήν ἕλξη τῆς γῆς. Ἐμεῖς εἴμαστε βιδωμένοι, σφηνωμένοι στή γῆ. Οἱ ἐρημῖτες ἔχουν μεγάλες χαρές, οὐράνιες. Ἔχουν γεύση τοῦ παραδείσου. Γνώρισαν ἁρπαγή στούς οὐρανούς, γι’ αὐτό καί ἐγκαταλείπουν τόν κόσμο. Γνωρίζουν πραγματικές χαρές καί ὄχι φανταστικές, ὅπως οἱ ναρκομανεῖς ἤ οἱ φιλάργυροι. Οἱ πνευματικές χαρές δέν εἶναι πρόσκαιρες καί οὔτε συγκρίνονται μέ τίς χαρές πού προσφέρουν οἱ ὑλικές ἀπολαύσεις».
Σάν πύρινες βολίδες ἀνέβαιναν στόν οὐρανό μέσα στήν ἡσυχία τῆς νύχτας οἱ προσευχές του γιά ὅλο τόν κόσμο. Γιά τούς πτωχούς, τίς χῆρες καί τά ὀρφανά, γιά τούς ναρκομανεῖς, τούς καρκινοπαθεῖς, τούς ἀλκοολικούς, γιά τούς ψυχικά ἀσθενεῖς, γιά τή νεότητα, γιά τά ζευγάρια, γιά τούς κεκοιμημένους, γιά ὅλο τόν κόσμο.
Ὡς λειτουργός ἦταν ἄριστος. Πρόσεχε τίς ἐκφωνήσεις, τήν ἀνάγνωση τῶν μυστικῶν εὐχῶν, τό βλέμμα, τό κήρυγμα. Ἀπέφευγε τά φῶτα, τίς συνομιλίες καί τίς ἄσκοπες κινήσεις. Ὅλα ἔπρεπε νά εἶναι προσανατολισμένα στό μυστήριο πού ἐπιτελοῦσε. Ἦταν πρᾶος καί ταπεινός. Ἀθόρυβος καί ἀφανής. Συγχωρητικός καί εἰρηνικός. Βίωνε καί κήρυττε λόγῳ καί ἔργῳ τήν ἀποστολική προτροπή «μετά πάντων εἰρηνεύετε».
ΟΙ ΠΑΡΑΞΕΝΙΕΣ ΤΟΥ
Γρήγορα ἀπέκτησε τή φήμη τοῦ ἁγίου καί τοῦ χαρισματικοῦ. Αὐτό ὅμως τόν ἐνοχλοῦσε καί προσπαθοῦσε νά κρύβεται, νά θολώνει τά νερά μέσα ἀπό παραξενιές, πού ἄγγιζαν τά ὅρια τῆς διά Χριστόν σαλότητος. «Κακό πράγμα, ἔλεγε, νά σοῦ βγεῖ τό ὄνομα ὅτι εἶσαι πνευματικός. Δέν μπορεῖς νά κρυφτεῖς πουθενά». Γιά τό λόγο αὐτό καί πολλούς τούς ἔδιωχνε κακήν κακῶς. «Φύγετε, φύγετε, δέν ἐξομολογῶ» τούς φώναζε ἀπό τή βεράντα τῆς καλύβας του. Εἶχε σχεδόν μόνιμα κρεμασμένη μιά πινακίδα στήν αὐλόπορτά του μέ τή φράση: «Μήν ἐνοχλεῖτε. Δέν δέχομαι ἐπισκέψεις». Ἤθελε μέ τόν τρόπο αὐτό νά ἀποφεύγει τούς περίεργους καί τούς ἀδιάκριτους ἐπισκέπτες. Δέν ἦταν ἰδιότροπος. Ἀναγκαζόταν νά συμπεριφέρεται ἰδιότροπα προκειμένου νά κρύψει τήν ἁγιότητά του, νά ἀποφύγει τόν ἔπαινο καί τά ἐγκώμια, τόν μεγάλο αὐτό κίνδυνο τῆς ὑπερηφανείας. Εὐλαβεῖτο καί τιμοῦσε τούς σύγχρονους ἁγίους π. Παΐσιο καί π. Πορφύριο, μέ τούς ὁποίους εἶχε ἰδιαίτερο δεσμό. Θαύμαζε τόν ὅσιο Πέτρο τόν Ἀθωνίτη, τόν ἅγιο Μάρκο τόν Ἀθηναῖο, τόν ἅγιο Ἰσαάκ τό Σῦρο, τόν Ὀνούφριο, τόν Παῦλο τό Θηβαῖο, τόν Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, τά εὔοσμα αὐτά ἄνθη τῆς ἐρήμου, καί στίς μνῆμες τους τελοῦσε Θ. Λειτουργία.
«ΑΡΧΗ ΚΑΘΑΡΣΕΩΣ ΗΣΥΧΙΑ»
Ἦταν ἐραστής τῆς σιωπῆς καί τῆς ἡσυχίας. «Ὅταν εἶμαι ἔγκλειστος, ἔλεγε, γίνομαι ἄλλος ἄνθρωπος». Συχνά παρέμενε ἔγκλειστος γιά ἀρκετές ἡμέρες χωρίς νά ἀνοίγει σέ κανένα. Ἐφάρμοζε τό Χρυσοστομικό λόγο «κρεῖσσον γάρ ψωμός ἐν ἅλατι μετά ἡσυχίας καί ἀμεριμνίας ἤ παράθεσις ἐδεσμάτων πολυτελῶν ἐν περισπασμοῖς καί μερίμναις». Ἦταν ἕνας ἀσκητής μέσα στόν κόσμο, ἰσοστάσιος τῶν μεγάλων ἀσκητῶν τῆς ἐρήμου.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ Θ. ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ
Ἦταν Τετάρτη βράδυ τοῦ Μ. Κανόνος, 9 Ἀπριλίου, στόν ἀγαπημένο του ναό, τήν Ἁγία Τριάδα, δίπλα στό Ἐπισκοπεῖο, ὅπου συνήθιζε νά τελεῖ τίς Προηγιασμένες. Μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ Μ. Κανόνος ξεκίνησε ἡ προηγιασμένη θ. Λειτουργία χωρίς φωταψίες καί σέ κατανυκτική ἀτμόσφαιρα. «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία…». Τά εἰρηνικά· ἐκφωνήσεις καθαρές, ἤρεμες, ἀνεπιτήδευτες, ὅπως πάντα. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου …». Βγαίνει καί θυμιᾶ τό λαό. Εἶναι ἡ τελευταία του φορά. Ἀποχαιρετᾶ τό ἐκκλησίασμα καί τά πνευματικά του παιδιά πού κατά θαυμαστή συγκυρία κατέκλεισαν τό ναό. «Φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι»· κρατᾶ τή λαμπάδα καί διά τοῦ σημείου τοῦ σταυροῦ εὐλογεῖ τούς πιστούς. «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν…», ἐξέρχεται τοῦ ἱεροῦ σιωπηλός κρατῶντας τά προηγιασμένα τίμια δῶρα. Ὅλο τό ἐκκλησίασμα γονατιστό. Ἀκούγεται μόνον ὁ ἦχος τοῦ θυμιατοῦ. Κοινωνικό· βγαίνει στό σολέα γιά τό τελευταῖο του κήρυγμα. Αὐτή τή φορά εἶναι ἀφιερωμένο στό παλικάρι τῆς Δημητσάνας, τόν ἐθνομάρτυρα ἅγιο Γρηγόριο τόν Ε΄, τόν παρεξηγημένο καί συκοφαντημένο νεομάρτυρα τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Γένους, πού τιμᾶται τήν ἑπομένη. Μετά τήν ἀπόλυση καί ὅσο διαρκεῖ ἡ διανομή τοῦ ἀντίδωρου κρατάει μέ τά δυό του χέρια τό σταυρό καί προσέρχονται οἱ πιστοί ἕνας ἕνας γιά νά τόν προσκυνήσουν καί νά ἀσπαστοῦν ἐλεύθερα καί τό χέρι του, μιά καί αὐτή τή στιγμή δέν μπορεῖ νά τό κρύψει.
Ἀπό τήν Τρίτη 15 Ἀπριλίου ἔπαψε νά δέχεται ἐπισκέψεις. Δέν ἄνοιγε σέ κανέναν. Οὔτε καί στούς στενούς συνεργάτες του πού τόν ἐπισκέφθηκαν προκειμένου νά τόν ἐνημερώσουν γιά τήν ἀποστολή βοήθειας πρός τήν Κορυτσά. Εἶχε πάρει τό δρόμο του γιά τόν οὐρανό. Τήν Πέμπτη 17 Ἀπριλίου, αἰσθανόμενος ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νά φύγει, κατέβηκε τό πρωΐ, ξεκλείδωσε τήν θύρα τοῦ κελιοῦ καί τήν αὐλόπορτα καί ἐπιστρέφοντας ἄφησε τήν τελευταία του πνοή στό κεφαλόσκαλο τῆς εἰσόδου του. Ἡ κηδεία του ἔγινε τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου στόν ἱερό μητροπολιτικό ναό τοῦ Ἁγίου Ἀχιλλίου, χοροστατοῦντος τοῦ σεβ. Μητροπολίτου Λαρίσης καί Τυρνάβου κ. Ἰγνατίου καί μέ τήν παρουσία ὅλων σχεδόν τῶν κληρικῶν τῆς Μητροπόλεως καί χιλιάδων λαοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχε ἐκτεθεῖ τό σκήνωμά του σέ λαϊκό προσκύνημα. Εἴθε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός διά τῶν πρεσβειῶν τῆς ὑπερευλογημένης Μητέρας Του νά τόν κατατάξει μεταξύ τῶν ἁγίων Του καί νά ἀναδείξει ἀξίους συνεχιστές, μιμητές καί διαδόχους στό ἔργο του. Νά ἔχουμε τήν εὐχή του.
ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ
Τό χρόνο του τόν μοίραζε ἀνάμεσα στήν προσφορά ἀγάπης πρός τό συνάνθρωπο, τήν προσευχή καί τή συγγραφή. Ἔγραψε καί ἐξέδωκε πάνω ἀπό 40 ψυχοφελῆ συγγράμματα. Βιβλία εὐσύνοπτα, ἁπλά, κατανοητά, πού διαβάζονται εὔκολα ἀπό ὅλους, μέ μηνύματα δυνατά, τά ὁποῖα συγκινοῦν καί εὐαισθητοποιοῦν κάθε ψυχή πού ἀναζητᾶ τήν Ἀλήθεια. Μέσα ἀπό τά συγγράμματά του κήρυττε, νουθετοῦσε, στήριζε, καθοδηγοῦσε, παιδαγωγοῦσε εἰς Χριστόν.
Οἱ τίτλοι τῶν συγγραμμάτων του εἶναι:
Ἅγιος Ἡρωδίων. Ὁ νέος Ἁγιορείτης Ὅσιος
Ἀπό τό Πάθος τοῦ Κυρίου
Βίοι Ἁγίων Α (Ὁσίων καί ἀναχωρητῶν)
Βίοι Ἁγίων Β (Μαρτύρων)
Βίοι Ἁγίων Γ (Μαρτύρων καί Ἐρημητριῶν)
Γιά τούς μικρούς μας φίλους
Διά τούς Μοναχούς
Εἶσαι ἕνας νέος ἄνθρωπος;
Ἕνα κάθε μέρα (Β ἔκδοση)
Ἡ ζωή τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ (Β ἔκδοση)
Ἡ μεγαλυτέρα τραγωδία
Ἡ προσευχή (Β ἔκδοση)
Ἡ τιμωρία τῆς Βαβυλῶνος
Θεομητορικές ἑορτές
Κάτι σάν παραμύθια (ὑπό ἔκδοσιν)
Λαυσαϊκόν (Β ἔκδοση)
Λόγοι οἰκοδομῆς
Λόγοι οἰκοδομῆς Β
Λόγοι οἰκοδομῆς Γ
Λόγος Ἐφραίμ τοῦ Σύρου εἰς τήν Δευτέραν Παρουσίαν
Μάρκος ὁ Ἀθηναῖος
Μήπως φοβᾶσαι τόν θάνατο;
Μιά ματιά στή ρώσικη λογοτεχνία
Ὁ ἅγιος Μαδαγασκάρης Νεκτάριος (1952-2004)
Ὁ ἅγιος Νήφων πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ (Γ ἔκδοση)
Οἱ ἑπτα ἐπιστολές τοῦ Θεοῦ πρός τίς ἐκκλησίες του
Οἱ ἑπτα παῖδες τῆς Ἐφέσου
Οἱ κατά Θεόν σαλοί
Οἱ μυστικοί καί ἡ διδασκαλία τους
Πέντε παραμύθια καί δύο ἱστορίες
Περί Ἀντιχρίστου
Πίστις, ἐλπίς, ἀγάπη
Ποιό εἶναι τό πραγματικό πρόσωπο τῆς τηλεοράσεως;
Πότε θά ἔλθει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου;
Πρός ὅλο τόν κόσμο
Πρός τούς ἱερεῖς
Ρήματα ζωῆς
Σκέψεις ἐπί τοῦ προσώπου τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ
Τά νέα μας παραμύθια
Ταρασία, ἡ νέα μας ἁγία
Τέσσερα παραμύθια (γιά τούς μικρούς μας φίλους)
Τί εἶναι Ὀρθοδοξία; (Τά χαρακτηριστικά της γνωρίσματα)
Τί θά συμβεῖ πρό τῆς Δευτέρας Παρουσίας
Τί μοῦ δίνει ὁ Ἰησοῦς Χριστός;
Τό Ποτήριον τῆς Ζωῆς
Τρεῖς ἀναχωρηταί
ΜΕΡΙΚΑ ΜΙΚΡΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ
Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
«Ἡ πνευματικότης ἑνός λαοῦ φαίνεται τό καλοκαίρι ἀπό τό πώς ντύνεται ὁ κόσμος καί κυρίως οἱ γυναῖκες. Ἡ ἐξωτερική γυμνότητα πού παρατηροῦμε στίς μέρες μας εἶναι δεῖγμα τῆς ἐσωτερικῆς, τῆς πνευματικῆς γυμνότητας τοῦ ἀνθρώπου. Σήμερα εἶναι διάχυτη ἡ ἀνηθικότητα. Σέ τέτοιο βαθμό πού οὔτε στόν προχριστιανικό κόσμο δέν τήν συναντοῦμε. Ἡ κοινωνία μας εἶναι ἡ πιό διεφθαρμένη. Οἱ ἀρχαῖοι δέν ἦταν ἔτσι. Οἱ φιλόσοφοι εἶχαν ἀρχές, εἶχαν ἀρετή. Σήμερα οἱ ἄνθρωποι ἁμαρτάνουν ξεδιάντρωπα. Κανένας καθηγητής, κανένας δημοσιογράφος δέν γράφει, δέν μιλάει, ὅλοι τους ἐνδιαφέρονται μόνο γιά τό χρῆμα. Ποτέ ἄλλοτε δέν λατρεύτηκε τόσο πολύ τό χρῆμα».
Η ΕΥΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ
«Διανύουμε μιά περίοδο πού τήν χαρακτηρίζει ἡ ἐπίθεση τῆς εὐσπλαχνίας καί τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ πρός τό ἀνθρώπινο γένος. Σέ καμία ἄλλη ἐποχή δέν εἴχαμε τόση ἀφθονία ὑλικῶν ἀγαθῶν. Πρόκειται γιά σκανδαλώδη εὔνοια τοῦ Θεοῦ πρός τήν ἐποχή μας σέ σύγκριση μέ ἄλλες ἐποχές. Εἶναι ἡ τελευταία εὐκαιρία τοῦ Θεοῦ πού δίνει στόν ἄνθρωπο γιά μετάνοια.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ
«Προσευχή, προσευχή, προσευχή. Χαρίζεις 10 βιβλία καί τό ἕνα πιάνει τόπο. Δέν γίνεται προκοπή καί ἀγώνας μέ τά βιβλία. Ἡ προσευχή ἐξευμενίζει τό Θεό. Ἑλκύει τή χάρι καί τό ἔλεός Του. Λέγε συνέχεια «Κύριε ἐλέησον», «Κύριε ἐλέησον», «Κύριε ἐλέησον». «Ὑπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν», «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς». Λέγε χωρίς νά σέ ἀντιλαμβάνεται κανείς. Μέσα σου, στή δουλειά, στό δρόμο, στό τραπέζι, στό κρεβάτι, ὅταν ξεκουράζεσαι, σέ κάθε ἐκδήλωση καί στιγμή τῆς ζωῆς σου. Οἱ μεγάλοι ἐρημῖτες δέν γνώριζαν Πάσχα, γιορτές, καθημερινές. Δέν εἶχαν ἀκολουθίες, εἶχαν μόνο τήν προσευχή. Μόνο μέ τήν προσευχή θά προκαλέσουμε τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Οἱ δάσκαλοι στά σχολεῖα νά διδάσκετε στά παιδιά τήν προσευχή. Δέν χρειάζονται τόσο οἱ ἀποδείξεις περί τοῦ Θεοῦ. Νά μάθουν οἱ ἄνθρωποι νά προσεύχονται. Ἡ προσευχή ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτό ἔχει συκοφαντηθεῖ καί τήν πολεμάει τόσο πολύ ὁ διάβολος. Πολεμάει ὅ,τι εἶναι ὠφέλιμο γιά τόν ἄνθρωπο».
Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ
            «Νά προσεύχεσθε ἀδιάκοπα.
Νά εὐχαριστεῖτε τό Θεό γιά τά πάντα.
Νά εἶσθε χαρούμενοι.
Μήν ἀφήνετε νά κυριευθεῖτε
ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀπογοητεύσεως.
Σᾶς ἐμπιστεύομαι στό Θεό καί στήν Ὑπεραγία Μητέρα Του.
Μή φοβᾶστε τίποτε …».
ΠΗΓΗ: arnion.gr

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Retype the CAPTCHA code from the image
Change the CAPTCHA code