Εκοιμήθη ο Αρχιμ. Πλακίδας Deseille

 

deseilie

Ο Αρχιμανδρίτης Πλακίδας (Ρlacide Deseille) γεννήθηκε το 1927 και ενωρίς ακολούθησε το μοναχικό βίο ως γάλλος ρωμαιοκαθολικός μοναχός (Σιστερσιανός).
Λόγω της ευρύτατης παιδείας του είχε διευθύνει επί έτη τη σειρά «Sources Chretiennes» που εξέδιδε τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Το 1977 εισήλθε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και εκάρη μοναχός στη Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Ορούς.
Εν συνεχεία ίδρυσε δύο μοναστήρια, μετόχια της Μονής αυτής στη Γαλλία.

     Ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Η πορεία μου στην Ορθοδοξία», παρουσιάζουμε δύο κεφάλαια.

1. ΤΟ ΠΑΤΕΡΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Το 1949, ενώ το Συνέδριο του Άμστερνταμ δημιουργούσε το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ χαρακτήριζε τη θέση του ορθοδόξου θεολόγου ανάμεσα στους συναδέλφους του που διακήρυτταν μια διαφορετική πίστη ως εξής: «Ο ορθόδοξος θεολόγος μπορεί και οφείλει να εκπροσωπεί λιγότερο τη σύγχρονη «Ανατολή» από την ίδια την οικουμενική αρχαιότητα… Είναι αυταπόδεικτο, πως η αρχαιότητα είναι σημαντική περισσότερο λόγω του καθολικού και συνθετικού χαρακτήρα της παρά λόγω της παλαιότητας της. Η Ορθοδοξία εκφράζει στην οικονομία του οικουμενισμού την πατερική στιγμή»1. Πρέπει σίγουρα να εφαρμόσουμε στις νέες καταστάσεις και στις καινούριες ανάγκες αυτή την καθολική και συνθετική θεώρηση που είχαν οι πρώτες χριστιανικές γενιές για το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτό όμως (θα πρέπει να το κάνουμε) στηριζόμενοι σ’ αυτήν και προσπαθώντας να μην αλλάξουμε τίποτε. Έτσι η  Εκκλησία θα βρει σήμερα το δρόμο μιας ζωντανής πιστότητας.

Στην προοπτική της αρχαίας Εκκλησίας το μυστήριο της σωτηρίας παρουσιάζεται θεμελιακά ως έργο ενοποιήσεως. Ένα κείμενο αποδιδόμενο στο Μ. Βασίλειο λέει: «Τούτο γαρ το κεφάλαιον της του Σωτήρος κατά σάρκα οικονομίας, ίνα την ανθρωπίνην φύσιν προς εαυτήν τε και προς εαυτόν συναγάγη και, την πονηράν κατατομήν εξελών, την αρχαίαν ανακαλέσηται ένωσιν»2. Πραγματοποιημένο το έργο της σωτηρίας μια για πάντα με το θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου, αγκαλιάζει πραγματικά κάθε ανθρώπινο πρόσωπο στο χώρο και το χρόνο με την ευχαριστιακή λατρεία. Επειδή κάθε χριστιανός, νεκρός για την αμαρτία και αναστημένος μαζί με το Χριστό για μια νέα ζωή με το βάπτισμα, είναι μυστικά ταυτισμένος με το ένδοξο Σώμα του Χριστού δια μέσου της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος, από την οποία είναι πληρωμένος με τη συμμετοχή του στο ευχαριστιακό Σώμα, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι όλοι οι χριστιανοί δια μέσου αυτής της μετοχής γίνονται «σύσσωμοι»3. Ο «φλέγων άνθραξ» του θείου Σώματος, όταν αγγίζει τον άνθρωπο, τον ελευθερώνει από τους ατομικούς του περιορισμούς και, κατά τρόπο θαυμαστό, τον κάνει να φτάνει στο πλήρωμα της προσωπικής ζωής, οδηγώντας τον στο να απορρίψει την έξαρση της ατομικότητας του σε μια αδελφική κοινωνία που είναι κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδας.

Αυτό το ευχαριστιακό θεμέλιο της εκκλησιολογίας εκτέθηκε θαυμάσια από τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας (+444) στο ακόλουθο απόσπασμα του Υπομνήματός του εις το κατά Ιωάννην ευαγγέλιο: «Ίνα τοίνυν εις ενότητα την ως προς Θεόν και αλλήλους συνιωμέν τε και συναναμισγώμεθα και ημείς αυτοί, καίτοι τη καθ’ έκαστον νοούμενη διαφορά διεστηκότες εις ιδιότητα και ψυχαίς και σώμασιν, εμηχανήσατό τινα τρόπον ο Μονογενής, δια της αυτώ πρεπούσης εξηυρημένον σοφίας και βουλής του Πατρός. Ενί γαρ σώματι, τω ιδίω δηλαδή, τους εις αυτόν πιστεύοντας ευλογών, δια της μυστικής μεταλήψεως, εαυτώ τε σύσσωμους και αλλήλοις αποτελεί. Τις γαρ αν και διέλοι και της εις αλλήλους φυσικής ενώσεως εξοικιεί τους δι’ ενός του αγίου σώματος προς ενότητα την εις Χριστόν αναδεσμουμένους; Ει γαρ οι πάντες εκ του ενός άρτου μετέχομεν, εν οι πάντες αποτελούμεθα σώμα. Μερίζεσθαι γαρ ουκ ενδέχεται τον Χριστόν. Δια τούτο και σώμα Χριστού κεχρημάτικεν η Εκκλησία, μέλη δε και ημείς ανά μέρος, κατά την του Παύλου σύνεσιν (Πρβλ. Α’ Κορ. 12, 27)… Ει γαρ και πολλοίς ούσιν ημίν ανά μέρος, εκάστω το τε του Πατρός και το ίδιον ενοικίζει Πνεύμα Χριστός, αλλ’ εν έστι και αμέριστον, τα της αλλήλων ενότητος διακεκομμένα πνεύματα, κατά γε το είναι φαμεν εν τη καθ’ ύπαρξιν ιδιότητι, συνέχον εις ενότητα, δι’ εαυτού και ως εν τι τους πάντας αναφαίνεσθαι ποιούν εν εαυτώ… Δια τούτο πάλιν ημίν ο θεσπέσιος προσεφώνει Παύλος   «Ανεχόμενοι αλλήλων εν αγάπη, σπουδάζοντες τηρείν την ενότητα του Πνεύματος εν τω συνδέσμω της ειρήνης, εν σώμα και εν Πνεύμα… εις Κύριος… εις Θεός και Πατήρ πάντων, ο επί πάντων και δια πάντων, και εν πάσιν» (Εφ. 4, 2-6)»4.

Σ’ αυτή την προοπτική, η Εκκλησία είναι κατ’ αρχάς η τοπική Εκκλησία, δηλαδή το σύνολο των χριστιανών που συναθροίζονται σε ένα και τον αυτό τόπο γύρω από τον κανονικό τους επίσκοπο για να τελέσουν την Ευχαριστία. Κάθε τοπική Εκκλησία δεν είναι ένα μέρος της καθολικής Εκκλησίας · η κάθε μια ενσαρκώνει την ολότητα του μυστηρίου της Εκκλησίας και ταυτίζεται με την καθολική Εκκλησία, που καθιστά παρούσα στην πληρότητα της σ’ ένα δεδομένο σημείο του χώρου, από τη στιγμή που μένει πλήρως πιστή στην πίστη που παραδόθηκε από τους αποστόλους5.

Αυτό εξηγεί ότι η ιδέα της «διακοινωνίας» και της «ευχαριστιακής φιλοξενίας» υπήρξαν άγνωστες στην αρχαία Εκκλησία, η οποία δεν θα μπορούσε να τους δώσει κάποιο νόημα. Η Εκκλησία δεν ήξερε παρά την κοινωνία ή την άρνηση της. Στη σκέψη των χριστιανών αυτής της εποχής, εάν ένα μέλος μιας τοπικής Εκκλησίας μετείχε στην Ευχαριστία μιας άλλης τοπικής Εκκλησίας, π.χ. με την ευκαιρία κάποιου ταξιδιού, βεβαίωνε μ’ αυτό ότι αναγνώριζε αυτή την Εκκλησία ως ταυτόσημη με τη δική του και με την καθολική Εκκλησία.

Ανάμεσα σ’ αυτές τις Εκκλησίες υπήρχαν ασφαλώς διαφορές απόψεων, συνηθειών και παραδόσεων σε θέματα στα οποία μια γενική συμφωνία δεν είχε επιτευχθεί και που τα θεωρούσαν ως δευτερεύοντα: οι διαφορές αυτές δεν είχαν πλέον καμιά σημασία και δεν έκαναν παρά να «συνιστούν την ομόνοια της πίστεως», σύμφωνα με την έκφραση του Αγίου Ειρηναίου Λουγδούνου6. Εξάλλου καμιά βαριά αδυναμία δεν μπορεί να θίξει αντικειμενικά μια Εκκλησία απόλυτα πιστή στην αποστολική Παράδοση.

Αναφερόμενος σε ένα θέμα αυτού του είδους (την ακυρότητα του βαπτίσματος των αιρετικών) – που προσωπικά θεωρούσε σημαντικό, πλην όμως άσχετο με την ίδια την πίστη -, ο Άγιος Κυπριανός Καρθαγένης (+ 258) δήλωνε: «Δεν κρίνουμε κανέναν ή δεν απομακρύνουμε κανέναν από το δικαίωμα της κοινωνίας για διαφορά αντιλήψεως»7.

Πράγματι, σε κάθε εποχή της ιστορίας της Εκκλησίας υπήρξαν ομάδες αυστηρών που διέκοψαν την κοινωνία με τις άλλες Εκκλησίες για δευτερεύοντα θέματα. Όμως, όπως το αποδεικνύει ο ιστορικός Σωκράτης (+440 περίπου) μ’ αφορμή το Νοβατιανό σχίσμα, τέτοιοι άνθρωποι αρχίζουν συνήθως αμέσως να διαιρούνται και μεταξύ τους και να σχηματίζουν ατέλειωτα συμβατικά σχήματα συμφωνίας, φανερώνοντας ξεκάθαρα ότι μέσα τους υπερίσχυσε το πνεύμα της φατρίας από την αγάπη για την ενότητα της Εκκλησίας8.

Βλέπουμε πόσο η στάθμιση της φύσεως παρόμοιων θεμάτων ήταν κάτι το σημαντικό, όταν παρουσιάζονταν διαφορές ανάμεσα σε Εκκλησίες. Επρόκειτο για θέματα μηδαμινής σημασίας ή για διαφορετικές, όμως αυθεντικές, παραδόσεις; Η διατήρηση ή η αποκατάσταση της κοινωνίας επιβαλλόταν, χωρίς καμιά από τις δυο μερίδες να μπορεί να θέλει να υποχρεώσει την άλλη να συνταχθεί με τη δική της αντίληψη υπό την απειλή διακοπής της κοινωνίας. Αντίθετα, επρόκειτο για θέματα που αφορούσαν την υπόσταση της πίστεως και της αποστολικής παραδόσεως; Τότε, όσο οι διαφορές υπήρχαν, ο χωρισμός έμενε ως η πιο επώδυνη μα και η πιο επιτακτική απαίτηση όχι μόνο της αλήθειας, αλλά και της αληθινής αγάπης του Θεού και του πλησίον. Για τους Πατέρες, το περιεχόμενο της πίστεως ήταν αδιαίρετο: δεν θα μπορούσε να υπάρξει εδώ θέμα διακρίσεως «άρθρων θεμελιωδών», «κηρυγματικών», και άρθρων μικρότερης σημασίας: «Καθάπερ γαρ εν τοις βασιλικοίς νομίσμασιν ο μικρόν του χαρακτήρος περικόψας, όλον το νόμισμα κίβδηλον ειργάσατο· ούτω και ο της υγιούς πίστεως και το βραχύτατον ανατρέψας, τω παντί λυμαίνεται, επί τα χείρονα προϊών από της αρχής. Που τοίνυν εισίν οι φιλονεικίας ημάς κρίνοντες ένεκεν της προς αιρετικούς διαστάσεως; που νυν εισίν οι λέγοντες ουδέν μέσον είναι ημών κα’κείνων, αλλ’ από φιλαρχίας την διαφοράν γίνεσθαι; Ακουέτωσαν τι φησιν ο Παύλος, ότι το Ευαγγέλιον ανέτρεψαν οι και μικρόν τι καινοτομουντές (πρβλ. Γαλ. 1,7)»9.

Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, που παραμένει αυτή της ορθόδοξης Εκκλησίας, η καθολική Εκκλησία αποτελείται από το σύνολο των τοπικών Εκκλησιών που βρίσκονται σε κοινωνία μεταξύ τους. Είναι, μας λένε οι Πατέρες, ο μοναδικός αρραβώνας σωτηρίας, ο δοσμένος στους ανθρώπους από το Θεό για να τους επιτρέπει ν’ αποφύγουν την καταδίκη · μοναδική νύμφη του Χριστού, είναι η πνευματική μητέρα που μόνη μπορεί να τους γεννήσει με το βάπτισμα στην καινούρια ζωή, να τους αναδείξει τέκνα θείας υιοθεσίας · Σώμα του Χριστού, είναι ο μόνος τόπος όπου οι άνθρωποι είναι αληθινά ενωμένοι με το Θεό και μεταξύ τους χάρη στην αγιαστική ενέργεια του Πνεύματος.

Γίνεται να πούμε πως κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί και ν’ αγιαστεί, αν δεν ανήκει πλήρως στην ορατή Εκκλησία; Μερικοί υπαινιγμοί δείχνουν ότι οι Πατέρες αναγνωρίζουν πως το Άγιο Πνεύμα είναι ελεύθερο ως προς τα δώρα Του και μπορεί να τα μεταδώσει χωρίς να περνούν από τους κανονικούς δρόμους της σωτηρίας, εκεί όπου βρίσκει καλοπροαίρετες καρδιές: «Ώσπερ γαρ πολλοί των ημετέρων ου μεθ’ ημών εισιν, ους ο βίος αλλότριοι του κοινού σώματος   ούτω πολλοί των έξωθεν προ ημών, όσοι τω τρόπω την πίστιν φθάνουσι και δέονται του ονόματος, το έργον έχοντες», δηλώνει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος (+390)10, που δεν διστάζει να περιλάβει ανάμεσα σ’ αυτούς και τον δικό του πατέρα. Και για την αδελφή του λέει: «Πας ο βίος (αυτής) κάθαρσις ην αυτή και τελείωσις… Και μόνη σχεδόν, ίν’ είπω τολμήσας, σφραγίς, αλλ’ ου χάρισμα ην το μυστήριον»11. Οι Πατέρες όμως δεν μίλησαν γι’ αυτή την αόρατη συμμετοχή στην Εκκλησία, η οποία είναι ορατή, επειδή δεν είχαν σαφείς ενδείξεις στις πηγές της Αποκαλύψεως.

Η κοινωνία ανάμεσα στις τοπικές Εκκλησίες φανερώνεται στο μυστηριακό επίπεδο με τη συλλογική καθιέρωση των επισκόπων και, όταν πρόκειται για την επίλυση προβλημάτων πίστεως και τάξεως, με τις επισκοπικές συνόδους. Αυτές οι σύνοδοι μπορεί να είναι επαρχιακές ή γενικές. Μια αυθεντική σύνοδος είναι μια σύναξη, όπου οι επίσκοποι, πιστοί στο Άγιο Πνεύμα, διακηρύσσουν επίσημα την αληθή πίστη της Εκκλησίας. Το μόνο γνώρισμα αυτής της αυθεντικότητας, σύμφωνα με την ορθόδοξη άποψη, είναι η ακολουθούσα αποδοχή αυτής της συνόδου εκ μέρους του συνόλου της Εκκλησίας12.

Σε επαρχιακή κλίμακα η επίσης και σε επίπεδο της καθολικής Εκκλησίας, μερικές επισκοπικές έδρες κατά τη διάρκεια της ιστορίας περιβλήθηκαν με κάποιο πρωτείο. Αυτή η διάρθρωση της Εκκλησίας, όντας μια πραγματικότητα πολύ καθολική στο χώρο και το χρόνο, δεν μπορεί να θεωρηθεί επεισοδιακή ή καθαρά ανθρώπινου χαρακτήρα. Οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε ως αποτέλεσμα της καθοδηγήσεως της Εκκλησίας από το Άγιο Πνεύμα και επομένως ως ένα στοιχείο της παραδόσεως. Όμως η ιδέα του πρωτείου, τέτοια όπως έγινε δεκτή από το σύνολο της Εκκλησίας, δεν περιέλαβε ποτέ παρά ένα πρωτείο μεταξύ ίσων. Οι τιτλούχοι τους δεν μπόρεσαν να ασκήσουν εξουσία έξω από τη δική τους επισκοπή παρά στο μέτρο που η εξουσία αυτή τους δόθηκε από τους άλλους επισκόπους και πάντοτε σε αμοιβαία αλληλεξάρτηση. Αρκετά νωρίς οι πάπες της Ρώμης διεκδίκησαν μια δικαιοδοσία θείου δικαίου εντελώς ιδιαίτερου εκκλησιολογικού χαρακτήρα για την οικουμενική Εκκλησία, όμως αυτή τους αναγνωρίστηκε προοδευτικά και μέσα στην αρκετά περιορισμένη σφαίρα, όπου ασκείτο η άμεση εξουσία τους, δηλαδή το ρωμαϊκό πατριαρχείο. Έτσι, μέχρι τη ρήξη του ΙΑ’ αιώνα, η Ρώμη είχε απέναντι της τέσσερα άλλα πατριαρχεία, όπου υπήρχε μια διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων.

2. Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ

Η ορθόδοξη εκκλησιολογία παρά τις διαστροφές, οφειλόμενες στις ιστορικές περιστάσεις και τα αμαρτήματα των ανθρώπων, έχει παραμείνει ουσιαστικά η εκκλησιολογία της αρχαίας Εκκλησίας, με την οποία η σημερινή ορθόδοξη Εκκλησία αισθάνεται ότι βρίσκεται σε πλήρη συνέχεια, χωρίς καμιά διακοπή. Έχει συνείδηση ότι είναι πολύ απλά η Εκκλησία του Θεού. Δεν μπορεί να θεωρήσει τις άλλες χριστιανικές ομολογίες παρά ως μέλη απομακρυσμένα από την εκκλησιαστική ενότητα, η οποία διατηρείται με πληρότητα στην ίδια. Η παράδοση της έχει ως κανονικό περιεχόμενο αυτό που όλοι οι χριστιανοί μαζί, πριν από την εποχή των σχισμάτων, θεώρησαν ότι αποτελεί μέρος της αποστολικής παρακαταθήκης, είτε πρόκειται για τη ίδια την πίστη, είτε για την εκκλησιαστική ζωή. Σύμφωνα με την ορθόδοξη άποψη η ενότητα ανάμεσα σε όλες τις χωρισμένες χριστιανικές ομάδες δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά με την επιστροφή στην κοινή και καθολική παράδοση της Εκκλησίας: αυτό που έγινε δεκτό ως δόγμα πίστεως ή βιώθηκε ως κοινός θεσμός «παντού, πάντοτε και από όλους» κατά τη διάρκεια της χιλιετηρίδας που προηγήθηκε από τα σχίσματα, χωρίς καμιά προσθήκη και καμιά αφαίρεση13. Αποδεχόμενη στο πλήρωμα της την Παράδοση, κάθε μια από αυτές τις κοινότητες θα βρισκόταν ipso facto μέσα στην ενότητα της καθολικής Εκκλησίας.

Σύμφωνα, λοιπόν, μ’ αυτή την πατερική και ορθόδοξη εκκλησιολογία, η ορατή ενότητα της  Εκκλησίας προσφέρεται από το Θεό και θα παραμείνει αναλλοίωτη μέχρι την Παρουσία. Εάν εξαιρέσουμε τους καθολικούς οικουμενικούς κύκλους, η εκκλησιολογία προτεσταντικής προελεύσεως που κυριαρχεί στην οικουμενική κίνηση είναι πολύ διαφορετικής εμπνεύσεως. Η θεμελιώδης πεποίθησή της είναι ότι η ορατή ενότητα της Εκκλησίας δεν είναι δοσμένη αλλά κάτι το ελπιζόμενο και που μπορεί να οικοδομηθεί με το πνεύμα υπακοής όλων στην ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Καμιά εμπειρική Εκκλησία δεν μπορεί να ταυτιστεί με την Εκκλησία του Θεού, που κατέχει μια πραγματική όμως αόρατη ενότητα δια μέσου των σημερινών διαιρέσεων. Ο σκοπός της οικουμενικής κινήσεως είναι να την αποκαλύψει προοδευτικά με μια ορατή ενότητα, που θα περιλαμβάνει μια κοινή πίστη στις αλήθειες που θεωρούνται θεμελιώδεις, μια μυστηριακή «διακοινωνία» και αναγνώριση της ιεροσύνης. Οι θεσμικές και δογματικές διαφορές μπορεί να παραμείνουν τεράστιες ανάμεσα στις διάφορες Εκκλησίες.

Είναι φανερό πως μια τέτοια αντίληψη δεν μπορεί να φαίνεται στα μάτια των ορθοδόξων παρά σαν παναίρεση, και δεν θα μπορούσε να υπάρξει θέμα γι’ αυτούς να κάνουν εδώ οποιεσδήποτε υποχωρήσεις. Επειδή το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών είχε ως πρωτεργάτες ανθρώπους που, παρά την καλή θέληση τους, δεν μπορούσαν να διακρίνουν τις προϋποθέσεις της διδασκαλίας τους (των ορθοδόξων), ήταν αναπόφευκτο οι ορθόδοξοι αντιπρόσωποι να αισθανθούν εκεί τις πιο πολλές φορές σαν μετέωροι. Η θέση τους ξεκαθαρίστηκε κάπως μετά τη σύνοδο της κεντρικής Επιτροπής του Π.Σ.Ε. στο Τορόντο το 1950. Εκεί πράγματι διευκρινίστηκε ότι «το γεγονός της συμμετοχής στο Συμβούλιο δεν προϋποθέτει ότι κάθε Εκκλησία οφείλει να θεωρεί τις άλλες ως Εκκλησίες στην αληθή και πλήρη έννοια του όρου». Όμως, η διάρθρωση του Π.Σ.Ε. υποχρεώνει αναπόφευκτα τις ορθόδοξες Εκκλησίες να παρουσιάζονται εκεί ως «ομολογίες» η «απλές αντιπροσωπείες» ανάμεσα στις άλλες. Μόνο βεβαιώνοντας ξεκάθαρα την αντίληψη που έχουν για την ταυτότητα τους και τις πεποιθήσεις τους, μπορούν να αποφύγουν να μείνουν στην αβεβαιότητα και να απογοητεύσουν τους εταίρους τους.

Εν τούτοις, από την ίδρυση του Π.Σ.Ε. ο θεολόγος Γεώργιος Φλωρόφσκυ, σ’ ένα κείμενο που ήδη αναφέραμε πιο πάνω, δικαιολογούσε την παρουσία των ορθοδόξων στο Π.Σ.Ε., προσδιορίζοντας τη μόνη παραδεκτή σημασία της συμμετοχής τους: «Θεωρώ παρόμοια συμμετοχή όχι μόνο ως επιτρεπόμενη και δυνατή για τους ορθοδόξους αλλά ακόμη ως άμεσο καθήκον που απορρέει από τη ίδια την ουσία της ορθόδοξης συνειδήσεως και την υποχρέωση που ανήκει στην αληθινή Εκκλησία να καταθέτει αδιάκοπα τη μαρτυρία της παντού, στις «συναγωγές και τις αρχές και τις εξουσίες». Πως θα πιστεύσουν χωρίς να έχουν ακούσει; Και πως θα ακούσουν χωρίς κήρυγμα; Αυτή η αποστολική ρήση έχει τη θέση της κυρίως εδώ. Βλέπω την ορθόδοξη συμμετοχή στην οικουμενική Κίνηση υπό το πρίσμα της ιεραποστολικής δράσεως. Η ορθόδοξη Εκκλησία καλείται ειδικά σε συμμετοχή ακριβώς στην οικουμενική ανταλλαγή ιδεών, επειδή αναγνωρίζει τον εαυτόν της ως τον φύλακα της αποστολικής πίστεως και της Παραδόσεως στην καθολικότητα και την πληρότητα τους, και ότι είναι, μ’ αυτή την έννοια, η αληθινή Εκκλησία   επειδή έχει συνείδηση ότι κατέχει το θησαυρό της θείας χάριτος, χάρη στη συνέχεια της ιεροσύνης και της αποστολικής διαδοχής · επειδή, τέλος, διεκδικεί μια ξεχωριστή θέση μέσα στη διηρημένη χριστιανοσύνη. Η Ορθοδοξία είναι η καθολική αλήθεια, η αλήθεια για ολόκληρο τον κόσμο, για πάντα και για όλους τους λαούς. Να οι λόγοι για τους οποίους η ορθόδοξη Εκκλησία καλείται και είναι υποχρεωμένη να γίνει μάρτυρας της αλήθειας του Χριστού παντού και πάντοτε, μπροστά σ’ ολόκληρο τον κόσμο»14.

Το 1976 η αγία Σύνοδος της ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αμερική δημοσίευσε μια πολύ σημαντική Εγκύκλιο επιστολή για την ενότητα των χριστιανών και τον οικουμενισμό15. Η επιστολή αυτή έχει ως αντικείμενο «να διατυπώσει εκ νέου τη θέση που είχε πάντοτε η ορθόδοξη Εκκλησία, θέση που δυστυχώς ακόμη και μερικοί από τους ορθοδόξους αδελφούς μας αγνόησαν η λησμόνησαν».

Η σύνοδος δηλώνει: «Προσφιλέστατοι και αγαπημένοι αδελφοί και αδελφές, έχουμε καθήκον ως επίσκοποι της Εκκλησίας και φύλακες της αποστολικής πίστεως να ομολογήσουμε πως η ορθόδοξη Εκκλησία είναι η μοναδική Εκκλησία του Χριστού… Αυτή η θεμελιώδης αντίληψη της ορθόδοξης Εκκλησίας… πρόσφερε τη βάση για την ορθόδοξη συμμετοχή στην οικουμενική κίνηση». Στη συνέχεια η Εγκύκλιος επισημαίνει τρεις κινδύνους που απειλούν την οικουμενική κίνηση και γίνονται η αιτία δημιουργίας κρίσεως: α) ο σχετικισμός που απορρίπτει την ίδια την ιδέα της μοναδικότητας της Εκκλησίας και της απόλυτης  αξίας της Παραδόσεως της, β) η εκκοσμίκευση, σύμφωνα με την οποία η ενότητα που επιδιώκεται να πραγματοποιηθεί, θα συνίστατο στην οικοδομή ενός καλύτερου κόσμου με την πολιτική, οικονομική και κοινωνική δράση, και γ) οι εσφαλμένες διαδικασίες σε σχέση με την ένωση. Στο θέμα αυτό το κείμενο λέει: «Απορρίπτουμε κατηγορηματικά τη χρήση της ευχαριστιακής κοινωνίας και της μυστηριακής διακοινωνίας θεωρούμενης ως μέσου για την πραγματοποίηση της χριστιανικής ενότητας. Σύμφωνα με την ορθόδοξη πίστη τα μυστήρια και η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, πιο ειδικά η θεία Ευχαριστία, δεν μπορούν να χωριστούν από το ίδιο το είναι της Εκκλησίας, που η ύπαρξη τους έχει ως σκοπό να εκφράσει. Τα μυστήρια δεν είναι σύμβολα ψυχολογικής ευσέβειας. Είναι εκφράσεις της ουσίας της Εκκλησίας ως βασιλείας Θεού πάνω στη γη. Έξω από την ενότητα της πίστεως στη μοναδική Εκκλησία του Χριστού που είναι αδιαίρετη, δεν είναι δυνατό να έχουμε μυστηριακή κοινωνία, ούτε και λειτουργική συμπροσευχή». Και προσθέτει: «Μια επίσημη λειτουργική προσευχή που περιλαμβάνει την ενεργητική συμμετοχή μελών του κλήρου και λαϊκών διαφόρων ομολογιών είναι αντίθετη στους κανόνες της ορθόδοξης Εκκλησίας. Τέτοιες λειτουργικές προσευχές συντείνουν στη δημιουργία σύγχυσης, γίνονται πηγές σκανδάλων και βοηθούν να προβάλλεται μια εσφαλμένη εικόνα της χριστιανικής πίστεως και της φύσεως της ενότητας που ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους μέσα στην Εκκλησία Του… Ακολουθώντας την ορθόδοξη πίστη μια τέτοια λειτουργική προσευχή είναι επίσης μια εσφαλμένη παράσταση των ανθρώπων μπροστά στο ουράνιο θυσιαστήριο του Θεού».

Πηγή

Τὸ βιβλίο τοῦ π. Πλακίδα «Η πορεία μου στην Ορθοδοξία» σε ἀρχεῖο pdf  ἐδῶ: http://www.alopsis.gr/alopsis/poreia.pdf

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Retype the CAPTCHA code from the image
Change the CAPTCHA code