Αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία – εξομολόγηση ΤΟΥ + ΠΑΤΡΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΓΟΥΒΑΛΗ

πατήρ Δανιήλ Γούβαλης

Αγαπητοί στην σημερινή δημοσίευση θα δούμε το γνωστό ρητό αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία. Καταρχήν πρέπει να ειπωθεί ότι το ρητό αυτό εκτός από ύφος έχει και Βιβλικό σκεπτικό, ως γνωστόν στα λόγια Χριστού και αποστόλων γίνεται λόγος για εξομολόγηση και άφεση, παρόλα αυτά όμως δεν το συναντούμε αυτούσιο πουθενά στην Αγία Γραφή.
Απαράλλαχτο δεν υπάρχει αλλά έχουμε όμως ένα παραπλήσιο το οποίο βρίσκεται στην πρώτη επιστολή Ιωάννου, εκεί ο απόστολος λέει ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καὶ δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας καὶ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας. Α’ Ιω. 1,9. Μετάφραση, εάν ομολογούμε τις αμαρτίες μας (ο Θεός) είναι αξιόπιστος και τηρεί την υπόσχεση του να τις συγχωρέσει και να μας καθαρίσει από κάθε αδικία. Είναι φανερό ότι για να λάβει κάποιος το υποσχόμενο πιστός ἐστι θα πρέπει να εξετάσει τι υποδείχτηκε ώστε να επιτευχθεί το όφελος της υποσχέσεως.
Προτού όμως προχωρήσουμε στην λεπτομέρεια, δηλαδή να δούμε τα λόγια Χριστού και αποστόλων, ας ξεκινήσουμε από το ρητό. Βλέποντας το γεννάται άμεσα το ερώτημα πότε είναι δυνατόν μια αμαρτία που εξωτερικεύεται να μην είναι αμαρτία;
Γιατί να μην είναι διπλά αμαρτία;
Είναι γνωστό ότι πολλές φορές βλέπουμε να εξωτερικεύεται η αμαρτία απλά για να δικαιωθεί ώστε με αυτήν την εξωτερίκευση να υπάρξει εφαλτήριο για νέα. Τότε το ρητό κλητεύεται και έχουμε ένα argumentum ad verecundiam, προσφυγή στην αυθεντία, την αυθεντία του ρητού, και εκφέρεται για να δικαιώσει τον εαυτό μας προσφέροντας την απαραίτητη στήριξη για αυτοδικαίωση ή δικαιολόγηση του ανθρώπου προς τον εαυτό του και τους άλλους, ένας τρόπος ώστε να αποφύγει έλεγχο και αυτοέλεγχο για να επαναλαμβάνει συνεχώς τα ίδια.
Σας έχω πει το τάδε και αμαρτία εξομολογημένη και έτσι η εξαγόρευση γίνεται εφαλτήριο πισωγυρίσματος και ένας φαύλος κύκλος δημιουργείται. Επειδή η θέληση δεν θέλει, κατέστη στρεβλή και η ειλικρίνεια που παρουσιάστηκε αφού ήταν καρπός της. Έτσι ο άνθρωπος παρουσιάζει σχήματα οξύμωρα, όπως το ότι επέδειξε ανειλικρινή ειλικρίνεια, ότι λέει ψέμματα λέγοντας αλήθεια, γνωρίσματα ίδια του Διαβόλου. Δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση το ρητό προφανώς δεν μπορεί να μας παρέχει δικαίωση, ούτε βέβαια γίνεται σύμφωνο με την Χριστιανική διδαχή, αφού σκοπός μας πρέπει να είναι η πνευματική πρόοδος. Γίνεται λοιπόν άμεσα κατανοητό ότι είναι τα κίνητρα της εξομολόγησης, το τι θέλει ο άνθρωπος, είναι η θέληση του ανθρώπου, η οποία θα παράσχει την ωφέλεια αφού τα πράγματα αλλάζουν εντελώς όταν η εξωτερίκευση έχει κίνητρο την αυτογνωσία, την συναίσθηση της ενοχής, την πνευματική πρόοδο.
Σε αυτήν την περίπτωση η θέληση και τα αίτια της εξομολόγησης είναι η καταδίκη της αμαρτίας, είναι η αποστροφή προς την αμαρτία και κατ’ επέκταση η δήλωση ότι υπάρχει όρεξη απαλλαγής από αυτήν και όχι όρεξη παραμονής σε αυτήν. Τότε ο άνθρωπος δηλώνει ότι η αμαρτία δεν κατοικεί σε αυτόν επειδή την επιθυμεί και της δίνει φιλόξενη στέγη, όπως γίνεται με την πρώτη περίπτωση, αλλά υπάρχει σε αυτόν επειδή ορισμένες στιγμές δεν στάθηκε στο ύψος του, επειδή κάποιες στιγμές άνοιξε την πόρτα και εισήλθε η αμαρτία. Δηλαδή στον πρώτο η αμαρτία είναι μια κατάσταση θεληματική, συνεχής, αλλά και χωρίς διακοπή, ενώ στον άλλο η αμαρτία είναι στιγμή και όσο προχωρεί πνευματικά οι στιγμές παρουσιάζουν όλο και μικρότερη συχνότητα. Με αυτά καταλαβαίνουμε και ένα άλλο ρητό που ακούμε το, άγιος δεν είναι ο αναμάρτητος αλλά αυτός που αγωνίζεται, αυτός που σηκώνεται, ο «πίπτων και εγειρόμενος».
Έτσι αφού αφενός θέλει ο άνθρωπος και αφετέρου ενεργά εφαρμόζει την θέληση του, δηλαδή αγωνίζεται, δηλώνει ότι θέλει να προχωρήσει πνευματικά και τότε έρχεται ο Θεός και οδηγεί ώστε να επιτευχθεί πνευματική πρόοδος.
Άρα λοιπόν η εξομολόγηση πρέπει να είναι εφαλτήριο πνευματικής προόδου και όχι να θεωρείται ως μια γόμα η οποία θα σβήσει το τεφτέρι που γέμισε ώστε έπειτα να υπάρξει χώρος για νέες εγγραφές, ο γέροντας Άγιος Παΐσιος θα μας έλεγε ότι αυτό δεν έχει πνευματική αρχοντιά. Εξαγορεύουμε για να ζητήσουμε άφεση και βοήθεια απαλλαγής από την αμαρτία ή επειδή θέλουμε μια γόμα να σβήσει και κάποιον με κύρος να μας σιγοντάρει και να μας καλύπτει; Εάν πάμε με το δεύτερο στο νου δεν ζητάμε άφεση, οπότε αφού δεν ζητάμε άφεση πως να μας δοθεί κάτι το οποίο δεν ζητήσαμε; Και όμως αγαπητοί ο Θεός και μας βοηθάει και μας συγχωρεί, για αυτό να θέλουμε την σωτηρία μας διότι ειδάλλως δεν θα έχουμε ύψος να τον αντικρίσουμε, θα ντραπούμε.
Πρέπει λοιπόν όχι μόνο να αναγνωρίζουμε την ενοχή μας αλλά και να έχουμε απόφαση απαλλαγής από αυτήν, να έχουμε αποστροφή προς την αμαρτία και να προσευχόμαστε να μας βοηθήσει ο Θεός ώστε να προοδεύσουμε πνευματικά, διότι χωρίς αυτόν δεν δυνάμεθα ποιεῖν οὐδέν. Ειδάλλως όπως είπαμε αμαρτάνουμε επειδή το θέλουμε και αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία είναι συνεχώς παρούσα στην ζωή μας.
Είδαμε ότι ο απόστολος αναφέρει ότι ο Θεός είναι πιστός στην υπόσχεση του, έτσι τώρα θα προχωρήσουμε στην λεπτομέρεια ώστε να δούμε τι λέει η Γραφή για το θέμα.
Στην Βίβλο βλέπουμε τον Χριστό ομιλώντας για άφεση αμαρτιών να δίδει αυτήν την εξουσία αφέσεως στους αποστόλους.  Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ματθ. 18,18 Δηλαδή, σας διαβεβαιώνω ότι όσα αμαρτήματα αφήσετε δεμένα και ασυγχώρητα στην γη θα μείνουν δεμένα και ασυγχώρητα στον ουρανό και όσα συγχωρήσετε στην γη θα είναι συγχωρημένα και λυμένα στον ουρανό. Αυτό το λέει στους μαθητές εν ἐκείνῃ τῇ ὥρᾳ προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ· δηλαδή εκείνη την ώρα ήρθαν οι μαθητές στον Ιησού.
Σε άλλο σημείο παρατηρούμε τον Ιησού να λέγει εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. Ιω. 20,21-23. Δηλαδή, είπε σε αυτούς ο Ιησούς, ειρήνη σε σας, όπως με έστειλε ο Πατήρ έτσι και εγώ σας στέλνω και φύσηξε στα πρόσωπα τους λέγοντας λάβετε Πνεύμα Άγιο σε όποιους συγχωρείτε τις αμαρτίες θα είναι συγχωρημένες και από τον Θεό, σε όποιους τις κρατείτε θα κρατιούνται.
Είναι επίσης γνωστό το δόσιμο των κλειδιών στον Πέτρο, καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καὶ ὃ ἐὰν δήσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καὶ ὃ ἐὰν λύσῃς ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Ματθ. 16,19
Δηλαδή, και θα σου δώσω τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών, και όποιο αμάρτημα δεν θα συγχωρήσεις στην γη θα είναι ασυγχώρητο και στους ουρανούς και όποιο θα συγχωρήσεις θα είναι συγχωρημένο στους ουρανούς. Αυτό το δόσιμο των κλειδιών και ο προσωπικός χαρακτήρας τον λόγων δηλώνει ότι εξουσία αφέσεως έχουν ορισμένα άτομα και όχι όλοι.
Τα λόγια αυτά είναι φανερό ότι δεν στοιχειοθετούν σε καμία περίπτωση κάποιου είδους πρωτείου του Πέτρου αφού όλοι οι Απόστολοι είχαν την ίδια υπόσχεση. Προϋπόθεση για να εισέλθει κάποιος στον Παράδεισο είναι να μην έχει αμαρτίες, υπό την σχετική έννοια φυσικά, άρα όλοι οι απόστολοι που έχουν την εξουσία αφέσεως κατέχουν τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ο Πάπας εφηύρε το πρωτείο από αχαλίνωτο εγωισμό και είναι αυτός ο ίδιος εγωισμός που εν τέλει τον οδήγησε από το πρωτείο στο αλάθητο και σε όλες αυτές τις κακοδιδασκαλίες οι οποίες δυστυχώς έχουν οριστικοποιήσει το Σχίσμα και δεν είναι αναληθές να πούμε ότι ο Παπισμός ως σώμα περιήλθε στην ατρεψία προς το καλό.
Σε αυτό το σημείο εφόσον είδαμε τα της Καινής είναι ανάγκη να δούμε τι γινόταν με την άφεση αμαρτιών στην Παλαιά Διαθήκη. Ας παραθέσουμε κάποια χαρακτηριστικά χωρία.
Λευ. 5,6 καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτε, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ ἡ ἁμαρτία
Λευ. 5,10 καὶ ἐξιλάσεται ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτε, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ.
Λευ. 5,13 καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτοῦ, ἧς ἥμαρτεν, ἀφ᾿ ἑνὸς τούτων, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ
Λευ. 5,18 καὶ ἐξιλάσεται περὶ αὐτοῦ ὁ ἱερεὺς περὶ τῆς ἀγνοίας αὐτοῦ, ἧς ἠγνόησε, καὶ αὐτὸς οὐκ ᾔδει, καὶ ἀφεθήσεται αὐτῷ·
Εδώ παρατηρούμε ένα μοτίβο το οποίο είναι ἐξιλάσεται ὁ ἱερεὺς ἀφεθήσεται ἡ ἁμαρτία. Έχοντας κατά νου τα λεχθέντα Καινής και Παλαιάς γίνεται αρχικά φανερό ότι το ἀφῆτεἀφίενται, κρατῆτε κεκράτηνται που είπε ο Χριστός στην Καινή είναι στο ίδιο πρότυπο που υπήρχε στην Παλαιά Διαθήκη, δηλαδή ο Χριστός και στις δύο Διαθήκες εκλέγει κάποια συγκεκριμένα πρόσωπα ώστε να παρέχουν άφεση αμαρτιών.
Βλέπουμε επίσης ότι στην Παλαιά γίνεται λόγος για άφεση δια μέσου ιερέων με ένα συγκεκριμένο τρόπο έκφρασης ο οποίος είναι «θα θυσιάσει ο ιερέας, θα του συγχωρείται η αμαρτία». Στην Καινή όμως ο τρόπος εκφράσεως του διδόμενου δικαιώματος αλλάζει, εδώ έχουμε «θα συγχωρείς, θα είναι συγχωρημένη», το οποίο δηλώνει απόλυτη εξουσία.
ἀφῆτε ἀφίενται, κρατῆτε κεκράτηνται, ὃ ἐὰν δήσῃς ἔσται δεδεμένον ὃ ἐὰν λύσῃς ἔσται λελυμένον.
Είναι φανερό ότι το δικαίωμα αφέσεως είναι τώρα Χριστοκεντρικό, έχει κέντρο τον Χριστό εξ ου και το απόλυτο της εξουσίας. Ο Χριστός ως αρχιερέας έκανε μετόχους της ιεροσύνης του τους Αποστόλους και επειδή ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, άρα ο απόλυτος ιερέας, κατέχει και απόλυτο δικαίωμα αφέσεως. Δεν είναι απλά άνθρωπος ο Χριστός να εξαρτάται από τον Θεό ώστε να έχουμε το πρότυπο «θα του αφεθεί η αμαρτία», αλλά έχουμε απόλυτο δικαίωμα σε αυτόν αλλά και σε αυτούς που έχουν μετοχή στην ιεροσύνη του, έτσι βλέπουμε το πρότυπο «συγχωρείς συγχωρημένη».
Επειδή το δικαίωμα είναι δοσμένο μόνο στους Αποστόλους παρατηρούμε τον Παύλο να κρίνει προσωπικά υποθέσεις κάποιων που αμάρτησαν. Ὄλως ἀκούεται ἐν ὑμῖν πορνεία, καὶ τοιαύτη πορνεία, ἥτις οὐδὲ ἐν τοῖς ἔθνεσιν ὀνομάζεται, ὥστε γυναῖκά τινα τοῦ πατρὸς ἔχειν καὶ ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστέ, καὶ οὐχὶ μᾶλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας! ἐγὼ μὲν γὰρ ὡς ἀπὼν τῷ σώματι, παρὼν δὲ τῷ πνεύματι, ἤδη κέκρικα ὡς παρὼν τὸν οὕτω τοῦτο κατεργασάμενον, ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ συναχθέντων ὑμῶν καὶ τοῦ ἐμοῦ πνεύματος σὺν τῇ δυνάμει τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Α Κορ. 5,1-5
Εδώ ο Παύλος κάνει αναφορά σε μια περίπτωση και καταλήγει να λέει, γιατί εγώ αν και είμαι απών σωματικώς, είμαι όμως παρών με το πνεύμα μεταξύ σας και έχω πλέον κρίνει και καταδικάσει σαν να ήμουν εκεί αυτόν που διέπραξε την φοβερή αμαρτία. Πρέπει λοιπόν αφού στο όνομα του Χριστού συγκεντρωθείτε όλοι σας, εσείς και το πνεύμα μου μαζί με την δύναμη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού να παραδώσουμε αυτόν τον άνθρωπο για να τιμωρηθεί και να ταλαιπωρηθεί σκληρά το σώμα του για να συνέλθει ώστε να σωθεί η ψυχή του κατά τη μεγάλη ημέρα του Κυρίου Ιησού.
Στην Β’ προς Κορίνθιους επιστολή έχουμε τον Παύλο να λέει Ἔκρινα δὲ ἐμαυτῷ τοῦτο …… ἱκανὸν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αὕτη ἡ ὑπὸ τῶν πλειόνων· ἱκανὸν τῷ τοιούτῳ ἡ ἐπιτιμία αὕτη ἡ ὑπὸ τῶν πλειόνων· ὥστε τοὐναντίον μᾶλλον ὑμᾶς χαρίσασθαι καὶ παρακαλέσαι, μήπως τῇ περισσοτέρᾳ λύπῃ καταποθῇ ὁ τοιοῦτος διὸ παρακαλῶ ὑμᾶς κυρῶσαι εἰς αὐτὸν ἀγάπην. Β’ Κορ. 2,1 και εξής.
Ο απόστολος ξεκινάει με τα λόγια «σκέφθηκα και αποφάσισα» και προχωρώντας αναφέρει ότι στην προηγούμενη επιστολή σας έκανα παρατηρήσεις για να διορθωθείτε ώστε όταν θα έλθω να μη δοκιμάζω λύπην από εκείνους από τους οποίους έπρεπε να δοκιμάζω χαρά.
Είχα λυπηθεί πολύ για τις παρατηρήσεις που σας έκανα, είχα βαθύτατη θλίψη σφιγμένη την καρδιά και πολλά δάκρυα, και καταλήγοντας λέει για κάποιον που αμάρτησε ότι είναι αρκετή τιμωρία η επίπληξη που του έγινε. Δίδει τις οδηγίες λέγοντας τώρα να του δείξετε χάρη και καλοσύνη, να του συγχωρήσετε το σφάλμα και να τον παρηγορήσετε, μήπως από την μεγάλη λύπη καταβληθεί και έρθει σε απογοήτευση και απελπισία, για αυτό και σας παρακαλώ να δείξτε σε αυτόν ειλικρινή αγάπη και καλοσύνη.
Είναι φανερό ότι ο απόστολος είναι ο ρυθμιστής των ζητημάτων ενώ η εκκλησία ακολουθεί τις αποφάσεις του. Αυτή η εξουσία που έχει προέρχεται από τα λόγια του Χριστού που είδαμε πριν και φυσικά την κατέχουν όλοι οι απόστολοι. Είναι λογικό επακόλουθο ότι αυτή δεν χάνεται με την φυσική απομάκρυνση των αποστόλων από την κάθε τοπική Εκκλησία ούτε χάνεται με τον θάνατο τους αλλά την λαμβάνει ο χειροτονημένος από τους Αποστόλους επίσκοπος ο οποίος αυτός είναι τώρα ο ρυθμιστής ζητημάτων και ο έχων την εξουσία αφέσεως.
Ο προσωπικός χαρακτήρας του δικαιώματος φαίνεται και από το γεγονός ότι οι επίσκοποι ονομάζονται ποιμένες οι οποίοι έχουν την εντολή αλλά και την εξουσία να καθοδηγούν τους πιστούς. Προσέχετε οὖν ἑαυτοῖς καὶ παντὶ τῷ ποιμνίῳ ἐν ᾧ ὑμᾶς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἔθετο ἐπισκόπους, ποιμαίνειν τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ, ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος. Πραξ. 20,28
Δηλαδή, προσέχετε λοιπόν τον εαυτό σας πως θα ζείτε, προσέχετε και πως θα φέρεστε και τι θα διδάσκετε σε όλο το ποίμνιο στο οποίο το Πνεύμα το Άγιο σας έβαλε επισκόπους ώστε να ποιμαίνετε την Εκκλησία του Κυρίου και Θεού.
Το δικαίωμα αφέσεως που απορρέει από την μετοχή στην ιεροσύνη Χριστού κάνει τον απόστολο Παύλο να έχει την δυνατότητα να δηλώνει υπὲρ Χριστοῦ οὖν πρεσβεύομεν ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν· δεόμεθα ὑπὲρ Χριστοῦ, καταλλάγητε τῷ Θεῷ·. Η φράση υπὲρ Χριστοῦ πρεσβεύομεν δεν σημαίνει βεβαίως ότι πρεσβεύουν αυτοί για τον Χριστό στον Θεό, αλλά καταδεικνύει ότι όλοι οι απόστολοι, εξ ου και ο πληθυντικός πρεσβεύομεν, είναι τώρα κατά μετοχή στην θέση του Χριστού και μάλιστα με τέτοια εξουσία και κατά τόσο όμοιο τρόπο ώστε να μπορούν να πουν και αυτοί με την ίδια ισχύ αυτό που είπε ο Χριστός στον παράλυτο το ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου Λουκ 5,20, ἀφῆτε ἀφίενται.
Ενώ ακόμη και όταν μιλάνε για κάτι συμβουλεύοντας, είναι σαν να μιλάει δια μέσου αυτών στους ακροατές ο ίδιος ο Χριστός, ὡς τοῦ Θεοῦ παρακαλοῦντος δι᾿ ἡμῶν·.
Είναι φανερό ότι η εξομολόγηση πρέπει να γίνεται ενώπιον του ιερέως, όπου εκεί υπάρχει όχι μόνον το δικαίωμα αλλά η αγάπη και ο κατάλληλος άνθρωπος ο οποίος θα μας συμβουλεύσει αναλόγως. Δηλαδή βλέπουμε ότι έχει ανεκτίμητη αξία ένας καλός πνευματικός. Λέει ο Δαυίδ, παιδεύσει με δίκαιος ἐν ἐλέει καὶ ἐλέγξει με Ψαλ. 140,4-5 Δηλαδή, ας με διαπαιδαγωγήσει και ας με ελέγξει ο δίκαιος έστω και με αυστηρότητα την οποία θα του εμπνέει η αγάπη του και η συμπάθεια του προς εμένα.
Αν αναζητήσουμε τις μαρτυρίες για το τι γινόταν στην αρχαία Εκκλησία, θα διαπιστώσουμε ότι οι Χριστιανοί εξαγόρευσαν δημοσίως τις αμαρτίες τους, δημοσίως όχι στον δρόμο βέβαια αλλά στην Εκκλησία παρόντος του επισκόπου.
Όπως όμως είναι φανερό από τα παραπάνω εφόσον ο ιερεύς είναι ο έχων εξουσία αφέσεως εάν εξομολογηθεί κάποιος σε αυτόν δεν υπάρχει ανάγκη να γίνει δημόσια εξομολόγηση στην Εκκλησία, αφού εν τέλει δεν είναι όλη η Εκκλησία αυτή που της δόθηκε εξουσία αφέσεως αμαρτιών αλλά μόνο οι ειδικοί ιερείς.
Εξ άλλου ο απόστολος λέει ότι μερικά αμαρτήματα είναι αισχρό εστί και λέγειν, δηλαδή είναι αισχρό ακόμη και να τα αναφέρει κάποιος, πολλώ δε μάλλον να τα κάνει, οπότε με την μυστική εξομολόγηση στον ιερέα αποφεύγεται και ο σκανδαλισμός των αδύναμων στην πίστη, τὰ γὰρ κρυφῆ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτῶν αἰσχρόν ἐστι καὶ λέγειν· Εφ. 5,12
Ας δούμε τώρα κάποια χωρία από την Βίβλο διότι διάφοροι αιρετικοί δεν δέχονται ότι υπάρχει εξομολόγηση και εντεταλμένος υπό του Χριστού ώστε να συγχωρεί αμαρτίες.
Αυτό βέβαια είναι αντιΒιβιλική και συνάμα κωμική άποψη.
Σαν τι παραπάνω έπρεπε να λέει η Γραφή για να καταλάβουμε ότι οι 12 μαθητές έλαβαν εξουσία δεσμείν και λύειν; ΑντιΒιβλική είναι η άποψη των αιρετικών αφού δεν λαμβάνονται υπόψιν τα στοιχεία που βεβαιώνουν ότι ο Χριστός έχει εκλέξει άτομα που έλαβαν ειδική εξουσία, συνάμα είναι και κωμική άποψη αφού εάν παραδεχθούμε τις διδασκαλίες των αιρετικών αυτές εν τέλει καταλήγουν να λένε ότι ο οποιοδήποτε Χριστιανός έχει δικαίωμα αφέσεως άρα όταν θα αμαρτάνει ταυτόχρονα θα αυτοσυγχωρείται και κρατώντας τας κλείς του Παραδείσου θα μπαινοβγαίνει σε αυτόν όποτε θέλει.
Ας δούμε κάποια χωρία.
ἐξομολογεῖσθε ἀλλήλοις τὰ παραπτώματα, καὶ εὔχεσθε ὑπὲρ ἀλλήλων, ὅπως ἰαθῆτε· πολὺ ἰσχύει δέησις δικαίου ἐνεργουμένη. Ιακ. 5,16 Δηλαδή, να εξομολογήστε μεταξύ σας τα αμαρτήματά σας και να προσεύχεστε ο ένας υπέρ του άλλου για να θεραπευτείτε. Γιατί η δέησις εκ μέρους του δικαίου έχει μεγάλη δύναμη. Εδώ ο απόστολος Ιάκωβος δεν εννοεί να εξομολογηθούμε μεταξύ μας αλλά μας προτρέπει να ζητούμε συγχώρηση από τον συνάνθρωπο μας.
Άλλο χωρίο είναι από το Πάτερ ημών καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν·. Ματθ. 6,12 Εδώ ο Χριστός μας διδάσκει ότι πρέπει να είμαστε συγχωρητικοί και ότι όπως αυτός μας συγχωρεί έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς αφού η ευσπλαχνία και η αγάπη κάνουν τον άνθρωπο να μοιάζει με τον Θεό.
Έτσι με το να είμαστε συγχωρητικοί ή να αναγνωρίζουμε το φταίξιμο μας, θέλουμε και άρα μπορούμε να γίνουμε δεκτικοί της Θείας Χάριτος και να προχωρήσουμε πνευματικά.
Αυτά τα δυο χωρία είναι περίπου όπως όταν ο Χριστός μας διδάσκει να μην πηγαίνουμε σε αυτόν έχοντας εναντίων των συνανθρώπων μας κακία. Πρέπει εκτός από την εξομολόγηση να προσπαθούμε, εάν βέβαια είναι αυτό δυνατόν, να μην είμαστε με τον συνάνθρωπο σε διάσταση. Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ, ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου. Ματθ. 5,23-24 Δηλαδή, εάν προσφέρεις το δώρον σου στο θυσιαστήριον και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίων σου εξ αιτίας της αδίκου και απρεπούς συμπεριφοράς σου, άφησε εκεί το δώρον σου εμπρός στο θυσιαστήριον και πήγαινε πρώτον συμφιλιώσου με τον αδελφόν σου και έπειτα έλα να προσφέρεις το δώρον σου στον Θεό.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Retype the CAPTCHA code from the image
Change the CAPTCHA code