Από το βίο του Αγίου Νικολάου Πλανά

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος νικολαος πλανας
ΗΤΑΝ ΚΥΡΙΑΚΗ, άπολείτουργα τοΰ Αγίου Άνδρέα,  σχεδόν μεσημέρι έξω άπό τό ναό των Άγίιον Άναργύρων στοΰ Ψυρρή. Κι ήταν χειμώνας.

Ο κυρ-Νικόλας Μπούκης πλησίασε τόν Παπαδιαμάντη, ύστερα άπό όρμήνεια τής κυρα-Πολυξένης, τής γυναίκας του καί τοΰ είπε μέ σεβασμό, με συστολή, σχεδόν μέ ντροπή.

-Κύριε Άλέκο θά μας έκαμνε μεγάλη ευχαρίστηση νά ερχόσαστε στό σπίτι μας.

-Πάλι; άποκρίθηκε μέ εύγενικό τρόπο έκεϊνος.

-Τό φαγί μας σήμερα δέν είναι τίποτα σπουδαίο. Νά, θά μοιραστούμε τή σούπα πού ’φτιαξε ή Πολυξένη.

-Μά σάς είμαι μπελάς.

-Όχι, όχι, κάθε άλλο. Θά βρίσκονται καί μερικοί άλλοι φίλοι στό τραπέζι, δέν μπορείτε νά λείψετε σείς

-Νά ξέρατε κύρ Νικόλα, τί θά πει μαγκούφης άνθρωπος…

-Μά τί είναι αύτά πού λέτε κύρ Άλέκο. Άφοΰ ξέρετε πόση χαρά μάς δίνετε κάθε φορά πού έρχεστε στό φτωχικό μας.

-Φτωχικό ναι, μά πάντα εύλογημένο καί φιλόξενο ώσάν τοΰ Αβραάμ.

-Θά είναι ξέρετε κι ό παπούλης, ό παπα-Νικόλας.

-Ας είναι τότε, είπε ό Παπαδιαμάντης καί άκολούθησε τό χρυσό αύτόν άνθρωπο στό σπίτι, ένα-δυό στενά πιό κάτω άπό τήν έκκλησία, άφού κατά βάθος τό επιθυμούσε πολύ

Ό κΰρ Νικόλας Μπούκης είχε γίνει πιά στενός φίλος τοϋ Παπαδιαμάντη: «Απλούς μανάβης ή οπωροπώλης ήτον ό άνθρωπος, άλλ’ είχε λάβει θεόθεν διά την φιλοξενίαν του την ευλογίαν τοϋ Αβραάμ. Ή μικρά οικία ήτο ξενών διά τούς φίλους καί τούς διαβατικούς, διά τούς τυχόντας».

Ήταν σπάταλα χαριτωμένος, απλοϊκός, ταπεινός καί φιλόθρησκος. Πήγαινε τακτικά στην έκκλησία καί ξεχωριστά στόν Άγιο Έλισσάϊο όπου παρακολουθούσε τόν παπα-Νικόλα, τόν Παπαδιαμάντη, τό Μωραϊτίδη κι άργότερα τό Φιλόθεο Ζερβάκο, λαϊκό άκόμα τότε πού έψελνε.

Συχνά οί πιό πάνω κι άλλοι άκόμα φίλοι μαζεύονταν στό σπίτι τοϋ Μπούκη. Καί κεΐ, μετά τήν άγρυπνία, άκολου- θοϋσε άλλη, πνευματική καί έορταστική παννυχίδα μέ ψαλσίματα, άναγνώσεις, διηγήσεις, άνέκδοτα, άναμνήσεις, άκόμα καί εύθυμολογίες καί πειράγματα άγάπης. Ήταν μιά άληθινή άπόλαυση γιά τούς άνθρώπους αύτούς, πού στράγγιζαν όλημερίς κι όλονυχτίς στή δουλειά.

Ό παπα-Νικόλας πολλές φορές, μετά άπό παρόμοιες συνάξεις χαράς, παρέμενε στό σπίτι των Μπούκηδων γιά νά άναπαυθεΐ ή καί νά πλαγιάσει, νά κοιμηθεί. Κι ό λόγος ήταν γιατί ήθελε νά κάνει εσπερινό στούς Άγιους Αναργύρους, νά διαβάσει κάποιο Τρισάγιο ή γιά νά έξομολογήσει. Τό τελευταίο τούτο Μυστήριο τό τελούσε πλάι στήν Έκκλησία, όπου υπήρχαν μερικά κελιά. Σ’ αύτά, κατά καιρούς, κατοικούσαν ό Μωραϊτίδης, ό πατήρ Νήφων Διανέλλος κι άλλοι περαστικοί χριστιανοί πού είχαν άνάγκη άπό φιλοξενία καί συμπαράσταση.

Σ’ ένα άπ’ αύτά τά κελιά, άκόμα καί μέχρι άργά τή νύχτα, μέ τό φως ενός κεριού παρέμενε νά έξομολογεϊ ό παπα-Νικόλας καί νά διώχνει τήν καταχνιά καί τό σκότος άπό τις ψυχές πού τού έμπιστεύονταν τόν πόνο τους κι άναζητοΰσαν μιά χαραμάδα φως κι έλπίδας.

Ή εκκλησία των Αγίων Αναργύρων τού Ψυρρή. Υπήρξε σημαντικό και πολυάνθρωπο κέντρο τής Αθήνας ένεκα τής κεντρικής θέσης όπου βρισκόταν. Εκεί λειτουργούσε συχνά ό παπα-Νικόλας Πλανάς. (Σχέδιο Κ. Χέλμη άπό τό λεύκωμα Παλιά Αθήνα, του Βέλμου, 1931).

Οι Αγιοι Ανάργυροι τοΰ Ψυρρή ήταν μιά πολύ παλιά έκκλησιά. ’Ίσως τοΰ ενδέκατου αιώνα, σταυροειδής μέ τρούλο πού άνήκε ώς μετόχι στον Πανάγιο Τάφο των Ιεροσολύμων. Επισκευάστηκε όμως ριζικά στό 1908 κι άλλαξε τήν άρχική της μορφή.

Στό οικογενειακό κατάστιχο τοΰ Παναγή Καλεφορνά υπάρχει καί ή πιό κάτω σημείωση πού λέει:

«1801 Μαίου 30 ώρα 10 άνεπαύθη ό Παναγής τοΰ Γέροντα. Τόν έθαψαν εις τούς Αγίους Αναργύρους εις τάς 31. Ό Θεός νά τόν άναπαύση».

Ακόμα στό ναό αύτό ύπήρχε καί ό τάφος τοΰ ήρωικοϋ Αθηναίου Ταξιάρχου Παναγή Κτένα, πού σκοτιόθηκε στά 1822.

Τώρα, άπ’ δλη αύτή τή μαγεία τής ιστορικότητας μένουν μονάχα τό έκκλησάκι, τό παλιό πηγάδι, κάποια αιωνόβια δέντρα καί υπολείμματα παλαιών κελιών.

Οι Αγιοι Ανάργυροι υπήρξαν σημαντικό καί πολυάνθρωπο κέντρο τής Αθήνας ένεκα τής κεντρικής θέσης οπού βρισκόταν.

Εξάλλου γύρω άπό τοΰ Ψυρρή ήταν ή Αγορά, ή πλατεία Άδριανοΰ (Μοναστηράκι) μέ τις καρότσες, ή άφετηρία συγκοινωνίας μέ τόν Πειραιά, ή πλατεία Κουμουνδούρου άπό τήν κάτω μεριά μέ τά σπίτια σημαντικών Ελλήνων, όπως  τοΰ Μαυροκορδάτου, τοΰ Κουντουριώτη καί ξένων Φιλελλήνων καί ή μεγάλη άρτηρία τότε, τής οδού Πειραιώς.

Στοϋ Ψυρρή έδρασαν καί οί Κουτσαβάκηδες. Καί κεΐ ήταν άκόμα οί φυλακές τοΰ Τριγέττα, ό υπόκοσμος τής Αθήνας, τά χαμόσπιτα καί ή χαμοζωή

«Ή μάνδρα μέ τά πενιχρά οικήματα έκειτο εις τινα πάρο-δον, άνάμεσα στοΰ Ψυρρή καί στοΰ Τσούτη…». Έκέϊ ήταν «όλα παμπάλαια, τρώγλαι, άλλα χωρίς παράθυρα, όλα σχεδόν μέ σαθρούς τοίχους. Ύπήρχον δυό ή τρεις μπεκιάρηδες, μία οικογένεια μέ πέντε ή έξ παιδιά, μιά νέα ζωντοχήρα, Κατερινιώ ή Πολίτισσα, ξενοδουλεύτρα, ζώσα κατά τό φαινόμενον ολομόναχη καί τό μέσα δωμάτιον εις τόν μυχόν τής αυλής κατεΐχεν ή σπιτονοικοκυρά κυρα-Γιάννενα, χήρα μέ την κόρην της τήν Δημητρούλαν» (Άλέξ. Παπαδιαμάντης).

Στοΰ Ψυρρή όπου καί ό Παπαδιαμάντης κατοίκησε είκοσι ολόκληρα χρόνια, γυρνώντας στά στενά καί στίς μπακα-λοταβέρνες του, πηγαινοερχόταν συνέχεια κι ό παπα- Πλανάς. Καί διά μέσου των Αγίων Αναργύρων πού χρησιμοποιούσε ώς στέκι γλύκαινε τόν πόνο τής φτωχολογιάς. Έμπαινε στά καλυβάκια καί στά μικρόσπιτα μέ τίς χαμηλές καμαρούλες καί έριχνε βάλσαμο σέ ψυχές καί σώματα.

Όταν λειτουργούσε ό παπα-Νικόλας στούς Αγίους Αναργύρους, πάντοτε ήταν μαζί του καί οί ψαλτάδες του: ό Παπαδιαμάντης καί ό Μωραϊτίδης. Κι ήταν τότε εύκαιρία νά έρχονται στό νοΰ μνήμες καί νοσταλγίες άφάνταστου πόνου, καθώς συνάζονταν έκεϊ Ναξιώτες, Σκιαθίτες, Σαντορινιοί, Υδραίοι κι άλλοι νησιώτες.
Έ, τότες, μόνο στά χέρια πού δέν έπαιρναν τόν παπα- Πλανά, τόν ιερέα καί ποιμένα τους. Ασπασμοί, άγκαλιάσματα, προσκυνήματα, άκόμα κλάματα καί ξεφωνητά

«Ήτο πολύ μικρός τό δέμας ό παπα-Νικόλας. Καί κυρτός πλέον σωματικώς έκ τής ηλικίας. Θά άναφέρω όμως όποιον σεβασμόν καί εύλάβειαν ένέπνεε τό πρόσωπόν του καί ή παρουσία του. Είς μίαν άγρυπνίαν μετέβημεν μαζί μέ τήν μητέρα μου. Αναγνώστης έγώ τότε χειροθετημένος υπό τού προκατόχου μου μητροπολίτου Πατρών καί έπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών Θεοκλήτου Παναγιωτοπούλου (1′ 8.1.1962), τότε βοηθού έπισκόπου Σταυρουπόλεως- άνέγνωσα πολλά έκ τών ί. άναγνωσμάτων. Ένώ δέ, περί τό μεσονύκτιον, άνεγίνωσκον τήν άκολουθίαν τής Θείας Μεταλήψεως, έσημειώθη μικρά κίνησις τού έκκλησιάσματος, διανοίγοντος δίοδον καί ύποκλινομένου εύλαβώς. Ή μητέρα μου ένόμισεν ότι είσήρχετο Άρχιερεύς, ϊνα ίερουργήση καί έπί τή είσόδω του ό λαός έκυπτε τήν κεφαλήν, διά νά λάβη τήν ευλογίαν του. Άντ’ αύτοΰ όμως, βλέπει μικρόσωμον ιερέα είσερχόμενον υπό τήν τόσον έκδηλον εύλάβειαν των ύποδεχομένων αυτόν χριστιανών. Ήτο ό π. Νικόλαος Πλανάς. Τό κεντρικόν πρόσωπον τής ιερουργίας. Μέ ταπεινήν όψιν καί φωνήν. Καί μέ πανθομολογουμένην αγιότητα, ενώπιον τής οποίας ύπεκλίνοντο εύλαβώς οί γινώσκοντες αυτόν. Ήξιώθημεν νά άγιασθώμεν διά τής εύλογούσης χειρός του- καί νά κοινωνήσωμεν τής χάριτος διά τής ύπ’ αύτοϋ τελετουργηθείσης θείας Ευχαριστίας».

(Μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος)

Πέρασε καί κείνος ό χειμώνας τής Αθήνας καί μπήκε θριαμβευτικός ό Μάρτης τοΰ 1908.

Ό παπα-Νικόλας συνέχιζε μαζί μέ τίς πολυάριθμες μυροφόρες του τίς άγρυπνίες καί τίς πνευματικές συνάξεις του. Κι όλοι χαίρονταν τούς κήπους, τίς γλάστρες καί τούς άγρούς πού μπουμπούκιαζαν καί άνθιζαν.

«Ομως όλη τούτη τή φυσική ομορφιά καί τήν ψυχική εύφορία τοΰ παπα-Νικόλα ήρθαν νά σκιάσουν στερνά οί συχνές κι άδιευκρίνιστες άρρώστιες τοΰ Παπαδιαμάντη. Κάτι κρυώματα, κάτι «σκοτοδίνες» τώρα τελευταία, τόν είχαν κα-ταβάλει πολύ σωματικά καί ψυχικά μέ άποτέλεσμα συχνές νά είναι καί οί άπουσίες του άπό τά αναλόγια των έκκλησιών οπού έψελνε.

Κι έτσι κάποια μέρα ό κυρ-Άλέκος άποφάσισε νά πάει στή Σκιάθο νά ξεκουραστεί καί κεί νά ’βρεΐ κάποια μεγαλύτερη περιποίηση άπό τούς δικούς του.

Λίγες μέρες όμως πριν άναχωρήσει γιά τό νησί του οί Μπούκηδες, πού πάρα πολλές φορές τόν περιποιήθηκαν στό σπίτι τους, άποφάσισαν νά κάνουν γιορτινό δείπνο καί νά καλέσουν φίλους καί γνωστούς γιά τόν άποχαιρετισμό του κυρ Άλέκου τους

Ό άλλος -ψάλτης τοϋ Άγιον Έλισσαίου, ό άριστερός, πού έψελνε μαζί μέ τόν Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Ανήμερα λοιπόν τής γιορτής τοϋ Ευαγγελισμοί) τοϋ 1908 οί καλοί εκείνοι άνθρωποι κάλεσαν τόν Παπαδιαμάντη καί πολλούς φίλους άγρυπνιστές γιά τό άποχαιρετιστήριο τραπέζι. Κι ό κυρ-Άλέκος τόσο συγκινήθηκε άπ’ αυτή τήν έκδήλωση ώστε σε μιά στιγμή έκφρασης ευγνωμοσύνης πρός τούς Μπούκηδες, είπε:- Ό Θεός νά εύλογή τό σπιτικό σας κυρα-Πολυξένη. Τά άγαθά τού Αβραάμ καί τοϋ Ισαάκ νά απολαύσετε.

Τή μέρα κείνη έγινε αληθινό φαγοπότι Καί τί δέν έψαλαν καί τί δέν τραγούδησαν. Λές κι έπρόκειτο γιά τό κύκνειο άσμα τοϋ Παπαδιαμάντη κι ότι κατάβαθα όλοι καταλάβαιναν πώς δέν θά ξανάβλεπαν αύτόν, τόν καλό άνθρωπο, τόν ψάλτη τους, τόν συμποτικό αδελφό.

Πρός τό τέλος τοϋ γλεντιοϋ κατέφθασε κι ό παπα-Νικόλας κουρασμένος, όπως πάντοτε, μά καί στενοχωρημένος επειδή γνώριζε τό βαθύτερο νόημα αύτής τής ώραίας σύναξης. Καθώς μάλιστα έπαιρνε τέλος τό δείπνο, φανερά συγκινημένοι όλοι τους άρχισαν νά ψέλνουν τό επίκαιρο Απολυτίκιο τής Ύπεραγίας Θεοτόκου γιά νά μείνει χαραγμένη στό νοϋ καί στήν ψυχή ή μέρα αύτή τής αναχώρησης από τήν Αθήνα τοϋ Παπαδιαμάντη.

«Σήμερον τής σωτηρίας ημών τό κεφάλαιον  καί του απ αιωνος μυστήριου η φανερωσις».

«’Άμωμοι έν όδώ…»

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ γυρίζοντας στό νησί του, τή Σκιάθο, έφυγε από την πόλη τής στέρησης καί του ψυχικού μαρτυρίου Καί βρέθηκε πάλι σέ γνώριμους καί άγαπημένους χώρους τής παιδικής ονειροφαντασίας.

Στην Αθήνα όμως πού συνέχισε άμέριμνη τή χαμοζωή της, φίλοι καί γνωστοί τόν είχαν καθημερινά στήν έγνοια τους. Τόν θυμόντουσαν γιατί τούς έλειπε. Ένώ ό παπα-Νικόλας έκανε παρακλήσεις κι ευχόταν σέ κάθε λειτουργία «υπέρ υγείας Αλεξάνδρου».

Εξάλλου ή κυρα-Πολυξένη Μποΰκη έστελνε καί ξανάστελνε γράμματα στή Σκιάθο γιά νά πληροφορεί τόν κυρ- Άλέκο καί νά μαθαίνει τά «περί τής υγείας του».

«Αί άγρυπνίαι, τοϋ έγραφε, εξακολουθούν, ό Προφήτης Έλισσαΐος σάς περιμένει, καθώς καί όλαι αί άδελφαί τής Αγρυπνίας, αϊτινες μέ έρωτώσι πότε θά έλθη ό κυρ-Αλέξανδρος. Έγώ δέ μή γνωρίζουσα πότε θά έλθης τάς παρηγορώ καί τάς λέγω ότι θά έλθης γρήγορα. Ό δέ Νίκος θά τό θεωρήση ώς μεγάλην ευτυχίαν έάν σάς ϊδη καί πάλιν…».

Ωστόσο ό κυρ-Αλέξανδρος σπάνια ή καθόλου άπαντοΰσε στά συγκινητικά αύτά γράμματα τής κυρα-Πολυξένης Μποΰκη, τά γεμάτα τρυφερότητα κι εκκλήσεις που κατέληγαν πιό συχνά:

«…Καί σάς παρακαλοϋμεν καί πάλιν νά έπισπεύσητε, εί δυνατόν, τήν άφιξίν Σας, καθόσον Σάς έπιθυμήσαμεν πολΰ, όσον άφορά δέ την διαμονήν έλθέ εις τήν σάλαν μου κατ’ ευθείαν…».

Ό κυρ-Άλέκος όμως δέν μπορούσε πιά νά συντομέψει τήν άφιξή του στήν Αθήνα, γιατί ολοένα ή υγεία του χειροτέρευε. Κι ό ίδιος βυθιζόταν στους άνέγνωρους κόσμους τοΰ έαυτοϋ του. Καί κρυμμένος πιά κειδά, στά βάθη του, τόν άφηνε νά φεύγει σιγά-σιγά μακριά άπό τήν έπικαιρότητα καί τή φωτιά τής ζωής μόνο καί πικραμένο

Ωστόσο στή Σκιάθο καί στήν Αθήνα συνεχιζόταν ή πορεία των άνθρώπων καί τής χώρας στά πεπρωμένα τους. Καί τίποτα δέν μπορούσε ν’ άλλάξει τήν έξωτερική όψη τους τουλάχιστον, πού έμοιαζε πιότερο μέ φτιασιδωμένους καμποτίνους παρά μέ Ρωμιούς άπόγονους τής ήρωικής γενιάς τοΰ Είκοσιένα.

Τό περιοδικό «μή χάνεσαι» τής Αθήνας άπό κάμποσα χρόνια πρίν αύτή τήν ιστορική περίοδο, διαγράφοντας «τό τέλμα τό άκούνητο» τής τότε Ρωμιοσύνης, δημοσίευε τό χαρακτηριστικό ποίημα τοΰ Π. Συνοδινοΰ:

«Κλαίει ό κόσμος τήν Ελλάδα

Πουλημένη, φθισική,

Στά χειρόκτια, στή βελάδα

Μασκαράτα φραγκική».

Σ’ αύτό τό κλίμα καί μ’ αύτή τήν κατάσταση κανένας δέν κατάλαβε τό πώς κύλησαν κιόλας τέσσερα χρόνια δίχως τήν παρουσία τοΰ Παπαδιαμάντη στήν Αθήνα καί στούς γνώριμους τόπους οπού ή παρουσία του ήταν πάντοτε έντονη κι έπιθυμητή. Δίχως δηλαδή τόν ψάλτη, τόν τυπικάρη τοΰ Αγίου Έλισσαίου, τόν συμποτικό άδελφό τοΰ Καχριμάνη, τό ρομαντικό τροβαδοΰρο, τόν άγαπημένο φίλο καί ύποστηριχτή τής φτωχολογιάς. Τέσσερα χρόνια άφάνειας καί σιωπής έως τίς τρεις τοΰ Γενάρη τοΰ 1911 πού τό ρολόι τής ιστορίας τοΰ Παπαδιαμάντη πάνω στή γή σταμάτησε

Τή γεναριάτικη κείνη μέρα πολύ πρωί, πές ξημερώματα, χτύπησε ό τηλέγραφος στην κοιμισμένη Αθήνα γιά νά πληροφορήσει τούς κατοίκους της, ότι ό μεγάλος, ό άγιος των γραμμάτων καί καταγραφέας μιας ζωής «άλλου τύπου» δέν υπήρχε πιά. Είχε φύγει άπό τή στέρηση καί τήν πίκρα οριστικά καί είχε ταξιδέψει γιά τά δικά του, όχι τά Σκιαθίτικα, μά κείνα τά άπέραντα πνευματικά άκρογιάλια.

«’Άμωμοι έν όδώ, Αλληλούια…».

Ο τραγουδιστής του Θεού Αλέξανδρος Παπαδιαμάνης  φίλος ψάλτης και τέκνο πνευματικό του Παπα-Νικόλα Πλανά (Φωτογραφία του Π.Νιρβάνα)

Ό θάνατος τού Παπαδιαμάντη άναγγέλθηκε μέ χτυπητούς καί πένθιμους τίτλους. Καί τά έγκώμια τής προσωπικότητάς του διαδέχτηκαν εύτύς τό ένα τό άλλο άπό έπίσημους καί άνεπίσημους χώρους. Φάνηκε μάλιστα, έστω καί παροδικά, ότι όλη ή Αθήνα έκλαψε είλικρινά τό μεγάλο της τέκνο.

Ωστόσο ήταν λίγοι έκεινοι πού έθρήνησαν βαθιά καί μέ καημό τόν πρόωρο χαμό του. Γιατί λίγοι ήταν στήν πραγματικότητα αύτοί πού γνώριζαν τό νόημα τής σιωπής καί τή θεληματική φτώχεια του. Κι άνάμεσά τους βέβαια ό παπα-Νικόλας, οί Μπούκηδες, ό ξάδελφός του Μωραϊτίδης, οι ταπεινοί συμποτικοί τού Καχριμάνη κι οί φτωχογειτονιές τού Ψυρρή.

Ό Μωραϊτίδης μάλιστα πού ήταν άρρωστος τότε στήν Τζιά, σπάραξε άπό ψυχικό πόνο κι έγραψε στις ξαδέλφες του, άδελφές τού Παπαδιαμάντη:

«Ό Παπαδιαμάντης άπέθανεν. Καί ήτον άληθινόν. Έπλημμύρισαν τά δάκρυά μου καί άπό τότε δέν έπαυσαν. Αγωνιώ νά συλλογισθώ τήν μακράν ζωήν οπού έπεράσαμεν μαζί τρώγοντες πάντοτε μαζί- άδύνατον νά παρηγορήσω τήν θλΐψιν μου. Δέν θά τόν ϊδω πλέον, λέγω. Δέν θά ψάλωμεν πλέον εις τήν άγρυπνίαν…».

Τρεις μέρες μετά τήν θανή τού Παπαδιαμάντη ήταν ή Παραμονή των Θεοφανείων. Καί κατά τό συνήθειο έγινε ή τακτική άγρυπνία στον ‘Άγιο Έλισσαΐο. Μιά άγρυπνία πού δεν τή λησμόνησε κανείς άπ’ όσους πρόστρεξαν κι έλαβαν μέρος. Γιατί κείνη τή μέρα, έξόν άπό τό μεγάλο πλήθος, ύπήρχε καί ή άβάσταχτη νοσταλγία κι ό πόνος των άγρυπνιστών άπό τήν άπουσία τού καλού ψάλτη, τού φίλου των άπλών ψυχών. Θαρρούσες ότι μέσα σέ κείνο τό εκκλησάκι είχε συγκεντρωθεί όλη ή Αθήνα. Κι όλη ή Ελλάδα Γιατί όχι; Λόγιοι, πνευματικοί άνθρωποι, μοναχοί καί πλήθος λαού. Κι ήταν στ’ άλήθεια σπαραγμός καρδιάς όταν άκούστηκε ή φωνή τού παπα-Νικόλα Πλανά, πού δακρυσμένος καί μέ τρεμάμενα χείλη, μνημόνευσε τό όνομα «Αλέξανδρος» τού Παπαδιαμάντη. Ακόμα κι όταν τέλειωσε ή λειτουργία, γιά πολλή ωρα έμειναν μέσα στή νύχτα οί συναγρυπνιστές γιά νά κλάϊνε. Ένώ ή γερόνησσα Συγκλητική τούς άνακοίνωσε ότι άπό τήν άλλη μέρα κιόλας θά ’ρχιζε Σαρανταλείτουργο.

Ό παπα-Νικόλας ώς τέλειωσε τήν άγρυπνία έπρεπε νά σπεύσει γιά νά βρεθεί στόν Άι-Γιάννη τού Αγρού όπου θά τελούσε τή λειτουργία των Φώτων στήν ενορία του. Κουρασμένος καί συγκινη μένος καθώς ήταν ζήτησε νά τού φέρουν άμάξι κι άρχισε νά ψιθυρίζει τό τροπάριο των ωρών τής Παραμονής τών Φώτων, γιά νά προφτάσει

«Την χεϊρά σου τήν άψαμένην τήν άκήρατον κορυφήν τοϋ Δεσπότου…».

Μετά τήν κηδεία τού κυρ-Αλέξανδρου στή Σκιάθο, τούς έπικήδειους καί τά έγκώμια, ένας τρυφερός καί μοναχικός ποιητής κειπέρα, στις έρημες άκτές τής Πειραϊκής χερσονήσου, ό Λάμπρος Πορφύρας, προσευχήθηκε γιά τήν ψυχή τού Παπαδιαμάντη μέ ένα καταδικό του τρόπο Έγραψε ένα πονεμένο κι άλησμόνητο έλεγεΐο:

Χριστέ μου, δόοτον τή χαρά, τή μόνη πού μπορούσε νά σοϋ ζητήσει άπάνω έκεϊ νοσταλγικά ή ψυχή του· κάνε τό θάμα κι άσε τον νά ζήσει όπως έζοϋσε σέ μιά μεριά πού, τάχατες, νά μοιάζει τό νησί του. Νάναι τά βράχια στό γκρεμό βαθιά κουφαλιασμένα, νάχει σωριάσει ή θάλασσα στην αμμουδιά τά φύκια, κι άράδα-άράδα στό γιαλό, δεμένα, άποσταμένα νά σιγοτρίζουν τά φτωχά σκιαθίτικα καΐκια…

Δόστου, Χριστέ μου, τή στερνή χαρά νά ίδεϊ καί πάλι τή γνώριμη του τή ζωή κοντά στ’ άκροθαλάσσι..

«Αχ έτσι άθώα κ’ έτσι απλά κι άγνά τήν είχε ψάλει πού τής αξίζει έκεϊ ψηλά μαζί μ ’ αυτόν ν’ άγιάσει.

Αλλά κι ένας άλλος νεώτερος ποιητής, ό Γιώργος Βερίτης, βαθιά συγκινημένος άπό τή ζωή καί τό έργο τοΰ Παπαδιαμάντη, τοΰ έγραψε έξι πεντάστιχα πλούσια σέ αισθήματα κι άγάπη, πού καταλήγουν:

…Κοιμήσου Κυρ- Αλέξανδρε, γλυκά κι άθώα κοιμήσου.

Αγαπημένη μέσα μας ζή πάντα ή θύμησή σου.

Κι εύλαβικές Σκιαθίτισσες τά σπίτια τους γιαλό-γιαλό,τό Μελιχρώ, τό Διόμικο, τό Μαθηνιώ καί τό Δαλιώ, στ’ άποσπερνό θυμιάτισμα θυμούνται τήν ψυχή σου. Κοιμήσου Κυρ-Αλέξανδρε, γλυκά κι άθώα κοιμήσου, οπήν άγκαλιά πού σ’ άνοιξε τό μαγικό νησί σου.

Θεϊκή γαλήνη άς άπλωθή στό μνήμα σου τριγύρω, κι άς τό χαϊδεύη τής στεριάς καί τού πελάου τό μύρο. Κοιμήσου, Κυρ- Αλέξανδρε, στούς κόσμους τών ονείρων…

Αυτοί πού ήταν μιά μειοψηφία

ΔΕΝ ΕΙΧΕ πέσει άκόμα ή νύχτα. Οί λάμψεις τοϋ δειλινοΰ πάνω άπό την άττική γή έριχναν τίς τελευταίες, οι  πολύχρωμες άνταύγειές τους. Καί ό Μάρτης πού βρισκόταν μεσοδρομίς ήταν γλυκός «…μεθυστικόν άρωμα άνήρχετο άπό των άπειραρίθμων άνθών… Άνώνυμά τινα άνθύλλια, χόρτα σταχοειδή, σπαράγγια άκανθωτά καί βεργιά καί άλλα άνεμιγνύοντο έν μέσω τοϋ άπειρου πλούτου της χλωρίδος…».

‘Ο παπα-Νικόλας διασχίζοντας τήν άνοιξιάτικη αυτή όμορψιά τοϋ άθηνάίκοΰ τοπίου έφτασε περπατώντας άργά- άργά άπό τόν ‘Άγιο Έλισσαίο στόν ‘Άι-Γιάννη τοϋ ’Αγροϋ. Μπήκε μέσα, άναψε κάμποσα κεριά κι ευλαβικά προσκύνησε άλες τίς εικόνες. Έκεΐ βρισκόταν καί ή έκκλησάρισσα, ή κυρα-Σημίνα, χήρα Χατζή, πού τόν περίμενε, όπως πάντα έτοιμη στους ορισμούς του Ήταν Σαββατόβραδο καί θά έξομολογοϋσε ό παπούλης στό παραδίπλα κελάκι τής έκκλησίας.

«Εις τόν ιερόν ναόν τοϋ άγιου Ίωάννου (Κυνηγοϋ) τής όδοΰ Βουλιαγμένης, ένθα ήτο τακτικός εφημέριος μεθ’ ένός άλλου ίερέως, εύρίσκετο, επί τό πλεΐστον, τάς ή μέρας τοϋ Σαββάτου καί Κυριακής καί των μεγάλων εορτών, ώς καί κατά τάς έσπερινάς ώρας έκάστης ήμέρας. Κατά τάς υπολοίπους ήμέρας, έφ’ όσον δέν ήτο άναγκαία ή παρουσία του, έτέλει τήν Θ. Λειτουργίαν καί τάς . παννυχίδας, είτε έν τω ναϊδρίω τοϋ Προφήτου Έλισσαίου, εϊτε καί, εν άλλοις παρεκκλησίοις, άποφεύγων νά εμφανίζεται εις μεγάλους καί κεντρικούς ναούς τής πόλεως».

Ή κυρα-Σημίνα ήταν ένας πολύ παράξενος, άλλά χαροκαμένος άνθρωπος τής φτωχολογιάς. Ντυμένη μόνιμα στά μαύρα, ένεκα πού είχαν πεθάνει καί τά δυό παιδιά της άπό φθίση κι ήταν στά τελευταία της καί ή θυγατέρα της άπό τήν ϊδια άρρώστια, άγόγγυστα υπηρετούσε μέ δλη τήν καρδιά της τόν παπα-Νικόλα άπό τή θέση τής έκκλησάρισσας.

Μά κι ό παπούλης όλα κείνα τά χρόνια τού πένθους της ήταν συμπαραστάτης -υλικά καί ψυχικά- καί παρηγορητής της. «Οταν ή εύλογημένη έχανε τά βλαστάρια της τό ένα πίσω άπό τ’ άλλο καί λιγοψυχούσε, κείνος τής τόνωνε τό ήθικό. Τή στήριζε καί τής έριχνε βάλσαμο στόν άσήκωτο πόνο της.

-Μά γιατί, γιατί γέροντα όλο αύτό τό κακό σέ μένα τήν άμοιρη; Γιατί;

-Έτσά τό θέλησε κόρη μου ό Θεός κι έλόγου μας πρέπει νά υπακούσουμε.

-Ούτε τό ένα, τό στερνοπαίδι μου νά μή μ’ άφήκει;

-Σιωπή, σιωπή, μήν άπελπίζεσαι, μή χάνεις τά θάρρητα καί τήν ψυχή σου. Τά μωρά σου είναι κοντά σέ Κείνον. Τ’ άκοΰς Ασημίνα; Είναι στήν άγκαλιά Του.

-‘Ό,τι πεις παπούλη μου, ό Θεός κι ή Παναγία μας.

-Έτσά κόρη μου, έπειδή στή σκιά τού Μεγαλοδύναμου είμαστε όλοι. Τίποτις άλλο νά μή λέμε. Κείνος ξέρει. Καί κατά πώς λένε μάς κυνηγάει ή άγάπη Του. Κι άνεβαίνει κορφές καί βουνά καί πηγαίνει στά βάθια τής θάλασσας γιά νά μάς βρει.

Ή άλλη μέρα, Κυριακή, δεκατρείς τού Μάρτη ήταν τού Αγίου Συμεών τού νέου Θεολόγου, τόν όποιο τιμούσε ξεχω-ριστά ό παπα-Νικόλας. Κι έτσι πρωί-πρωί μόλις ήρθε τό πλήθος των μυροφόρων του καί ή Βικτωρία μέ τή Μάρθα, έβαλε μπρος τό «Ευλογητός…».

Αγιος Σπυριδων του Μαντουκά πλάι στους Αγίους Αποστόλους

Μέ τέτοιο καιρό άνοιξιάτικο ό κόσμος γέμισε την έκκλησία κι ήταν ομορφιά τοΰ Θεοΰ κείνη ή θεία Λειτουργία, καθώς προχωρούσε μέσα σέ θρησκευτική έκσταση καί ίλαρότητα πνευματική.

Ξαφνικά όμως καί ενόσω προχιοροΰσε ή τέλεση τοΰ Όρθρου, διαπίστωσε ό παπα-Νικόλας ότι δέν υπήρχε πρόσφορο γιά τήν προσκομιδή κι άναστατώθηκε Έψαξε δώ, έψαξε κεϊ μέσα στό Ιερό, μά πουθενά δέν έβρισκε έστω κι ένα κομματάκι Άρτο γιά τή Θεία Ευχαριστία.

Πλησίαζε πιά πρός τό τέλος του ό Όρθρος όταν απεγνωσμένα άποφάσισε νά στείλει επιτέλους δυό γυναίκες νά τρέξουν σέ κάποιο φούρνο ή σέ κανένα σπίτι νά βρουν καί νά τοΰ φέρουν λίγη προσφορά.

Εκείνος βέβαια συνέχισε τό έργο του, μά ή άγωνία του άπό τήν παράλειψη αυτή είχε κορυφωθεϊ. Καί ή ένδόμυχη προσευχή του νά δοθεί λύση τόν κρατούσε σέ ξεχωριστή προσήλωση Όμως σέ κάποια στιγμή καί μέσα στήν άγωνία του, ώς νά λές άνάμεσα σέ θολούρα καί σέ πραγματικότητα, διάκρινε απάνω στήν Πρόθεση κάτι πού πριν δέν υπήρχε Μ’ ένα βήμα εύτύς βρέθηκε στήν Κόγχη κι άνοίγοντας τά μάτια του όσο μπορούσε, είδε μέ έκπληξη μέσα σέ μιά καρρώ μαντίλα ένα ολόφρεσκο ζυμωτό πρόσφορο. Ταράχτηκε Γύρισε δεξιά, άρκττερά νά άνακαλύψει ποιος τό άκούμπησε κειδά δίχως νά τό καταλάβει, μά κανείς δέν υπήρχε. Ήταν φανερό ότι κάποιο γεγονός είχε συμβει πού ό ίδιος δέν τό είχε άντιληφτεΐ. Ή δέν μπορούσε νά τό γρικήσει, μά οπωσδήποτε τό αισθανόταν. Τό καταλάβαινε μέ τήν καρδιά… Καί τότε, δίχως νά χάσει καιρό, σέ μιά στιγμή έκλαμψης καί θρησκευτικής τόλμης, πήρε στά χέρια του τό πρόσφορο, τό ύψωσε ψηλά πάνω άπό τό κεφάλι του καί βγαίνοντας στήν Ωραία Πύλη φώναξε πρός τό έκκλησίασμα, μέ όση φωνή τοΰ άφηνε ή συγκίνηση καί ή ταραχή:

-Παιδιά μου κοιτάξτε, δέστε τί σημείο μάς ήκανε σήμερα ό Μεγαλοδύναμος. Μάς ήβρε προσφορά. Ζή χριστιανοί μου ό Κύριός μας. Σάς λέγω ζή κι είναι άνάμεσά μας.

Τό τί έπακολούθησε δέν περιγράφεται. Σταυροκοπήματα, επιφωνήματα κι εύτύς δλο τό πλήθος έπεσε στά γόνατα κι άρχισε εκστασιασμένο μέ μιά φωνή νά ψέλνει:

«Σώσον Κύριε τόν λαόν σου καί εύλόγησον τήν κληρονομιάν σου…».

Άπό κείνο τό σημείο τής λειτουργίας κι ύστερα, ποιος μπορούσε νά κρατήσει τήν πνευματική χαρά καί τήν απαντοχή τοϋ παπα-Νικόλα. Πετοϋσε πάνο) άπό τή γή Τό αισθανόταν μάλιστα κι ένιωθε πώς βρισκόταν σ’ ένα φωτεινό σύννεφο πού θά τό έβλεπαν ίσως μόνο τά άθώα ματάκια των παιδιών…

Αυτή τήν Κυριακή παρά τόν πανηγυρισμό τής μέρας καί τό άπρόσμενο θαύμα πού είχε συμβεΐ, ό παπα-Νικόλας τέλειωσε νωρίς. Κι ήρθε νά ξεκουραστεί στό κελάκι του. Γρήγορα δμως ήρθαν κοντά του οί γυναίκες τής συνοδείας του κι άρχισαν νά συζητούν τά όσα έγιναν μέσα στή βδομάδα

Ή κυρα-Σημίνα τοίμασε κιόλας φασκομηλιά κι όλοι, φορτωμένοι άπό σκέψεις, αισθήματα καί θαυμασμό, άνάσαιναν τή γλυκιά παρουσία τού ποιμένα τους. «Ωσπου μίλησε σέ κάποια στιγμή γιά νά δώσει διέξοδο σ’όλη εκείνη τήν πνευματική άνάταση:

-’Άς τηρήσουμε καί σήμερα τό τυπικό τής μέρας

-Στούς ορισμούς σου, γέροντα, φώναξε ή Μάρθα.

-Νά, λέγω νά διαβάσεις ένεκα τής μέρας λίγα λόγια άπό τό Συναξάρι τού Αγίου πού τιμήσαμε σήμερα.

-Καλή ιδέα ξαναμίλησε ή Μάρθα κι έτρεξε πλάι στό ναό νά φέρει τή φυλλάδα.

-Έτσά κάνουν στά μοναστήρια είπε πάλι ό παπα-Νικόλας καί σταυροκοπήθηκε, δταν εύτύς άρχισε ή Μάρθα νά διαβάζει:

«Ό Όσιος Συμεών γεννήθηκε στην Παφλαγονία γύρω στον δέκατο αιώνα άπό γονείς ευγενικής καταγωγής καί πλούσιους, τόν Βασίλειο καί τήν Θεοφανώ.

»Μικρός άκόμη στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη σέ συγγενείς του πού τόν παρέδωσαν σέ φημισμένο δάσκαλο γιά νά μάθει τά παιδικά μαθήματα. Μά κείνος πρόκοψε τόσο πολύ καί σέ ήθος καί σέ σύνεση, ώστε ό θειος του τόν συνέδεσε γρήγορα μέ τήν βασιλικήν αύλή. Αύτό είχε ώς συνέπεια νά ώφεληθεΐ άπό πολλές εύκαιρίες πνευματικές, πολιτικές καί έξαγοραζόμένος τόν καιρό νά άντιληφθει πληρέστερα τό ρητό τού Αγίου Μάρκου τού Άσκητοϋ πού λέει:

«Άν ϊσως ζητάς ώφέλεια, έπιμελήσου τής συνείδησής σου».

»Κι αύτό έκανε πιά στό εξής

»Έφυγε άπό τό παλάτι καί άσχολήθηκε συστηματικά μέ τή μελέτη, τήν προσευχή καί τήν συγγραφή. «Υστερα γύρισε στήν πατρίδα του, άρνήθηκε δλη τήν πατρική κληρονομιά καί ξεκίνησε νά μονάσει κοντά σ’ έναν άγιασμένο Γέροντα.

»Άπό τότε ό μακάριος Συμεών έπέτυχε έργα άρετής τελειοτέρας. Άφωσιώθη δλως διόλου εις μόνην τήν ησυχίαν, τήν άνάγνωσιν καί τήν προσευχήν καί μετελάμβανε καθ’ έκάστην των Θείων Μυστηρίων έτρωγεν όλην τήν έβδομά- δα λαχανικά καί δσπρια, τάς δέ έορτάς καί Κυριακάς συνέτρωγε μέ τούς λοιπούς άδελφούς. Έκοιμάτο κατά γής επάνω εις μίαν ψάθαν καί εις εν δέρμα προβάτου· τάς Κυριακάς καί έορτάς ήγρύπνει άφ’ εσπέρας μέχρι πρωίας· όμως ούτε καί τήν πρωίαν έκοιμάτο, ώς ό Μέγας Αρσένιος- άλλ’ εύθύς μόλις άνέτελλεν ό ήλιος, ιστατο πάλιν εις προσευχήν. Δέν ήργολόγει καθόλου- ήτο όλως διόλου προσεκτικός εις τόν έαυτόν του- καθ’ όλην τήν ημέραν ήτο κλεισμένος εις τό κελλίον του· όταν δέ έξήρχετο καί έκάθητο εις τό έξω κάθισμα, έφαίνετο ώς νά ήτο λουσμένος άπό τά δάκρυα, ώς άπό φλόγα πυρός, άπό τήν προσευχήν. Άνεγίνωσκε τούς βίους των Αγίων καί μετά τήν άνάγνωσιν έκαμνεν έργόχειρον την καλλιγραφίαν. «Οταν έκρουε τό σήμαντρον, εύθύς έπήγαινεν εις τήν εκκλησίαν καί ήκροάτο μέ προσοχήν την Ακολουθίαν- καί όταν έτελεΐτο ή θεία Λειτουργία, μετά τό Ευαγγελίου, είσήρχετο εις εν παρεκκλησίου του Ναού καί κλείων τήν θύραν ήκροάζετο του Ίερέως καί μετελάμβανε. Μετά τήν άπόλυσιν τής θείας Λειτουργίας μετέβαινεν εις τό κελλίον του καί έτρωγε τήν συνειθισμένην του τροφήν- ήγρΰπνει έως τό μεσονύκτιον καί κοιμώμενος ολίγον πάλιν έσηκώνετο καί προσηύχετο μαζί μέ τούς λοιπούς άδελφούς. Τήν άγίαν Τεσσαρακοστήν διήρχετο καθ’ δλην τήν εβδομάδα άσιτος, τό δε Σάββατον καί τήν Κυριακήν έτρωγεν εις τήν τράπεζαν ό,τι έτρωγαν καί οί λοιποί άδελφοί- εις τό πλευρόν δεν έκοιμάτο ποτέ, άλλά κλινών τήν κεφαλήν επάνω εις τήν χεϊρα του έπαιρνεν ολίγον ύπνον έως μίαν ώραν.

«Οταν άρχισε πιά νά γίνεται γνωστός ό Συμεών γιά τή γνώση του καί τήν άγιότητά του πολλοί τοϋ ζητούσαν νά πληροφορηθοΰν γιά διάφορα ζητήματα. Καί κείνος πάντοτε πρόθυμα άπαντοϋσε κι έδινε λύση στά πνευματικά τους προβλήματα καί στίς άπορίες τους. Νά πώς άπάντησε στό ερώτημα, πώς πρέπει νά είναι ό Ιερέας:

-«Αλλοίμονο, άδελφοί μου, τί μέ έρωτάτε περί τούτου; Τό πράγμα είναι φριχτό κι έκεΐνος πού απλώς θελήσει νά τό συλλογισθεΐ καί μόνο. Έγώ δέν είμαι Ιερέας, όμως γνωρίζω καλά ποιος πρέπει νά είναι αυτός ό Ιερέας. Πρώτον χρειάζεται νά είναι καθαρός όχι μόνο κατά τό σώμα, άλλά καί κατά τήν ψυχήν περισσότερο. Νά είναι άμέτοχος άπό κάθε άμαρτία. Ταπεινός στό έξω ήθος καί συντριμμένος στό εσωτερικό. Όταν ιερουργεί, οφείλει νά βλέπει μέ τό νοΰ τό Θεό καί μέ τά μάτια τά προκείμενα δώρα. Νά έχει στερεά μέσα στήν καρδιά του αυτόν, τόν ίδιο τό Χριστό, πού άόρατα βρί¬σκεται έκεϊ, γιά νά μπορεί μέ παρρησία νά συνομιλεί μέ τό Θεό Πατέρα, ώς φίλος πρός φίλο καί νά λέει άκατάκριτα τό «Πάτερ ημών…».

Αύτά έλεγε κι άλλα πολλά ό Συμεών μέ δάκρυα καί τούς παρακαλοϋσε νά μή ζητάνε άνάζια τέτοιο υψηλό μυστήριο, πού καί γιά τούς Αγγέλους είναι φοβερό.

Κάποια μέρα ήρθαν φίλοι στόν Άγιο Συμεών καί έπειδή ένας άπ’ αύτούς ήταν άρρωστος, πρόσταζε ό Άγιος καί έψησαν μερικοί μικρά περιστέρια καί τά έφερναν στόν άρρακττο νά τά φάει.

Ό Αρσένιος όμως, ένας άπό τούς μοναχούς τού Συμεών, βλέποντας τόν άρρωστο νά τρώει σέ μέρες νηστείας κρέας, δυσαρεστήθηκε καί τόν κοίταζε μέ βλοοτυρό βλέμμα. Τότε ό Συμεών κατάλαβε άμέσως σέ ποιά κατάσταση βρισκόταν  ό Αρσένιος καί θέλοντας νά δείζει τήν ταπείνωσή του ατούς παρευρισκομένους τού λέει:

-«Γιατί δέν προσέχεις μόνο τόν εαυτό σου Αρσένιε νά τρως τό ψωμί σου μέ ταπείνωση άλλά πολεμάς μέ τούς λογισμούς σου καί προσέχεις τόν άδελφό σου, γιατί τρώει κρέας έχοντας τόν έαυτό του πιό πάνω; Πρέπει νά γνωρίζεις ότι περισσότερο μολύνεσαι άπό τούς λογισμούς σου, παρά άπό τό φαγητό».

Κι άφοΰ πήρε στά χέρια του ένα ψημένο περιστέρι τό έριξε μπροστά στόν Αρσένιο πού νήστευε καί τόν πρόσταζε νά τό φάει. Ό Αρσένιος φοβήθηκε τό έπιτίμιο καί άναγκάστηκε νά κάνει ύπακοή καί άρχισε νά τό τρώει μέ δάκρυα στά μάτια.

Όταν όμως είδε ό άγιος Συμεών ότι ό Αρσένιος υπάκουσε τού είπε νά σταματήσει…».

Ώς τέλειωσε ή άνάγνωση κι ό παπα-Νικόλας είπε τό «Δι’ εύχών…» όλοι σηκώθηκαν. Ήταν πιά προχωρημένο άπομεσήμερο. Τότε καί ό παπούλης πήρε τό ραβδάκι του, χαιρέτισε τή συντροφιά κι άρχισε νά κατηφορίζει πρός τό κέντρο τής Αθήνας. Τόν άκολούθησαν ζοπίσω του καί κάμποσοι άλλοι. Μά στήν έκκλησιά παράμειναν ή κυρα-Σημίνα μέ τή Μάρθα πού είχαν μέρες νά πουν τά δικά τους Τό πόνο τους.

Καί ξεχωριστά ή δύστυχη έκκλησάρισσα πού ένώ είχε τόσα βάσανα, τήν κυνηγούσαν κιόλας κάποιοι άνθρωποι υποστηρίζοντας, ότι τάχα φλυαρεί καί κάνει άτοπήματα πού ενοχλούν τούς χριστιανούς.

Έτσι οι δυό γυναίκες κάθισαν γιά νά κουβεντιάσουν καί νά ιστορήσει ή μιά στην άλλη τά όσα συνέβηκαν δικά τους, τού παπούλη καί τής ενορίας

-Καί λοιπόν; “Εκανε γεμάτη ένδιαφέρον ή Μάρθα ή όποια κρατούσε στό μυαλό της πάντοτε καί κατάγραφε κάθε λεπτομέρεια άπό τή ζωή τού παπούλη. Τί έγινε λοιπόν;

-Νά, ντέ καί καλά θένε νά μέ διώξουν άποδώ Τούς μποδίζω λένε κάποιοι επίτροποι…

-Καί σύ ποιά λές πώς είναι ή πραγματική αιτία;

-Δικό τους νεωκόρο, άλλο θένε νά φέρουν. Νά τόν άλλάξουν καί τούτον καί μένα νά μέ πετάξουν μέ τό τοιμοθάνατο παιδί μου ατούς δρόμους. Γιατί πού νά πάγω;

-Καί τί σκέφτεσαι νά κάνεις;

-Δέν θά τό κουνήσω άπ’ τόν ‘Άι-Γιάννη ένόσω υπάρχει ό παπα-Νικόλας.

-Καλά θά κάμεις κυρα-Σημίνα…

-Ναί, μά άς τ’ άφήκουμε αύτά πιά καί νά σοΰ ιστορήσω τί έγινε τήν περασμένη Πέμπτη δωνά όπού καθόμαστε

-Τι εγινε;

-Τό βράδυ, πού λές Μάρθα μου, τής Πέμπτης ήρθε, όπως σού είπα, καί μέ βρήκε ό κύρ Δάλλας.

-Ναί, τόν ξέρω, είναι δικηγόρος, φίλος τού παπούλη.

-Αυτός ήταν.

-Πάνε λίγες μέρες πού έφτασε άπό τή Γερμανία.

-Αύτό μού είπε καί κείνος καί ήθελε μέ κάθε τρόπο γιατί είχε άνάγκη νά δει τόν παπούλη. ’Έτρεξε μάλιστα παρευτύς κι όταν έφτασε στήν εκκλησία κοίταξε άπ’ τό παραθυράκι καί τόν είδε μέσα νά μιλάει κοντά στό παγκάρι μ’ ένα νέο μαυριδερό σάν νά πούμε τόν ‘Άι-Γιάννη τόν Πρόδρομο Σασχισμένος τότε άλλά καί ευχαριστημένος ήρθε στό κελί μου έδωνά καί μοΰ φώναξε.

-Ποιος είναι; ρώτησα.

-Έγώ. Έγώ ό Δάλλας. Ξύπνα νά μοΰ άνοίξεις, θέλω νά δώ τόν παπα-Νικόλα.

-Μά ό παπούλης δέν είναι απόψε έδώ. Αύριο θά ’ρθει, τοΰ άποκρίθηκα.

-Μά τί λές κυρά μου. Μέσα στην έκκλησία τόν είδα, άνοιξέ μου σοΰ λέω κι είναι άνάγκη νά τοΰ μιλήσω.

Τί νά κάμω; Σηκώθηκα, άνοιξα τήν έκκλησία καί μπήκαμε μέσα. Ψυχή δέν άνάσαινε όμως.

-Βλέπετε κύριε Δάλλα; τοΰ λέγω. Ποΰ είναι ό παπούλης;

-Δέν είναι δυνατόν “Εκανε γεμάτος άπορία. Σοΰ λέγω κυρα-Σημίνα πώς τόν άναγνώρισα κειπέρα νά κουβεντιάζει όρθιος. Μήπως στό μεταξύ έφυγε;

-Σάς λέγω θά τό ’ξερα. Σήμερα δέν ήρθε καθόλου.

Έ, τότες κοιταχτήκαμε ατά μάτια καί εύτύς κάμαμε τό σταυρό μας Τί νά λέγαμε;

Οί δυό γυναίκες σώπασαν. Ή Μάρθα άπλωσε τό χέρι της κι έπιασε τόν ώμο τής κυρα-Σημίνας καί τήν έσφιξε μέ νόημα Κι ύστερα άργά μίλησε:

-Άραγε γνωρίζουμε Ασημίνα μου μέσα σ’ αυτή τήν κο-σμοχαλασιά τί άνθρωπο έχουμε κοντά μας; Θησαυρό ζωής καί χαρισμάτων έχουμε. Κι είναι σκοπός μας νά τόν ύπερε- τοΰμε μέ όλες τις δυνάμεις μας.

-Αύτό κάμω καί γώ κι άς μέ μαλώνουν κάποιοι κι άς μέ όχτρεύονται πού μένω πλάι σ’ αυτόν, τόν άγιο άνθρωπο.

-Άς έχουμε τήν ευχή του.

Σ’ όλη τή δεκαετία τοΰ 1910-1920 καί όχι μόνο στήν Αθήνα, μά καί στήν υπόλοιπη Ελλάδα, μιά μυρωδιά χακί, κάμποτο καί πετσί αίωροΰνταν: έπιστρατεύσεις, στρατιώτες, επαναστάσεις, κινήματα, πόλεμοι. Νύχτες καί μέρες άγωνίας. Φτώχεια.

«Τά μολυβένια στρατιωτάκια ζωντάνεψαν ξαφνικά, σαλεύουν, σηκώνουν τό χέρι, πιέζουν τή σκανδάλη, αίμα ζεστό τρέχει στις φλέβες τους, σκύβουν, ορθώνονται, βγάζουν φωνή, νιώθουν τήν πείνα, τόν πόνο, τόν φόβο» (Θανάσης Πετσάλης-Διομήδης).

Βαλκανικοί πόλεμοι. Πρώτος παγκόσμιος πόλεμος. Επανάσταση στή Θεσσαλονίκη. Τό «άνάθεμα» τοΰ Βενιζέλου. Ό άποκλεισμός των Άγγλογάλλων. Μικρασιατική καταστροφή. Αλλαγή τοΰ πολιτεύματος. Καί δέν σταματούσαν τά δεινά τού λαού

Σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες οπού «…ή Ελλάς εύρίσκεται έν πολέμω» κάθε νοικοκυριό παραλύει άπό τά άδιέξοδα τής ζήσης. Ό παπα-Νικόλας, Όκτώβριοςτοΰ 1912, ώς μοναδικός εφημέριος τ’ ‘Αι-Γιάννη, μαζί μέ τό «Εκκλησιαστικό Συμβούλιο καί μέλη τόν Ιωάννη Πετρόπουλο, Ήλία Γκιώνη καί Σταύρο Λαζάρου ομόφωνα: ψηφίζει εις βάρος τού έν χρήσει Προϋπολογισμού διά τήν περίθαλψιν των άπορων οικογενειών τών έπιστρατευθέντων ένοριτών ποσόν δραχμών έκατόν (άριθ. 100)». Απόφαση τήν όποια ξαναπαίρνει τό Νοέμβριο τού ίδιου έτους, άλλά καί τόν Ιούλιο τού 1913, καθώς καί τό Φεβρουάριο τού 1914. Κι αύτές οί επίσημες προσφορές ήταν ξεχωριστές άπό κείνες πού ιδιαίτερα καί δίχως νά τό πληροφορείται κανείς έκανε ό ίδιος σέ μεμονωμένες περιπτώσεις.

Σέ κείνη τή δεκαετία όμως έκτος άπό τόν «Πόλεμο Πόλεμο» άκόμα καί οί καιρικές συνθήκες οτήν πρωτεύουσα δυσκόλευαν τούς άνθρώπους.

«Τώ καιρώ έκείνω τόν χειμώνα ή Αθήνα βούλιαζε στή λάσπη καί τό καλοκαίρι πνιγόταν στή σκόνη. Σύννεφο σηκωνόταν τό χώμα στό παραμικρό φύσημα καί ή Αθήνα φορούσε μονομιάς στεφάνι άπό σκόνη».

Αλλά καί μέσα στίς ψυχές τών άνθρώπων αυτά τά χρόνια επικρατούσε ένα αίσθημα άναμονής καί προσωρινότητας.

Καθώς τά πρόσωπα καί τά γεγονότα τό ένα διαδεχόταν τό άλλο με ρυθμούς εξωφρενικά γρήγορους, ή άβεβαιότητα δημιουργούσε μιά μόνιμη σκιά απειλής.

Εξάλλου τό ντουφεκίδι, οί διάφορες συμπλοκές, ή μυρουδιά τού μπαρουτιού φαρμάκωναν κάθε διάθεση γιά κάτι καλύτερο άπό τό μεροδούλι. Αφού ήταν πραγματικότητα πιά τού κάθε σπιτιού, τού κάθε επιστρατευμένου Ρωμιού τό άπρόοπτο, τό άναπάντεχο. “Ισως ή καταστροφή, ό θάνατος

“Ετσι ό κόσμος τής Αθήνας ήταν ένας κόσμος χωρίς έρεισμα. Χωρίς πνοή δημιουργίας καί ιδανικά. Κυκλωμένος άπό «Σύμβολα», «άνοιχτές χρονολογίες», «άλυτους γρίφους» καί «…γράμματα πού δέν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους», όπως  έγραφε ό Καρυωτάκης.

Παρ’ όλα αύτά όμως υπήρχαν καί άνθριοποι τού χρέους. Συνειδήσεις όρθιες πού παρέμεναν άγρυπνες καί μοχθούσαν γιά νά έπικρατήσει ή ομορφιά τής γραικικής άντί ληψης Σήκωναν τό πρόσωπό τους κι έβλεπαν μέ άγάπη κι αύτοθυσία άκόμα, τό συνάνθρωπό τους. Κρατούσαν τήν ψυχραιμία τους δταν γύρω τους τά πάντα σωριάζονταν Καί μέ δύναμη ψυχής, μέ έμμονή προσπαθούσαν νά πούν στό λαό μέ τή ζωή καί τό παράδειγμά τους, ότι δέν έπρεπε νά περιμένουν άποκρίσεις στά προβλήματά τους μόνο άπό τόν πόλεμο, τήν πολιτική καί τις διάφορες υποσχέσεις.

Αύτές οί άγρυπνες ψυχές άποτελούσαν μιά μειοψηφία. Ασήμαντα, μικρά ποίμνια, πού ή ισχύς τους ήταν μονάχα πνευματική. Πιότερο θρησκευτική. Κι ήταν δύναμη άγάπης, άθόρυβης συμπαράστασης καί πίστης. Ανάμεσα σ’ αύτούς τούς λίγους ήταν κι ό παπα-Νικόλας Πλανάς μέ τό μικρό σωματικά άνάστημα, άλλά τό μεγάλο, τό θεόρατο ύψος τής υποταγής καί τής αυτοθυσίας. Κι άκόμα ό Παπαδιαμάντης, ό Μωραϊτίδης, ό Νεκτάριος Κεφαλάς, ό Φιλόθεος Ζερβάκος, ό Φώτης Κόντογλου, ό Κωστής Μπαστιάς κι άλλοι άγνωστοι κληρικοί, μοναχοί, λαϊκοί πού είχαν συσπειρωθείτότε σέ μονές ένα γύρω στην Αττική καί στην Ανάληψη Βύρωνα, στή Μεταμόρφωση Κυψέλης, στούς Αγίους Αναργύρους, στόν ‘Άγιο Έλισσάΐο, στό μετόχι τού Πανάγιου Τάφου στην Πλάκα, όπως καί πέρα, πιό μακριά άπό την Αθήνα στήν Πάρο, στή Σκιάθο, στή Χίο, στό Άγιον Όρος.

Αύτοί όλοι καί κάποιοι άξιοι χριστιανοί διαποτισμένοι άπό τό πνεύμα των Κολλυβάδων καί τής Πατερικής ορθοδοξίας, έδιναν τό έκκλησιαστικό παρόν τους σέ κείνες τίς κρίσιμες ώρες όπως κι όπου μπορούσαν. Ή Αθήνα τούς άγνοοΰσε παντελώς Μά ήταν ν’ άπορεΐς τό πώς κατόρθωναν νά κρατούν άνοιχτές τίς πύλες τής σωτηρίας καί νά φέρνουν ολοένα καί πιότερες ψυχές στή μάντρα τού Θεού.

«Οπως δηλαδή παλαιότερα οί Κολλυβάδες καί τούτοι: «…άνέλαβαν μεγάλον άγώνα καί μιάν υπέροχη προσπάθεια γιά τή ζωντανή καί συνειδητή συμμετοχή τού λαού στή λατρεία καί μάλιστα στήν έξαιρετικώτερη λατρευτική έκδήλωση τού χριστιανού, τή θεία Εύχαριστία, πού ή παρανόησι τού βασικού της σκοπού καί ή παραμέλησί της, παίρνει άπ’ τή χριστιανική ζωή τό χρώμα καί τήν ζωντάνια καί τήν καταντά μιά ξέψυχη κι έτοιμόσβυστη σκιά…» (Ακτίνες 1943).

Έτσι είχαν τά πράγματα τήν εποχή πού ό παπα-Νικόλας συνέχιζε τήν πνευματική πορεία του στήν Αθήνα. Αύξανε καθημερινά τίς δραστηριότητές του κι ό μόχθος κατάτρωγε τήν υγεία του Στερνά μάλιστα έξ αιτίας τής ορθοστασίας, τής συστηματικής νηστείας καί τής άδιάκοπης προσευχής βρισκόταν μόνιμα έξαντλημένος καί καμιά φορά ανήμπορος νά τελέσει καί τό έργο του. Παραπονιόταν διαρκώς ότι δέν τόν βαστοΰσαν τά πόδια του καί ήθελε κάθε λίγο καί λιγάκι νά καθίσει. «Ωσπου ένα καλό πνευματικοπαίδι του, ήταν φαρμακοποιός, προσφέρθηκε καί τού κατασκεύασε ένα τονωτικό γιατροσόφι Τό όποίο όμως έπρεπε νά τό παίρνει σέ μικρές, μικρές δόσεις έπειδή περιείχε μεγάλη ποσότητα άπό κάποιο δηλητήριο θεραπευτικό.

Τό φάρμακο αυτό ένεκα τής δραστικής ικανότητας άνάλαβαν νά τοΰ τό δίνουν οί δικοί του γιά λόγους άσψάλειας κι άποτελεσματικότητας. Κάποιο πρωί όμοος, όταν σηκώθηκε άπό τόν ύπνο καί τοιμάστηκε νά πάει στή λειτουργία, στη βιασύνη του ό παπα-Νικόλας άντί νά πάρει τό μπουκαλάκι μέ τό νάμα (κρασί) γιά την Αγία Κοινωνία, έλαβε μαζί του τό ειδικό κείνο φάρμακο κι έφυγε άμέριμνος γιά την εκκλησία. Έκεΐ λειτούργησε κανονικά χρησιμοποιώντας άνυποψίαστος τό δηλητήριο άντί γιά τό Ιερό κρασί. Καί όπως  ήταν φυσικό, στό τέλος τής λειτουργίας κατέλυσε δλο τό περιεχόενο τού Αγίου Ποτηριού δίχως νά αισθανθεί δμως καμία ένόχληση

Αργότερα, ύστερα άπό λίγες ώρες, οί δικοί του στό σπίτι ανακάλυψαν τό λάθος. Καί τότε εύτύς βρέθηκαν στούς δρόμους κι άρχισαν νά τρέχουν έξαλλοι ώσάν τρελοί μπάς καί προλάβουν τό κακό

Αλλά σάν έφτασαν στόν Άι-Γιάννη τοΰ Άγροϋ ήταν πιά άργά. Ό κόσμος έφευγε γιά τά κονάκια του, πού σήμαινε ότι ή λειτουργία είχε τελειώσει. Κι δ,τι ήταν νά γίνει είχε συντελεστεί

Ωστόσο μπήκαν στό ναό βιαστικοί καί έμειναν έκπληκτοι όταν είδαν τόν παπα-Νικόλα άκέραιο καί γελαστό νά ετοιμάζεται καί κείνος μέσα στό Ιερό γιά νά άναχωρήσει.

-Παπούλη… έκαναν τότε μέ μιά φωνή…

-’Ίντα θέλετε τέτοιαν ώρα δωνά;

-Μά…

Κι άφοΰ τοΰ έξήγησαν τό τί είχε συμβεΐ κείνος άτάραχος καί χαμογελαστός τούς είπε:

-Μή στενοχωρεΐσθε… δέ βλέπετε πώς τίποτα δέν ήπαθα; Ό Κύριός μας λέγει: «Καν θανάσιμόν τι πίητε ού μή βλάψη υμάς». Άιντε τώρα νά πηγαίνομε

Εισαγωγή κειμένων σε πρώτη αποκλειστική δημοσίευση  στό Ορθόδοξο Διαδίκτυο από το Βιβλίο :

ΠΑΠΑΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΝΙΚΟΛΑΣ ΠΛΑΝΑΣ

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΗ ΦΕΡΟΥΣΗ

Αφηγηματική βιογραφία

Η ηλεκτρονική επεξεργασία αναρτήσων κειμένων, τίτλων  και εικόνων έγινε από τον N.B.B

Επιτρέπεται η χρήση, διάθεση και αναπαραγωγή κειμένων σε Ορθόδοξα Ιστολόγια, αρκεί να διατηρείται το αρχικό νόημα χωρίς περικοπές που πιθανόν να το αλλοιώνουν για μη εμπορικούς σκοπούς,με βασική προϋπόθεση την αναφορά στην πηγή :

© ΠΗΔΑΛΙΟΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

http://www.alavastron.net

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Retype the CAPTCHA code from the image
Change the CAPTCHA code