Ἕκαστος ποὺ πιστεύει ἂς φεύγη γιὰ νὰ σωθῆ. Εἶναι καιρὸς νὰ μπογαλιάζουμε τὰ πράγματά μας καὶ νὰ παίρνουμε τὸν δρόμο μας.

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑΣΜΑΤΑ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ Β(Λ)ΗΜΑΤΟΣ κ.ἄ.
Εἴπαμε καὶ τὸ ξαναείπαμε: τὰ ἀνώνυμα εἶναι ρόμπες, σὰν ἐκεῖνες ποὺ παλιὰ κυκλοφοροῦσαν στοὺς φούρνους, στὶς βρύσες, στὰ πηγάδια, στὶς λαϊκές. Αὐτὸς ὁ ἀσκητής, ποὺ σᾶς κατέθεσε τόσο σπουδαίους ὁμολογιακοὺς λόγους, μὴν εἶναι ἀνώτερος τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου, πού, ὅταν στὴν ἐποχή του κινδύνευε ἡ πίστη, κατῆλθε τοῦ ὄρους στὴν μεγάλη πόλη τῆς Ἀλεξάνδρειας, γιὰ νὰ ἐνισχύση τοὺς ὁμολογητὲς τῆς πίστεως; Γιατί ἐπὶ τόσο χρόνο ποὺ ἀκροάζεται τὴν εὐθαρσῆ ἄρνηση τῆς πίστεως ἀπὸ τὸν κ. Τσίπρα δὲν ἄφησε τὴν ἀποκλείστρα του, νὰ τὸν ἐπαναφέρη, μὲ τὸ χρηστό του ὕφος καὶ ἦθος; Ἐμεῖς δὲν πετροβολᾶμε τὴν ζωή του, ἀλλὰ τὴν ἄρνηση τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ εἶναι βαπτισμένος καὶ μυρωμένος.
Ναί, εἴμαστε ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθοῦμε τὸν ἀρχηγὸ τοῦ κράτους, ἀλλά, ἀφοῦ ἀρνεῖται τὴν Ἐκκλησία, ὄχι μὲ ἐκκλησιαστικὲς τιμές. Ἕνα παλιὸ τυπικὸ τοῦ μοναστηριοῦ μας λέει πῶς ὑποδεχόμαστε τὸν καϊμακάμη (καὶ δὲν ἔχουμε λόγους νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε): «Κατέρχονται στὴν εἴσοδο δύο προϊστάμενοι, τὸν ὑποδέχονται, τὸν ὁδηγοῦνε στὸν μεγάλο ὀντᾶ καὶ ἐκεῖ κερνᾶνε καὶ τοῦ εὔχονται.» Ὄχι μὲ κωδωνοκρουσίες, φανάρια καὶ ἑξαπτέρυγα καὶ λάβαρα. Εἴμαστε μοναχοὶ καὶ σύμφωνα μὲ ὅ,τι πιστεύουμε πράττουμε. Θὰ τοῦ προσφέρω σὲ προσκύνηση -ἀσφαλῶς ἀναγκαστικὴ γι᾽ αὐτόν- τὸ Εὐαγγέλιο, γιὰ νὰ τὸν διδάξω τί; Φαίνεται ὅτι αὐτὸς ὁ ἀσκητὴς δὲν διάβασε ὅλο τὸ Εὐαγγέλιο καὶ δὲν περιῆλθε στὴν γνώση του τὸ «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθέτω».
Βρισκόμαστε σὲ μιὰ ὀρθόδοξη χώρα. Θὰ ἀποδώσω τὰ τοῦ καίσαρος τῷ καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ, ἀλλὰ μὲ μία ἀληθινότητα. Ψωμίζω τὸν ἐχθρό μου, ἀλλὰ δὲν τὸν ἐνθρονίζω. Δὲν μοῦ τὸ ἐπιτρέπει ἡ πίστη μου. Αὐτὸς ὁ ἀσκητής, ὁ ἀνώνυμος καὶ ἀνύπαρκτος, ἂς ἀναλογιστῆ πὼς τὸ Ὄρος δὲν ἔχει μόνον Καρούλια καὶ ἀσκηταριά, ἔχει καὶ τὸ λιμάνι τῆς Δάφνης, ὅπου μπορεῖ νὰ τὸν ὑποδεχθῆ μὲ τὸν Σταυρὸ καὶ νὰ τοῦ ἐξορκίση τὰ δαιμόνια ποὺ ἔβαλε στὴν καρδιά του.
Ἀκόμη ἐρωτῶ κάτι: Ἀφοῦ πέντε ἀρνήθηκαν καὶ δεκαπέντε τὸν δέχθηκαν, πῶς ἔγινε καὶ βούλιαξαν οἱ δεκαπέντε μέσα στοὺς πέντε; Παραμυθιάσματα… Βλήματα χωρὶς καψούλι.
Κορυφώθηκε ἡ ἀπιστία στὴν θεία ἀποκάλυψη καὶ κουβέντες δὲν γίνονται. Ἕκαστος ποὺ πιστεύει ἂς φεύγη γιὰ νὰ σωθῆ. Εἶναι καιρὸς νὰ μπογαλιάζουμε τὰ πράγματά μας καὶ νὰ παίρνουμε τὸν δρόμο μας. Ταπεινώσου, χριστιανέ, καὶ μὴ φοβᾶσαι. Οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα.
Σταματᾶτε νὰ παραμυθιάζετε. Τὸ ἐπίπεδο τῶν ἀνθρώπων σήμερα δὲν σηκώνει κοροϊδίες. Καὶ ὁ Θεὸς οὐ μυκτηρίζεται.
Ἀξιότιμε κύριε διευθυντὰ τοῦ Ὀρθοδόξου Β(λ)ήματος, δὲν ἔχεις ἀναγνῶστες μόνον τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ καὶ τὸν Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεό μας. Βούρτσα καὶ σὲ σένα ποὺ τὰ λές, βούρτσα καὶ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ σὲ διαβάζουνε.
Ἄκουσα αὐτὲς τὶς μέρες –κατ᾽ ἀρχὰς ὡς παραπληροφόρηση- ὅτι ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν πῆγε στὴν Βουλὴ καὶ διάβασε ἐξορκισμούς. Καὶ λέγω: «Ἐπιτέλους, ἐξώρκισε ἡ Ἐκκλησία τοὺς δαίμονες ἀπὸ τὴν Βουλὴ καὶ ἐπιτέλους θὰ ἀδειάση ἡ Βουλὴ ὅπως ἡ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ἀπὸ τοὺς χοίρους καὶ ἀσφαλῶς θὰ πέσουν στὴν λίμνη καὶ θὰ κενωθῆ αὐτὸς ὁ χῶρος, γιὰ νὰ τὸν καταλάβουν ἄλλοι». Ἀλλὰ δυστυχῶς, λάθος πληροφορία ἔλαβα. Ἁγιασμὸ τοὺς ἔκανε. Καὶ ἔχω μία ἀπορία: ὅταν ραντίζη ὁ παπᾶς μὲ τὴν ἁγιαστούρα κι ὁ ἁγιασμὸς πέφτη ἐπάνω σὲ ἀκαθαρσίες καὶ σὲ κόπρανα, ἁγιάζονται καὶ αὐτά;
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης
 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Retype the CAPTCHA code from the image
Change the CAPTCHA code