«Δεκαεννέα ετών επήρα τον δρόμο για το Άγιον Όρος»

Ο Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης με την μητέρα του μοναχή Θεοφανώ

Αφηγείται ο ίδιος:
«Δεκαεννέα ετών ήμουν, ενθυμούμαι, όταν επήρα τον δρόμο για το Περιβόλι της Παναγίας μας, το Άγιο Όρος.
Τον δρόμο αυτόν προς τον Μοναχικό βίον μου τον υπέδειξε ή ενάρετος και φιλομόναχος μητέρα μου – νυν Μοναχή Θεοφανώ.

Εις τα πρώτα έτη της δυστυχίας της Κατοχής, όταν είχα διακόψει χάριν εργασίας το Γυμνάσιο, ήλθε σε μίαν από τις δύο εκκλησίες των Παλαιοημερολογιτών εις τον Βόλο ένας ιερομόναχος Αγιορείτης ως εφημέριος. Αυτός ήταν καλογέρι του Γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού, καθώς τον έλεγε. Αυτός ο Αγιορείτης ιερομόναχος στάθηκε δι’ εμένα εκείνον τον καιρόν πολύτιμος σύμβουλος και βοηθός εις την πνευματική μου πορεία. Τον έκαμα Πνευματικόν και με τις διηγήσεις του και τις συμβουλές του εις ολίγον καιρόν άρχισα να αισθάνομαι την καρδίαν μου να ξεμακραίνει από τον κόσμον και να προσκολλάται προς το Άγιο Όρος. Μάλιστα, όταν μου μιλούσε δια την ζωήν του Γέροντος Ιωσήφ, κάτι εφλέγετο μέσα μου, και διάπυρος εγένετο ή ευχή και ο ποδός μου, πότε να τον γνωρίσω.
Όταν ήλθε πλέον ή ώρα -Σεπτεμβρίου είκοσι έξι 1947-ένα καραβάκι μας έφερνε αργά-αργά ένα πρωινό από τον κόσμον προς το αγιώνυμο Όρος» ωσάν να ειπεί κανείς από την όχθη τον πρόσκαιρου προς την αντίπερα της αιωνιότητας.
Εις την σκάλα της Αγίας Άννης περίμενε ένα σεβάσμιον Γεροντάκι, ο Γέρο- Αρσένιος.
Δεν είσαι συ ο Γιαννάκης από το Βόλο; με ερωτά.
Ναι, του λέγω, Γέροντα, άλλα πως με ξέρετε;
-Α, λέγει, ο Γέροντας Ιωσήφ το ξέρει από τον Τίμιον Πρόδρομο. Του εμφανίστηκε απόψε και του είπε: Σου φέρνω ένα προβατάκι, βάλε το στην μάνδρα σου».
Εγώ, κόλλησε η σκέψη μου εις τον Τίμιον Πρόδρομο, τον προστάτη μου, εις τον οποίου την ημέραν της γεννήσεως γεννήθηκα. Αισθανόμουν πολλή ευγνωμοσύνη δια την φροντίδα τον αυτήν.
– Λοιπόν, Γιαννάκη, πάμε, μου λέγει ο Γέρο Αρσένιος. Πάμε, διότι ο Γέροντας μας περιμένει.
Ανηφορίσαμε. Τι αισθήματα! Όση δύναμιν και αν διαθέτη κανείς δεν περιγράφονται.
Το βράδυ εκείνο, μέσα στο Εκκλησάκι τον Τίμιο Πρόδρομο, πού είναι λαξευμένο μέσα στην σπηλιά, έβαλα την μετάνοια της υποταγής μου. Εκεί μέσα εις το παραμικρό εκείνο φως γνώρισε ή ψυχή μου με τον δικό της τρόπον την φωτεινή φυσιογνωμία του αγίου Γέροντος μου.

Από το βιβλίο ΕΚΦΡΑΣΙΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

«Τα λόγια του αέρα»
 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Retype the CAPTCHA code from the image
Change the CAPTCHA code