Εκ του Ουρανού πληροφορία: Ο Οικουμενισμός έχει πνεύμα πονηρίας και κυριαρχείται από ακάθαρτα πνεύματα!

Efraim ieromonahos Katounakiotis1

Τμήμα από το απομαγνητοφωνημένο κείμενο της συνέντευξης του Καθηγητή της Δογματικής της Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ., κ. Δημ. Τσελεγγίδη στον Διευθυντή Προγράμματος του Ρ/Σ της Πειραϊκής Εκκλησίας κ. Λυκούργο Μαρκούδη. (24-02-2016). Σελίδες 45-46. Όλη συνέντευξη ηχητικά εδώ και απομαγνητωφωνημένη εδώ.

Στή συ­νέ­χεια, θά π κά­τι, τό ­πο­ο ­χει νά κά­νει μέ προ­σω­πι­κή κα­τά­θε­ση.
Συν­δε­ό­μου­να
­πί δε­κα­ε­τί­ες μέ τόν π. ­φραίμ τόν Κα­του­να­κι­ώ­τη, το ­ποί­ου τό ­θος καί τό φρό­νη­μα ε­ναι ­γνω­σμέ­να.
Ε
­ναι ­γνω­σμέ­νο, ­πί­σης, ­τι ε­χε κι α­τός «πνευ­μα­τι­κή τη­λε­ό­ρα­ση».
­σον ­φο­ρ ­μέ­να, πολ­λές φο­ρές πή­γαι­να μέ τήν πρό­θε­ση, νά θέ­σω κά­ποι­α ­ρω­τή­μα­τα πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­να,
μέ μί­α
­ξι­ο­λο­γι­κή σει­ρά, καί χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τό δι­κό μου λε­ξι­λό­γιο.
Κα
ί ­ταν πή­γαι­να κον­τά του, χω­ρίς νά το θέ­σω κν τήν ­ρώ­τη­ση, μο ­παν­το­σε μέ α­τήν τή δι­α­δο­χή τν ­ρω­τη­μά­των πού ε­χα καί μέ τό λε­ξι­λό­γιό μου. (!)
Τό λέ­ω,
ς προ­σω­πι­κή πεί­ρα. Δέν ­πο­τε­λε κά­τι και­νο­φα­νές. Α­τό συ­νέ­βαι­νε καί μέ πολ­λούς λ­λους.

Κά­πο­τε, λοι­πόν, νε­α­ρός τό­τε κα­θη­γη­τής στή Θε­ο­λο­γι­κή, μι­λ­με τώ­ρα πρίν ­πό τριά­ντα χρό­νια, το ε­πα τό ­ξς.
­πει­δή καί στή Θε­ο­λο­γι­κή Σχο­λή, ­δι­αί­τε­ρα τς Θεσ­σα­λο­νί­κης, τό κλ­μα το Ο­κου­με­νι­σμο ν­θε, ε­χα κά­ποι­α ν­το­να προ­βλή­μα­τα καί ­ρω­τή­μα­τα,
­πει­δή ­βλε­πα νά κ­προ­σω­πε­ται ­πό σε­βα­στούς, κα­τά τά λ­λα, κα­θη­γη­τές.
Φυ­σι­κά, τό­σο
συ­νεί­δη­σή μου ­σο καί ο γνώ­σεις μου ν­τι­δρο­σαν μέν, ­θε­λα ­μως, πέ­ρα ­πό τήν ­πι­στη­μο­νι­κή μου θέ­ση,
νά
­χω καί τήν χα­ρι­σμα­τι­κή ­πάν­τη­ση, πργ­μα τό ­πο­ο ­κα­να καί σέ πά­ρα πολ­λά λ­λα θέ­μα­τα.

Τόν ρώ­τη­σα, λοι­πόν, ­πί το συγ­κε­κρι­μέ­νου, μή­πως μπο­ρε νά μο πε τί πργ­μα ε­ναι Ο­κου­με­νι­σμός.
Μο
­πήν­τη­σε ­πε­ρί­φρα­στα καί χω­ρίς καμ­μί­α δυ­σκο­λί­α:
«Α
­τήν τήν ­ρώ­τη­ση, παι­δί μου, μο τήν ­χει κά­νει κι ­νας ­κό­μη νω­ρί­τε­ρα ­πό σέ­να.
­γώ, ­δω­πέ­ρα ­πά­νω, βρί­σκο­μαι σα­ράν­τα χρό­νια στά βρά­χια.
­χω ξε­χά­σει καί τά λ­λη­νι­κά μου»- ση­μει­ω­τέ­ον τε­λεί­ω­σε σχο­λαρ­χε­ο –
«
λ­λά μ’ α­τό τό θέ­μα δέν ­χω ­σχο­λη­θε.
Γι’ α
­τό, ­πει­δή ­πρε­πε νά τό ­παν­τή­σω, ­φο δέ­χτη­κα ­ρώ­τη­μα καί δέν ε­χα κα­μί­α γνώ­μη πά­νω στό θέ­μα,
π
­γα στό κελ­λί μου καί προ­σευ­χή­θη­κα καί ρώ­τη­σα τόν Χρι­στό νά μέ πλη­ρο­φο­ρή­σει τί ε­ναι Ο­κου­με­νι­σμός.
Π
­ρα τήν ­πάν­τη­σή του, ­ποί­α ε­ναι, ­τι Ο­κου­με­νι­σμός ­χει πνε­μα πο­νη­ρί­ας καί κυ­ρι­αρ­χε­ται ­πό ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα».
Καί
τόν ρώ­τη­σα, πς ­κρι­βς πι­στο­ποι­ή­θη­κε α­τό.
Μο
­πάν­τη­σε, πώς «με­τά τήν προ­σευ­χή γέ­μι­σε τό κελ­λί μου ­πό ­φό­ρη­τη δυ­σω­δί­α, ­ποί­α μο ­φερ­νε ­σφυ­ξί­α στήν ψυ­χή, δέν μπο­ρο­σα νά ­να­πνεύ­σω πνευ­μα­τι­κά».
Τόν ρώ­τη­σα,
ν α­τό ­ταν ­να ­κτα­κτο γε­γο­νός γι’ α­τόν ν ­τσι το ­παν­τ Χρι­στόςσέ ­νά­λο­γες πε­ρι­πτώ­σεις καί μέ βε­βαί­ω­σε,
­τι «σέ ­λες τίς πε­ρι­πτώ­σεις, πού ε­ναι μπλεγ­μέ­νες μέ μά­για, μέ ­κά­θαρ­τα πνεύ­μα­τα, α­τή ε­ναι κα­τά­στα­ση, στήν ­ποί­α μέ ε­σά­γει.
Με­ρι­κές φο­ρές
­πάρ­χει καί λε­κτι­κή ­πάν­τη­ση, λ­λά στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, α­τή ­ταν ­πάν­τη­ση καί ­χω ­πό­λυ­τη τή βε­βαι­ό­τη­τα,
­τι Ο­κου­με­νι­σμός δέν ­χει τό Πνε­μα τό ­γιο, λ­λά τό πνε­μα τό ­κά­θαρ­το».

Α­τό πού λέ­γω α­τή τή στιγ­μή, θά μπο­ρο­σε νά πε κα­νείς, ν­δε­χο­μέ­νως, ­τι ­χει χα­ρα­κτ­ρα ν­τυ­πώ­σε­ων.
Σς πλη­ρο­φο­ρ, ­τι χά­ρη­κα πά­ρα πο­λύ, ­πει­δή α­τό, πού ε­πε σέ μέ­να προ­σω­πι­κά,
τό ε
­δα κα­τα­γραμ­μέ­νο καί ­πό τήν ε­λα­β συ­νο­δεί­α του, πού δη­μο­σί­ευ­σε ­ναν τι­μη­τι­κό Τό­μο γύ­ρω ­πό τό πρό­σω­πό του,
τήν πνευ­μα­τι­κό­τη­τά του καί τά λό­για του.
Πι­στο­ποι­ε
­ται λοι­πόν καί ­πό ­κε, λ­λά ­γώ τό δι­ε­σταύ­ρω­σα καί μέ λ­λους ­ξι­ό­πι­στους θε­ο­λό­γους, ο ­πο­οι συ­νέ­βη νά τό ­κού­σουν προ­σω­πι­κά.
Δέν τό
­χω πε δη­μο­σί­ μέ­χρι τώ­ρα, λ­λά τό ­φε­ραν ­τσι τά πράγ­μα­τα, πού μέ ­ναγ­κά­ζουν νά τό π.
Βε­βαί­ως, α
­τό ­παι­ξε ­πο­φα­σι­στι­κό ρό­λο στήν στά­ση μου ­πέ­ναν­τι στόν Ο­κου­με­νι­σμό.
­γώ, βε­βαί­ως, ς κα­θη­γη­τής, ς ­πι­στή­μων, ­φεί­λω σέ κά­θε πε­ρί­πτω­ση νά τό ­να­κρί­νω τό θέ­μα μέ ­πι­στη­μο­νι­κά κρι­τή­ρια
καί νά τεκ­μη­ρι­ώ­νω τήν
­πο­ψή μου ­πι­στη­μο­νι­κά καί α­τό κά­νω καί στά μα­θή­μα­τά μου, β­μα πρός β­μα.
­μως θε­ω­ρ, πώς κα­τά­θε­ση α­τή ε­ναι ση­μαν­τι­κή, για­τί γί­νε­ται μέ τρό­πο χα­ρι­σμα­τι­κό ­πό ­ναν ν­θρω­πο,
­πο­ος δέν γνω­ρί­ζει κά­τι γύ­ρω ­πό α­τό τό πρό­βλη­μα, δέν ­χει δι­α­βά­σει, δέν ­χει ­κού­σει, λ­λά κα­τα­θέ­τει τήν ­με­ση πνευ­μα­τι­κή μ­πει­ρί­α του.
Νο­μί­ζω,
­τι μι­λον ­δ τά ­δια τά πράγ­μα­τα.

 

http://www.scribd.com/doc/302209987

skeftomasteellhnika

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Retype the CAPTCHA code from the image
Change the CAPTCHA code