Τη 4η του αυτού μηνός μνήμη του οσίου πατρός ημών Γεωργίου του ομολογητού …

Ο Όσιος Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959)

Ο μακάριος Γέροντας Γεώργιος καταγόμενος από τον Πόντο γνώρισε από πολύ νωρίς την ορφάνια και την μοναξιά. Μετά από διώξεις και φυλακίσεις από το άθεο καθεστώς της Γεωργίας, φθάνει στην Ελλάδα, όπου ζώντας ασκητικά και με θερμή πίστη, χαριτώνεται ο ταπεινός και άξιος λειτουργός του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητείας.

Ο Άγιος Γεώργιος Καρσλίδης.Συμπληρώνονται εφέτος 46 έτη από την μακαρία εκδημία του αοιδίμου πατρός Γεωργίου, που γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1901. Νωρίς ορφάνεψε και την ανατροφή του ανέλαβε η ευλαβής γιαγιά του. Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του και της αδελφής του αναχωρεί με τον παππού του για το Ερζερούμ, την Θεοδοσιούπολη της Μεγάλης Αρμενίας. Ο θάνατος και του παπ πού του και η κακομεταχείριση του αδελφού του τον φέρνουν στα μέρη του Καυκάσου Μόνος, φτωχός, πονεμένος κι αναγκεμένος, συντροφευόμενος από αγίους σε όνειρα και οράματα, φθάνει στην Τυφλίδα της Γεωργίας και οδηγείται από τον εκεί επίσκοπο στην Ιερά Μονή της Ζωοδόχου Πηγής. Ενδύεται το τίμιο του μοναχού ένδυμα στην ηλικία μόλις των εννέα ετών. Θα το διατηρήσει επί μισό αιώνα.

Η κουρά του

Αγάπησε την άσκηση και την προσευχή από παιδί. Στις 20 Ιουλίου 1919 κείρεται μοναχός και από Αθανάσιος ονομάζεται Συμεών. Κατά την ώρα της κουράς του λέγεται πως οι καμπάνες σήμαιναν μόνες τους

Στην Μονή συνάντησε έναν θείο του επίσκοπο, που τον βοήθησε πνευματικά. Το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 δίωξε την Εκκλη σία, τον κλήρο και τον μοναχισμό. Μαζί με άλλους μοναχούς της μονής του φυλακίσθηκε σε μια ανήλια και υπόγεια φυλακή, απ΄ όπου περνούσαν υπόνομοι. Υπέμεινε μεγάλες και φρικτές κακουχίες με ελπίδα στον Θεό. Πολλοί αδελφοί του τελείωσαν μαρτυρικά τον βίο τους εκεί. Με την βοήθεια της Παναγίας γλύτωσε από βέβαιο θάνατο. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονήθηκε ιερεύς κι ονομάσθηκε Γεώργιος. Λειτουρ γούσε στα γεωργιανά.

Σύντομα απέκτησε φήμη διακριτικού, διορατικού και προορατικού Γέροντος. Πολύς κόσμος ερχόταν από μακριά για να γνωρίσει και να συμβουλευθεί τον νεαρό ιερομόνα χο. Το 1923 από την Τυφλίδα μεταβαίνει στο Σουχούμ. Στις συχνές θείες λειτουργίες του μνημόνευε πολλά ονόματα. Στο κελλί του μελετούσε και προσευχόταν συνεχώς Η εγκράτεια, η άσκηση, η αγρυπνία και η νηστεία ήταν αδιάκοπες. Οι προφητείες του εκπληρώνονταν Όλοι τον πλησίαζαν ως άγιο. Το 1929 καταφέρνει να έλθει στην Ελλάδα.

Άφιξη στην Ελλάδα

Δοξάζει τον Θεό για την σωτηρία του. Ο Πόντος, η Γεωργία και η Ρωσία μένουν στην μνήμη του ως τόποι αγώνων, μαρτυρίων και θυσιών. Από την Θεσσαλονίκη, όπου φθάνει στις 19 Οκτωβρίου 1929, μεταβαί νει στην Κατερίνη και στα χωριά Αλώνια και Κούκκος, Μικρό Δάσος του Κιλκίς και τέλος το 1930 στην Σίψα της Δράμας. Οι κακουχίες της φυλακής της Γεωργίας τον είχαν αφήσει ημιπαράλυτο, πολύ αδύναμο και πολλές φορές δυσκολευόταν πολύ να περπατήσει, ώστε τον σήκωναν στα χέρια, για να μετακινηθεί.

Ο Όσιος Γεώργιος γεννήθηκε το 1901 στην Αργυρούπολη του Πόντου. Φωτογραφία της ενορίας του Αγίου Γεωργίου στην Αργυρούπολη του Πόντου

Όλη η περιουσία του ήταν λίγα εκκλησιαστικά βιβλία στην γεωρ γιανή γλώσσα, ιερατικά άμφια, εικόνες και μέρος των λειψάνων της αδελφής του Άννας. Κόσμος πολύς αρχίζει να τον πλησιάζει για να βοηθηθεί. Ο φιλόθεος, φιλάγιος, φιλάδελφος και φιλάνθρωπος πατήρ κάνει παρακλήσεις, εξομολογεί και νουθετεί. Το 1938 κτίζει το μοναστηράκι της Αναλήψεως. Εκεί θα λειτουργεί, θα εξομολογεί, θα κηρύττει, θα προλέγει, θα θαυματουργεί επί μία ολόκληρη εικοσαετία. Ο ναός και το κελλί του γίνονται κολυμβήθρα Σιλωάμ για σωματικές και ψυχικές ασθένειες πολλών.

Μεταβαίνει προσκυνητής στα Ιε ροσόλυμα και το Άγιον Όρος κι έχει συναντήσεις με ιερές μορφές, που τον πείθουν να μείνει εκεί που είναι, γιατί έχει μεγάλη ανάγκη ο πιστός λαός την παρουσία και την μαρτυρία του. Το 1941 κατά θαυμαστό τρόπο σώζεται από βέβαιο θάνατο από τους Βούλγαρους, που τον είχαν συλλάβει προς εκτέλεση. Όλη η ζωή του κυλά μέσα σ΄ ένα συνεχές θαύμα. Με την βοήθεια του αγίου Νικολάου θεραπεύεται, ώστε να μπορεί κάπως ν΄ αυτοσυντηρείται.

Xάρτης της περιοχής.

Πάντα λιτός, απλός, νηστευτής, άγρυπνος, φιλάσθενος και δεόμενος. Λιγομίλητος, προσεκτικός, αυστη ρός και σοβαρός. Σε μεγάλη ανάγκη επισκεπτόταν φτωχούς κι ασθενείς. Είχε βοηθηθεί ο ίδιος κι έτσι μπορούσε να βοηθήσει και τους άλλους.

Κατά την αγία προσκομιδή μνημόνευε χιλιάδες ονόματα ζώντων και κεκοιμημένων. Μάλιστα σημείωνε ορισμένα και στο τέλος της θείας Λειτουργίας καλούσε ιδιαίτερα τους συγγενείς και τους έλεγε τα προβλήματα των ζώντων η των κοιμηθέντων και πως τέλειωσαν τον βίο τους. Καθαροί και αθώοι άνθρωποι τον έβλεπαν ως λειτουργό να μην πατά στήνγή.

Στις αναίμακτες θείες ιερουργίες ήταν φωτεινός, ειρηνικός και χαρού μενος. Συλλειτουργούσε με αγίους. «Σπάνια λειτουργώ μόνος μου», έλεγε ο Γέροντας Είχε ιδιαίτερη ευλάβεια στην Παναγία, στον Τίμιο Πρόδρομο και τον άγιο Γεώργιο! Πολλούς ασθενείς κι αναγκεμένους ανθρώπους τους έστελνε σε διάφορους αγίους και με την ευχή του γίνονταν καλά. Από ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται η αναξιότητά του, αλλά να δοξάζεται ο θεός από τους αγίους του. Τους αγίους ονόμαζε μουσαφίρηδες. Είχε την χάρη να βλέπει την ψυχική κατάσταση των εκκλησιαζομένων.

Ο Γέροντας ήταν αυστηρός τηρητής των Ιερών Καvώνων της Εκκλησίας. Δεν ήταν εύκολος σε ανεπίτρεπτες «οικονομίες». Γινόταν πιο αυστηρός στους αμετανόητους. Το λειτούργημα του Πνευματικού το είχε πολύ υψηλά και το είχε λάβει πολύ σοβαρά. Δεν ήθελε οπαδούς να τον κολακεύουν. Είχε πάντα μια διακριτική αυστηρότητα. Αποσκοπούσε συστηματικά στην ταπείνωση του εξομολογουμένου, στην αληθινή συντριβή και μετάνοια προς σωτη ρία ψυχών αθανάτων.

 

Agios Georgios Karslides 05

Κατά την κουρά του (1919) ονομάζεται Συμεών. Στην φωτογραφία το πιστοποιητικό της κουράς και της χειροτονείας του.

 

 

Ο χαρισματούχος ποιμένας

Η θερμή πίστη, η ασκητική βιοτή, η καθαρή ζωή χαρίτωσαν τον ταπεινό κι άξιο λειτουργό του Υψίστου με χαρίσματα διακρίσεως, διοράσεως, προοράσεως και προφητεί ας. Ο Θεός φώτιζε τον μακάριο Γέροντα έτσι που τα μακρινά και τα παρελθόντα να τα βλέπει ως πλησίον και παρόντα, όπως και άλλοτε τα μέλλοντα, καθώς διηγούνται με θαυμασμό πολλά πνευματικά του τέκνα. Μερικοί που αμφέβαλλαν για τα χαρίσματα του Γέροντα δεν αργούσαν, όταν τον γνώριζαν καλά, να διαπιστώσουν πως πράγματι ήταν αληθινός άνθρωπος του Θεού. Ο Γέροντας χρησιμοποιούσε τα χαρίσματα προς βοήθεια και σωτηρία των ψυχών κι όχι για να εκθέσει και ντροπιάσει ανθρώπους ή να καυχηθεί και να προβληθεί ο ίδιος. Με δάκρυα πολλά μιλούσε καθαρά για τα επερχόμενα δεινά· την κατοχή του 1940, την επιδρομή των Βουλγάρων, τον εμφύλιο πόλεμο. Διάβαζε τις καρδιές των ανθρώπων σαν ανοιχτό βιβλίο Για να διατηρείται στην ταπείνωση, μερικές φορές προσποιόταν μωρία, διά Χριστόν σαλότητα. Η αρετή θέλει πολύ κόπο για ν΄ αποκτηθεί και περισσή τέχνη για να διαφυλαχθεί.

Ο Γέροντας στο ποιμαντικό του έργο έδειχνε ιδιαίτερη προσοχή στις γυναίκες, που λόγιο του πλούσιου συναισθηματικού τους κόσμου εύκολα υπερβάλλουν στις τιμές των άλλων. Ήταν διακριτικά αυστηρός μαζί τους. Έκρυβε όμως μια καρδιά με μεγάλη αγάπη για όλους. Η ελεημοσύνη του ήταν πάντοτε μυστική. Μόλις σκοτείνιαζε έστελνε κρυφά μ΄ έμπιστους δικούς του ανθρώπους αναγκαία τρόφιμα και ρούχα στα σπίτια των φτωχών. Παρηγορούσε τους πενθούντες και φρόντιζε προ σεκτικά τους νεκρούς. Αγαπούσε τα παιδιά, τα συμβούλευε στοργικά και τους μοίραζε απλόχερα δώρα. Έκρυβε πάντα τον εαυτό του και δεν ήθελε να φαίνεται και να τιμάται. Ο Γέροντας δεν ήθελε κανένας να φύγει από το μοναστήρι νηστικός. Μαγείρευε, φούρνιζε ψωμί και μοίραζε σε όλους ευλογία. Ήταν εργατικός, ακούραστος, ελεήμων και φιλάνθρωπος.

Οι πιστοί έτρεφαν για όλα αυτά σεβασμό και αγάπη στον Γέροντα. Δεχόταν την αγάπη των τέκνων του, αλλά δεν την προκαλούσε και δεν την επιθυμούσε. Ήταν ταπεινός κι αγα πούσε ιδιαίτερα να μιλά για την αγία ταπείνωση. Ζούσε τελικά σε μια ιερή μοναξιά. Οι πολλοί των ανθρώπων δεν τον κατανοούσαν και μερικοί μάλιστα τον παρεξηγούσαν. Λίγοι μπορούσαν να καταλάβουν καλά το βάθος της πνευματικότητος του.

 

Agios Georgios Karslides 10

Ο Όσιος ως λειτουργός το 1936.

 

Η κοίμησή του

Προείδε και προείπε επακριβώς το μακάριο τέλος του. Προετοιμα­σμένος από καιρό το ανέμενε με περισσότερη προσευχή δίνοντας τις τελευταίες συμβουλές στ΄ αγαπητά πνευματικά του τέκνα. Τρεις μέρες πριν τον θάνατο του τελέσθηκε το μυστήριο του ιερού ευχελαίου. Μετάλαβε των αχράντων μυστηρίων. Συγχώρεσε, ευλόγησε κι ευχήθηκε όλους. Κοιμήθηκε στις 4 Νεομβρίου 1959. Οι τελευταίες λέξεις που ακούσθηκαν από τα χείλη του ήταν: «Της ευσπλαγχνίας την πύλην άνοιξον, ευλογημένη Θεοτόκε».

Agios Georgios Karslides 11

Ο παλαιός ναός της Αναλήψεως με τα δύο κελλία του Οσίου.

Ένα ορφανεμένο, πενθηφόρο κι απαρηγόρητο πλήθος τον ακολούθησε στην τελευταία κατοικία του, πίσω από τον ιερό ναό της Αναλήψεως, όπου λειτουργούσε επί τριάντα περίπου χρόνια. Το πρόσωπο του ήταν ειρηνικό, ιλαρό και φωτεινό. Το νεκρό του σώμα ευλύγιστο, όπως των Αγιορειτών. Τα δύο κυπαρίσσια πλάι στον τάφο του λύγισαν σαν για να τον προσκυνήσουν, όπως είχε προείπει, και πολλά πουλιά συνάχθηκαν την ώρα της ταφής του, δίχως να φοβούνται τον πολύ κόσμο. Όλοι ήταν πλέον βέβαιοι ότι κηδεύεται και θάβεται ένας άγιος, ζήτησε να τον θάψουν με τα άμφιά του, τον σταυρό του και τα λειτουργικά του βιβλία που είχε από την Γεωργία.

Agios Georgios Karslides 12

Ο όσιος με πνευματικό του τέκνο.

Νεώτερα στοιχεία περί του μακαριστού Γέροντα

Η οσιακή μορφή του Γέροντα και μετά την μακάρια κοίμησή του συνεχίζει να μιλά στις καρδιές πολλών πιστών και μάλιστα με σημεία δυνατά, να παρηγορεί κι ενισχύει ψυχές διψώντων. Η ευλάβεια όλων, που φανερώνεται με διαφόρους τρόπους και με την διήγηση της ωφέλειας, που έλαβαν από την ανάγνωση της ευρύτατα κυκλοφορούσης βιογραφίας του, είναι η καλύτερη μαρτυρία της και μετά θάνατον μυστικής προσφοράς του. Όσοι τον επικαλούνται θερμά δεν απογοητεύονται εύκολα. Απλοί, φτωχοί και άσημοι, μοναχοί και λαϊκοί, αλλά συνήθως ευσεβείς και ταπεινοί άνθρωποι, όπως ο Γέροντας, είναι οι αναγνώστες του θαυμαστού βίου του, που συγκινεί και κατανύσσει. Η δίχως έμμονη εκζήτηση ονείρων, οραμάτων και θαυμάτων, αλλά η ειρηνική και ευφρόσυνη παρουσία αυτών στους επικαλουμένους το όνομά του φανερώνει την γνησιότητα και την αξία τους.

Agios Georgios Karslides 06

Ο νεοχειροτόνητος ιερομόναχος Γεώργιος Καρσλίδης (1925).

Η μοναχή Μαρία, από Μονή της Καλαμάτας, μετά την ανάγνωση του βίου του Γέροντα, πήρε ευλογία να επισκεφθεί το μοναστήρι του. Το ταξίδι ήταν πράγματι καθοδηγούμενο από τον Γέροντα, αφού όλα ευκολύνθηκαν κι έφτασε άνετα κι αίσια στο μοναστήρι. Στον ναό που δεν λιβάνιζαν αισθάνθηκε άρρητη ευωδία και στο δωμάτιο του ξενώνα που φιλοξενείτο είδε θαυμαστό φως, που της προκάλεσαν κατάνυξη και δέος για την ουράνια επίσκεψη και την εξαίσια υποδοχή στο μοναστήρι του. Η παρουσία του Γέροντα ήταν αισθητή στον ιερό χώρο. Προσκυνώντας στο τάφο του πείσθηκε πως είχε γνωρίσει ένα μεγάλο προστάτη στην ζωή της, ένα καινούργιο μεσίτη στον Θεό και πως η Μονή φυλάγει έναν πολύτιμο θησαυρό, γι΄ αυτό και νοερά κι΄ ευγνώμονα βρίσκεται εκεί, όπως και πολλές φιλομόναχες ψυχές.

Η μητέρα του κ. Κωνσταντίνου Παπαδόπουλου, κατοίκου Σίψας, τα χαράματα της 4ης Νοεμβρίου 1959 βγήκε στην αυλή του σπιτιού της για κάποια δουλειά και αντίκρυσε θέαμα εξαίσιο. Φωτεινή στήλη κατέ­βαινε από τον ουρανό και κατέληγε πίσω από το ιερό βήμα του ναού της Αναλήψεως στο μοναστήρι. Μπήκε συγκινημένη στο σπίτι και είπε στους δικούς της: «ο Γέροντας έφυγε για τον ουρανό».

Agios Georgios Karslides 07

Οι διώξεις της Εκκλησίας από το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 και οι φυλακίσεις, τον ανάγκασαν να ΄΄ερθει το 1929 στην Ελλάδα. Φωτογραφίζεται ως λαϊκός κατ΄ανάγκη στην ηλικία των 28 ετών κατά την αναχώρησή του από την Ρωσία.

Η κ. Αναστασία Τοκμακίδου διηγείται τα εξής: «Ήθελα να κάνω σαρανταλείτουργο για την μητέρα μου στο μοναστήρι, μετά τον θάνατο του Γέροντα. Το κάναμε τέσσερις οικογένειες μαζί, για να μας στοιχί­σει πιο φθηνά, γιατί τότε ήταν φτώ­χεια. Δώσαμε τα ονόματα και άρχισε το σαρανταλείτουργο. Στο τέλος πήγαμε όλες μαζί για να διαβάσουμε το κόλλυβο. Πήγαμε το βράδυ στον εσπερινό και μετά μείναμε στον ξενώνα του μοναστηριού. Στις 12 η ώρα, ενώ ήταν παντού ησυχία κι εγώ ακόμη δεν είχα κοιμηθεί, ακούω κουδουνάκια, όπως του θυμιατού και νόμιζα ότι ήταν αρνάκι που ήταν έξω. Το πρωΐ, όταν τελείωσε ή Θεία Λειτουργία, την ώρα που πίνα­με καφέ με την Γερόντισσα Άννα, την ρώτησα αν έχουν αρνάκι με κου­δουνάκια. και μου απάντησε: «Αρνάκι δεν έχουμε, αλλά ο Γέρο­ντας ήλθε να σας θυμιάσει».

Η Γερόντισσα Άννα (Μακκαβαίου) μοναχή της Μονής, όταν με καυτά δάκρυα προσευχόταν στον τάφο του Γέροντα, την ήμερα που η σημερινή ηγουμένη (σημείωση VatopaidiFriend: νυν ήδη μακαριστή Γερόντισσα Ακυλίνα) επρόκειτο να υποστεί σοβαρή χειρουργική επέμβαση (τον Νοέμβριο του 1973), άκουσε καθαρά την φωνή του Γέροντα από τον τάφο να της λέγει: «Μη φοβάσαι Γερόντισσα, θα γίνει καλά». Τότε ένιωσε μεγάλη παρηγο­ριά και χαρά γέμισε την ψυχή της.

Πράγματι ο ιατρός ομολόγησε μόνος του ότι ένιωθε κάποιον που του οδήγησε το χέρι στην κρίσιμη στιγμή και είπε καθώς έβγαινε από το χειρουργείο πως κάποιον άγγελο έχει αυτή η ψυχή.

Agios Georgios Karslides 08

Ο όσιος Γεώργιος λίγο πριν την αναχώρησή του από την Ρωσία.

Ο κ. Κουλιάρμος Παναγιώτης διηγείται για τον γιό του Θεόδωρο τα εξής: «Όταν γεννήθηκε το παιδί μας, το 1989, τα ματάκια του τσιμπλιάζανε και του πονούσαν, δεν μπορούσε καθόλου να τα ανοίξει και ούτε έβλεπε. Σκεπτόμασταν να του κάνουμε εγχείρηση, όπως μας είπε ο γιατρός. Μία μέρα μας έδωσε μια γειτόνισσα το βιβλίο του Γέρο­ντα και το διάβασα με λαχτάρα. Εκείνο το απόγευμα το παιδί, ενώ ήταν στο κρεβάτι του, άρχισε να κλαίει δυνατά και να τρίβει τα μάτια του. Μόλις πλησίασε η μητέρα του, είδε ότι τα μάτια του άνοιξαν, ήταν καθαρά και έβλεπε. Μετά από δύο χρόνια ήρθαμε να ευχαριστήσουμε τον Γέροντα στο μοναστήρι, Το παιδάκι που ήταν δύο ετών δεν έφευγε από τον τάφο του, και ενώ είχαμε πρόγραμμα να φύγουμε τις πρωϊνές ώρες, μείναμε μέχρι το απόγευμα. Το δε παιδάκι φώναζε συνέχεια «παπούλη» και φιλούσε το καλυμμαύχι του Γέροντα από την φωτογραφία και δεν μπορούσαμε να το απομακρύνουμε από τον τάφο».

Η ευλαβέστατη, απλή και χαρισματούχος μοναχή Άννα από το Δοξάτο Δράμας, πολλές φορές έχει επισκεφθεί το μοναστήρι και παρέ­μεινε σε αυτό επί αρκετές ημέρες. Ένα πρωινό στο τέλος του Όρθρου, που τελούνταν στον ναό της Αναλήψεως, έβλεπε μπροστά της τον Μακαριστό Γέροντα ολοζώντανο και, ενώ οι αδελφές την παρακινούσαν να προχωρήσει μετά την Γερόντισσα για να προσκυνήσει τις άγιες εικόνες, αυτή στεκόταν ακίνη­τη σαν αποσβολωμένη και απορούσε, πως την προτρέπουν να προσπεράσει τον Γέροντα.

Η κ. Ιλιάδα, σύζυγος του κ. Αλεξάνδρου Όσσα, παθολόγου ιατρού στην Δράμα, ο οποίος υπήρξε προσωπικός ιατρός του Γέροντα, μας διηγήθηκε ότι αρκετά χρόνια μετά την κοίμηση του Γέρο­ντα τον είδε στον ύπνο της ολοζώ­ντανο, ενδεδυμένο με βυσσινιά χρυ­σοκέντητη ιερατική στολή, να στέκε­ται έξω από την πόρτα του σπιτιού της. Από την λαχτάρα της πετάχτηκε πάνω κι έτρεξε, ζαλισμένη ακόμη από τον ύπνο, ν΄ ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν ήταν κανείς. Είχε ξυπνήσει και ο σύζυγος της και την ρώτησε τί συνέβη. Ενώ του διηγιόταν το όνει­ρο με τον Γέροντα, αντελήφθησαν ότι στο καθιστικό, που τους χώριζε μια τζαμόπορτα, είχε ανάψει φωτιά, από το αναμμένο καντήλι. Καίγο­νταν τα ντουλάπια, οι εικόνες όμως δεν είχαν πάθει τίποτα. Την διάσωσή τους και του σπιτιού τους την θεώρησαν ως θαύμα του Γέροντα.

Ο κ. Σταύρος Πετρικεχαγιάς, που κατάγεται από το χωριό Καλό Αγρό Δράμας, βρίσκεται από το 1975 στην Πενσυλβάνια Αμερικής» διηγείται ότι τον βάπτισε ο Γέροντας και από μικρός θυμάται ότι τον δίδασκε πως πρέπει να είναι η ζωή του. Την άνοιξη του 2001, που ήλθε στην Ελλάδα, επισκέφθηκε την Μονή για να προσκυνήσει στον τάφο του νονού του, για τον οποίο έτρεφε μεγάλο σεβασμό, αγάπη και ευγνωμοσύνη, γιατί τρεις φορές τον έσωσε από βέβαιο θάνατο και πολ­λές φορές ένιωσε την προστασία τον και την θαυματουργική επέμβαση του στην ζωή του. Την πρώτη φορά» νέος ακόμη, κινδύνευσε να πνίγει στο ποτάμι και τον γλύτωσε ο αδελφός του, που παρουσιάστηκε ξαφνι­κά μπροστά του. μόλις επικαλέστηκε την βοήθεια του Γέροντα.

Agios Georgios Karslides 09

Ο όσιος Γεώργιος με την βαπτιστικιά του Αν. Τσολακίδου (7.2.1957).

Την δεύτερη φορά. όταν υπηρετούσε στο πολεμικό ναυτικό και επρόκειτο να πλεύσουν για την Ρόδο, ενώ είχαν επιβιβαστεί, την τελευταία στιγμή του άλλαξαν καράβι. Κατά τον πλου, το πρώτο καράβι βυθίστηκε και από τους 45 ναύτες οι 37 πνίγηκαν. Αυτήν την σωτηρία του πιστεύει ακράδαντα ότι την οφείλει στον πολυσέβαστο Γέροντα Γεώργιο, γιατί πάντοτε τον επεκαλείτο σε κάθε δύσκολη ενέργειά του.

Η τρίτη θαυμαστή επέμβαση του μακαριστού Γέροντα συνέβη στην Αμερική, όπου εργαζόταν κατά το έτος 1995 για την κατασκευή μεγά­λης δεξαμενής νερού. Βρισκόταν πάνω σε σκαλωσιά κι΄ έπεσαν και οι δύο κάτω στο έδαφος. Ο άλλος εργάτης έμεινε επί τόπου νεκρός. Ο κ. Σταύρος, καθώς έπεφτε με το κε­φάλι κάτω, ένιωσε κάποια στιγμή έναν να τον γυρίζει ορθό. Καθώς έπεφτε με τόση ορμή ανάμεσα στα σίδερα της σκαλωσιάς από τόσο ύψος, έτρεξαν οι συνάδελφοι του να τον βρουν κι αυτόν νεκρό. Προς μεγάλη τους έκπληξη και χαρά είδαν ότι ήταν ζωντανός. Τον μετέφεραν στο νοσοκομείο κι επί τρεις εβδομά­δες ήταν σε αφασία. Είχε πολλά κατάγματα και χρειάστηκαν σχεδόν δύο χρόνια για να αποκατασταθεί σχετικά η υγεία του. Την σωτηρία του απέδωσε στον Γέροντα. Ο αδελ­φός του μάλιστα ένα βράδυ μετά το ατύχημα είδε τον Γέροντα στον ύπνο του και του είπε: «Έγώ μόνο τον ίσιωσα, δεν πρόφτασα να τον κρατή­σω». Ο ίδιος ομολογεί ότι δεν ήταν αδυναμία του Γέροντα να τον κρα­τήσει, άλλά ότι ήταν ένα ράπισμα από τον Γέροντα η περαιτέρω ταλαι­πωρία του για να αλλάξουν πολλά πράγματα στην ζωή του. Ωστόσο του είχε μείνει κάποια δυσκολία στα γόνατα και στην μέση, ώστε δεν μπορούσε να γονατίσει καθόλου.

Το επόμενο έτος, Ιούνιος 1998, ήλθε στην Ελλάδα με σκοπό να ευχαριστήσει τον Γέροντα, γιατί πί­στευε ότι ήταν ο σωτήρας του. Μόλις αντίκρυσε τον τάφο του συγκινήθηκε κι αυθόρμητα γονάτισε για να τον ασπαστεί. Ήταν η πρώτη φορά που γονάτιζε μετά το ατύχημα. Σηκώθηκε τέλος με ευκολία, χωρίς να κρατηθεί από πουθενά.

Έκτοτε νοιώθει υγιέστατος, δίχως κανένα πρόβλημα.

Ο ίδιος κ. Σταύρος καταθέτει κάποια περιστατικά που είχε δει στο μοναστήρι όταν ζούσεο ο Γέροντας. Κατά την Θεία Μετάληψη αρνήθηκε μια φορά να κοινωνήσει μια κυρία. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας ο κ. Θεόδωρος Παυλίδης τον ρώτησε γιατί δεν την κοινώνησε και ο Γέροντας του είπε με πόνο: «είδα ένα σκυλί με ευαγγέλιο στο στόμα». Και εξήγησε: ορκίστηκε ψέματα στο δικαστήριο κι αδίκησε άνθρωπο». Κάποια άλλη φορά η θεία του ήλθε στο μαναστήρι να κοινωνήσει τα παιδιά της, ενώ τα άφησε να φάνε αυγά. Ο Γέροντας με το χάρισμά του το γνώριζε και με κανένα τρόπο δεν ήθελε να τα κοινωνήσει. Της είπε «τα τάϊσες αυγά και ήρθες να τα κοινωνήσεις;»

Agios Georgios Karslides 13

Ο τάφος του Οσίου (πριν την ανακομιδή των λειψάνων του), ο οποίος βρίσκεται στην Ιερά Μονή Αναλήψεως, Ταξιαρχών (Σίψα) Δράμας.

Δεν θα ήθελα όμως να κλείσω την παρούσα προσθήκη, δίχως να αναφερθώ σε ένα προσωπικό γεγονός. Όταν πολιός, σεβάσμιος, χαρισματούχος Αγιορείτης Γέροντας μελέτησε το βιβλίο -ας σημειωθεί ότι τον έχει εικονογραφήσει και τον τιμά από καιρό ως άγιο- και συναντηθήκαμε, με αγκάλιασε, με ασπάστηκε και μου είπε: «Μόνο για την βιογραφία που έγραψες του όσιου Γεωργίου Καρσλίδη συγχωρέθηκαν οι μισές αμαρτίες …;». Τώρα που ο Γέροντας κοιμήθηκε μπορούμε να αναφέρουμε το όνομά του. Πρόκειται για τον πνευματοφόρο Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη.

Ο Γέροντας Γεώργιος σήμερα ζει στις καρδιές όλων ως άγιος και ο τάφος του αποτελεί προσκύνημα. Η ευχή του ας μας συνοδεύει όλες τις ημέρες της ζωής μας.

 

 

«Όταν οι άνθρωποι καταλάβουν τι είναι οι επτά ουρανοί, θα λυτρωθούν» (Γερόντισσα Μαριάμ της Νέας Μονής Χίου)

Του Δ. Μυωτέρη

(…)

Μη σας φανεί παράξενο. Κι όμως η Γερόντισσα είναι ενημερωμένη για ό,τι συμβαίνει στον έξω κόσμο. Δίνει, βέβαια, τη δική της ερμηνεία. Σε ένα μεγάλο καλάθι είναι στοιβαγμένος ο τοπικός τύπος κι όχι μόνο. Διαβάζει πολύ επιμελώς τα νέα. Για ό,τι συμβαίνει αυτό το τελευταίο διάστημα στην Εκκλησία, κι ειδικά στους Αγίους Τόπους, υποστηρίζει απλοϊκότατα ότι είναι δάκτυλος του Αντιχρίστου. «Όμως επέτρεψε τα πάντα ο Κύριος γιατί δοκιμάζει τους πάντες».

Διαισθάνεται ότι υπάρχει σχέδιο των εχθρών της Ορθοδοξίας να μας κάνουν να την εγκαταλείψουμε και να γίνουμε ένα με τις άλλες Εκκλησίες. Όπως τονίζει όμως, αυτό δεν είναι αρεστό. «Εμείς από μιας αρχής πιστεύουμε το σωστό. Ό,τι δίδαξαν οι Απόστολοι. Ότι λένε οι ευχές της Ορθοδοξίας που διαβάζονται από τους ιερείς στο νάρθηκα της Εκκλησίας».

Τα ουράνια

Είναι άυλα τα Ουράνια, μας υπενθυμίζει. Μας μιλάει για τους επτά ουρανούς, που είναι από πάνω μας. «Όταν οι άνθρωποι καταλάβουν τι είναι οι επτά ουρανοί, θα λυτρωθούν».

Όλοι είμαστε καλεσμένοι από το Χριστό για να πάμε στη Βασιλεία των Ουρανών. Δεν υπάρχει θάνατος. Μόνο στο σημερινό μας σώμα φαίνεται. Θα ζήσουμε εδώ. Δεν μας εμποδίζει κανένας να φάμε και να πιούμε ό,τι είναι ευλογημένο».

Η φιλοσοφία της

Μας υπενθυμίζει κάτι που είναι μια ολόκληρη φιλοσοφία. «Η γέννα είναι ευλογημένη από το Θεό. Γεννιέται το παιδί, παπάς το διαβάζει. Γίνεται σαράντα ημερών, το πάνε στην Εκκλησία. Τα αγοράκια στην Αγία Τράπεζα, τα κοριτσάκια στο εικόνισμα της Παναγίας. Η Εκκλησία ευλογεί βάπτισμα, κοινωνία, στεφάνωμα.

Όταν κάποιος γεννιέται, είναι και τα λεπτά που θα ζήσει γνωστά και μετρημένα. Λένε όταν χτυπήσει κάποιος, όταν πεθαίνει, ότι δεν πρόλαβε να κάνει πολλά. Κι όμως, έκανε ό,τι ήταν γραμμένο να κάνει. Την ώρα του θανάτου γίνεται ο απολογισμός της εγκόσμιας ζωής και κλείνει το επίγειο ταμείο».

Οι… φευγάτοι

Χαρακτηρίζει το σημερινό κόσμο πολύ φευγάτο. Ιδιαίτερα τους νέους που, όπως λέει, νομίζουν οι περισσότεροι ότι ο Χριστός ήταν άνθρωπος σαν κι εμάς. «Ό,τι λένε οι Πατέρες κι οι 7 Σύνοδοι είναι αληθινά. Το πιστεύω μας, τα ευαγγέλια είναι η πίστις μας η αληθινή, η Ορθοδοξία».

Δεν διστάζει να τα βάλει και με τις τελετές της Ολυμπιάδας. «Δεν μπορούν σήμερα να καταλάβουν το λάθος που κάνουν. Ακόμη και στην Ολυμπιάδα ήταν όλες οι τελετές ειδωλολατρικές. Επικαλούνταν τον Απόλλωνα οι ιέρειες στην Ολυμπιάδα. Εγώ πήρα τηλέφωνο και το Δήμαρχο και το είπα. Ήταν λάθος ο τόσο εκτεταμένος ειδωλολατρισμός. Η Ορθοδοξία έλειπε από παντού».

Τονίζει ότι όλα αυτά δεν καλαρέσουν του Χριστού μας. «Γι’ αυτό έχουν γίνει όλα άνω κάτω. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο Κύριος λέει ότι ούτε μία τρίχα από την κεφαλή μας δεν πέφτει, ούτε ένα στρουθίον από τη στέγη, αν δεν το ξέρει, αν δεν το εγκρίνει ο επουράνιος Πατήρ μας. Αρνηθήκαμε και πάλι το Χριστό, αναδείξαμε τον Απόλλωνα πάλι, επικαλεστήκαμε τη φλόγα, κι η φλόγα έφερε στη συνέχεια όλα τα προβλήματα. Ακόμη και της Εκκλησίας τα πρόσφατα. Όλη την ανακατωσούρα. Παπάδες, Δεσποτάδες, Πατριάρχες ανακατεύτηκαν κι η Εκκλησία κλονίστηκε.

Όλοι οι χριστιανοί Ορθόδοξοι που έρχονται εδώ, μου λένε ότι μιλάω σωστά. Όμως, όλοι τρέχανε πίσω από τη φλόγα. Άλλοι από περιέργεια, άλλοι από μισαλλοδοξία. Κραυγάζανε. Δεν εννοούν να καταλάβουν ότι όλοι είμαστε θνητοί. Κι οι πρωταθλητές πόσο θα ζήσουν; Και τα αρχαία χρόνια υπήρχαν πρωταθλητές. Ζει κανένας; Πόσοι τους γνωρίζουν; Έχουν μείνει όμως στην ιστορία κι είναι γνωστοί όσοι αγωνίστηκαν για την πίστη και την πατρίδα».

Η Βασιλεία των ουρανών

Μας οδηγεί εκείνη όπου θέλει. Μας περνάει σε άλλες σφαίρες. Ισχυρότατη προσωπικότητα.

«Πρέπει με κάθε τρόπο να κερδίσουμε μία θέση στη Βασιλεία των Ουρανών Είπε ο κύριος ότι καλεί τους πάντες στη σωτηρία, δεν καλεί μόνο τους εκλεκτούς. Καλεί τους πάντες. Το διαβάζουμε κάθε ώρα και στιγμή, εν παντί καιρώ.

Ο Χριστός είναι ζωντανός κι είναι ανάμεσά μας. Είναι ολοφάνερος. Εγώ τον είδα ολοφάνερο. Τον είδα πάνω από το κελί μου. Είχε τη λάμψη του φεγγαριού, το τετράγωνο πλαίσιο μέσα στο οποίο καθόταν. Είχε ένα γαλήνιο πρόσωπο, τόσο που δεν το έχει αποδώσει καμία εικόνα, σαν τον Άγιο Μαντήλιο. Γαλήνη ξεχυνόταν από το πρόσωπό του, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα αξέχαστο που με κοίταξε… Σαν ακτίνες κατέβαιναν κάτι φωτεινές λάμψεις προς εμένα, σαν να μου έλεγε, μην αμφιβάλλεις ότι είμαι ζωντανός. Όποιος πιστεύει δεν αμφιβάλλει.

Κάποιοι που αμφισβητούν την παρουσία του, λένε γιατί ο Χριστός επιτρέπει να γίνονται σεισμοί, λιμοί, καταποντισμοί; Αυτά τα κάνουν οι αμαρτίες μας. Οι Άγιοι Πατέρες μου λέγανε παλιά ότι η ψυχή που πηγαίνει πάνω από τέτοια γεγονότα, δεν παθαίνει τίποτα. Πηγαίνει ίσια στους ανοικτούς ουρανούς».

Υψώνει τη φωνή και τονίζει ότι πρέπει να σωθούν η πίστη, η ορθοδοξία κι η ελληνική γλώσσα. Θυμάται ένα περιστατικό μέσα στο ναό, το ζωσμένο με τις σκαλωσιές. «Ήλθαν δύο ξένοι. Νόμιζα ότι δεν θα συνεννοηθώ μαζί τους. Ξαφνικά μου λέει ο ένας: «Ανέλθω εις κλίμακαν;» «Ουχί» του λέει ο άλλος και του κάνει νόημα ότι δεν επιτρέπεται. Οι ξένοι ξέρουν αρχαία ελληνικά και κάποιοι Έλληνες θέλουν να τα καταργήσουν. Χωρίς αρχαία Ελληνικά τι θα γίνει; Θα καταργήσουν τα Ευαγγέλια, τις Αγίες Γραφές;» Και στο τέλος προσθέτει: «Εγώ είμαι μία αγράμματη και ζητάω συγνώμη για ό,τι λέω και όπως τα λέω. Είμαι του Δημοτικού και μιλώ από την καρδιά μου».

Η χάρη του Αγίου Πνεύματος

Μας εξήγησε και το γιατί κατά την άποψή της καλόγεροι και καλόγριες πηγαίνουν και ζουν στα μοναστήρια και προσπαθούν με νηστεία και προσευχή να κατεβάσουν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Το Άγιο Πνεύμα, η αγιοσύνη, σώζει την ψυχή τους. «Οι άνθρωποι τρέχουν στα μοναστήρια στενοχωρημένοι και θλιμμένοι και φεύγουν ανακουφισμένοι. Γιατί η χάρη του Αγίου Πνεύματος κατεβαίνει. Κι όταν κατέβει σκιάζει το μοναστήρι και με αυτήν τη δύναμη θαυματουργούν οι εικόνες. Έρχονται λαϊκοί και κάνουν παρακλήσεις, αφήνουν τάματα. Όλα αυτά είναι πόνος και δύναμη ψυχής. Είναι πίστη και αγάπη. Δίνουν και εισπράττουν αγάπη.»

Τα λεφτά

Η γερόντισσα δεν αποφεύγει τις κακοτοπιές. Έτσι, δεν αποφεύγει να μιλήσει με το δικό της τρόπο και για υλικά βάσανα της Εκκλησίας. «Λένε ότι οι παπάδες κι οι Δεσποτάδες έχουν πολλά λεφτά. Τους κατηγορούν γι’ αυτό». Εκείνη το αντιστρέφει, και λέει το άλλο. «Εσείς οι λαϊκοί, γιατί πάτε και τους τα δίνετε; Έρχονται άνθρωποι, που ενώ παπάς αρνείται να πάρει τα δώρα τους, πιέζουν πολύ και παρακαλούν να τα πάρουν, γιατί λένε ότι αλλιώς δεν θα πιάσει το τάμα. Και μετά πολλοί από αυτούς βγαίνουν και κατηγορούν τους παπάδες γιατί παίρνουν λεφτά».

Με υπερηφάνεια λέει, ότι στη Νέα Μονή δεν παίρνει κανένας χρήματα. Συμβουλεύει μάλιστα όλους όσους συμμετέχουν σε τέτοιες διαδικασίες, «να τα βάλουν όλα κάτω πια, να τα βρουν, να τα μαζέψουν και να χτίσουν το τάμα που έχουν κάνει».

Από Την Εφημερίδα «Πολίτης» Της Χίου

01/08/2005
Πηγή: http://ahdoni.blogspot.com/2011/04/ariam.html
diakonima.gr

 

 

Όταν το Πάσχα πέφτει … Νοέμβριο!

Μικρές ιστορίες του χθες και του σήμερα
Κυριακή πρωί, ώρα εφτάμιση.
Η ειδοποίηση από το κινητό τού θύμισε ότι έπρεπε να σηκωθεί. Η ζεστασιά της κουβέρτας δεν τον βοηθούσε. Πάτησε την αναβολή και γύρισε πλευρό. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν δέκα λεπτά. Το κινητό ξαναχτύπησε. Σηκώθηκε εκνευρισμένος.

Οι γονείς έλειπαν, είχαν πάει στο χωριό τους. Τους υποσχέθηκε ότι θα πήγαινε σήμερα στο μνημόσυνο ενός γείτονα, εκπροσωπώντας όλη την οικογένεια. Τα βαριέται αυτά τα τυπικά, τα δήθεν, τα «είναι υποχρέωσή μας να πάμε», αλλά τώρα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς.

Ντύθηκε βιαστικά και μπήκε στο αυτοκίνητο. Το μνημόσυνο θα γινόταν σε μια εκκλησία των νοτίων προαστίων. Στους λεφτάδες. Δεν είχε ιδέα από αυτές τις γειτονιές. Έβαλε σε λειτουργία το GPS και ακολούθησε τις οδηγίες της εικονικής συνοδηγού του.

Έφτασε γύρω στις οχτώμιση έξω από το ναό, ακριβώς στην ώρα που έλεγε το αγγελτήριο. Υπολόγιζε να ξεμπερδέψει κατά τις εννιά.

Μπήκε, άναψε ένα κερί και ρώτησε τον κύριο που καθόταν πίσω από το παγκάρι «Τι ώρα θα τελειώσει;». Τον κοίταξε απορημένος εκείνος. «Κατά τις δέκα συνήθως τελειώνει η Λειτουργία. Έχουμε και μνημόσυνο σήμερα … Υπολογίστε γύρω στις δέκα και μισή».  Την πάτησε! Θα πρέπει τώρα να περιμένει δυο ώρες.

Σκέφτηκε προς στιγμήν να γυρίσει πίσω. Προχώρησε εκνευρισμένος και στάθηκε δίπλα σε μια κολώνα στο πίσω μέρος του ναού. Χάζεψε κάμποση ώρα τον κόσμο που έμπαινε, ύστερα κοίταξε έναν – έναν τους Αγίους που ήταν ζωγραφισμένοι στον απέναντι τοίχο. Μετά κοίταξε στα κλεφτά το κινητό του, μα ντράπηκε να μπει στο ίντερνετ. Πέρασε η ώρα.

Κάποια στιγμή βγήκε ο παπάς στην Ωραία Πύλη και οι ψαλτάδες σταμάτησαν. «Ωραία, θα ξεκινήσει το μνημόσυνο» σκέφτηκε. Έκανε λάθος. Ο παπάς άρχισε να εξηγεί το Ευαγγέλιο. Με ήρεμη φωνή. Ήταν όμως, τόσο ήσυχα που ακουγόταν ως πίσω.

Με απλά λόγια μίλησε για την περικοπή και μετά ήρθε στο σήμερα. Χωρίς ξύλινη γλώσσα, χωρίς αρχαιοπρεπείς εκφράσεις, βερμπαλισμούς και ηθικολογίες. Τέντωσε το κεφάλι του δεξιά – αριστερά για να τον δει πιο καλά. Τον έκοψε γύρω στα σαρανταφεύγα. Τα μάτια του καρφωμένα στη γη. Η φυσιογνωμία του ήρεμη.

Χωρίς να το πολυκαταλάβει, παρακολουθούσε με προσοχή κάθε του λέξη, κάθε του φράση. Ο παπάς τελείωσε με ένα περιστατικό από την τρέχουσα επικαιρότητα και έκλεισε το ολιγόλεπτο κήρυγμα με τους στίχους του αγαπημένου του ποιητή! Αυτό το τελευταίο δεν το περίμενε με τίποτα. Του άρεσαν πολύ αυτοί οι στίχοι. Ήταν το μότο του. «Ο τύπος είναι από το δικό μας club!» σκέφτηκε με ενθουσιασμό.

Από κείνη την ώρα δεν πήρε τα μάτια του από πάνω του. Κουνούσε το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά για να τον έχει πάντα μέσα στο πλάνο. «Ὁ εὐλογῶν τοὺς εὐλογοῦντας σε Κύριε …». Ο παπάς είχε στραφεί τώρα στην εικόνα του Χριστού και το βλέμμα του ήταν αλλού, πέρα και πάνω από τον κόσμο γύρω του.

Σε λίγα λεπτά ξεκίνησε η ακολουθία του μνημοσύνου.  Ο παπάς τόνιζε μια – μια κάθε λέξη, λες και το έλεγε για πρώτη φορά, λες και ήταν συγγενής του ο γείτονάς τους. Κι ύστερα λίγο πριν το Δι’ εὐχῶν είπε με δυο φράσεις για το πώς και το γιατί γίνονται τα μνημόσυνα.

Ο περισσότερος κόσμος κινήθηκε προς την έξοδο για να πάρει αντίδωρο και κόλλυβα. Κάποιοι πήγαν προς την Ωραία Πύλη για να πάρουν αντίδωρο από το χέρι του ιερέα. Τους ακολούθησε μηχανικά, τελευταίος στη σειρά. Έφτασε διστακτικά. Ο παπάς τον κοίταξε και τα μάτια του ξεχείλιζαν αγάπη. Πήρε το αντίδωρο και στάθηκε αμήχανος. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα και είπε διστακτικά «Μπορώ να σας μιλήσω;». «Περίμενε, να καταλύσω και τα λέμε» του είπε χαμογελαστά ο παπάς.

Κανόνισαν να τα πούνε την άλλη μέρα το απόγευμα. Όλη η Κυριακή πέρασε με την προσμονή της Δευτέρας. Ξεκίνησε νωρίς. Για να φτάσει πιο γρήγορα πήρε την μοτοσυκλέτα. Έφτασε μισή ώρα νωρίτερα. Κλείδωσε τη μηχανή και κατέβηκε πέντε σκαλιά. Βρέθηκε στην ημιυπόγεια αίθουσα του ναού. Στο βάθος δεξιά ήταν μια τζαμένια πόρτα που έγραφε «εξομολογητήριο».

Δεν είχε σκοπό να εξομολογηθεί.  Ήθελε να μιλήσει μόνο. Είχε πολλά χρόνια να βρει άνθρωπο πρόθυμο να τον ακούσει. Όλοι γύρω είναι έτοιμοι να πούνε τη γνώμη τους, να δώσουν συμβουλές, μα μόλις τους πεις δυο πράγματα που σε απασχολούν, βιάζονται να κατεβάσουν ρολά.

Περίμενε γύρω στο μισάωρο όταν μπήκε μέσα μια νεαρή κυρία. «Τον παππούλη περιμένετε;» του είπε ευγενικά. «Ναι» της είπε, χωρίς να την κοιτάξει. «Πήρε τηλέφωνο και ζητά συγγνώμη. Η πρεσβυτέρα μπήκε στο Μαιευτήριο πριν από λίγο. Πάρτε το τηλέφωνό του να συνεννοηθείτε» συνέχισε εκείνη. «Ευχαριστώ» μουρμούρισε εκείνος. Βγήκε άκεφος από την υπόγεια αίθουσα, ανέβηκε τα σκαλάκια και το βλέμμα του έπεσε στο παρμπρίζ της μηχανής. «Να πάρει!» μουρμούρισε. Είχε αφήσει αφηρημένος τη μηχανή πάνω στη διάβαση πεζών και η Δημοτική Αστυνομία του έκοψε κλήση.

Γύρισε αρκετά εκνευρισμένος σπίτι. Δεν ήταν προληπτικός, αλλά μια η γέννα της παπαδιάς, μια η κλήση της Αστυνομίας, φοβόταν πως η συνάντηση με τον άγνωστο παπά «δεν τον ήθελε».  

Κανόνισαν νέα συνάντηση σε δυο μέρες. Η ίωση όμως, που τον έπιασε ξαφνικά είχε … αντίθετη γνώμη. Όλα κόντρα! Τελικά κατάφερε να πάει ύστερα από μια βδομάδα, με αρκετές αμφιβολίες και λιγότερη διάθεση από την πρώτη φορά.

Λίγο πριν φύγει από το σπίτι σκέφτηκε να βγάλει το μαύρο κρίκο που είχε στο δεξί αυτί. Άλλαξε αμέσως γνώμη. «Αν είναι να με δεχτεί, ας με δεχτεί έτσι όπως είμαι» είπε σιγανά και ανασήκωσε τα μανίκια. Ένα tattoo με δυο δράκους ξεπρόβαλλε κάτω από το ύφασμα της μπλούζας. Το είχε χτυπήσει ψηλά στο μπράτσο, ώστε να μπορεί να το κρύβει -μαζί με το σκουλαρίκι- από το περιβάλλον της δουλειάς του, ένα περιβάλλον comme il faut, για φιλόδοξους golden boys σαν κι εκείνον.

«Συγγνώμη, χίλια συγγνώμη, σε ταλαιπώρησα!» είπε ο παππούλης. «Μα, δεν φταίτε σε κάτι. Μην ζητάτε συγγνώμη» του είπε. «Έτσι, αισθάνομαι» απάντησε αφοπλιστικά ο παππούλης. Δεν το συνέχισαν. Είχαν τόσα πολλά να πουν. Απορίες, αγωνίες, σκέψεις, όλα ανακατεμένα. Κι ο παππούλης άκουγε υπομονετικά, χωρίς να διακόπτει. Όταν μίλησε στο τέλος, τον ξάφνιασε. Ήξερε μουσικά ρεύματα, συγκροτήματα, ταινίες, πρόσωπα, ήταν για τα πάντα ενημερωμένος. Και δεν του φαινόταν. Πέρασε μία ώρα χωρίς να το καταλάβει. Κανόνισαν να τα πουν κι άλλη φορά την επόμενη βδομάδα.

Μέχρι να έλθει η επόμενη φορά προσπάθησε να κάνει μια έρευνα μέσω … ίντερνετ. Γκούγκλαρε το όνομα του παππούλη. Έψαχνε κάθε στοιχείο, κάθε εικόνα που θα του έδιναν έστω και την παραμικρή λεπτομέρεια για το πρόσωπο που μπήκε ξαφνικά και απρόσμενα στη ζωή του. Μάταιος κόπος. Όλο αυτό το παράλληλο διαδικτυακό σύμπαν που έχει μπει δυναμικά στη ζωή μας και δίνει αμέτρητες πληροφορίες για το πώς ζει και κινείται ο καθένας, δεν μπορεί όχι μόνο να εντοπίσει αλλά ούτε να υποψιαστεί έστω και ίχνος εσωτερικής ζωής.

Η επόμενη συνάντηση έγινε μετά από είκοσι μέρες. Πάλι ήρθαν αναποδιές που του ’κοψαν το δρόμο προς τα νότια προάστια. Προσπάθησε να μην ενδώσει στη σκέψη ότι το σύμπαν συνωμοτούσε στο να μην πάει ξανά στον παππούλη. Όταν μπήκε στο εξομολογητήρι τον βρήκε με τρία χαριτωμένα παιδάκια να συζητούν με οικειότητα. «Πάμε μπαμπά, τα λέμε το βράδυ» είπε το μεγαλύτερο φεύγοντας.

«Τρία και ένα το νεογέννητο, τέσσερα παιδιά. Χαρά στο κουράγιο του …» σκέφτηκε. Και συνέχισε μεγαλόφωνα «Πολύτεκνος ε; Να σας ζήσουν!». «Ευχαριστώ, αυτά είναι τα μικρότερα» είπε ο παππούλης και βλέποντας την έκπληξη στο πρόσωπο του συνομιλητή του διευκρίνισε «… μαζί με το νεογέννητο είναι δέκα».

«Τι; Δέκα;» πετάχτηκε εκείνος ξαφνιασμένος, αλλά ο παππούλης δεν έδωσε συνέχεια στην κουβέντα. Είπαν άλλα, πιο … ενδιαφέροντα: για τη δουλειά του, για το μεταπτυχιακό που έκανε στην Αμερική, για διάφορα.

Έφυγε για το σπίτι, μα ο νους του ήταν κολλημένος στα δέκα παιδιά. «Εμ, έτσι εξηγείται πώς βρέθηκε ο παπάς στα νότια προάστια. Εκεί είναι τα φράγκα. Ένας αγιασμός για τη σύζυγο του βουλευτή που έχει μεταφυσικές ανησυχίες, ένα ευχέλαιο για τους υπέργηρους γονείς του τάδε βιομήχανου, άσε τις βαφτίσεις και τους γάμους … Ποιος ξέρει πόσα θα βγάζει το μήνα… Όλα μαύρα!» σφηνώθηκε η σκέψη μέσα του και τον έκανε κομμάτια. Στη ζωή του είχε προδοθεί πολλές φορές από δήθεν ακέραιους ανθρώπους. Δεν ήθελε να την πάθει άλλη μια φορά. Όλη τη βδομάδα δεν μπόρεσε να ξεκολλήσει αυτή τη σκέψη από το μυαλό του. Μόνο όταν ήρθε η ώρα να ξαναπάει στην εκκλησία, βρήκε το κουράγιο να πει στον εαυτό του «Αυτά τα μάτια, τα καθαρά αποκλείεται να λένε ψέματα».

Αυτή τη φορά δεν κατευθύνθηκε στο γνωστό χώρο του εξομολογητηρίου. Βρέθηκε, καλεσμένος από τον παππούλη, σε μια νεανική συντροφιά, εκεί στο υπόγειο της εκκλησίας. Γύρω – γύρω κάθονταν καμιά εικοσαριά φοιτητές και νέοι επιστήμονες, αγόρια και κορίτσια και κάπου ανάμεσα ο παππούλης.

Πρώτη φορά βρέθηκε σε τέτοιο περιβάλλον. Του συστήθηκαν όλοι με αυθόρμητη ευγένεια και καλοσύνη, σαν να τον ήξεραν καιρό. Ύστερα ήρθε κι άλλη έκπληξη. Οι περισσότεροι ήταν σπουδαγμένοι. Κάποιοι μάλιστα με βαριά χαρτιά. Από ΜΙΤ και πάνω. Τώρα ήταν που ένιωσε τόσο, μα τόσο χαζός που κοκορευότανε στη γειτονιά του στο Γαλάτσι ότι ήταν διπλωματούχος του ΕΜΠ με μεταπτυχιακό στη ΝΥ. Αυτοί εδώ με το ζόρι έλεγαν τα τυπικά τους προσόντα. Έδειχναν όλοι ισότιμοι. Οι απόφοιτοι Λυκείου δίπλα στους αποφοίτους του Harvard. Κι ο παππούλης μέσα σε όλα. Όντας απόφοιτος Μαθηματικού και Θεολογικής, μιλούσε με τους πάντες για τα πάντα.

Αυτό όμως, που τον σόκαρε ήταν μια κουβέντα που έκαναν στο τέλος για κάποιον που είχε ανάγκη. Στην αρχή δεν καταλάβαινε τι έλεγαν, από τα συμφραζόμενα όμως, έπιασε ότι ο παππούλης δεν έπαιρνε μία από τυχερά! Αυτό το ήξεραν οι πάντες στην ενορία, χρόνια τώρα. Κι όταν κάποιος επέμενε πολύ, του έλεγε «Κράτα τα χρήματα κι όταν χρειαστούν, θα σου πω». Μόλις λοιπόν, εμφανιζόταν κάποια περίπτωση ταλαίπωρου ανθρώπου με οικονομικά προβλήματα, τσουπ!, ο παππούλης ειδοποιούσε τον κύριο και έτσι τα τυχερά γινόταν ελεημοσύνη. Κρυφή ελεημοσύνη, όχι με ντουντούκες ούτε με αποδείξεις για απαλλαγή από την εφορεία! Πόσο ντράπηκε που αδίκησε με το νου του τον παππούλη!

Και τότε, πώς μεγάλωνε δέκα παιδιά μόνο με το μισθό το δικό του και της παπαδιάς; Κι έδειχναν τόσο ευτυχισμένα τα μικρούλια που είχε δει. Σαν σκηνή από το Μικρό σπίτι στο λιβάδι ήταν. Την απορία του την έλυσε ο ίδιος ο παππούλης πολύ καιρό μετά, όταν σε κάποια συνάντηση τού είπε «Τα πάντα τα αφήνουμε στο Θεό. Εκείνος βρίσκει τη λύση. Μόνο που τη δίνει στο τελευταίο δέκατο του δευτερολέπτου. Την ώρα που αιωρούμαστε στο κενό, χωρίς φως στο τούνελ. Έτσι, για να δούμε καθαρά ότι ήταν δική Του παρέμβαση».

Ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του όταν μια κοπελιά τού είπε χαμογελαστά «Θα σε βλέπουμε τώρα που είσαι στη συντροφιά μας. Κοντά στον πνευματικό μας». Πήγε να της πει. Ο παππούλης ήταν δικός τους πνευματικός, όχι δικός του. «Όχι ακόμα!» διόρθωσε με το νου του. Γιατί πολλές φορές είχε βρεθεί ένα τσακ πριν από το πετραχήλι και έκανε πίσω. Ο παππούλης περίμενε όλο αυτόν τον καιρό υπομονετικά, χωρίς να τον πιέσει, χωρίς ούτε καν να υπαινιχτεί κάτι.

Γύρισε απότομα πίσω. «Πάτερ, να σας δω για λίγο;» είπε έντονα. Ο παππούλης τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και δεν μίλησε. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. «Έλα» του έκανε νόημα. Μπήκαν στο εξομολογητήρι. Βγήκε μετά από εβδομήντα πέντε λεπτά. Τότε πρόσεξε ότι ο παππούλης έδειχνε πολύ κουρασμένος. Η ώρα ήταν 10:25. Από τη μια ένιωθε ενοχές που έφαγε πολύτιμο χρόνο από την ξεκούραση του παππούλη και την οικογένειά του. Από την άλλη, το φτερούγισμα που ένιωθε μέσα του τον έκανε να πετάει.

Προθυμοποιήθηκε να πάει τον παππούλη στο σπίτι του, ένα διαμέρισμα σε μια παλιά πολυκατοικία. Τότε έμαθε πως δεν οδηγούσε, αν και στα νιάτα του είχε ένα κάμπριο και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι φίλοι του περίμεναν να τον δουν να κάνει σλάλομ στην παραλιακή.

Φτάνοντας στο σπίτι του -περασμένα μεσάνυχτα- ένιωθε τόσο έντονα τη γλυκιά επίγευση των συμβάντων της ημέρας. Ήταν τόσο δυνατά τα συναισθήματα, που περίμενε από τώρα την επόμενη φορά που θα πήγαινε για εξομολόγηση. «Άραγε κάπως έτσι να νιώθουν αυτοί που πρωτοταξιδεύουν με την παραμύθα και θέλουν να ξαναδοκιμάσουν;» σκέφτηκε και ντράπηκε μονομιάς με την παρομοίωση που σκάρωσε το μυαλό του.

Πήγε ξανά και ξανά στο γνωστό και αγαπημένο του υπόγειο της εκκλησιάς. Στην αρχή δειλά και άτσαλα εξιστορούσε τα παραπατήματα και τις στραβοτιμονιές. Με πολλές δικαιολογίες και με ακόμα περισσότερη  ντροπή. Όσο περνούσε ο καιρός, έμπαινε πιο συνειδητά στο μυστήριο. Κι ο παππούλης έβλεπε τις πληγές που πυορραγούσαν και έπιανε το νυστέρι για να τις καθαρίσει. Με λεπτές, προσεκτικές κινήσεις. Και, τι απίστευτο! Αυτή η επέμβαση, η χωρίς αναισθητικό δεν τον πονούσε. Του ’δειχνε τις πληγές, χωρίς να τον ρίχνει στην απελπισία. Του έβγαζε το σάπιο μέρος και τον γέμιζε ελπίδα.

Ένα βράδυ, παραμονή του Αγίου Φιλίππου γινόταν αγρυπνία στο ναό. Είχε ετοιμαστεί να κοινωνήσει. Για πρώτη φορά, ύστερα από πολλά χρόνια. Κανένα φως δεν ήταν αναμμένο μέσα. Μόνο τα κεριά από τα μανουάλια και τα καντήλια έφεγγαν. Τα στασίδια κι οι καρέκλες ήταν γεμάτα από νέους, παιδιά, οικογένειες. Στο ψαλτήρι ήταν ένας από την παρέα του «κύκλου», έτσι έλεγαν τη συνάντησή τους. Βγήκε από το ναό στη μία και τέταρτο. Καβάλησε τη μηχανή, φόρεσε τα γάντια και το κράνος και χάθηκε στην παραλιακή. Ήταν τόσο όμορφη η νύχτα. Τα αστέρια από πάνω φώτιζαν σα μικρά καντηλάκια. Ο θαλασσινός αέρας τον χτυπούσε στο λαιμό και το θώρακα και ακουγόταν σα γλυκιά μελωδία. Άθελά του άρχισε να ψέλνει. Στην αρχή ψιθυριστά κι ύστερα πιο δυνατά. «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν …».

Ανέβηκε τη Συγγρού και πριν φτάσει στη διασταύρωση με τη Βουλιαγμένης είδε από μακριά να ανάβει το πορτοκαλί. Έκοψε και περίμενε να ανάψει το πράσινο. Δίπλα του σταμάτησε ένα τζιπάκι. Μέσα χαχάνιζαν δυο ζευγάρια. Ήταν προφανές ότι γύριζαν από διασκέδαση. Κάποια στιγμή ο τύπος που ήταν στο τιμόνι τέντωσε το αυτί του και … έπιασε τις ψαλμωδίες. Έκανε νόημα στους άλλους που κοίταζαν στην αρχή περίεργα και μετά ήταν έτοιμοι να ξεκαρδιστούν στα γέλια. Ο οδηγός τού φώναξε περιπαιχτικά «φέτος το Πάσχα πέφτει Νοέμβριο!». Ο συνεπιβάτης από το πίσω κάθισμα κατέβασε γρήγορα το τζάμι και είπε χασκογελώντας «και πού να σφίξουν οι ζέστες φίλε!». Τους κοίταξε ήρεμα. «Οι ασύμβατες ευθείες δεν συναντιούνται πουθενά στο χώρο, έτσι δε μάθαμε στη Γεωμετρία;» σκέφτηκε.  «… Καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος!»

Το φανάρι άλλαξε χρώμα. Γκάζωσε και πήρε τη στροφή για το Σύνταγμα. Το κοντέρ έδειχνε 80 χλμ/ώρα. Η ψυχή του όμως, είχε σπριντάρει πιο πολύ. Προσπερνούσε και τον πιο γρήγορο οδηγό της Formula 1, σε μια φωτοθύελλα χαράς και ειρήνης.
Κρ. Π.
https://amfoterodexios.blogspot.com/