H Θεολογία των μνημοσύνων. Γιατι τελούνται τα 3ήμερα και τα 9μερα μνημόσυνα

Σχετική εικόνα

Όλοι σχεδόν έχουμε πάει σε μνημόσυνο συγγενικού ή προσφιλούς μας προσώπου. Πόσοι όμως γνωρίζουν ποιος είναι ο πραγματικός σκοπός του;

Οι περισσότεροι τελούν τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων καθαρά από λόγους παράδοσης. Τα μνημόσυνα είναι άρρηκτα δεμένα με τη Θεολογία της Ορθοδοξίας για τη ζωή μετά το θάνατο.

Στην Ορθόδοξη Παράδοση έχουμε τέσσερα μνημόσυνα. Το τριήμερο, το εννιαήμερο, το σαρανταήμερο και το ετήσιο μνημόσυνο. Όλα δημιουργήθηκαν για να βοηθήσουν στο ταξίδι της ψυχής από τη γη στον ουρανό.

Ποιό είναι όμως αυτό το ταξίδι; Αρχίζει λίγο πριν πεθάνει ο άνθρωπος όταν βλέπει άτομα που γνωρίζει, αλλά έχουν φύγει από τον κόσμο αυτό, γύρω του. Αυτό γίνεται κατά Θεία Οικονομία για να καταλάβει ο ψυχοραγών ότι έφτασε η ώρα που θα συναντήσει τον Δημιουργό του Κόσμου.

Όταν τελικά ο άνθρωπος πεθαίνει χωρίζεται η ψυχή από το σώμα. « Οίμοι, οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζομένη εκ του σώματος » λέει ένα ιδιόμελο της Νεκρώσιμης Ακολουθίας για να δείξει ότι ο πραγματικός αγώνας τώρα αρχίζει για την ψυχή.

Εκείνη τη στιγμή τη ψυχή παραλαμβάνει ο Φύλακας Αγγελός της. Όταν χωρίζεται από το σώμα και καταλάβει ότι φεύγει από τα άτομα που αγαπά πλημμυρίζει από θλίψη.

Τις δυο πρώτες ημέρες η ψυχή μαζί με τους αγγέλους γυρίζει στους τόπους όπου έζησε και ειδικά εκεί όπου έπραξε καλά έργα. Εκείνη θα μας βλέπει, θα μας μιλάει αλλά εμείς ούτε θα μπορούμε να τη δούμε, ούτε να της μιλήσουμε.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός περιγράφει στη Νεκρώσιμη Ακολουθία έξοχα την κατάσταση της ψυχής εκείνη την ώρα « Πρός τους ανθρώπους τα χέρια απλώνει, και κανείς δεν τη βοηθά. ».

Την τρίτη ημέρα από το θάνατο η ψυχή αρχίζει τη πορεία προς τον ουρανό για να κριθεί από το Θεό. Την ημέρα αυτή οι συγγενείς τελούν το τριήμερο μνημόσυνο για δύο λόγους.

Πρώτος λόγος είναι, επειδή όπως αναφέραμε νοιώθει η ψυχή λύπη που αφήνει τα εγκόσμια, αυτή τη μέρα οι άγγελοι την ανακουφίζουν από αυτήν. Δεύτερος λόγος και σημαντικότερος είναι ότι η ψυχή στην πορεία της προς τις ουράνιες μονές θα συναντήσει τα φοβερά τελώνια.

Τα τελώνια είναι « εξειδικευμένοι » δαίμονες θα τους ονομάζαμε που έχουν ως στόχο τους να εμποδίσουν την ψυχή να φτάσει στον ουρανό. Οι τρόποι με τους οποίους θα σταθούν εμπόδιο στην ψυχή είναι να την κατηγορούν για τις αμαρτίες που έπραξε, παρόλο που αυτά την είχαν παρασύρει.

Οι άγγελοι όμως θα τους απαντούν με τις καλές πράξεις αυτού του ανθρώπου και έτσι θα περνούν ένα ένα τα τελώνια και θα ανεβαίνουν προς τον ουρανό. Αν όμως, λόγω της έλλειψης καλών πράξεων της ψυχής, οι άγγελοι δεν μπορούν να τους απαντήσουν τότε εκείνα θα πέρνουν την ψυχή στην Κόλαση.

Δύσκολη και φοβερή η τρίτη ημέρα για την ψυχή και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε εμείς είναι να προσευχόμαστε να τη βοηθήσει ο Θεός στην πορεία αυτή.

Το πόσο τρομερή είναι αυτή η άνοδος και η συνάντηση με τα τελώνια φαίνεται από το γεγονός ότι η ίδια η Παναγία όταν πληροφορήθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ τον επικείμενο θάνατο Της, προσευχήθηκε στο Υιό και Θεό Της να Την βοηθήσει να αντιμετωπίσει τους δαίμονες.

Απαντώντας στη προσευχή Της ήρθε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός παρέλαβε την ψυχή Της και την οδήγησε στον ουρανό.

Περνώντας επιτυχώς από τα τελώνια η ψυχή συνοδευόμενη πάντα από τους αγγέλους φτάνει στον ουρανό που μέχρι την ένατη ημέρα θα περιηγηθεί στον Παράδεισο.

Μετά από αυτή και μέχρι την τεσσαρακοστή ημέρα από το θάνατο θα περιηγηθεί στην Κόλαση μη ξέροντας ακόμη που θα κριθεί να μείνει. Οι συγγενείς τελούν το εννιαήμερο μνημόσυνο για να ζητήσουν από το Θεό να βοηθήσει την ψυχή τώρα που ξεκινάει την περιήγηση της στη Κόλαση.

Την τεσσαρακοστή ημέρα η ψυχή θα κριθεί από το Θεό που θα παραμείνει. Το σαρανταήμερο μνημόσυνο έχει σκοπό να παρακαλέσουν οι συγγενείς και οι φίλοι του αποθανόντος το Θεό να κρίνει την ψυχή να μείνει στον Παράδεισο.

Θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε τι μας διδάσκει η Θεολογία για το τι ακριβώς συμβαίνει στη ψυχή μέχρι την Τελική Κρίση. Την τεσσαρακοστή ημέρα γίνεται η Μερική Κρίση της ψυχής.

Ονομάζεται Μερική διότι η Τελική θα έρθει με την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας. Μετά από τη ΜερικήΚρίση η ψυχή προγεύεται, θα λέγαμε, είτε τον Παράδεισο είτε την Κόλαση ανάλογα που θα κριθεί. Μέσα στον Παράδεισο βρίσκεται μόνο ο Χριστός και ο Ληστής που σταυρώθηκε εκ δεξιών του Κυρίου.

Εμείς που μένουμε πίσω τί μπορούμε να κάνουμε για εκείνους που έφυγαν; Όπως είδαμε τα μνημόσυνα που έχει θεσπίσει η Εκκλησία μας έχουν ως σκοπό να βοηθήσουν τη ψυχή στο ταξίδι της. Άρα το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να προσευχόμαστε για εκείνη να της χαρίζει το έλεός Του ο Θεός.

Στο τελευταίο τροπάριο που ακούμε στη Νεκρώσιμη Ακολουθία τονίζει τι πρέπει να κάνουμε ακριβώς : « Αλλ’ αιτώ πάντας και δυσωπώ, αδιαλείπτως υπέρ εμού προσεύξασθαι Χριστώ τώ Θεώ, ίνα μή καταταγώ δια τάς αμαρτίας μου, είς τόν τόπον της βασάνου, αλλ’ ίνα με κατατάξη όπου το φώς της ζωής. »

πηγή: www.askitikon.eu/

 

 

Μνήμη θανάτου

Είναι σημαντικό για όλους μας, οποτεδήποτε αντιμετωπίζουμε αυτή την απώλεια που πλησιάζει σταδιακά, να την αντιμετωπίζουμε απ’ αρχής με εκείνον τον όμορφο και ισορροπημένο τρόπο, με τον οποίο μπορούμε όσο το αγαπημένο μας πρόσωπο βρίσκεται ακόμη εν ζωή και ανάμεσά μας.
Απέναντι στη σκέψη του επερχόμενου θανάτου υπάρχει η πραγματικότητα μιας ζωντανής παρουσίας.
Μπορούμε κάθε στιγμή να ακουμπάμε στην ασφάλεια αυτής της παρουσίας ενώ όλο και περισσότερο θα συνειδητοποιούμε την περιπλοκότητα της επερχόμενης απώλειας.
Αυτή η ισορροπία ανάμεσα στη δύναμη της πραγματικότητας και στην αστάθεια της σκέψης είναι που μας δίνει τη δυνατότητα να προετοιμαστούμε για το θάνατο πολύτιμων για μας ανθρώπων.
Αυτή η προετοιμασία συνεπάγεται επίσης -όπως ανέφερα προηγουμένως- μια στάση απέναντι στο θάνατο που να αναγνωρίζει αφενός τον τρόμο και τον πόνο της απώλειας, αλλά να αναγνωρίζει επίσης και το γεγονός ότι ο θάνατος είναι μια πύλη που ανοίγει στην αιώνια ζωή.
«Το να πεθάνω δεν σημαίνει να απεκδυθώ την πρόσκαιρη ζωή, αλλά να ενδυθώ την αιωνιότητα», λέει ο απόστολος Παύλος.
Μπορούμε τώρα να δώσουμε λίγα παραδείγματα γι’ αυτή την περίοδο προετοιμασίας.
Η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο που τη βασάνισε για μια περίοδο περισσότερο από τρία χρόνια.
Εγχειρίστηκε, αλλά ανεπιτυχώς.
Ο γιατρός μου μίλησε γι’ αυτό και κατόπιν πρόσθεσε:
«Φυσικά, δεν θα πεις τίποτε στη μητέρα σου».
Του είπα: «Θα το πω». Και το είπα.
Θυμάμαι πως την πλησίασα και της είπα ότι είχε τηλεφωνήσει ο γιατρός και μου είχε πει ότι η εγχείρηση δεν είχε πετύχει.
Σιωπήσαμε για ένα λεπτό και κατόπιν η μητέρα μου είπε:«Και έτσι θα πεθάνω».
Της είπα: «Ναι».
Κατόπιν έμεινα κοντά της, εντελώς σιωπηλός, επικοινωνώντας μαζί της δίχως λέξεις.
Δεν νομίζω ότι κάναμε τίποτε σκέψεις.
Είχαμε να αντιμετωπίσουμε κάτι που είχε εισβάλει στη ζωή μας και την είχε αλλάξει τελείως.
Αυτό δεν ήταν κάποια σκιά, ένα κακό, κάποιος τρόμος.
Ήταν το έσχατο.
Και έπρεπε να αντιμετωπίσουμε αυτό το έσχατο χωρίς ακόμη να γνωρίζουμε πως θα εκτυλισσόταν.
Μείναμε μαζί όσο αισθανθήκαμε ότι έπρεπε να μείνουμε.
Και μετά η ζωή συνεχίστηκε.
Το αποτέλεσμα ήταν να μην κλειστούμε ούτε για μια στιγμή, η μητέρα μου κι εγώ, σ’ ένα ψέμα, να μην οδηγηθούμε σε μια κωμωδία, στερημένοι από οποιαδήποτε βοήθεια.
Δεν υπήρξε στιγμή που να μπήκα στο δωμάτιο της μητέρας μου μ’ ένα ψεύτικο χαμόγελο, ή λέγοντας κάτι το ψεύτικο.
Δεν υπήρξε καμία στιγμή που να παίξαμε την κωμωδία μιας ζωής που κατακτά το θάνατο, ποτέ δεν ισχυριστήκαμε ότι η αρρώστια θα φύγει, όταν και οι δυο γνωρίζαμε ότι αυτό δεν θα συμβεί.
Δεν υπήρξε καμιά στιγμή που να στερήθηκε ο ένας τη βοήθεια του άλλου.
Υπήρξαν στιγμές που η μητέρα μου αισθάνθηκε να χρειάζεται βοήθεια.
Θα κτυπούσε τότε το κουδούνι καί θα ερχόμουν, και θα μιλούσαμε για τον επερχόμενο θάνατο και το αίσθημα απώλειας που είχα.
Αγαπούσε τη ζωή. Την αγαπούσε βαθιά.
Λίγες μέρες πριν πεθάνει έλεγε ότι θα προτιμούσε να ζήσει 150 χρόνια υποφέροντας, αντί να πεθάνει.
Μας αγαπούσε.
Θλιβόταν για τον χωρισμό: «Ω! Για το άγγιγμα ενός χαμένου χεριού και τον ήχο μιας φωνής που ακόμη υπάρχει».
Κατόπιν, υπήρξαν άλλες στιγμές που αισθάνθηκα τον πόνο, και πήγαινα τότε και μιλούσα γι’ αυτόν στη μητέρα μου.
Με στήριζε και με βοηθούσε να αντικρίσω τον θάνατο.
Αυτή υπήρξε μια βαθιά και αληθινή σχέση, δίχως κανένα ψέμα μέσα της.
Σ’ αυτήν τη σχέση είχε βρει θέση οτιδήποτε ειναι αληθινό.
Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά, που την ανέφερα προηγουμένως.
Επειδή ο θάνατος μπορεί να επέλθει ανά πάσα στιγμή, καί τότε θα είναι πολύ αργά να διορθωθεί κάτι που ήταν στραβό, όλη η ζωή πρέπει κάθε στιγμή να γίνεται μια έκφραση, όσο το δυνατόν τελειότερη και πιο ολοκληρωμένη, σχέσης σεβασμού και αγάπης.
Μόνο ο θάνατος μπορεί να μετατρέψει όσα πράγματα φαίνονται μικρά και ασήμαντα σε σημεία μεγάλα και σημαντικά.
Ο τρόπος που προετοιμάζεις ένα φλιτζάνι τσάι πάνω σ’ ένα δίσκο, που τοποθετείς τα μαξιλάρια κάτω από έναν άρρωστο, ο τρόπος που ηχεί η φωνή σου, ο τρόπος που κινείσαι – τα πάντα μπορούν να γίνουν έκφραση όλων όσων υπάρχουν σε μία σχέση.
Αν υπάρχει μια λανθασμένη παρατήρηση, αν υπάρχει ένα ρήγμα, αν κάτι έχει στραβώσει, πρέπει να διορθωθεί αμέσως, επειδή υπάρχει η αναπόφευκτη βεβαιότητα ότι αργότερα θα είναι πολύ αργά.
Ο θάνατος μας κάνει να αντιμετωπίζουμε την αλήθεια της ζωής, με μια αδρότητα και σαφήνεια που τίποτε άλλο δεν μπορεί να μας τη μεταδώσει.
Είναι σημαντικό, είτε αντικρίζοντας το θάνατό μας είτε αντιμετωπίζοντας το θάνατο κάποιου άλλου, να συνειδητοποιούμε την αιωνιότητα.
Πριν από τριάντα περίπου χρόνια, ένας άνθρωπος οδηγήθηκε στο νοσοκομείο, με μια φαινομενικά συνηθισμένη αρρώστια.
Μετά τις εξετάσεις βρέθηκε ότι έπασχε από καρκίνο που δεν μπορούσε να χειρουργηθεί.
Το πληροφορήθηκε η αδελφή του καθώς και εγώ, αλλά όχι αυτός. Αισθανόταν ακμαίος, δυνατός και πάρα πολύ ζωντανός.
Μου είπε: «Έχω τόσα να κάνω και βρίσκομαι εδώ, καθηλωμένος στο κρεβάτι, για πόσο ακόμη;»
Του είπα: «Πόσο συχνά δεν μου έχεις πει ότι ονειρεύεσαι τη στιγμή που θα μπορούσες να σταματήσεις το χρόνο ώστε να μπορείς να είσαι αντί να φτιάχνεις; Ποτέ δεν το έκανες.
Ο Θεός το κάνει τώρα για σένα. Τώρα είναι καιρός για να είσαι».
Αντιμετωπίζοντας την ανάγκη του να «είναι», σε μια κατάσταση που θα την αποκαλούσαμε εντελώς θεωρητική, έμεινε έκπληκτος και είπε: «Τι πρέπει να κάνω;»
Του είπα ότι η αρρώστια και ο θάνατος δεν καθορίζονται μόνο από φυσιολογικές αλλαγές -από τα μικρόβια και την παθολογία-αλλά και από όλα εκείνα τα στοιχεία που καταστρέφουν την εσωτερική μας ενέργεια.
Αυτά είναι όλα όσα θα μπορούσε κάποιος να αποκαλέσει αρνητικές σκέψεις και αισθήματα, το καθετί που εξασθενίζει τη ζωή μέσα μας, το καθετί που εμποδίζει τη ζωή από το να ξεχυθεί σαν ποτάμι, καθαρό και ελεύθερο.
Του πρότεινα λοιπόν να τακτοποιήσει όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και μέσα του όλα όσα υπήρξαν λανθασμένα στη σχέση του με τους ανθρώπους, με τον ίδιο, σε όλες τις περιστάσεις της ζωής του, και να αρχίσει από εκείνη τη στιγμή.
Όταν μάλιστα το κάνει αυτό για, το τώρα, ας προχωρήσει πίσω στο παρελθόν για να το καθαρίσει, για να κάνει ειρήνη με τους πάντες, λύνοντας τους κόμβους, για να αντιμετωπίσει κάθε κακό, για να μετανοήσει, για να δεχθεί και να ευγνωμονήσει με όλη του τη ζωή – πράγματι, η ζωή του είχε σταθεί σκληρή.
Έτσι, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, περάσαμε από όλη αυτήν τη διαδικασία.
Έκανε ειρήνη με ολόκληρη τη ζωή.
Και τον θυμάμαι στο τέλος, ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, τόσο αδύνατο που να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει το κουτάλι, να μου λέει με μάτια που έλαμπαν:
«Το σώμα μου έχει, κιόλας πεθάνει, και όμως ποτέ δεν ένιωσα τόσο πολύ ζωντανός, όπως νιώθω τώρα».
Είχε ανακαλύψει ότι η ζωή δεν ήταν μόνο το σώμα του, αν και ο ίδιος ήταν το σώμα του, και ότι διέθετε μια πραγματικότητα που ο θάνατος του σώματός του δεν μπορούσε να καταστρέψει.
Αυτή είναι μια πολύ σπουδαία εμπειρία.
Είναι κάτι που πρέπει να κάνουμε σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας, σε κάθε στιγμή, αν θέλουμε να συνειδητοποιήσουμε τη δύναμη της αιώνιας ζωής μέσα μας και συνεπώς να αποβάλουμε το φόβο για οτιδήποτε συμβεί στην πρόσκαιρη αυτή ζωή, που επίσης μας ανήκει.
+ μητρ. Αντώνιος Σουρόζ

 

 

Το βάρος του ποτηριού!

 Αποτέλεσμα εικόνας για ποτηρι με νερο
Ένας γέροντας μιλούσε σε κάτι νεαρά παιδιά…
   Κάποια στιγμή σήκωσε ένα ποτήρι νερό, και όλοι υπέθεσαν ότι θα τους απευθύνει την κλασική ερώτηση «είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο».
    Αντί αυτού, με ένα χαμόγελο στο πρόσωπο, ρώτησε:

«Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι νερό;».
Συνέχεια ανάγνωσης

 

Στο βάπτισμα των Σκοπίων προδόθηκε η αλήθεια!

Σχετική εικόνα

ΜΗΝΥΜΑ 

ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΟΥΤΛΟΥΜΟΥΣΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ

Εδώ και αρκετά χρόνια οι ακτίνες του ηλίου φωτίζουν στην Ελλάδα έργα ανθρώπων που μόνο ντροπή μπορούν να προκαλέσουν. Αυτό συνέβη και με την πρόσφατη συμφωνία, κατά την οποίαν ένα κράτος άσχετο με την ιστορία και τη γλώσσα των Μακεδόνων βαπτίσθηκε Μακεδονία. Συνέχεια ανάγνωσης