Μεγάλο κεφάλαιο η ευγένεια για τον πιστό άνθρωπο

Αποτέλεσμα εικόνας για φιλοφροσύνη

 Συνήθως όμως, η συμπαθητική αυτή αρετή της ευγενείας, μπαίνει από τους πολλούς στο περιθώριο, και θεωρείται μια υπόθεση ξεπερασμένη, που για να σταθής σήμερα, πρέπει να σε διακρίνει το θράσος, η ελευθεροστομία και η αναίδεια.

Η ευγένεια, θεωρείται σήμερα, νόμισμα απηρχαιωμένο, που θέση δεν έχει στην σύγχρονη ζωή.
Ωστόσο, οι αντιλήψεις αυτές προδίδουν παρακμή και εκφυλισμό στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις.
Η ευγένεια ποτέ δεν ξεπέφτει, όπως κι’ η μάνα που τη γέννησε, η αγάπη, γιατί γνήσιο παιδί της αγάπης είναι.
Η ευγένεια συγκαταλέγεται στο σύνολο των χριστιανικών αρετών και είναι δείκτης της πνευματικής καλλιέργειας.
Η διατήρηση της ευγενείας, τόσο στη δημόσια όσο και στην ιδιωτική ζωή είναι κάτι αρκετά δύσκολο.
Λίγοι άνθρωποι μπορούν να καυχηθούν ότι διατηρούν την ευγένειά τους και στον ιδιωτικό και απόλυτα προσωπικό τους βίο. Ένας τέτοιος στάθηκε ο Απόστολος Παύλος. Φυλακισμένος στη Ρώμη, γράφει στη Β’ του Επιστολή στον Τιμόθεο: «Σύ παρηκολούθηκάς μου τη διδασκαλία τη αγωγή, τη προθέσει»(γ 10). Εσύ παιδί μου, του γράφει, έζησες την διαγωγή μου και αντελήφθης τις εσώτατές μου προθέσεις.
Σπάνιο πράγμα, να μπορεί κανείς να προβάλει στους συνεργάτες του, σε κείνους μάλιστα που τόσο καιρό έζησαν μαζί του, μια ζωή αγία που να λαμπυρίζει μέσα από το κρύσταλλο της ευγενείας του. Θα πρέπει, όσοι πλησίαζαν τον Απόστολο, να έφευγαν διαφορετικοί.
Είχε ένα κάτι, που αιχμαλώτιζε τους συνομιλητές του. Ή καλύτερα, ήταν ο ίδιος κάτι. Ήταν ευγενής.
Η ευγένεια πάντοτε καλλιεργήθηκε από τα γνήσια χριστιανικά αναστήματα. Αντικαθρεπτίζει δε πάντοτε, την εσωτερική ομορφιά της ψυχής.
Ευγένεια, δεν είναι η υψηλή καταγωγή, αλλά η καλλιεργημένη ψυχή. Μπορεί κανείς να είναι ευγενής στην καταγωγή και δούλος στην ψυχή.
Η ευγένεια δεν κάνει διακρίσεις. Είναι η ίδια για όλους. Συμπεριφέρεται καλά, τόσο στον διάσημο άνθρωπο, όσο και στον άσημο. Στον μικρό, εξ’ ίσου και στον μεγάλο.
Όπως η αγάπη «ού ζητεί τα εαυτής», έτσι και η ευγένεια δεν ζητά τα ίσα για να προσφερθεί. Προσφέρεται ότι κι αν συναντήσει μπροστά της. Πουθενά δεν συναντάς την αληθινή αγάπη χωρίς την ευγένεια. Και ποτέ δεν βρίσκεις την αληθινή ευγένεια χωρίς την αγάπη.
Η ευγένεια είναι ένας από τους πιο όμορφους ανθούς της αγάπης.

Είναι το ξεχείλισμα, ότι ωραίου υπάρχει μέσα στην καρδιά.
Κατορθώνει, ότι δεν πετυχαίνει η βία και η αγένεια. «Μια σταγόνα μέλι, μαζεύει πιο πολλές μύγες, παρά ένα βαρέλι ξύδι», λέει μια ξένη παροιμία.
Η ευγένεια ακόμη, είναι και μεταδοτική.
Υποβάλλει, υποχρεώνει, εμπνέει, επιβάλλεται. Η παρουσία της σου δίδει το αίσθημα ότι βρίσκεσαι στο χώρο της Βασιλείας του Θεού. Η ευγένεια, πραγματικά κατέχει το μυστικό της κοινωνικής κατακτήσεως.
Χαρακτηριστικά της ευγενείας είναι η πραότης, η εξυπηρετηκότης, η ανοικτή καρδιά, η φιλοξενία, το καλόκαρδο μειδίαμα, η απλοχεριά, η ευγνωμοσύνη, η ειλικρίνεια, η αγάπη, η διακριτικότης.
Το «ευχαριστώ», εγκάρδιο και ειλικρινές, είναι το «σήμα κατατεθέν» της.
Η Αγία Γραφή προσφέρει μερικές συμπυκνωμένες προτροπές γι’ αυτήν:
«Ο λόγος υμών πάντοτε εν χάριτι, άλατι ηρτυμένος, ειδέναι πώς δεί υμάς ενί εκάστω αποκρίνεσθαι»(Κολ. δ΄ 6).
«Τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι» (Ρωμ. Ιβ΄10).
«Ευχάριστοι γίνεσθε» (Κολ. γ΄15).
«Άγιοι εν πάση αναστροφή γενήθητε» (Α΄Πέτρ. α΄ 15).
«Τύπος γίνου των πιστών, εν λόγω, εν αναστροφή… εν αγάπη» (Α΄Τιμ. δ ΄12).
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, βαθειά καλλιέργησαν την ευγένεια.
Η έρημος που κατοικήθηκε από Ασκητές, μετεβλήθη σ’ ένα απέραντο σαλόνι από ανθρώπους αληθινά ευγενείς και ανωτέρους.
Ευγένεια δεμένη, με όλο τον πλούτο της χριστιανικής των καρδιάς.
Μερικά δείγματα γραμμένα από μια γνήσια ψυχή της ερήμου, τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, φανερώνουν το βάθος και την έκταση αυτής της λαμπρής αρετής.
Με την παράθεση μερικών απ’ αυτά, θα κλείσωμε και το θέμα μας. «Έχε την γλώσσα σου καλή και ατιμία δεν θα σε συναπαντήσει».
«Απόκτησε χείλη γλυκά, και όλους φίλους θα τους έχεις».
«Μίκρυνε τον εαυτό σου μπροστά σε όλους τους ανθρώπους και θα υψωθείς πάνω απ’ όλους τους άρχοντας τούτου του κόσμου».
«Πρότρεχε όλους στον χαιρετισμό και θα τιμηθείς πιο πολύ από κείνους που προσφέρουν πολύτιμο χρυσάφι».
«Καταφρόνησε την τιμή για να τιμηθείς, και μη την αγαπήσεις για να μην ατιμασθείς».
«Μη αηδιάσεις την δυσοσμία των αρρώστων και μάλιστα των πτωχών, γιατί και συ σώμα φέρεις».
«Όταν συναντήσεις κάποιον, ανάγκασε τον εαυτό σου να τον τιμήσει πιο πάνω απ’ ότι αξίζει. Χαιρέτισε τον θερμά. Παίνεσε τον. Όταν απομακρυνθεί, πες γι’ αυτόν κάθε καλό και τίμιο λόγο. Με τον τρόπο αυτόν θα τον κάνεις καλύτερον απ’ ότι είναι. Πάντοτε ο τρόπος αυτός να σε χαρακτηρίζει. Να είσαι δηλαδή ευπροσήγορος πάντοτε και να αποδίδεις την τιμή σε όλους».
«Μη διακόψεις τον συνομιλητή σου για να πεις τη γνώμη σου σαν αμαθής και απαίδευτος».
«Μη ξεγυμνώνεσαι μπροστά στους άλλους».
«Απομακρύνσου από την παρρησία (την υπερβολική οικειότητα) σαν από τον θάνατο».
«Μη φτύσεις μπροστά σε άλλους. Όταν θες να βήξεις, στρέψε το πρόσωπό σου πίσω».
«Με σωφροσύνη φάγε και πιες όπως αρμόζει σε παιδιά του Θεού».
«Μην απλώσεις το χέρι σου να πάρεις κάτι μπροστά από τους άλλους, με αναίδεια».
«Εάν φιλοξενήσεις κάποιον, πρότρεψε τον μία και δύο φορές να φάγει, καθισμένος και συ συνεσταλμένα μαζί του στο τραπέζι».
«Όταν χασμουριέσαι, βάλε μπροστά το χέρι σου. Κρατώντας την αναπνοή σου θα σου περάσει».
«Όταν μπεις στο σπίτι εκείνου που σε φιλοξενεί μη στρέφεις από δω κι από κει τα μάτια σου εξετάζοντας τα γύρω αντικείμενα».
«Μη μπεις αιφνίδια σε ξένο σπίτι ή δωμάτιο, αλλά να κρούσεις προηγουμένως απ’ έξω, κι αφού προτραπείς να μπεις, τότε πέρασε με πολλή ευλάβεια».
«Με ηρεμία άνοιξε και κλείσε, τόσο τη δική σου πόρτα όσο και την ξένη».
«Μη περπατάς άτακτα και τρεχαλέα, εκτός αν βιάζεσαι πολύ».
«Κουβέντιαζε με όλους ήρεμα».
«Με σωφροσύνη κοίταξε τους άλλους, και τα μάτια σου μη τα χορτάσεις από το κοίταγμα ξένου προσώπου».
«Όταν βαδίζεις με ανωτέρους σου, μη τους προσπερνάς στο βάδισμα».
«Κάθε σου φυσική ανάγκη με ευλάβεια να την υπηρετήσεις ντρεπόμενος τον Φύλακα σου Άγγελο».
«Φυλάξου από τα μικρά για να μη πέσεις στα μεγάλα».
«Να θεωρείς ξένο τον εαυτό σου όπου κι αν βρεθείς, για να μπορέσεις να απαλλαγείς από τη ζημιά που κάνει η παρρησία».
Περιοδικό «Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία»
Πηγή:  Βήμα Ορθοδοξίας

 

 

»ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ» Το 2017 & το 2018 να είμεθα διπλάσια προσευχόμενοι»

Ομιλεί ο Μητροπολίτης Μόρφου π. Νεόφυτος » Ανοίγει Ο Θεός το σχέδιό Του . . . » » Όλοι το βλέπετε ότι, σιγά – σιγά πραγματοποιείται, ότι, σιγά – σιγά αναπτύσσεται . . . »
» Να έχουμε εμπιστοσύνη στο σχέδιο Του Θεού . . . »
» Αυτόν τον χρόνο που ήδη εισήλθαμε, το 2017 και τον άλλον που θ’ αρθεί, το 2018 να είμεθα διπλάσια προσευχόμενοι . . . »
» Μέσα λοιπόν στους αέρηδες τους κρυφούς και φοβερούς έχει και η Κύπρος το μερτικό της . . . »
» Η προσευχή έχει δύναμη πολύ! Είναι αυτή η δύναμη που δεν έχουν οι ισχυροί της γης . . . »
» Ο Θεός δεν είναι άδικος! Και τα άδικα δεν ευλογούνται . . . ! »
» Να είμεθα εν μετανοία με προσευχή και η Ανάσταση είναι το φυσικό επακόλουθο του Σταυρού . . .! »

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΟΡΦΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΣ: «Να έχουμε μόνο μια εμπιστοσύνη, το είπα και πέρυσι και πρόπερσι και μια ολόκληρη δεκαετία. Να έχουμε εμπιστοσύνη στο σχέδιο Του Θεού. Όλοι το βλέπετε ότι σιγά – σιγά πραγματοποιείται, ότι σιγά – σιγά αναπτύσσεται. Ανοίγει Ο Θεός το σχέδιό Του και αρχίζει από την πολύπαθο Συρία και αγκαλιάζει όλες τις χώρες του κόσμου. Μέσα λοιπόν στους αέρηδες τους κρυφούς και φοβερούς έχει και η Κύπρος το μερτικό της. Και για την Κύπρο τα φοβερά πέρασαν, όσο κι αν θέλουν μερικοί να μας φοβερίσουν από την γείτονα χώρα στέλνοντας βαρβάρους ηλεκτρονικούς στα λιμάνια μας και στα ύδατά μας. Ελάχιστα θα ποιήσουν, έναν εκφοβισμό. Όμως εμείς είμεθα Χριστιανοί Ορθόδοξοι, πιστεύουμε στον Αναστάντα Ιησού και τίποτα δεν μπορεί να μας φοβίσει. Οι πρόσφυγες δε, έχουμε εμπειρία, ξέρουμε τι είναι ο πόνος, ξέρουμε τι είναι ο σταυρός, ξέρουμε τι είναι τα πάθη του Κυρίου μας και τα πάθη του τόπου μας και τα πάθη τα δικά μας. Το μόνο που μας υπολείπεται είναι η Ανάσταση του τόπου μας, ε λοιπόν και γι’ αυτό Ο Θεός αποφάσισε να μας δώσει αυτή την Ανάσταση. Το πότε εξαρτάται και από την δική μας μετάνοια και από την δική μας προσευχή, αλλά και από τα γεγονότα που ήδη αναπτύσσονται στην περιφέρειά μας, αλλά μέχρι και την μακρινή Κορέα και Κίνα και αύριο Αυστραλία και αλλά χου. Όλα αυτά όσο και να σας φαίνεται περίεργο και παράδοξο, κατεργάζονται πολλές ανατροπές, μια ανατροπή που θα δούμε είναι και η ελευθερία του τόπου μας. Γι’ αυτό σας παρακαλώ πάρα πολύ, αυτόν τον χρόνο που ήδη εισήλθαμε, το 2017 και τον άλλον που θ’ αρθεί, το 2018 να είμεθα διπλάσια προσευχόμενοι. Αν προσευχόμαστε δέκα λεπτά, να προσευχόμαστε είκοσι λεπτά. Η προσευχή έχει δύναμη πολύ. είναι αυτή η δύναμη που δεν έχουν οι ισχυροί της γης. Και να λειτουργήστε τακτικά. Και με αυτόν τον τρόπο, όταν θα επιστρέψουμε στην Μόρφου, θα είμεθα άνθρωποι της Αναστάσεως. Γιατί ξέρετε; Θα είμεθα άνθρωποι της Αναστάσεως, γιατί όλα αυτά τα σαράντα και πλέον χρόνια είμαστε άνθρωποι του Γολγοθά, του Σταυρού! Και όπου Σταυρός εκεί Ανάσταση!!! Και Ο Θεός δεν είναι άδικος. Και τα άδικα δεν ευλογούνται! Και οι περήφανοι, ταπεινώνονται! Αυτά θα δούμε τους επόμενους μήνες. Άρα είναι πολύ σημαντικό να είμεθα εμείς εν μετανοία εβρισκόμενοι για τα προσωπικά μας λάθη. Ακόμα θα έλεγα και για τα παλιά μας λάθη που κάναμε ως λαός, διότι κάμναμε και λάθη. Να είμεθα εν μετανοία με προσευχή και η Ανάσταση είναι το φυσικό επακόλουθο του Σταυρού…» 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΝΤΕΟ »Μέσα στοὺς ἀέρηδες τοὺς κρυφοὺς καὶ φοβεροὺς ἔχει καὶ ἡ Κύπρος τὸ μερτικό της…»
22.4.2017).

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Μὴν κοιτάζεις πῶς θὰ κάνεις τὸ παιδὶ σου νὰ προκόψει μὲ τὴν ἔννοια πού τὸ κοσμικὸ φρόνημα θεωρεῖ προκοπή, φρόντισε νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ζήσει τὴν ἀτέλειωτη καὶ αἰώνια ζωὴ!

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ὅταν πρόκειται, γιὰ τὴν φροντίδα τῆς ἀνατροφῆς καὶ τὴν παιδαγωγία τῶν παιδιῶν μας, ἂς παίρνουν ὅλα τὰ ἄλλα δεύτερη θέση καὶ σημασία. Ἂν τὸ παιδὶ διδαχτεῖ ἀπὸ μικρὸ νὰ σκέπτεται μὲ σωστὸ τρόπο, τότε ἔχει ἤδη ἀποκτήσει μεγάλο πλοῦτο καὶ δόξα.
Δὲν θὰ ἔχεις κατορθώσει τίποτα τὸ σπουδαῖο, ἂν ἔχεις μάθει τὸ παιδί σου κάποια τέχνη ἡ τὴν ἀρχαία φιλοσοφία, μὲ τὴν ὁποία θὰ κερδίσει ἐνδεχομένως χρήματα. Τὸ σπουδαῖο θὰ εἶναι ἂν τὸ ἔχεις διδάξει τὴν τέχνη νὰ περιφρονεῖ τὰ χρήματα. Ἂν θέλεις νὰ τὸ κάνεις πλούσιο,…
ἔτσι νὰ τὸ κάνεις. Γιατί πλούσιος δὲν εἶναι ὅποιος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ πολλὰ χρήματα ἡ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ὅλα τὰ ἀγαθά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Αὐτὸ νὰ διδάξεις τὸ παιδί σου. Αὐτὸ νὰ τοῦ μάθεις. Αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος πλοῦτος.
Μὴν κοιτάζεις, πὼς θὰ τὸ κάνεις νὰ προκόψει -μὲ τὴν ἔννοια βέβαια, ποὺ τὸ κοσμικὸ φρόνημα θεωρεῖ τὴν προκοπὴ- γιατί ἔτσι θὰ τὸ καταντήσεις φιλόδοξο. Φρόντισε καλύτερα νὰ τοῦ μάθεις πὼς νὰ περιφρονεῖ, σὲ τούτη ἐδῶ τὴ ζωή, τὴν ἀνθρώπινη δόξα. Ἔτσι μπορεῖ νὰ γίνει καὶ πιὸ ἔνδοξος καὶ πιὸ σπουδαῖος.
Αὐτὰ εἶναι πράγματα, ποὺ εἶναι εὔκολα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν ἐξ ἴσου, καὶ ἀπὸ τὸν πλούσιο καὶ ἀπὸ τὸ φτωχό. Αὐτὰ δὲν τὰ διδάσκεται κανεὶς ἀπὸ δάσκαλο, οὔτε τοῦ τὰ μαθαίνει καμμιὰ τέχνη. Αὐτὰ εἶναι πράγματα ποὺ τὰ μαθαίνει κανεὶς ζώντας σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ.
Μὴν φροντίζεις μόνο, νὰ ζήσει τὸ παιδί σου πολλὰ χρόνια ἐδῶ στὴ γῆ. Φρόντισε νὰ ἀξιωθεῖ νὰ ζήσει τὴν ἀτέλειωτη καὶ αἰώνια ζωή.
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2018/03/blog-post_99.html#more
 

Η προσευχή, το κομποσχοίνι, η ελεημοσύνη νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού.

Προσευχή
Ο Γέροντας είχε βγει έξω τη διακαινήσιμο εβδομάδα· πάνε πολλά χρόνια. Είπε ο γερο-Ιωσήφ εις τη Γερόντισσα Ευπραξία και τις άλλες αδελφές: «Βρήκα ένα παπαδάκι καλό» (για μένα έλεγε). Συνεννοήθηκε η Γερόντισσα με τις άλλες, και μου πλέξανε ένα σκουφάκι.

Όταν ήρθε ο γερο-Ιωσήφ, πήγε στις αλυκές· δεν ανέβηκε επάνω εις το σπίτι. Κατεβήκαμε όλοι κάτω. Λέει ο Γέροντας: «Βρε παπά, πάρε αυτό το σκουφάκι». Μόλις το φόρεσα εγώ το σκουφάκι αυτό, άναψα από προσευχή και θείο έρωτα! «Τι σκουφί είναι αυτό , Γέροντα;» του λέω. «Να ήξερες», λέει ο Γέροντας, «τι προσευχές έκανε η Γερόντισσα Ευπραξία σ’ αυτό το σκουφάκι!»

Η Γερόντισσα Ευπραξία έστειλε ένα κομποσχοινάκι. Νομίζω ήτανε πενηντάρι, «Γέροντα», λέω, «δώσε μου αυτό το κομποσχοινάκι». «Πάρ’ το», μου λέει. Εις την εικόνα που μου είχε δώσει ο Γέροντας, (μία εικόνα και ένα πολυσταύρι), το κρέμασα αυτό το κομποσχοινάκι. Και όταν αυτό ευωδίαζε την ημέρα, ήξερα ότι το βράδυ θα έχω προσευχή. Όταν δεν ευωδίαζε το κομποσχοινάκι, δεν είχα προσευχή Χρόνια πολλά αυτό.

Η προσευχή, το κομποσχοίνι, η ελεημοσύνη νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού.

Ένα κομποσχοίνι που κάνεις για τον αδελφό σου, για τον συγγενή σου, δεν πάει χαμένο. Ο Θεός θα τον βοηθήσει, όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση. Το κομποσχοίνι, όχι βοηθάει, αλλά και ψυχή από την κόλαση μπορεί να βγάλει! Τόση δύναμη έχει η προσευχή.

Εγώ μνημόνευα τον παππού μου, ο οποίος ήτο ιερεύς. Τότε ήμασταν ζηλωταί· πριν λάβουμε τις πληροφορίες. Δεν τον μνημονεύαμε εις την λειτουργία, διότι ήτο νεοημερολογίτης. Του έκανα πολλά κομποσχοίνια, και παρακαλούσα το Θεό λέγοντας: «Κύριε, τόσες λειτουργίες σου έκανε, τόσες εξομολογήσεις κλπ., ελέησον αυτόν». Τούτο έπραττα επί καιρόν.

Ένα βράδυ τον είδα εις τον ύπνο μου (όραμα· ήτο αποκάλυψις Θεού), να με φιλεί και να μου λέει: «Ευχαριστώ, παιδί μου, τώρα βρίσκομαι σε καλύτερη θέση!» Τότε βλέπω και τη γιαγιά μου, να με πιάνει από το χέρι και να μου λέει: «Παιδί μου, προσευχήσου και για μένα, ίνα πάω εκεί που είναι και ο παππούς σου τώρα». Ήταν ολοζώντανο αυτό που έβλεπα. Αισθανόμουνα ότι ήσαν νεκροί.

Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Ο γερο-Ιωσήφ μας είχε ειπεί, ότι όχι μόνο με τη Θ. Λειτουργία, αλλά και με την προσευχή μπορείς να βγάλεις ψυχή από την κόλαση.

Προσευχότανε ο Γέροντας Ιωσήφ για μια ψυχή αρκετό καιρό. Και στο τέλος νομίζω, ότι μας είπε, είδε όραμα, που η ψυχή είπε: «Μεγάλη μου ημέρα σήμερα. Πηγαίνω εις το καινούργιο μου σπίτι». Και ούτω πληροφορήθηκε ότι σώθηκε η ψυχή.

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης

 

 

ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ- ΔΥΝΑΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ: Σὲ μία ἐκκλησία τοῦ Γαλατὰ τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ τοῦ 1954

Τοῦ  Ἀρχιμανδρίτου Γαβριήλ Διονυσιάτου +
Σέ μία Ἐκκλησία τοῦ Γαλατά στήν Πόλη, ὅπου συχνάζουν οἱ ναυτικοί καί ταξιδιῶται ν’ ἀνάψουν τό κεράκι τους γιά τούς δικούς τους καί τό καλό ταξείδι πρός τίς φουρτουνιασμένες θάλασσες τοῦ Πόντου. Ἐκεῖ τή Μεγάλη Σαρακοστή τοῦ 1954 πῆγε νά λειτουργήση καί νά ξομολογήση τούς Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός*, γιά πρώτη φορά ἐπισκεπτόμενος τήν Πόλη. Ὁ τακτικός ἐφημέριος, ἐξυπηρετῶν καί ἄλλην Ἐκκλησίαν εἰς γειτονικόν Ἁγίασμα, ἀφοῦ τόν κατετόπισε εἰς τά τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τοῦ ἔδωσε καί μερικές δεκάδες ὀνομάτων «ζώντων καί τεθνεώτων», τόν ὠδήγησε εἰς συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, καί ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε μικρᾶν κλίμακα ἀνερχομένην ἑλικοειδῶς τά κατηχούμενα τοῦ Ναοῦ, τοῦ εἶπεν ἐμπιστευτικῶς, ὅτι τόν περιμένουν ἐπάνω καμμιά δεκαριά ἄνθρωποι γιά νά ἐξομολογηθοῦν καί εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνεβῆ νά τούς ἐξομολογήση καί μεταλάβουν εἴτα εἰς τήν Λειτουργίαν, διότι ἐπείγονται νά φύγουν τό βράδυ μέ τό πλοῖον τῆς γραμμῆς, εἶναι ξένοι ἀπό μακρυά. Ἀνέβαινε ὁ Γέρων συλλογιζόμενος τό δύσκολον ζήτημα τῆς συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ξένοι ἀπό μακρυά αὐτός δέ πλήν τῆς Ἑλληνικῆς δέν ἐγνώριζεν ἄλλην γλώσσαν.
Ἐκεῖ εἰς τό ἡμίφως τοῦ ὑπερώου διέκρινε δεκάδα ἀνδρῶν χωρικῶν μεγάλης ἡλικίας, οἵτινες εἰς τό ἀντικρυσμά τοῦ ἔβαλον ὅλοι μετάνοιαν καί ὁ γεροντότερος τοῦ εἶπεν εἰς ποντιακήν διάλεκτον:
«Ἠμεῖς Χριστιανοί, πάτερ, ἅ σόν Πόντον, καί λαλεύομεν (φιλοῦμεν) τά πόδα σου, νά ξαγουρεύουμεν καί μεταλάβομεν σήμερον καί ἀπές νά λέομεν στήν ἁγιωσύνην σου ντό θέλομεν ἕνα κι ἄλλον».
Εὐτυχῶς ὅτι ὁ Γέρων συναναστραφείς πρό ἐτῶν μετά Ποντίων προσφύγων ἐν Μακεδονία ἐνεθυμεῖτο ἀρκετά της ἀπηρχαιωμένης αὐτῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου καί ἐννόησε τι ήθελον, καί τί θά τοῦ ἔλεγον ἐξομολογούμενοι. Ἔμαθε λοιπόν παρ’ αὐτῶν ὅτι ὁλόκληρον τό χωρίον των εἶναι κρυπτοχριστιανοί ἀπό πολλῶν ἐτῶν, καί εἰς τήν ἀνταλλαγήν δέν τούς ἐπετράπη νά φύγουν εἰς τήν Ἑλλάδα, διότι τά «νεφούζια» τούς (ταυτότητες) ἤσαν μέ τουρκικά ὀνόματα, ὅτι στό φανερό εἶναι Ὀθωμανοί καί Τοῦρκοι, καί στό κρυφό εἶναι Χριστιανοί καί Ἕλληνες καί περιμένουν νά τούς γλυτώσει ὁ Θεός ἀπό τήν σκλαβιά. Στά φανερά λέγονται Χασάνηδες καί Μεμέτηδες, καί τά πραγματικά  ὀνόματά τους εἶναι Γεώργιος, Παναγιώτης κ.λ.π. Ἔχουν ἕνα δικό τους δῆθεν Χότζα, ἀλλά οὔτε περιτομή κάνουν, οὔτε ραμαζάνια καί Μπαϊράμια΄τουναντίον, μυστικά σέ ὑπόγειες Ἐκκλησίες ἑορτάζουν Χριστιανικά τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τῆς Παναγίας.
Πρίν τῆς «ἀνταλλαγῆς» ἔπαιρναν Παπά ἀπό γειτονικά χωριά καί τούς βάπτιζε, τούς στεφάνωνε, τούς λειτουργοῦσε τίς μεγάλες ἑορτές καί μετελάμβανον. Ἀλλά τώρα δέν ὑπάρχει πουθενά Παπάς καί ἀναγκαστικῶς ἔρχονται στήν Πόλη ἐκ περιτροπῆς γιά δουλειές δῆθεν καί γίνονται Χριστιανοί.
Ὁ Γέρων Πνευματικός τά ἤκουσε σαστισμένος, τοῦ ἐφαίνετο ὅτι διάβαζε συναξάρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Διοκλητιανοῦ καί δέν ἠμποροῦσε νά συγκρατήση τά δάκρυα ἀπό τήν συγκίνηση.
Ἐξoμολογήθηκαν βιαστικά, καί ὅλοι μαζί κατέβηκαν ἀθόρυβα εἰς τό σκοτεινό Παρεκκλήσι, ἀπ’ ὅπου θά ἤκουον τήν Λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, χωρίς κανείς νά τούς βλέπη. Καί ὅταν μετά τήν λῆξιν ἐμετάλαβον οἱ ἄλλοι ἐκκλησιαζόμενοι, ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις καί ἔφυγε καί ὁ κανδηλάπτης, ἔμεινε δέ μόνος ὁ λειτουργός Πνευματικός μέ τόν γνωστόν σκοπόν τῆς ἐξομολογήσεως, τότε κλείσας ἔσωθεν τάς θύρας καί λαβῶν τά Ἅγια εἰσῆλθεν εἰς τό Βῆμα τοῦ Παρεκκλησίου καί ἐκάλεσε τούς μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ἴνα «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθωσι».
«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Γιορίκας-Γεώργιος, τό τίμιον καί πανάσπιλον καί ζωοποιόν Σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον. Ἀμήν».
«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Ἀναστασ-Ἀναστάσιος εἰς….».
Μετά τήν «Εὐχαριστίαν» καί τήν ἀπόλυσιν, εἶπον εἰς τόν Πνευματικόν: Πάτερ, νά κάνης μᾶς ἄλλον κι’ ἕναν χάριν, ἔχουμες ἀδά σήν Πόλιν καί τάς καρίδας (γυναίκας) καί τέσσαρα παιδία μοῦν, καί τό πουρνίν (αὔριον) νά βαπτίζης τά παιδία, νά μυρώνης τά, Πάτερ, κουρπᾶν Πάτερ*, ποῖσον τά Χριστιανούς. Ὁ Πουπᾶν ἀδά τῆς Ἐκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τούς Τουρκάδες κ’ ἐβάπτιζε τά. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον τήν Ἑλλάδαν κι’ ἀφήνουν μας νά δεβαίνουμεν. Στό Χριστό καί στήν Παναγίαν τήν Σουμελᾶν ὁρκίζομεν σέ, Πάτερ, ποῖσον τό καλόν ἅ σέ μᾶς τά παιδία σου».
«Μά ὁ Παπάς ἀδά εἶπε μέ, πώς θά φύγετε τό βράδυν μέ τό παπόρ».
«Νά συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ὡσάν νά λάσκομεν τές δουλεῖες μας. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ; Ὁ Θεόν νά λυπᾶται τά μετεραν τά βάσαναν».
Ἔμειναν σύμφωνοι νά ἔλθουν τό βράδυ μέ τάς γυναίκας καί τά παιδία, νά μείνουν στό δωμάτιο τοῦ Παπᾶ, ὁ ὁποῖος ὑπό μίαν πρόφασιν θά ἔλειπε, καί τήν νύκτα μυστικά θά γινόταν ἡ βάπτισις τῶν παιδιῶν κ.λ.π.
Ἦλθον τμηματικά καί μέ προφυλάξεις τό βράδυ πρός τό σουρούπωμα, ἕως ὅτου καθησυχάση ὁ κόσμος. Ἐξωμολογήθηκαν καί αἵ γυναῖκες, καί πρό τοῦ μεσονυκτίου ἐγένετο καί ἡ βάπτισις, τό μύρωμα καί ὁ Ἐκκλησιασμός τῶν παιδίων εἰς τό Παρεκκλήσιον.
Μετά τό νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε ἐπάνω ὑπό τήν φύλαξιν μίας γυναικός, οἱ δέ ἄλλοι ἐξημερώθηκαν εἰς τόν Ναόν…  Ὁ Γέρων Πνευματικός τους ἔκαμε εὐχέλαιον, κατόπιν τούς ἔκανε καί παράκλησιν τῆς Παναγίας, καί ἐνόσω αὐτός ἐδιάβαζεν καί ἔψαλλεν, αὐτοί ὅλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες γονατιστοί ἐψιθύριζον τό «Κύριε ἐλέησον» καί «Παναγία Θεοτόκε, σῶσον ἠμᾶς».
Ὅταν ἐξημέρωσε, τούς εἶπε νά μή φύγουν, νά πᾶνε νά ἡσυχάσουν καί τήν ἄλλην ἡμέραν τήν Παρασκευήν θά κάμη πάλιν Λειτουργίαν νά μεταλάβουν αἵ γυναῖκες καί τά νεοβάπτιστα παιδία. Τούς ἄφησε καί εἰσῆλθε εἰς τό Ἱερόν, ἴνα ρίψη ὀλίγον νερό εἰς τό πρόσωπόν του εἰς τόν «Νιπτήρα» καί ἀνανήψη ἐκ τῆς ἀγρυπνίας. Αὐτοί ἀνέβηκαν ἐπάνω καί σέ λίγο κατέβηκαν πάλιν δύο, οἱ γεροντότεροι καί τοῦ εἶπαν:
-«Ἀτώρα, Πάτερ, νά λέομεν σε έναν κι’ ἄλλον τά’ ἀμέτεραν τάς δουλείας. Τά πόδα σου νά λαλεύομεν, κουρμπᾶν Πάτερ, ν’ ἀκούης μας, σ’ ἐμέτερον τό χωρίον Πουπᾶν κι’ ἔχουμεν, ἀνάστασιν καί ξερομεν ἀδά στά τράντα χρονίας. Ντό ψυήν νά δίομεν σόν Θεόν, Πάτερ; Τά παιδία μουν ἀντρέβουν χωρίς Πουπᾶν, στεφᾶν ποῖον νά θέκη τά στό ἀφκάλ; Γκουρτσουλᾶν (οἱ καϋμένοι) παποῦδες μας καί χασταλῆδες (ἄρρωστοι) ποθαίνουν χωρίς Λειτουργίαν, Πάτερ. Ἄχ! Ἀφωρισμένον σκλαβίαν. Ἐνέγκαμεν, Πάτερ, ἕνα σακίν μικρό, χῶμα τεμέτερον τό κοιμητήρ, νά διαβάζης το νά ρίξωμεν ἐκεῖ καί σήν τάφοιν του. Νά διής μας, Πάτερ, λειτουργίαν, νά δίομεν σαμέτερα τα παιδία, Πάσχα ἔρχετεν, Πάτερ, καί νά κάνης μας καί ἴνα ἀνάστασιν, ν’ ἀκούσουμε «Χριστός ἀνέστη». Πάτερ, κι’ ἀπές ἄς πεθάσκομεν».
Τούς εἶπεν ὁ Πνευματικός νά ἔλθουν πάλι καί τό βράδυ ὅλοι τους, ὅπως καί ἔγινε. Καί ἀφοῦ κοιμήθηκαν τά παιδία, τούς εἶπε ὅσα ἠδύνατο περί τῆς θρησκείας μας, τούς συνεβούλευσε νά εἶναι σταθεροί εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί νά ἔχουν εἰς αὐτόν τήν ἐλπίδα τους, ὅτι μία μέρα θά τελειώσουν τά βάσανά τους. Τόν διέκοπταν μέ ἐρωτήσεις σπαρακτικές: «Ντό κάνουν ταμέτερα τά παιδία, Πάτερ, στή Πατρίδα μας τήν Ἑλλάδα; Ντό κάνει ὁ Βασιλέαν ὁ Κωνσταντῖνον;…».
Τοῦ ξέφυγε καί τούς εἶπε μέ δάκρυα στούς ὀφθαλμούς ὅτι ὁ Κωνσταντῖνον ὁ Βασιλέαν ἀπέθανεν!….  Ὅλοι τους ἤρχισαν τά κλάματα, καί αἵ γυναῖκες περισσότερον νά κλαίγουν λέγοντας: «Ὁ Κωνσταντῖνον μας κι’ ἐπεθαίνει, ὁ Βασιλέαν μᾶς ζῆ, ὁ Κωνσταντῖνον μας θά παίρνη μας νά δεβαίνομεν στή Πατρίδα, ἀοῖκον λόγον χαπάρ κι’ ἔχουμε, Πάτερ».
Τούς καθησύχασε λέγοντας, ὅτι ὁ Θεός θά στείλη ἄλλον Κωνσταντῖνον νά τούς ἐλευθερώση καί νά τούς πάγη ὅπου αὐτός θέλει, καί μόνον ὑπομονήν καί ἐλπίδα νά ἔχουν καί ἀγάπη μεταξύ των. Μετά κατέβηκαν στήν Ἐκκλησίαν καί ὁ Γέρων Πνευματικός ἀνέγνωσε τήν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν μέ τά ὀνόματατων «τεθνεώτων» ἐπί τοῦ χώματος, ἔπειτα τούς ἔδωσε καί τό κλειδίον τοῦ ἄλλου δωματίου, ὅπου ἔμενεν αὐτός καί τούς ἔστειλε νά ξεκουραστοῦν, καί τό πρωί θά τούς ξυπνοῦσε ὁ ἴδιος.
Ὄρθρου βαθέος ἀνέβηκε καί τούς ἐξύπνησε, καί ἕως ὅτου αὐτοί ἑτοιμασθοῦν, ἔψαλλε τόν κανόνα τοῦ Μεγάλου Σββάτου «Κύματι θαλάσσης», κατέβηκαν καί αὐτοί καί ἀπό τά γράμματα κατάλαβαν, ὅτι θά τούς κάνη τήν Ἀνάστασιν.
Ἐκάλεσε τόν γεροντότερον καί τοῦ εἶπε νά πάρη ἀπό τό παγκάρι κηρία, ὅσες ψυχές εἶναι εἰς τό χωρίον των καί νά μοιράση εἰς ὅλους ἀνά δέκα. Εἰσελθών δέ εἰς τό Ἅγιον Βῆμα καί φορέσας λευκά ἄμφια ἐξῆλθεν εἰς τήν ὡραίαν Πύλην μέ ἀναμμένη λαμπάδα καί εἶπε μέ φωνήν παλλομένην: «Δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνασπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».
Τούς εἶπε καί ἤναψαν ὅλα τά κηρία, ἀνέγνωσεν ἔπειτα τό β΄ἑωθινόν «Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» καί μετά τό «Δόξα τή ἁγία καί ζωοποιῶ καί ἀδιαιρέτω Τριάδι….» ἔψαλλε τό «Χριστός ἀνέστη» ἐκ τρίτου. Καί ὄτε ἔστρεψε ἴνα εἴπη εἰς αὐτούς νά ψάλλουν καί αὐτοί, ὅλοι τους ἤσαν ἀγκαλιασμένοι καί ἔκλαιον καί κατεφιλοῦντο. Ἤρπασε καί αὐτός εἰς τάς ἀγκάλας του τά μικρά νεοφώτιστα καί τά ἐφίλησε, εἴτα τούς εἶπε παρηγορητικούς λόγους, ὅτι «καί τό Γένος θ’ ἀναστηθῆ μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον, καί ἡνωμένον θά ἑορτάζη πλέον τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ὡς μία οἰκογένεια». Τούς συνέστησε ἔπειτα νά σβήσουν τά κηρία, καί ὅταν ὑπάγουν εἰς τό χωρίον των τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα νά τά μοιράσουν εἰς ὅλους νά τά’ ἀνάψουν βαπτισμένοι καί ἀβάπτιστοι, νά ψάλλουν τό «Χριστός ἀνέστη», καί ὅτι ὅσοι εἶναι βαπτισμένοι καί στεφανωμένοι νά μεταλάβουν ἀπό τήν Ἁγίαν Κοινωνίαν, πού θά τούς δώση αὔριον νά πάρουν μαζί τους.
Ἕως ὅτου ξημερώση καλά, ἐδιάβαζεν εἰς ἐπήκοον πάντων τήν Ἀκολουθίαν τή Μεταλήψεως, εἴτα τήν συγχωρητικήν εὐχήν. Ὅλοι τους εἰσῆλθον εἰς τό Παρεκκλήσιον, ἀφ’ ὅπου ἤκουον τήν θείαν Λειτουργίαν. Εἰς τό τέλος μετέδωκε πρῶτον τά ἄχραντα Μυστήρια εἰς τά νεοφώτιστα παιδία, εἰς τάς γυναίκας ἔπειτα, καί κατόπιν εἰς τούς ἄνδρας.
Ἐκεῖνοι ἐδίσταζαν: «Ἴνεται, Πάτερ, ἕναν καί ἄλλον κοινωνίαν;»
«Γίνεται», τούς εἶπε, «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε, πηγῆς ἀθανάτου γεύσασθε».
Ὅλα ἔγιναν ἐν τάξει. Καί ὅταν μετ’ ὀλίγον ἀνέβηκε εἰς τό δωμάτιον καί ἐπρόκειτο νά χωρισθοῦν, ἴνα πρός τό ἑσπέρας φύγουν μέ τό πλοῖον, θρῆνος καί κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς, ἀλλά σιωπηλό κατέκλυσε τήν αἴθουσα: Αὐτοί δέν ἤθελον νά τόν ἀφήσουν, καί αὐτός δέν ἠμποροῦσε νά τούς ξεπροβοδίση πέραν τῆς Ἐκκλησίας, διότι φοροῦσε τά ράσα…. Καί ἡ …. Πολιτισμένη αὐτή χώρα δέν τά ἐπιτρέπει. «Νά λαλεύομέν σε, Πάτερ…. Νά μνημονεύης, Πάτερ, ντό νά λέομεν σέ, Πάτερ;».
«Νά εἰπῆτε τάς εὐχάς μου στούς Χριστιανούς μας, νά εἶναι καλοί Χριστιανοί, νά πιστεύουν στόν Χριστόν μας καί στήν Ἑλλάδα μας καί ὁ Θεός θά τούς εὐλογή, ἡ Πατρίδα μας θά τούς σκέφτεται πάντοτε καί ἐγώ δέν θά σᾶς λησμονήσω ποτέ».
Καί πῶς νά τούς λησμονήση, ὅπου τά δάκρυα των κατέβρεξαν τάς χείρας του, πῶς νά μήν ἐνθυμῆται τήν ἄκραν εὐλάβειάν των καί τά περιστατικά των, ὅμοια πρός τά τῶν Χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων, πῶς νά ξεχάση τήν κατακόμβην τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Γοργοεπηκόου; Πάντοτε τούς ἐνθυμεῖται καί ἀρκεῖται ἤδη ἐν γήρει εἰς τό ψαλμικόν: «Μνήσθητι, Κύριε, τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καί τοῦ σπαραγμοῦ τῶν πενήτων΄Κύριε, ἐπίφανον τό πρόσωπόν σου καί σωθησόμεθα».
Πῶς νά λησμονήσω τά βάσανα τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς Φυλῆς, πού βρέθηκε γεωγραφικῶς μεταξύ λαῶν  βαρβάρων τήν ψυχήν, λαῶν ἀνεπίδεκτων πραγματικοῦ πολιτισμοῦ, λαῶν μέ θηριώδη ἔνστικτα!
—————————————————————————-
(*πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν γράφοντα)
(*κουρμπᾶν Πάτερ: ἅγιε Πάτερ)
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ
Ἁγιορειτικές Διηγήσεις Ἀρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (+)