Ενισχύστε με την προσευχή σας τους αιχμαλωτισμένους στρατιωτικούς μας στον Έβρο.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ ΑΔΕΛΦΙΑ!
Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΑΣ ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΜΑΖΙ ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ!

Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον τους δούλους Σου Δημήτριο και Άγγελο.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΔΙΩΚΕΤΑΙ

»…θα έλθει καιρός που όχι οι διωγμοί, αλλά τα χρήματα και τα αγαθά αυτού του κόσμου θα απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον Θεό.

Και θα χαθούν ψυχές πολύ περισσότερες από ότι τον καιρό των διωγμών.
Από την μία θα χρυσώνουν τους τρούλους και θα βάζουν επάνω τους σταυρούς και από την άλλη, παντού θα βασιλεύει κακία και ψεύδος.
Η αληθινή Εκκλησία πάντα θα διώκεται.
Αυτοί που θέλουν να σωθούν, θα σώζονται με τις ασθένειες και τις θλίψεις.
Ο τρόπος που θα γίνονται οι διωγμοί θα είναι πολύ πονηρός και θα είναι πολύ δύσκολο κανείς να προβλέψει τους διωγμούς.

Φοβερός θα είναι αυτός ο καιρός, λυπάμαι αυτούς που θα ζούνε τότε!»
»…θα έλθει εποχή που η διαφθορά και η ακολασία μεταξύ των νέων θα φτάσει σε έσχατο σημείο.

Παρθένοι νέοι σχεδόν δεν θα υπάρχουν.

Θα βλέπουν την ατιμωρησία τους και θα νομίζουν ότι όλα τους είναι επιτρεπτά για να ικανοποιούν τις επιθυμίες τους…

Θα τους καλέσει, όμως, ο Θεός και θα καταλάβουν ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουν μια τέτοια ζωή και με διάφορους τρόπους θα οδηγηθούν στον Θεό.

Σε πολλούς θα υπάρχει τάση προς την ασκητική ζωή.

Αυτοί που παλιά ήταν αμαρτωλοί και οινοπότες θα γεμίσουν τις εκκλησίες και θα αισθανθούν μεγάλη δίψα γιά την πνευματική ζωή. Πολλοί θα γίνουν μοναχοί.

Θ’ ανοίξουν τα μοναστήρια και οι εκκλησίες θα είναι γεμάτες πιστούς.

Το ότι σήμερα αμαρτάνουν πολύ, θα τους οδηγήσει σε πιο βαθιά μετάνοια.

Εκ του βιβλίου »Ο Νεοφανής Άγιος της Ρωσικής Εκκλησίας Σεραφείμ της Βίριτσα», εκδόσεις »ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Δεκέμβριος 2007. 
 

Η απλότητα ως έκφραση λειτουργικής και ασκητικής εμπειρίας

του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου κ. Ιεροθέου

Ο άγιος Παπά-Νικόλας Πλανάς διακρινόταν για την μακαρία απλότητα στις ενέργειές του, τις κινήσεις του, την συμπεριφορά του και την εν γένει εκκλησιαστική του ζωή. Αυτή η απλότητα ήταν και έκφραση τού χαρακτήρος του, αλλά κυρίως και προ παντός ήταν έκφραση της λειτουργικής και ασκητικής του εμπειρίας. Δεν επρόκειτο μόνο για μια εξωτερική απλότητα στους τρόπους, αλλά κυρίως για απλότητα που προερχόταν από την ενότητα και την καθαρότητα τού εσωτερικού του κό σμου.

Θα τονισθούν μερικά σημεία αυτής της απλότητας τού αγίου Νικολάου Πλανά και στη συνέχεια θα εξηγηθή θεολογικά και λειτουργικά.

1. Η αγία απλότητα
Το βιβλίο που εξε δόθη για τον άγιο παπα-Νικόλα Πλανά που είναι βιογραφία τού Αγίου από μια μαθήτριά του, την μοναχή Μάρθα, κα τά κόσμο Ουρανία Πα παδοπούλου, φέρει ως τίτλο ο «απλοϊκός ποιμήν των απλών προβάτων». Ήταν ένας απλός ποιμήν που παιδαγωγούσε μερι κά απλά και απονήρευτα πρόβατα. Αυτό φαίνεται καθαρά σε όλο το βι βλίο. Τον χαρακτηρισμό αυτόν έδωσε ο αείμνηστος Φώτης Κόντογλου και είναι γραμμένος στη εισαγωγή τού βιβλίου αυτού.
Πράγμα, ο άγιος Νικόλαος Πλανάς ήταν ένας καλός ποιμήν, αλλά και ένα αγαθό και εκλεκτό πρόβατο τού μεγάλου Ποιμένος Χριστού, και με την απλότητά του, την ακακία του, την ταπείνωσή του δόξασε τον μεγάλο Ποιμέ να Χριστό, που είναι συγχρόνως και το ως εσφαγμένο αρνίον της Αποκαλύψεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του μας διασώζει τον λόγο τού Χριστού εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός ( Ιωάν. θ’,11) και ο ίδιος Απόστολος στο βιβλίο της Αποκάλυψης μας παρουσιάζει Αυτόν τον καλό ποιμένα ως εσφαγμένο αρνίο, που θυσιάζεται για τον κόσμο και τελικά Αυτό το ως εσφαγμένο αρνίο είναι ο κριτής τού κόσμου. Ο Ίδιος ο Χριστός είναι συγχρόνως και ποιμήν και αμνός, και όσοι συνδέονται μαζί Του έχουν και τις δύο αυτές ιδιότητες.

Ο Φώτης Κόντογλου γράφει στη αρχή τού κειμένου του για τον παπα-Νικόλα: Μακάριος είναι ο ιστορικός του. Αλλά μακάριος είναι και όποιος το διαβάζει και χαίρεται από τη βλογημένη απλότητά του. Απλός στάθηκε ο Ιστορούμενος, απλός ο Ιστορικός του, απλοί πρέπει να είναι κι’ εκείνοι που θα το διαβάσουν… Καρδιά πονηρή και άπιστη ας μην απλώση ν’ ανοίξη τούτο το βιβλίο. Έτσι ένοιωθε και ο Παπαδιαμάντης τον άγιο παπα-Νικόλα Πλανά, γι’ αυτό έγραφε:Γνωρίζω ένα Ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινό τερος των Ιερέων και ο απλοικώτερος των ανθρώπων. Και ο Φώτης Κόντογλου, ο Ιστορικός των ταπεινών και απλών ανθρώπων, θα γράψη: Γνώρισμα της Ορθοδοξίας είναι η απλότητα της καρδιάς που φέρνει την πίστη. Όλη η βιογρα φία τού αγίου Νικολάου Πλανά δείχνει αυτόν τον απλό Κληρικό, που ξέ ρει να ποιμαίνη, να ανέχεται, να αγαπά, να είναι μια καύση καρδίας υπέρ όλης της κτίσεως.

2. Η απλότητα της καρδίας

Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους Χριστιανούς να αποκτήσουν την απλότητα που είναι ένα βασικό στοιχείο της κατά Χριστόν ζωής. Στους Κορινθίους εύχεται να πλουτίζουν σε αυτήν την απλότητα στη οποία ευαρεστείται ο Θεός: εν παντί πλουτιζόμενοι εις πασαν απλότητα, ήτις κατεργάζεται δι’ ημών ευχαριστία τω θεώ (Β’ Κορινθ. ι’, 11). Τον απασχολεί να μη εξαπατηθούν οι Χριστιανοί από τον διάβολο και φθαρούν τα νοήματά τους από της απλότητάς της εις τον Χριστόν (Β’ Κορ. ια’, 3). Αυτή η απλότητα δεν είναι μια εξωτερική αρετή, αλλά συνδέε ται με την αναγέννηση τού ανθρώπου που γίνεται με την ένωσή του με τον Χριστό, γι’ αυτό ο Απόστολος Παύλος συνιστά στους Χριστιανούς την υπακοή που πρέπει να γίνεται εναπλότητα της καρδίας υμών ως τω Χριστώ (Εφ. στ’, 5).
Αυτός ο σύνδεσμος της απλότητας με την χριστιανική ζωή και την καρδιακή εμπειρία δείχνει ότι η χριστιανική άπλότητα διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη ανθρωπιστική απλότητα. Μπορεί κανείς να είναι απλός στους τρόπους, λόγω καταγωγής ή χαρακτήρος, αλλά αυτό μπορεί να είναι μια φυσική κατάσταση, που δεν σώζει. Στη Εκκλη σία η απλότητα συνδέεται με την δεύτερη γέννηση και όχι με την πρώτη γέννηση, είναι καρπός τού «ευ είναι» και όχι απλώς τού «βιολογικού είναιι». Έτσι, μπορεί κάποιος να είναι πτωχός και αγράμματος, αλλά να έχη υψηλό φρό νημα και να είναι πολύπλοκος, σύνθετος, καθώς επίσης να είναι σοφός κατά κόσμο και όμως, επειδή τον έχει διαποτίσει η αγάπη τού Χριστού, να είναι απλός στη καρ διά και συγκαταβατικός στους αδελφούς του. Πως μπορεί κανείς να είναι εγωιστής και υπερήφανος, όταν, παρά την εσωτερική του κατάσταση, έχει βιώσει την αγάπη και το έλεος τού Θεού;
Ο μακαριστός π. Παΐσιος μιλούσε για την κατά Χριστόν απλότητα που την συνέδεε με την αγιασμένη ζωή. Κάποτε που αναφερόταν στη απλότητα είπε: Αν είναι παιδάκι, θα έχη απλότητα. Αν είναι Άγιος, θα εχη απλότητα. Άλλοτε είπε: Για να ζήση κανείς τα μυστήρια τού Θεού, πρέπει να απεκδυθή τον παλαιό του άνθρωπο, να επανέλθη κατά κάποιο τρόπο στη κατάσταση προ της πτώσεως. Να έχη αθωότητα και απλότητα, για να είναι η πίστη του ακλόνη τη και να πιστεύη απόλυτα ότι δεν υπάρχει τίποτε που να μην μπορή να το κάνη ο Θεός». Και άλλοτε είπε: «Αν έχη κανείς απλότητα, έχη ταπείνωση, υπάρχει θείος φωτισμός,λαμποκοπάει». Έτσι, η απλότητα που προέρχεται από την ενέργεια της θείας Χάριτος και την συνέργεια τού Θεού συνδέεται με την αγιότητα.

3. Η θεολογία της απλότητας

Αν θελήσουμε να δώσουμε μια θεολογική ερμηνεία της πνευματικής απλότητας θα λέγαμε ότι ο Θεός είναι απλούς και γι’ αυτό ο άνθρωπος που συνδέεται με τον Χριστό αποκτά αυτήν την μακαρία κατάσταση της απλότητας.
Ο Θεός, κατά τους Πατέρας της Εκκλησίας, δεν έχει καμμιά σύνθεση, άλλ’ είναι απλούς. Η δυτική σχολαστι κή θεολογία, για να διαφυλάξη την απλότητα τού Θεού, εισήγαγε το λεγόμενο actus purus (καθαρά ενέργεια), δη λαδή την αιρετική άποψη ότι στον Θεό ταυτίζεται η άκτιστη ουσία Του με τις άκτιστες ενέργειές Του, και κατά συνέπεια ο Θεός έρχεται σε επαφή με την κτίση, αλλά και τον άν θρωπο με κτιστές ενέργειες. Η αιρετική άποψη ότι στον Θεό υπάρχουν και κτιστές ενέργειες διατυπώθηκε για να διαφυλαχθή η διδασκαλία περί της απλότητές Του, γιατί οι σχολαστικοί θεολόγοι πίστευαν ότι δήθεν η διάκριση μεταξύ άκτιστου ουσίας και κτιστής ενέργειας στον Θεό εισάγει σύνθεση και καταργεί την απλότητά Του.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, αντικρούοντας τις απόψεις αυτές που είχε και ο Βαρλαάμ, διδάσκει ότι «κατ’ ουσία εν και απλούν το θείον» και ότι η άκτιστη ενέργεια τού Θεού δεν καταργεί την απλότητά Του, αφού η άκτιστη ενέργειά Του δεν εισάγει κάποια σύνθεση στον Θεό, διότι ο Θεός νοείται από μας «όλος αγαθότης και όλος σοφία και όλος δικαιοσύνη και όλος δύναμις». Άλλωστε, οι ενέργειες τού Θεού δεν είναι κάτι άλλο διαφορετικό από την ουσία Του, αλλά είναι η ουσιώδης κίνηση της φύσεως-ουσίας, γι’ αυτό και ονομάζονται ουσιώδεις ενέργειες.
Επομένως, ο Θεός είναι απλούς και απλότης. Ο άν θρωπος είναι σύνθετος γιατί αποτελείται από ψυχή και σώμα. Η ψυχή τού ανθρώπου είναι απλή από την φύση της, ενώ το σώμα είναι σύνθετο, γιατί αποτελείται από διάφορα στοιχεία. Τα πάθη είναι εκείνα που εισάγουν την σύνθεση στη ψυχή. Όταν ο άνθρωπος ελευθερωθή από την ενέργεια των παθών, δηλαδή όταν με την δύναμη τού Θεού και την δική του συνέργεια μεταμορφώνει τις δυ νάμεις της ψυχής για να πορεύονται κατά φύσιν και υπέρ φύσιν και μετέχει της Χάριτος του, τότε, παρά το σύνθε το της ύπαρξής του (ψυχή και σώμα), αποκτά την κατά Χάριν απλότητα. Οπότε, την σύνθεση δεν την εισάγει η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό, αλλά η ύπαρξη τού πάθους. Ο Θεός δεν έχει πάθη, είναι απλούς, ενώ ο άνθρωπος γίνεται απλούς όταν ενωθή με τον Θεό και μεταμορφωθούν η ψυχή και το σώμα του.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στα έργα του αναλύει πως ο άνθρωπος αποκτά την κατά Χριστόν απλότητα, δη λαδή πως ο σύνθετος λογισμός γίνεται απλός και πως ο νους τού άνθρωπου ξεχωρίζει την συμπλοκή τού αισθητού πράγματος από την αίσθηση και την φυσική δύναμη (θυμός-επιθυμία) που δημιουργεί το πάθος και επαναφέρει το καθένα από αυτά στο φυσικό του λόγο.
Ο αββάς Δωρόθεος χαρακτηρίζει ως ψευδόμενο εκεί νο που δεν είναι «απλούς άνθρωπος, αλλά διπλούς». Και επεξηγεί ότι διπλούς (και όχι απλούς) άνθρωπος είναι εκείνος που «άλλος έστιν έσωλθε, και άλλος έξωλθε, δι πλούν έχει και όλο εχλευασμένο τον βίο αυτού».
Έτσι, ο άνθρωπος που ασκείται μέσα στη Εκκλησία, με τα μυστήρια και την τήρηση των εντολών τού Χριστού πορεύεται στον δρόμο της απάθειας, που είναι η ζωή της απλότητας. Μάλιστα, όταν φθάση στον φωτισμό τού νοός και την θέωση, δηλαδή όταν βιώση την Χάρη τού Θεού ως Φως, τότε αποκτά την κατά Θεόν απλότητα, είτε εί ναι σοφός είτε είναι αγράμματος. Αυτό σημαίνει ότι όλες οι δυνάμεις της ψυχής πορεύονται κατά φύσιν και υπέρ φύσιν, και διαμορφώνουν, μετασκευάζουν και μεταμορ φώνουν και το σώμα, που το καθιστούν απαθές. Στην κατάσταση αυτή ο άνθρωπος έχει τεκμήρια κατά Χάριν θείας απάθειας. Γι’ αυτό και οι Πατέρες διδάσκουν ότι η απάθεια δεν είναι μια φυσική αρετή, αλλά καρπός της θεωρίας τού Θεού, αποτέλεσμα μεθέξεως της ακτίστου Χάριτος τού Θεού.

 

4. Το εκκλησιαστικό και λειτουργικό ήθος της απλότητας

Από την βιογραφία τού αγίου παπα-Νικόλα Πλανά φαίνεται ότι η απλότητά του, εκτός από την φυσική κατά σταση τού χαρακτήρος του, είχε και στοιχεία εκκλησιαστι κής ζωής, δηλαδή ήταν έκφραση της ακενώτου αγάπης στον Θεό και της αστείρευτης αγάπης προς τον πλησίον. Άλλωστε, ο Θεός τα φυσικά γνωρίσματα τού ανθρώπου τα μεταμορφώνει και τα καθιστά πνευματικά χαρίσματα.
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης αναφέρεται στη απλότητα των αγίων, η οποία διαφέρει από την φυσική απλότητα. Γράφει ότι είναι καλή και μακαρία η «φύσει τισιν ενυπάρχουσα άπλυτης», η οποία σκεπάζεται και προφυλάσ σει από ποικίλες μεταβολές και πάθη, αλλά δεν είναι τόσο μακαριστή αυτή όσο η απλότητα που αποκτήθηκε με πόνους και ίδρωτες, που γίνεται πρόξενος τελείας τα πεινώσεως και πραότητας. Η απλότητα συνδέεται με την πραότητα γι’ αυτό «ψυχή πραεΐα, θρόνος απλότητος». Τελικά, η απλότητα ορίζεται ως «έξη ψυχής αποίκιλος, προς κακόνοιαν γινομένη ακίνητος». Αυτήν την απλότητα είχε ο Αδάμ προ της πτώσεως, όπως αυτή η αποίκιλη απλότητα είναι το πρώτο ιδίωμα της «των παίδων ηλικίας».
Μια τέτοια μακαρία και αποίκιλη, παιδική, κατά Θεόν, απλότητα είχε ο άγιος παπα-Νικόλαος Πλανάς που ήταν καρπός της αγάπης του προς τον Θεό και της κοινωνίας μαζί Του. Έτσι, δικαιολογείται η απονήρευτη συμπεριφο ρά του, η αγάπη του αδιακρίτως προς όλους. Με αυτό το πρίσμα πρέπει να ερμηνεύσουμε ότι οι άλλοι τον έβλε παν, κατά τη διάρκεια της θείας Λειτουργίας να βρίσκεται πάνω από το έδαφος, ή όταν έβλεπαν το Φως τού Θεού να τον περιβάλλη, ή όταν τον καθοδηγούσε ο άγγελος Κυρίου η όταν συμπεριφερόταν με μεγάλη ταπείνωση και απλότητα και τόσα άλλα περιστατικά.
Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω, αύτη η αγία του απλότητα ήταν αποτέλεσμα της επίσκεψης της θείας Χά ριτος, όπως συγκεκριμενοποιείται σε μερικά σημεία. Το πρώτον ότι είχε διαποτισθή από το «πνεύμα» της θείας Ευχαριστίας, που είναι το ήθος της άκρας ταπεινώσεως τού Χριστού, τού Πάθους, τού Σταυρού, της Ταφής, της καθόδου στον άδη και της Αναστάσεως Του. Το «πνεύμα» της θείας Λειτουργίας είναι «πνεύμα» κενώσεως, προσφο ράς, θυσίας. Η θεία Λειτουργία είναι ένας πυρηνικός αντιδραστήρας μέσα στον οποίο σπάζουν όλα τα συμβατικά θερμόμετρα.
Το δεύτερο είναι ότι η απλότητά του είχε διαμορφωθή από το ήθος της αγρυπνίας, δηλαδή της προσφοράς στον Θεό και αυτού τού βραδινού ύπνου. Αγαπούσε βα θύτατα τις αγρυπνίες, γιατί κατά την διάρκεια της νύκτας η ψυχή τού ανθρώπου, ιδίως όταν προσεύχεται, αποκτά έναν άλλο ρυθμό, συντονίζεται με την ζωή τού προπτωτικού Αδάμ και τού εσχατολογικού άνθρωπου, ακούει τους κτύπους της αιωνιότητας, βιώνει τα άρρητα ρήματα.
Το τρίτον είναι ότι ο παπα-Νικόλας Πλανάς είχε προσαρμοσθή στο ήθος της άκρας απλότητας, ταπεινότητας, πραότητας, ακτημοσύνης και καθαρότητας, που συναντά κανείς στους ερημίτες τού Αγίου Όρους και σε άλλους μοναχούς που εμπνέονται από αυτήν την ατμόσφαιρα της ερήμου τού Άθωνος. Φυσικά, δεν εννοώ αγιορείτες που έχουν εκκοσμικευθή και αποδεσμεύθηκαν από την αγία απλότητα. Ένας αληθινός αγιορείτης δέχεται κάθε άνθρωπο ως άγιο, κατά το πατερικό λόγιο «είδες τον άνθρωπόν σου, είδες τον Θεόν σου».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, μιλώντας για τον κατά σάρκα πατέρα του, τον περιγράφει ως άνθρωπο της κατά Χριστόν απλότητας. Λέγει ότι ο πατέρας του Γρηγόριος ήταν «υψηλότατος μεν τω Βίω, ταπεινότατος δε τω φρονήματι». Και ως προς μεν την αρετή ήταν απρόσιτος, ως προς δε την συναναστροφή ευπρόσιτος. Η καλύτερη δε αρετή που τον χαρακτήριζε και την οποία πολλοί δεν αγαπούν ήταν η απλότης, και το τού ήθους «αδολό τε και αμνησίκακον».Φαίνεται εδώ ότι η απλότητα συνδέε ται στενά με το άδολο τού ήθους και την αμνησικακία. Η κατά Χριστόν απλότητα είναι το αληθινό και το σταθερό, ενώ «παν ο προσποιητό, ουδέ μόνιμον».
Ο άγιος παπα-Νικόλας Πλανάς διαμορφώθηκε από αυτό το βάθος της εκκλησιαστικής ζωής, τον κατήρτισε η Χάρη τού Θεού, γι’ αυτό δεν ήταν σύνθετος, αλλά απλός, δεν ήταν προσποιητός, αλλά αληθινός, δεν ήταν εποχιακός, αλλά μόνιμος, διαχρονικός. Έζησε την απλότητα τού Αδάμ προ της πτώσεως και τού ανθρώπου της έσχατης ημέρας.
Πέρασε από την γη μας ένα αστέρι φωτεινό και μας έδειξε μερικές ανταύγειες της απλότητας της αιωνίου ζωής, όπου θα καταργηθούν όλα τα σύνθετα, και θα απλοποιηθή εν Αγίω Πνεύματι η ζωή τελείως, αφού στους αιώνες θα ακούγεται μόνο το Αλληλούια, τα άρρητα ρήματα, τα τεριρέμ των αγγέλων, όχι απλώς της αγρυπνίας, αλλά της κατά Θεόν ζωής μέσα στο Φως της Τρισηλίου Θεότητος.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
ahdoni.blogspot.com

 

Οι Βλάχοι: Η καταγωγή, η γλώσσα, και η μακραίωνη ιστορία τους

 Με ένα ακόμα…επίμαχο και πολυσυζητημένο θέμα θα ασχοληθούμε σήμερα. Με τους Βλάχους. Με την καταγωγή και την ιστορία τους. Τις αναφορές γι’ αυτούς σε βυζαντινές πηγές. Την προέλευση της ίδιας της λέξης «Βλάχος» αλλά και της λέξης «Αρμάνοι» με την οποία αυτοπροσδιορίζονται οι ίδιοι. Αλλά και την «πορεία» τους στο πέρασμα των αιώνων.

Ποιοι είναι οι Αρμάνοι – Βλάχοι;

Όπως γράφει ο πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Νικόλαος Μέρτζος, βλάχος κι ο ίδιος στην καταγωγή, στο βιβλίο του «Οι Αρμάνοι Βλάχοι», έκδ. της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, 2010, «ο όρος Βλάχοι αποτελεί ετεροπροσδιορισμό. Έτσι ορίζονται από τρίτους όσοι αυτόχθονες αρχαίοι πληθυσμοί, προ πάντων ορεσίβιοι αλλά και αστοί, λατινοφώνησαν στην προφορική αποκλειστικά λαλιά τους επειδή υπηρέτησαν όλη τη ζωή τους ως στρατιώτες και αξιωματούχοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα και στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής. Επί μακρούς αιώνες παρέμειναν επίμονα ενδογαμικοί, δηλαδή παντρεύονταν μονάχα μεταξύ τους, και, γι’ αυτό, διατήρησαν ανόθευτη τη γηγενή καταγωγή τους. Ανέκαθεν εμείς οι αποκαλούμενοι Βλάχοι αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Αρμάνοι, δηλαδή Ρωμαίοι πολίτες της καθ’ ημάς Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που κατά τους τελευταίους αιώνες της επονομαζόταν και Ρωμανία. Ως Ρωμαίοι, άλλωστε, αυτοπροσδιορίζονται επί χίλια διακόσια και άνω χρόνια όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες οι οποίοι ακόμη μέχρι σήμερα αυτοπροσδιορίζονται, επίσης, ως Ρωμιοί. Αρειμάνιοι στην ελληνική γλώσσα σημαίνει αγέρωχοι πολεμιστές. Και ανέκαθεν οι Βλάχοι ήμασταν πολεμιστές».

Στον πρόλογο του ίδιου βιβλίου, ο Πρόεδρος της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, Καθηγητής Ιατρικής του ΑΠΘ, Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης, γράφει: «…οι Βλάχοι δεν πρέπει να θεωρούνται ως μια εξελληνισμένη εθνοτική ομάδα ή ως μια πληθυσμιακή ομάδα διχασμένη από τις εθνικές προπαγάνδες των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά ως μια γνήσια έκφραση της ρωμιοσύνης, που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας».

Η άποψη αυτή, που θεωρείται σήμερα η πλέον ορθή, δεν ήταν πάντα αποδεκτή.

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Ν. Α. Βέης, ο Π. Αραβαντινός κ.ά. έχοντας ως μοναδικό κριτήριο τη γλώσσα των Βλάχων και την ομοιότητά της με τη ρουμανική, θεωρούσαν ότι οι βλαχόφωνοι Έλληνες Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, έχουν κοινή καταγωγή με τους Βλάχους των περιοχών γύρω από τον Δούναβη και τον Αίμο της Βουλγαρίας. Αντλώντας επιχειρήματα από τους βυζαντινούς χρονογράφους Κίνναμο, Κεκαυμένο και Χαλκοκονδύλη, δέχονται ότι οι βλαχόφωνοι της Βόρειας Ελλάδας, μετοίκησαν σ’ αυτή από την περιοχή του Δούναβη.

Ο Γιώργης Έξαρχος, στο δίτομο έργο του «Οι Ελληνόβλαχοι (Αρμάνοι)», θεωρεί ως ορθότερη ερμηνεία της προέλευσης των Βλάχων, αυτή που έδωσε το 1832 ο Κωνσταντίνος Κούμας. Γράφει λοιπόν ο μεγάλος Λαρισαίος εκπαιδευτικός και Διδάσκαλος του Γένους: «Ό,τι συνέβη εις τους επέκεινα του Ίστρου, Δάκας και Γέτας, είχεν πολύ πρότερον να γίνεται εις τους εντεύθεν του Ίστρου (=Δούναβη) λαούς […]. Αποτέλεσμα τούτων ήτο, ότι Μακεδόνες, Θετταλοί, Έλληνες, έμαθον την γλώσσαν των νικητών των (ενν. των Ρωμαίων) και πολλοί έχασαν την ιδικήν των. Εις μόνον τας μεγάλας πόλεις αντείχεν η Ελληνική Γλώσσα. Όλοι ούτοι οι λαοί ονομάζονται με κοινόν όνομα ΒΛΑΧΟΙ» (Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, «Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων», εν Βιέννη 1832, τόμος ΙΒ’ σελ. 520-521).

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πάρα πολλές απόψεις ακόμα. Αν χρειαστεί, θα επανέλθουμε. Ας δούμε τώρα την προέλευση της λέξης «Βλάχοι».

Η ετυμολογία της λέξης Βλάχος

Για την προέλευση της λέξης Βλάχος, έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Θα αναφέρουμε εδώ, τις κυριότερες από αυτές.

i. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη Βλαχά (ή βληχή) = το βέλασμα
ii. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη βλαχάν ή βλίχαν(ος) ή βλίκανον = ο βάτραχος
iii. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη βλάχνον ή βλάχρον ή βλαχρόν ή βλάθρον ή βλήχρα ή βλήχρον = το φυτό φτέρη
iv. Προέρχεται από τη λατινική λέξη flaccus = αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
v. Προέρχεται από την ελληνική λέξη Βράχος
vi. Προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη φελάχος = ποιμένας, βοσκός. Η θεωρία αυτή, με βασικό υποστηρικτή τον διαπρεπή αρχαιολόγο και εθνολόγο Αντώνιο Κεραμόπουλλο (1870-1961), φαίνεται ότι δεν ευσταθεί.

Μια άλλη εκδοχή, θέλει τη λέξη Βλάχοι να προέρχεται από τη γερμανική λέξη Volci. Έτσι ονόμαζαν οι Γερμανοί πρώτα τους Κέλτες και μετέπειτα όλους τους λατινόγλωσσους Ρωμαίους και μη Ρωμαίους γείτονές τους.

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης στο «Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», εκδ. ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ, 2009, γράφει τα εξής:

Βλάχος < σλαβ. Vlaha  < παλ.γερμ. Wal(a)h < λατ. Volcae (> ελυστ. Ουάλκαι), ονομασία κελτικού φύλου που είχε εκλατινιστεί και ζούσε υπό γερμανική κυριαρχία.
Και συνεχίζει με μία «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ»
Οι Βλάχοι ή Αρωμούνοι (Arman «Ρωμαίοι») του ελληνικού χώρου προέρχονται από πληθυσμούς που είχαν εκλατινιστεί κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και μιλούν λατινογενή διάλεκτο, συγγενή προς τα Ρουμανικά. Η  λατ. ονομασία Volcae (απ’ όπου το μεσν. Βλάχοι), που αναφερόταν στους Κέλτες υπηκόους της Ρωμαϊκής και αργότερα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελεί την αφετηρία στην οποία ανάγονται τα ονόματα διαφόρων σημερινών κελτικών υπολειμμάτων στην Ευρώπη, π.χ. Ουαλοί (Welsh, Μ. Βρετανία), Βαλόνοι (Wallons, γαλλόφωνοι του Βελγίου), Γαλάτες (Gaylois, Γαλλία).

Οι Γερμανοί, και στη συνέχεια όλοι οι Σλάβοι, ονόμαζαν Βλάχους όλους τους λατινόφωνους λαούς ανεξάρτητα από την καταγωγή καθενός απ’ αυτούς. Η δε Πολωνία μέχρι σήμερα, ονομάζει Wloshy, δηλαδή Βλαχία, την Ιταλία!

Βυζαντινές πηγές για τους Βλάχους και τη γλώσσα τους

Ο πρώτος που χρησιμοποιεί βλάχικες λέξεις, στο έργο του «Περί Κτισμάτων», είναι ο ιστορικός Προκόπιος, που έζησε στα χρόνια του Ιουστινιανού 6ος αιώνας.

Περίπου την ίδια εποχή, ο Ιωάννης Λυδός, λατινομαθής, νομικός και φιλόσοφος (περ. 490-578), αποκαλύπτει την ύπαρξη λατινόφωνων πληθυσμών στις ευρωπαϊκές χώρες. Στο έργο του «Περί των Αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας», αναφέρει ότι: «Υπήρχε παλιός νόμος όσα γίνονταν από τους επάρχους, ακόμα και από τις άλλες αρχές, να λέγονται στην ιταλική γλώσσα…και όσα γίνονται στην περιοχή της Ευρώπης (έτσι ονομαζόταν εκείνη την εποχή η Βαλκανική) διαφύλαξαν την αρχαιότητα από ανάγκη, διότι οι κάτοικοί της, αν και ήταν στο μεγαλύτερο μέρος έλληνες, μιλούσαν ιταλικά («τη των Ιταλών φθέγγεσθο φωνή», γράφει στο πρωτότυπο) και ιδιαίτερα οι δημόσιοι υπάλληλοι».

Διαπιστώνει λοιπόν ο Λυδός, ότι κατά τον 6ο αιώνα, στα Βαλκάνια ομιλείται η ιταλική (λατινική) γλώσσα, όχι μόνο από τους Έλληνες, που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού της Χερσονήσου του Αίμου αλλά κι από τους υπόλοιπους.

Το γεγονός αυτό, αποδεικνύει την ελληνικότητα των λατινόφωνων – βλαχόφωνων πληθυσμών, πράγμα που καταρρίπτει τη ρουμανική προπαγάνδα ότι οι λατινόφωνοι λαοί των Βαλκανίων είναι ρουμανικής καταγωγής.

Επόμενη μαρτυρία για βλάχικες λέξεις, προέρχεται από τον Θεοφύλακτο Σιμοκάττη, ο οποίος άκμασε μεταξύ 610 και 640. Αναφερόμενος σε εκστρατεία του στρατού της Ρωμανίας (Βυζαντίου), υπό τον στρατηγό Κομεντιόλο εναντίον των επιδρομέων Αβάρων, στην περιοχή Κορνομπάτ Αετού (δυτικά της Μεσημβρίας), που έγινε το 589, γράφει τα εξής:

Θέλοντας να αιφνιδιάσει τους Αβάρους, ο Κομεντίολος, διέταξε τους στρατιώτες του να τους επιτεθούν πριν ξημερώσει. Κάποια στιγμή, το φορτίο ενός από τα μεταγωγικά ζώα έγειρε και κάποιος φώναξε στον οδηγό του ζώου «ρετόρνα, ρετόρνα, φράτερ». Η φράση αυτή σημαίνει στα αρμάνικα – βλάχικα «γέρνει, γέρνει (ενν. το φορτίο) αδελφέ».

Δημιουργήθηκε αδικαιολόγητος πανικός στο στράτευμα, καθώς «οι στρατιώτες νόμισαν ότι τους διατάσσουν να κάνουν μεταβολή λόγω αιφνιδιαστικής εμφάνισης άλλου εχθρού. Γύρισαν λοιπόν τότε προς τα πίσω κραυγάζοντας «επιχωρίω γλώττη…ρετόρνα».

Αυτό οφειλόταν, στο ότι η λέξη ρετόρνα, εκλήφθηκε από πολλούς ως εντολή να γυρίσουν πίσω, ενώ είχε τη σημασία «έλα πίσω» (να δεις τις αποσκευές που θα πέσουν από το ζώο). Το ίδιο περιστατικό, περιγράφει και ο Θεοφάνης, σπουδαίος Βυζαντινός ιστορικός: «Τόρνα, τόρνα, φράτρε και ο μεν κύριος του ημιόνου την φωνήν ουκ ήσθετο οι δε λαοί ακούσαντες και τους πολεμίους επιστήναι αυτοίς υπονοήσαντες, εις φυγήν ετράπησαν τόρνα, τόρνα μεγίσταις φωνές ανακράζοντες».

Η περιγρφή του Θεοφάνη και η χρήση της λέξης «τόρνα», είναι πιο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα και το γλωσσικό ιδίωμα των Βλάχων.

Ο αυτοκράτορας, λόγιος, συγγραφέας και διανοούμενος, Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (912-953), γράφει για «ελληνίζοντες (που) και την πάτριον Ρωμαϊκήν γλώσσαν αποβαλλόντες».

Ο Πορφυρογέννητος αναφέρεται σε πληθυσμούς που επί των ημερών του απέβαλαν την πατρική τους γλώσσα, τη ρωμαϊκή. Δεν δίνει περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτούς ωστόσο από όσα γράφει διαπιστώνουμε ότι από εκείνη την εποχή αρχίζει μια διαδικασία «γλωσσικού απολατινισμού» πληθυσμών που είχαν εκλατινιστεί γλωσσικά τους προηγούμενους αιώνες.
Η πρώτη μνεία στην ύπαρξη Βλάχων γίνεται από τον Γεώργιο Κεδρηνό (11ος αιώνας) ο οποίος αναφερόμενος στον ηγεμόνα των Βουλγάρων Συμεών και την οικογένειά του γράφει:
«Τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς απεβίω αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας κατά τας λεγομένας Καλάς Δρυς μετά τινών Βλάχων οδιτών».
Βέβαια δεν γνωρίζουμε ποιους ακριβώς εννοούσε με τη λέξη «Βλάχοι» ο Κεδρηνός.

Ο Σωκράτης Λιάκος γράφει:

«Εις την στενωπό Πισοδερίου έλαβε χώραν κατά το έτος 980 μ.Χ. περίπου και το γεγονός του φόνου του Δαυίδ, πρωτότοκου υιού του κόμητος Νικολάου, μέγα ισχύοντος παρά τοις Βουλγάροις όπως μας λέγει ο Σκυλίτζης εις την θέση Καλάς Δρυς, από Βλάχους οδίτας. Το όνομα τούτο Καλάς Δρυς ή Καλαί Δρυς ταυτίζεται με τα τοιούτα: Κάλεα ντι Ντούρους (Οδός Δυρραχίου) και Κάλεα ντι Ρίσσον (Δρόμος του Λυγκός) στη γλώσσα των τότε και σήμερα αρμανόγλωσσων (Βλαχόφωνων-Λατινομακεδονόγλωσσων) φυλάκων αυτής, γεγονός που αποκαλύπτει ότι οι οδοφύλακες της στενωπού αυτής ήσαν Αρμανόφωνοι= Βλαχόφωνοι= Λατινομακεδονόγλωσσοι, ό, τι είναι και μέχρι σήμερα».

Ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1925) σε έγγραφο με την υπογραφή του (1020) που βρέθηκε στο Σινά, γράφει: «Θεσπίζομεν ταύτα πάντα κατέχειν τον αυτόν αγιώτατον Αρχιεπίσκοπον και λαμβάνειν το κανονικόν αυτών πάντων και τον ανά πάσαν Βουλγαρίαν Βλάχων και των περί τον Βαρδάρειον Τούρκων όσοι εντός Βουλγαρικών όρων εισί…».
Ούτε όμως ο Βασίλειος διευκρινίζει ποιοι ακριβώς ήταν οι «ανά πάσαν Βουλγαρίαν Βλάχοι», με αποτέλεσμα οι ιστορικοί να δώσουν διάφορες εκδοχές.

Ο Βυζαντινός ιστορικός Ιωάννης Κεκαυμένος (11ος αι.) στο έργο του «Στρατηγικόν», δεν μιλά καθόλου κολακευτικά για τους Βλάχους, χαρακτηρίζοντάς τους γένος άπιστο, απειθάρχητο αλλά και ότι αποτελούσαν ξεχωριστό έθνος, συγγενικό με τους Δακορουμάνους.
Γράφει μεταξύ άλλων: «Ουδέποτε εφύλαξε πίστιν (το γένος των Βλάχων) προς τινά ουδέ προς τους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων. Πολεμηθέντες παρά του βασιλέως Τραϊανού και παντελώς εκτριβέντες, εάλωσαν (…) ούτοι γαρ εισίν οι λεγόμενοι Δάκαι και Βέσαι ώκουν δε πρότερον πλησίον του Δουναβίου ποταμού και του Σάου (…) ένθα νυν Σέρβοι αρτίως οικούσιν, εν οχυροίς και δυσβάτοις τόποις».

Οι απόψεις του Κεκαυμένου προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις στα νεότερα χρόνια. Ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος γράφει:

«Δεν γνωρίζομεν αν ο βασιλεύς προήγαγε αυτόν εις ανώτερο αξίωμα δια τούτο» (την εμπαθή δηλαδή στάση του απέναντι στους Βλάχους. Και σε άλλο σημείο: «Ο Κεκαυμένος… τυφλούται εκ του μίσους κατά των αποστατούντων Βλάχων και αποδιοπομπούμενος μέχρι Δακίας και Σαύου το μισητόν γένος υβρίζει συλλήβδην Κουτσοβλάχους τε και Δάκας».
Το λάθος του Κεκαυμένου, είναι ότι ταυτίζει τους Βλάχους με τους Δακορουμάνους, γιατί τους θεωρεί ομόφυλους.

Η Άννα Κομνηνή, στο έργο της «Αλεξιάδα», δίνει πληροφορίες για τους Βλάχους της Θεσσαλίας:

«Και τοις μέρεσι της Λαρίσσης εγγίσας και διελθών δια του βουνού των Κελλίων και την δημοσίων λεωφόρον δεξιόθεν καταλιπών και του βουνού τον ουτωσί εγχωρίως καλούμενον Κίσσαβον, κατήλθεν εις Εζεβάν, χωρίο δε τούτον Βλαχικόν της Ανδρωνείας έγγιστα διακείμενου».

Σε άλλο σημείο, αναφέρεται στους Βλάχους του Αίμου, της Μακεδονίας και των περιοχών του Δούναβη:

«Νυκτός δε καταλαβόντος Πουδίλου τινός εκκρίτου των Βλάχων και την των Κομάνων δια του Δανούβεως διαπεραίωσιν απαγγείλοντος, δέον έκρινε αναζούσης της ημέρας μετακαλεσάμενος τους εκκρίτους των συγγενών τε και ηγεμόνων βουλεύασθαι ό,τι δει ποείν…Των γουν Κομάνων παρά των Βλάχων τας δια των κλεισουρών ατραπούς μεμαθηκότων και ούτω τον Ζυγόν ραδίως διεληλυθότων άμα τω τη Γολόνη προσπελάσαι ευθύς οι έποικοι ταύτης δεσμήσαντες τον την φυλακήν του κάστρου πεπιστευμένον παραδεδώκασι τοις Κομοίνοις…»

Και παρακάτω: «… και οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο (Βλάχους τούτους καλείν οίδε διάλεκτος) (και τους άλλοθεν εξ απασών των χωρών ερχομένους ιππέας τε και πεζούς».
Από όσα γράφει η Άννα Κομνηνή, προκύπτουν τα εξής:

Βορειότερα της Λάρισας, υπήρχε Βλαχοχώρι, που ονομαζόταν Εζεβάν. Υπήρχαν Βλάχοι κοντά στον Δούναβη, που ήταν γείτονες με τους Κουμάνους. Οι Βλάχοι ζούσαν ή κινούνταν κοντά στον Αίμο. Οι Βλάχοι έκαναν νομαδική ζωή, δεν διευκρινίζει όμως αν ήταν ή όχι λατινόγλωσσοι.

Ο Ιωάννης Κίνναμος, (1143 – 1185), θεωρεί τους Βλάχους αποίκους από την Ιταλία. Γράφει χαρακτηριστικά:

«Λέοντα δε τινά Βατάτζην επίκλησιν, ετέροθεν στράτευμα επαγόμενον άλλοτε συχνόν και δη και Βλάχων πολύν όμιλο οι των εξ Ιταλίας άποικοι πάλαι είναι λέγονται, εκ των προς τω Ευξείνω καλουμένω Πόντω χωρίων εμβαλείν εκέλενεν εις Ουννικήν».
Ο Νικήτας Ακομινάτος – Χωνιάτης (13ος αι.), αναφέρεται σε Βλάχους της περιοχής του Αίμου, γράφοντας τα εξής:

«Και έλαθε δια σμικροπρέπειαν και άλλας μεν πόλεις καλαμησάμενος, αι κατ ‘ Αγχίαλον συνωκίζοντο, εαυτώ δε μάλιστα και Ρωμαίοις εκπολεμώσας τους κατά τον Αίμον το όρος Βαρβάρους, οι Μυσοί πρότερον ωνομάζοντο, νυνί δε Βλάχοι κικλήσκονται»
Στο ποιητικό του έργο «Χρονική Ιστορία», ο μοναχός Εφραίμ Αίνιος, αναφέρεται συχνά στη Βλαχία και τους Βλάχους.

«Ων χάριν Μυσών εκταραχθέν πως έθνος κατ’ Αίμον οικούν, οι κικλήσκονται Βλάχοι»
Αναφορές γίνονται ακόμα στον «Κώδικα Νόμων», του Στέφανου Δουσάν και στο ποίημα «Πουλολόγος» (14ος αι)

«Και αν τύχουν εκ την Ζαγοράν Βούλγαροι είτε Βλάχοι».

Ο ποιητής Ιωάννης Κατράρης, στο «Προς τον φιλόσοφον και ρήτορα Νεόφυτον», γράφει:
«Βούλη και μορφή ακούσαι;
Την μεν γέννην έστι Βλάχος,
Αλβανίτης δεν την όψιν,
Του δε σώματος την θέσιν.
Βουλγαροαλβανιτόβλαχος»
Μνεία για τους Βλάχους, γίνεται και σε λαϊκό τραγούδι του 10ου αιώνα.

Τέλος, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (15ος αιώνας), θεωρεί (δεν αναφέρει πηγές ή αποδεικτικά στοιχεία), ότι το έθνος που κατοικεί στην Πίνδο της Θεσσαλίας, εγκαταστάθηκε εκεί από την Δακία. Το έθνος αυτό ονομάζεται Βράχοι. Στην Πίνδο, κατοικούν Βλάκοι, που είναι ομόγλωσσοι με τους Δάκες του Δούναβη και μοιάζουν μεταξύ τους. Οι Βράκοι ή Βλάκοι (Βλάχοι) ζουν ως ένοπλοι είναι διαιρεμένοι σε δύο περιοχές χώρες, η μία κοντά στον Δούναβη και η άλλη στην Μπογδανία (σημ. Μολδαβία!)

Η εμφάνιση του όρου «Βλαχία»

Ο όρος «Βλαχία», πρωτοεμφανίζεται στο «Οδοιπορικό» του Ισπανοεβραίου περιηγητή Βενιαμίν εκ Τουδέλης, που το 1160, βρέθηκε ως περιηγητής στην Ελλάδα.

Επισκεπτόμενος τη Φθιώτιδα, συνάντησε Βλάχους που κατοικούσαν στα βουνά γύρω από τη Λαμία, τη δε Λαμία, που αποκαλεί Sinon Potamo= Ζητούνι, «κείται εις τους πρόποδας των αρέων της Βάχίας». δηλαδή στις υπώρειες της Όθρνος.

Σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ (1195 – 1203), αναφέρεται η «Provincia Valachie», ως  τμήμα της Θεσσαλίας.

Τέλος, στο κείμενο της «Partitio Romanie» (1204), όπου αναφέρονται οι περιοχές και οι χώρες που δόθηκαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους στον Βονιφάτιο Μομφερατικό, γίνεται μνεία στην «Provintia Blachie», τμήμα της Θεσσαλίας.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι Βυζαντινές πηγές (πλην Κεκαυμένου και Χαλκοκονδύλη) δεν αναφέρονται σε κάθοδο Βλάχων από τη Δακία προς την Ελλάδα, κάτι που αποτέλεσε βασικό επιχείρημα της προπαγάνδας των Ρουμάνων, που ήθελαν να «οικειοποιηθούν» τους Βλάχους και να δημιουργήσουν μειονοτικό ζήτημα στην Ελλάδα.
Από παντού προκύπτει ότι οι Βλάχοι είναι λατινόφωνοι Έλληνες. Όσο για τη Βλαχία, τον όρο αυτό συναντάμε τον 12ο αιώνα, και αναφέρεται σε τμήματα της Θεσσαλίας και την περιοχή της Φθιώτιδας. Δεν υπάρχει ιστορική πηγή που να αναφέρει τον όρο Βλαχία σε περιοχές πάνω από τον Δούναβη ή σε περιοχές μεταξύ του Δούναβη και Αίμου μέχρι και τον 12ο αιώνα.

 πηγή

Πηγές: Γιώργης Έξαρχος, «ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΒΛΑΧΟΙ ΑΡΜΑΝΟΙ» εκδόσεις Καστανιώτη 2001 (2 τόμοι)
Ορέστης Κουρέλης, «Βλαχόφωνοι Έλληνες», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Αδελφών Κυριακίδη α.ε., 2010
Ντούσαν Πόποβιτς, «ΑΡΜΑΝΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ»
«Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών», 2010.
Νικόλαος Μέρτζος, «Οι Αρμάνοι Βλάχοι», έκδ.
ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΑΝΔΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2010.

 

 

«ΤΙΜΑ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΣΟΥ»

Αποτέλεσμα εικόνας για τιμα τον πατερα σου και τη μητερα σου

ἀρχιμ. Γερβάσιου Ἰ. Ραπτόπουλου

Σκέπτεσθε τοὺς γονεῖς σας; Κάποιος ρώτησε μία Μάνα: «Τί σοῦ στοίχισαν τὰ παιδιά σου;».

Καὶ ἡ Μάνα τοῦ ἀποκρίθηκε: «Στοίχισαν πόνο καὶ προσπάθεια. Κόπο καὶ ἀνησυχία. Μόχθο καὶ καθημερινὴ δουλειὰ στὸν πατέρα τους. Ὑπομονὴ καὶ εὐθύνη. Ὁδηγίες καὶ νουθεσίες. Ἀγάπη καὶ ἀγωνία. Προσευχὲς καὶ δεήσεις». Αὐτὰ στοιχίζουν τὰ παιδιὰ στοὺς γονεῖς. Αὐτὰ καὶ ἄλλα πολλά. Τόσο πολλά, ποὺ καμμιὰ πένα στὸν κόσμο δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ τὰ χαράξει πάνω στὸ χαρτί. Νὰ γιατί ἀπευθύνομαι σὲ σᾶς, παι-διά, καὶ κάνω τούτη τὴν ἐρώτηση: Παιδιά, σκέπτεσθε τοὺς γονεῖς σας; Ἀλλὰ τί σημαίνει αὐτὴ ἡ ἐρώτηση; Σημαίνει αὐτὰ ποὺ θὰ σᾶς γράψω παρακάτω. Καὶ θὰ σᾶς γράψω ὄχι λόγια, ἀλλὰ παραδείγματα. Παραδείγματα παιδιῶν, ποὺ σκέπτονταν πάντα τοὺς γονεῖς τους. Νὰ τί θέλω νὰ πῶ:

Νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς γονεῖς σας.

Ὕστερα ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ πρέπει νὰ εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἀπέραντη ἀγάπη σας, νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς γονεῖς σας. Νὰ ἀγαπᾶτε τὸν Πατέρα σας καὶ τὴ Μάνα σας. Νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε σὰν τὸν Αἰνεία τῆς Τροίας.

Θυμάστε τὸ περιστατικό; Πρὶν ἡ Τροία παραδοθεῖ στὴ φωτιά, οἱ Ἕλληνες ἔδωσαν προθεσμία στοὺς Τρῶες νὰ φύγουν ὅλοι ἀπὸ τὴν πόλη παίρνοντας μαζί τους ὅ,τι ὁ καθένας θεωροῦσε σὰν τὸ πιὸ πολύ-τιμο πράγμα. Τότε οἱ Ἕλληνες εἶδαν μία σκηνὴ ποὺ τοὺς συγκλόνισε. Τὶ εἶδαν; Εἶδαν τὸν νεαρὸ Αἰνεία νὰ περνᾶ τὴν πύλη τῆς Τροίας ἔχοντας τοὺς ὤμους του τὰ ἀγάλματα τῶν θεῶν. Συγκινημένος ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν Ἑλλήνων στρατιωτῶν ἐπέτρεψε στὸν θαυμαστὸ νεαρὸ Τρῶα νὰ ξαναγυρίσει στὴν πόλη καὶ νὰ πάρει καὶ ὅ,τι ἄλλο πολύτιμο ἤθελε. Γύρισε ὁ Αἰνείας στὴν Τροία καὶ σὲ λίγο περνοῦσε τὴν Πύλη τῶν τειχῶν βαστάζοντας στοὺς ὤμους του τοὺς δύο γέροντες γονεῖς του, ποὺ ἦταν παράλυτοι καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ περπατήσουν. Ἦταν ὅ,τι πολυτιμότερο εἶχε, ὕστερα ἀπὸ τοὺς θεούς. Αὐτὴ ἡ δεύτερη σκηνὴ συγκίνησε πιὸ πολύ τοὺς Ἕλληνες. Καὶ ἐπέτρεψαν στὸ ὑπέροχο αὐτὸ παιδὶ νὰ γυρίσει καὶ πάλι στὴν πόλη καὶ νὰ πάρει ὅτι ἄλλο εἶχε.

Παιδιά! Ἔτσι νὰ ἀξιολο-γεῖτε τὴν ἀγάπη σας. Καὶ σὲ τέτοιο βαθμό. Σὰν τὸν Αἰνεία. Πρῶτα ἡ ἀγάπη στὸ Θεὸ καὶ ἔπειτα ἡ ἀγάπη στοὺς γονεῖς. Γιατί, ὅπως μᾶς εἶπε ὁ Χριστός, «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἐστί μου ἄξιος» (Ματθ. 1, 37). Ὅποιος ἀγαπᾶ πατέρα ἢ μητέρα περισσότερο ἀπὸ τὸ Θεό, δὲν λογίζεται ἄξιος Χριστιανὸς

Παιδιά! Ἀγαπᾶτε τοὺς γονεῖς σας. Ἀγαπᾶτε τους εἰλικρινά. Ἄδολα. Χωρὶς ἀνταλλάγματα. Μὲ ὅλη σας τὴν καρδιά. Νὰ πώς: Μία μάνα θὰ ξεκινοῦσε γιὰ ἕνα μακρινὸ ταξίδι. Τὰ τρία της παιδιὰ ἔτρεξαν καὶ τῆς πρόσφεραν τὰ δῶρα τους. Τὸ πρῶτο τῆς πρόσφερε μία μαρμάρινη πλάκα μὲ σκαλισμένο πάνω στὴν πλάκα τὸ ὄνομά της. Τὸ δεύτερο τῆς πρόσφερε μία ἀνθοδέσμη μὲ σπάνια μυρωδάτα λουλούδια. Τὸ τρίτο παιδὶ δὲν τῆς πρόσφερε τίποτε. Τῆς εἶπε ὅμως τὰ ἑξῆς λόγια: «Μητέρα, δὲν ἔχω μαρμάρινη πλάκα. Δὲν ἔχω ἀνθοδέσμη. Ἔχω ὅμως καρδιά. Σ’ αὐτὴν χάραξα τὸ ὄνομά Σου. Αὐτὴ ἡ καρδιά μου, Μητέρα, γεμάτη ἀγάπη, θὰ σὲ συνοδεύει, ὅπου θὰ ταξιδεύεις καὶ θὰ σὲ παραστέκεται, ὅπου κι ἂν σταθεῖς». Παιδιά! Ἡ μεγαλύτερη προσφορὰ στοὺς γονεῖς σᾶς εἶναι ἡ ἀγάπη. Χωρὶς τὴν καρδιὰ κάθε ἄλλη προσφορὰ εἶναι πολὺ μικρή. Ἐλάχιστη.

Νὰ τιμᾶτε τοὺς γονεῖς σας.

Ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ εἶναι σαφὴς καὶ κατηγορηματική. Τὴ σημειώνω: «Τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴ μητέρα σου» (Ἔξοδ. Κ, 12). Κι αὐτὴ ἡ ἐντολὴ πρέπει νὰ γίνει βίωμά σας. Νὰ τιμᾶτε τὸν Πα-τέρα σας. Νὰ τιμᾶτε τὴ Μάνα σας. Νὰ τοὺς τιμᾶτε, ὅπως τοὺς ταιριάζει. Ὅπως τοὺς ἀξίζει. Καὶ νὰ θυμάστε τοῦτο: Κάθε προκοπὴ σᾶς σ’ αὐτοὺς ὀφείλεται. Ὅσα παιδιὰ πρόκοψαν στὴ ζωὴ τοὺς τὸ ὁμολόγησαν αὐτό. Καὶ τοὺς ἀπέδωσαν τὴν ἀνάλογη τιμή. Ὁ Ἀβραὰμ Λίνκολν εἶπε: «Πᾶν ὅτι εἶμαι τὸ ὀφείλω στὴ μητέρα μου». Θυμάστε τὰ παιδιὰ τοῦ Διαγόρα ἀπὸ τὴ Ρόδο; Τὰ σημειώνω: Δημάγετος, Ἀκουσίλαος, Δωριέας. Αὐτὰ τὰ τρία ὑπέροχα παιδιά, ὅταν νίκησαν στοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγῶνες, τίμησαν τὸν πατέρα τοὺς κατὰ τρόπο ποὺ συγκίνησε ὅλο τὸν κόσμο ποὺ βρισκόταν μέσα στὸ στάδιο τῆς Ὀλυμπίας. Μόλις ἡ Ἐπιτροπὴ στεφάνωσε τὰ τρία αὐτὰ παιδιά, ἔτρεξαν ἀμέσως στὴν κερκίδα, ὅπου καθόταν ὁ ἀσπρομάλλης πατέρας τους. Καὶ τί ἔκαναν; Τί ἔκαναν! Παρακολουθῆστε. Ἔβγαλαν τὰ στεφάνια ἀπὸ τὰ κεφάλια τους καὶ τὰ φόρεσαν στὸ κεφάλι τοῦ πατέρα τους. Ὕστερα τὸν ἔπιασαν, τὸν σήκωσαν πάνω τους ὤμους τους καὶ τὸν περιέφεραν ὁλόγυρα στὸ στάδιο.

Σκηνὴ συγκλονιστική. Ὅλοι οἱ θεατὲς σηκώθηκαν ὄρθιοι. Ὅλοι ζητωκραύγα-ζαν. Ὅλοι ἔκλαιγαν ἀπὸ συγκίνηση. Καὶ ὅλοι ἔρραιναν τὸν πατέρα καὶ τοὺς τρεῖς γιούς του μὲ λουλούδια καὶ δαφνόφυλλα. Καὶ ἀκολούθησε ἄλλη σκηνή, τὸ ἴδιο συγκινητική. Ἕνας Σπαρτιάτης, συγκινημένος βαθύτατα, τὴ στιγμὴ ποὺ περνοῦσε ἀπὸ κοντὰ τοῦ ὁ δαφνοστεφανωμένος Διαγόρας, πάνω στοὺς ὤμους τῶν παιδιῶν του, φώναξε μὲ ὅλη τὴ δύναμή του: «Διαγόρα! Πέθανε πιὰ τώρα!». Καὶ ἔτσι ἔγινε. Ὁ Γέροντας Διαγόρας δὲν ἄντεξε. Ἔγειρε στοὺς ὤμους τῶν παιδιῶν του καὶ ἔκλεισε γιὰ πάντα τὰ μάτια του, εὐτυχισμένος ἀπὸ τὴ μεγαλύτερη τιμὴ ποὺ τοῦ πρόσφεραν τὰ παιδιά του!

Ἄλλο, πάλι παιδί, ὁ Κορίνθιος Ἔφηβος, μόλις στεφανώθηκε ὀλυμπιονίκης, ἔτρεχε ὅσο μποροῦσε πιὸ γρήγορα, γιὰ νὰ φέρει τὴ μεγάλη νίκη στὴν ἄρρωστη μητέρα του, τὴν Ἐνάρετη. Δὲν τὴν πρόφτασε ὅμως ζωντανή. Ἔκλαψε πολὺ ὁ ὀλυμπιονίκης γιός της. Ἔκλαψε, γιατί δὲν μπόρεσε νὰ δώσει τὴ χαρὰ τῆς νίκης στὴν Μάνα του. Ὡστόσο ἔκανε τὸ ἑξῆς, γιὰ τὸ ὁποῖο ἔκλαψαν ὅλοι. Τί ἔκανε; Μὲ τὸ στεφάνι τοῦ στεφάνωσε τὰ μαλλιὰ τῆς νεκρῆς καὶ μὲ λυγμοὺς εἶπε: «Μητέρα συγχώρεσε μὲ ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ τρέξω πιὸ γρήγορα. Σου ἔφερα τὴ μεγάλη νίκη. Μὰ ὁ θάνατος τρέχει πιὸ γρήγορα ἀπὸ τοὺς θνητούς, ποὺ οὔτε οἱ ὀλυμπιονίκες μποροῦν νὰ παραβγοῦν μαζί του. Σὲ πῆρε πρὶν προλάβεις νὰ χαρεῖς τὴ δική μου χαρά. Μὰ πάρε την, καλή μου Μητέρα, ἂς εἶσαι καὶ νεκρή. Εἶναι δική σου…».

Παιδιά! Τιμῆστε τοὺς γονεῖς σᾶς ὅσο ζοῦν. Τιμῆστε τους καὶ νεκρούς.

Νὰ σέβεστε τοὺς γονεῖς σας. Νὰ σέβεστε τοὺς γονεῖς σᾶς πάντα. Ἀκόμη κι ὅταν κάνουν λάθη. Ὅποια λάθη κι ἂν κάνουν, δὲν παύουν νὰ εἶναι γονεῖς σας. Θυμᾶσθε τὸν Νῶε; Ὁ δίκαιος καὶ ἐνάρετος Νῶε «ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καὶ ἐμεθύσθη» (Γε-νέσ. 0,21). Ὁ Νῶε μέθυσε. Κι ὕστερα γυμνώθηκε. Τὸ ἕνα του παιδί, ὁ Χάμ, ἀσέβησε στὸν πατέρα του,. Διαπόμπευσε τὴν παρεκτροπὴ τοῦ πατέρα του. Τὰ δύο ἄλλα ὅμως παιδιά, Σὴμ καὶ Ἰάφθε, ἔδειξαν σεβασμὸ στὸ γεννήτορά τους. Τί ἔκαναν; Πῆραν ἕνα ροῦχο καὶ περπατῶντας μὲ τὶς πλάτες τους γυρισμένες πρὸς τὸν πατέρα, γιὰ νὰ μὴ δοῦν τὴ γύμνωσή του, πέτυχαν καὶ τὸν σκέπασαν. Ἄξια παιδιά. Παράδειγμα στοὺς αἰῶνες γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ κόσμου. Κανένα λάθος τῶν γονέων σας δὲν πρέπει νὰ σταθεῖ ἱκανὸ νὰ μειώσει τὸ σεβασμὸ πρὸς τοὺς γονεῖς. Ἀκόμα κι ἂν σᾶς πιέζουν νὰ τὸ κάνετε οἱ πιὸ ἰσχυροί τῆς γῆς. Ἡ Μάνα τοῦ Μ. Ἀλέξανδρου, ἡ Ὀλυμπιάδα, ἦταν δύστροπη γυναῖκα. Ἀνακατευόταν πάντα στὶς ὑποθέσεις τῆς χώρας. Ὡστόσο, ὁ ἐξαίρετος γιὸς της ποτὲ δὲν ἀσέβησε στὴ Μάνα του. Ποτὲ δὲν τὴ λύπησε. Ποτὲ δὲν τῆς εἶπε πικρὸ λόγο. Πάντα τῆς φερόταν μὲ ὑπομονή. Πάντα μὲ γλυκύτητα. Κάποτε ὁ Ἀντίπατρος, ἐπιστήθιος φίλος του, τοῦ ἔγραψε καὶ τοῦ συνέστησε νὰ δώσει τέλος σ’ αὐτὴν τὴν ἱστορία μὲ τὴ Μάνα του. Ἀλλὰ ὁ ὑπέροχος γιὸς τῆς Ὀλυμπιάδας τοῦ ἀπάντησε: «Ἀντίπατρε! Ἕνα δάκρυ μίας Μάνας μπορεῖ νὰ σβήσει δέκα χιλιάδες γράμματα σὰν αὐτό». Κι ἂν οἱ γονεῖς συνεχίζουν νὰ παρεκτρέπονται; Καὶ τότε σεβασμό; Καὶ τότε. Καὶ πάντα. Καὶ ἔχοντας αὐτὸν τὸν σεβασμό, μπορεῖτε νὰ κάνετε αὐτὸ ποὺ ἔκανε μία νέα γιὰ τὸν μέθυσο πατέρα της. Ἦταν νύχτα. Τὸ χιόνι ἔπεφτε ἀστα-μάτητα. Ὁ ἀέρας ξερίζωνε δένδρα. Τὰ κύματα βουνὰ στὴ θάλασσα. Ὁ πατέρας της γύριζε ἀπὸ τὸ διπλανὸ νησὶ μὲ μία βάρκα. Καὶ γύριζε, ὅπως πάντα, μεθυσμένος. Ἡ κόρη του ἀψηφᾶ τὸν κίνδυνο καὶ μὲ ἕνα φανάρι στὰ χέρια κατεβαίνει στὴ θάλασσα. Σηκώνει ψηλὰ τὸ φανάρι νὰ τὸ δεῖ ὁ πατέρας της καί, μὲ ὅλη της τὴ δύναμη φωνάζει: «Πατέρα, ἔλα, ἀπ’ ἐδῶ εἶναι ὁ δρόμος». Ἡ δυνατὴ φωνὴ συνέφερε τὸν μεθυσμένο πατέρα, ποὺ πάλευε μὲ τὰ κύματα. Βγῆκε σῶος. Ἀλλὰ ἡ κόρη του δὲν ζοῦσε πιά. Τὴ βρῆκε στὸ δρόμο παγωμένη. Ἡ θυσία τῆς σημάδεψε μία νέα ζωὴ γιὰ τὸν πατέρα της. Ζωὴ μὲ ἐγκράτεια, ἀρετὴ καὶ ἁγιασμό.

Παιδιά! Ἂν χρειασθεῖ, θυσιαστεῖτε κι ἐσεῖς γιὰ τοὺς γονεῖς σας. Σὰν τὴν ἡρωίδα κόρη τοῦ μέθυσου πατέρα. Νὰ προπέμπετε τοὺς γονεῖς σας. Οἱ γονεῖς σας, σὰν πρεσβύτεροι, κατὰ κανόνα, φεύγουν

πρῶτοι ἀπὸ τὴν πρόσκαιρη τούτη ζωή. Μὴν ἀμελήσετε νὰ βρίσκετε κοντά τους στὶς στερνὲς ὧρες τῆς ζωῆς τους. Ὅπου κι ἂν εἶστε, νὰ σπεύσετε κοντά τους. Κι ἂν ἀκόμη βρίσκεστε στὴν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς, σὰν ἄλλοι ἀπόστολοι «συναθροισθέντες» κοντά τους, «κηδεύσατε» τὰ σώματά τους. Καὶ μὲ ὅλες τὶς τιμές. Σεῖς νὰ τοὺς κλείσετε τὰ μάτια. Σεῖς, τὰ παιδιά τους. Ὄχι ἄλλοι. Διαβάστε τί γράφει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος γιὰ τὴ Μητέρα του, τὴ Μόνικα. Διαβάστε καὶ διδαχθεῖτε. «… Ἡ θρησκευτικὴ ἐκείνη ψυχὴ ἀπαλλάχθηκε ἀπὸ τὸ σῶμα της. Ἔκλεισα τὰ μάτια της. Τὴν καρδιά μου τὴν ἔσχισε ὀξύτατη ὀδύνη. Ἦταν ἕτοιμη νὰ ξεσπάσει σὲ χείμαρρο δακρύων…». Ἔτσι νὰ προπέμπετε καὶ σεῖς τοὺς γονεῖς σας. Σὰν τὸν ἱερὸ Αὐγουστῖνο. Καὶ μὴν παύσετε ποτὲ νὰ ἐπισκέπτεσθε συχνὰ τὸν τάφο τους. Ἕνα κερί, μία δέηση, τὰ περιμένουν πά-ντα οἱ γονεῖς σας. Δέηση γιὰ τὶς ψυχές τους. Ἔτσι, ὅπως ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία μας. Ὅταν στὶς 21 Φεβρουαρίου 1913 ἔπεσαν τὰ Γιάννενα, ἕνας Ἠπειρώτης νέος, ποὺ πολέμησε μὲ τὸν Ἑλληνικὸ στρατὸ γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση τῆς πόλεως, ἔτρεξε στὸν τάφο τοῦ πατέρα του, ἔσκυψε, φίλησε τὸν τάφο καὶ μὲ δάκρυα φώναξε: «Πατέρα! Ξύπνα! Τὰ Γιάννενα εἶναι, ἐπιτέλους, ἐλεύθερα».

Ἀγαπητὰ παιδιά,

Ὅσα ἔχετε ἀκόμη τοὺς γονεῖς σας, δεῖξτε τους ὅλη σας τὴν ἀγάπη. Τίποτα ἂς μὴ σταθεῖ ἱκανὸ νὰ λιγοστέψει τὴν ἀγά-πη σας σ’ αὐτούς. Τίποτα. Οὔτε πράγμα. Οὔτε ἀξίωμα. Οὔτε ἐργασία. Οὔτε πρό-σωπο. Εἴπαμε, τίποτα. Τιμῆστε τους μὲ ὅποιον τρόπο τοὺς ταιριάζει. Σεβαστεῖτε τους. Καὶ ὅταν ἔλθει ἡ ὥρα, σεῖς νὰ τοὺς κλείσετε τὰ μάτια. Ὅσα, πάλι, παιδιὰ δὲν ἔχετε πιὰ τοὺς γονεῖς σας, μὴ παύσετε νὰ ἐπισκέπτεσθε τὸν τάφο τους. Σᾶς περιμένουν. Καὶ θὰ σᾶς περιμένουν πάντα. Μέ-χρι ποὺ καὶ σεῖς νὰ βρεθεῖτε κοντά τους.

Στὴν αἰώνια χαρὰ τοῦ παραδείσου.

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ Ε.ΡΩ. ΤΕΥΧΟΣ 13

πηγή: http://enromiosini.gr

 

 

ΓΕΡΩΝ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΕΤΕΩΡΙΤΗΣ:«Προσευχή καί ἄσκηση, χωρίς μετάνοια, εἶναι καταστροφικές»

«Προσευχή και άσκηση, χωρίς μετάνοια, είναι καταστροφικές». Η ομιλία του π. Αθανασίου στην εκδήλωση για την κοπή της βασιλόπιτας του Συλλόγου μας
«Προσευχή καί ἄσκηση, χωρίς μετάνοια, εἶναι καταστροφικές»

Ἀρ­χιμ. Ἀ­θα­να­σί­ου Ἀναστασίου, Προη­γου­μέ­νου Ἱ.Μ. Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου

Καλή, εὐλογημένη καί χαριτωμένη χρονιά!

Μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ περάσαμε τήν ἁγία καί εὐλογημένη περίοδο τοῦ Δωδεκαημέρου, τήν τόσο πλούσια πνευματικά καί γεμάτη ἀπό τίς οὐράνιες δωρεές τοῦ νεοτεχθέντος Χριστοῦ καί Σωτήρα μας. Εἰσήλθαμε σέ μία νέα χρονιά, σέ ἕνα νέο σταθμό τῆς ζωῆς μας καί τῆς πνευματικῆς μας πορείας. Τέτοιοι σταθμοί θά πρέπει νά γίνονται ἀφορμή ἀνατροφοδοσίας, ἀναζωπυρώσεως τοῦ πνευματικοῦ μας ζήλου καί ἐνισχύσεως τῶν πνευματικῶν μας στόχων, τοῦ ἀγώνα μας γιά τήν σωτηρία καί τῆς πορείας μας γιά τήν κληρονομία τῆς Οὐράνιας Βασιλείας.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Από το βίο του Αγίου Νικολάου Πλανά

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος νικολαος πλανας
ΗΤΑΝ ΚΥΡΙΑΚΗ, άπολείτουργα τοΰ Αγίου Άνδρέα,  σχεδόν μεσημέρι έξω άπό τό ναό των Άγίιον Άναργύρων στοΰ Ψυρρή. Κι ήταν χειμώνας.

Ο κυρ-Νικόλας Μπούκης πλησίασε τόν Παπαδιαμάντη, ύστερα άπό όρμήνεια τής κυρα-Πολυξένης, τής γυναίκας του καί τοΰ είπε μέ σεβασμό, με συστολή, σχεδόν μέ ντροπή.

-Κύριε Άλέκο θά μας έκαμνε μεγάλη ευχαρίστηση νά ερχόσαστε στό σπίτι μας. Συνέχεια ανάγνωσης