…Κάποιοι λένε ότι όλα χάθηκαν για το «μακεδονικό».

Πώς τα Σκόπια κατάφεραν να αρπάξουν την ονομασία «Μακεδονία»
…Κάποιοι λένε ότι όλα χάθηκαν για το «μακεδονικό». 
Κι εγώ με τη σειρά μου απαντάω: 

Όλα χαμένα δεν ήταν για το Λεωνίδα στις Θερμοπύλες; 
Όλα χαμένα δεν ήταν για το Διάκο στην Αλαμάνα; 
Όλα χαμένα δεν ήταν για τον Παπαφλέσσα στο Μανιάκι; 
Για τον Γρηγόριο τον Ε` στην Πόλη; 
Για τον Χρυσόστομο Σμύρνης το `22; 
Όλα χαμένα δεν ήταν για τους Έλληνες στρατιώτες το `40; 

Κι όμως εκείνοι ΕΜΕΙΝΑΝ ΕΚΕΙ , να φυλάξουν Θερμοπύλες. 
Και η θυσία τους ΔΕΝ πήγε χαμένη. 

Δηλώνοντας τη διαμαρτυρία μας για το ξεπούλημα της χώρας και της ιστορίας μας στέλνουμε μήνυμα πως ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ,

να διαφυλάξουμε τουλάχιστον όσα μας έχουν απομείνει. 

Τώρα είναι η ευκαιρία…

Μαρια Ξ.

https://amfoterodexios.blogspot.gr/

 

Οι Τρεις Άγιοι του Πόνου και της Ελπίδας ας ευλογήσουν την Ελλάδα μας στην πορεία της στο 2018!

Αποτέλεσμα εικόνας για ασκητης γιορτη χριστουγεννων

Είναι βαθειά πεποίθηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ότι κάθε εποχή έχει τους δικούς της Αγίους και ότι δεν υπάρχει εποχή χωρίς Αγίους. Ο Άγιος της κάθε εποχής είναι η ζωντανή απόδειξη και κατάδειξη της Χάριτος του Χριστού, της αγάπης του Πατρός και της κοινωνίας του Αγίου Πνεύματος εν τόπω και χρόνω, ανάμεσά μας. Όταν ένας Άγιος φεύγει από τον κόσμο αυτό για την ουράνια κατοικία του, αφήνει στην γενιά που τον γνώρισε το προνόμιο του Ιωάννου του Ευαγγελιστού. Να μπορεί η γενιά αυτή να αναφωνεί το «όν ακηκόαμεν, όν έωρακαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ον εθεασάμεθα, και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» (Α΄Ιω. 1,2).

Αυτή ήταν η δική μας γενιά που γνώρισε τους τρεις Γέροντες Ιάκωβο, Πορφύριο και Παΐσιο, επισήμως κατεταγμένους πια στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν μαθητές δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου και φοιτητές όταν τους επισκεφθήκαμε για να πάρουμε την ευχή τους. Λίγα κατανοούσαμε από τους λόγους και την προσωπικότητά τους. Πηγαίναμε σε αυτούς είτε με την οικογενειακή προτροπή είτε εξ αιτίας της φήμης που είχαν αποκτήσει οι Άγιοι μέσα στην Εκκλησία, τον λαό του Θεού. Πηγαίναμε κι εμείς συνήθως επειδή πήγαιναν και όλοι οι άλλοι.

Ορισμένες, λίγες φορές βρήκαμε την ευκαιρία να εκμυστηρευθούμε σε κάποιον από τους τρεις Αγίους τους εφηβικούς λογισμούς μας και λάβαμε πνευματική ανάπαυση και πολύτιμες συμβουλές, τις οποίες συνήθως δεν κατορθώναμε να ακολουθήσουμε. Φυλάχθηκαν όμως στον νου και την καρδιά μας ως πολύτιμη παρακαταθήκη και «εμφανίστηκαν» μπροστά μας όταν οι δυσκολίες της ζωής το απαίτησαν. Περισσότερο παίρναμε ένα μερίδιο της Χάρης τις λίγες στιγμές που βρεθήκαμε δίπλα τους. Χάρη και χαρά ανεξήγητη. Ο χρόνος σταματούσε. Η βιοτική μέριμνα έμπαινε αβίαστα στο περιθώριο. Οι λογισμοί και οι σκέψεις για το άτομό μας υποχωρούσαν. Τα προβλήματά μας εκείνη την ώρα δεν μας απασχολούσαν. Υπήρχε μία αίσθηση αιωνιότητας. Ότι αυτό που ζούσαμε εκεί θα συνέχιζε για πάντα.

Όταν όμως αποχωρούσαμε η αίσθηση αυτή υποχωρούσε και σε μικρό χρονικό διάστημα προσγειωνόμασταν άλλες φορές ομαλότερα κι άλλες όχι τόσο στην σκληρή πραγματικότητα της ρουτίνας μας. Την ρουτίνα όχι μόνο την δική μας αλλά και όλων των υπολοίπων συν-ανθρώπων μας των εγγύς και των μακράν. Είναι όλοι εκείνοι για τους οποίους ακούμε κάθε μέρα και εκείνοι οι πιο κοντινοί. Αυτούς τους τελευταίους τους ακούμε, τους βλέπουμε και τους ψηλαφούμε σε σημείο που να τους συνηθίζουμε, να τους βαριόμαστε, να μας είναι ενοχλητικοί, να τους θεωρούμε εμπόδια ή ακόμη και να τους μισούμε. Και όλα αυτά χωρίς να έχουμε εξ αρχής κάποια κακή πρόθεση, τουναντίον μπαίνουμε όλοι στον αγώνα της ζωής με τις καλύτερες προθέσεις και με την επιθυμία της προόδου και της παραγωγικότητας. Ο χρόνος ωστόσο και η πραγματικότητα μας διαψεύδουν. Δεν παίρνουμε αυτό που θέλουμε ή αυτό που πιστέψαμε ότι μας αξίζει. Απογοητευόμαστε από τους άλλους. Ιδιαιτέρως από αυτούς που τους έχουμε πολύ ψηλά στην εκτίμησή μας. Δεν μας παρέχουν την αίσθηση και την ανάπαυση που αποζητούμε και που όσο περνούν τα χρόνια την έχουμε περισσότερη ανάγκη. Η ανάμνηση της προσωπικής επαφής μας με τους Αγίους, τους τρεις Αγίους της γενιάς μας, Πορφύριο, Παΐσιο και Ιάκωβο καθίσταται απόμακρη για την κατάστασή μας. Αυτό πολλές φορές μας στενοχωρεί, ενίοτε και μας σκανδαλίζει. Γιατί αυτοί οι Άγιοι να μην είναι συνεχώς μαζί μας; Γιατί να μην μα στέλνουν, έστω και για λίγο, ένα μικρό κύμα Χάριτος από αυτό που παίρναμε όταν στην νεότητά μας τους προσεγγίζαμε; Γιατί μας εγκαταλείπουν να τα βγάλουμε μόνοι πέρα σε μια πραγματικότητα που γίνεται ολοένα πιο σκληρή, στερημένοι από κάθε αίσθηση της δικής τους μακαριότητας;

Αναφέραμε στην αρχή ότι κάθε εποχή και γενιά έχει τους δικούς της Αγίους. Είναι οι δικοί της Άγιοι όχι μόνο γιατί έζησαν στον συγκεκριμένο χρόνο και χώρο, αλλά γιατί σε αυτούς φανερώθηκε η πρόνοια του Θεού για την συγκεκριμένη γενιά. Η δική μας γενιά ήταν η γενιά της ευμάρειας που ακολούθησε τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, την εμφύλια  σύγκρουση και τις πολιτικές περιπέτειες της πατρίδας μας. Η προηγούμενη γενιά προσπαθούσε να κλείσει πληγές για να ορθοποδήσει. Η δικιά μας προσπαθούσε να αποκοπεί από το παρελθόν και να απολαύσει με άκρα αισιοδοξία ένα παρόν, χωρίς να αναλογίζεται ιδιαίτερα το μέλλον. Αναπόφευκτα το τότε μέλλον έγινε παρόν. Και την ευμάρεια και την ασυλλόγιστη αισιοδοξία την διαδέχθηκαν η γενικευμένη κρίση και η απαισιοδοξία. Η γενιά μας δεν ήταν μεγαλωμένη να αντέχει και να αντιμετωπίζει τον πόνο και την δυσκολία. Ήταν μια γενιά για τα εύκολα. Γι’ αυτό και τους Αγίους της τους είδε και τους αισθάνθηκε έτσι. Οι Άγιοι της Χάριτος, της Ανάπαυσης, της Χαράς. Εύκολα μας τα μετέδωσαν αυτά όταν ήμασταν δίπλα τους. Ποτέ όμως δεν αναρωτηθήκαμε πώς τα απέκτησαν. Διαβάζαμε στα Γεροντικά και στα ασκητικά βιβλία το «Δως αίμα, λάβε Πνεύμα», αλλά ποτέ δεν το ζήσαμε στο «πετσί» μας.

Τελικά όμως οι τρεις μεγάλοι Άγιοί μας δεν μας εγκατέλειψαν. Επέστρεψαν μετά από λίγα χρόνια με την πράξη αγιοκατάταξης της Εκκλησίας μας. Κατανόησε η Εκκλησία, το Σώμα του Χριστού στο οποίο είμαστε όλοι μέλη, ότι τα μέλη της, αυτά της παρούσας γενιάς, νοσούν βαρέως. Πάσχουν από την νόσο της πρόσκαιρης και δοτής ευμάρειας και της ευκολίας και είναι ανίσχυρα να αντιμετωπίσουν τον πειρασμό της κρίσης. Επαναφέρει  η Αγία Εκκλησία τους Αγίους μας στο προσκήνιο τιμώντας τον βίο τους, αλλά προ πάντων την τελευτή τους.

Μελετώντας τους Αγίους κάθε εποχής βλέπουμε ότι συγκεντρώνουν κάποια κοινά, ομοειδή τρόπον τινά, χαρακτηριστικά. Οι Άγιοι των Αποστολικών χρόνων, οι Μάρτυρες της Πρώτης Εκκλησίας, οι Ασκητές της Ερήμου, οι Μεγάλοι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων, οι Θεολόγοι της Εμπειρίας του Ακτίστου Φωτός, οι Αγιορείτες Άγιοι, οι Νεομάρτυρες και πολλές άλλες ομάδες Αγίων κάθε εποχής που δεν είναι δυνατόν να τους αναφέρουμε εδώ όλους. Στους τρεις Αγίους της δικιάς μας γενιάς βλέπουμε δύο κοινά χαρακτηριστικά, όχι τα μόνα, αλλά αυτά που απαντούν στα αδιέξοδα της εποχής μας: τον Πόνο και την Ελπίδα. Και οι τρεις κοινώνησαν τον Πόνο των εκατομμυρίων ανθρώπων της γενιάς μας: τον πόνο της ασθένειας, της εγκατάλειψης, της ανέχειας. Ειδικά εκείνον της αρρώστιας, του πλέον ορατού σημείου της φθοράς και της θνητότητας. Αυτό που ο σύγχρονος άνθρωπος με όλα τα μέσα προσπαθεί να αποφύγει και να εξορκίσει. Κανείς από τους τρεις Αγίους δεν τον απέφυγε. Και οι τρεις είχαν από μία ικανή «συλλογή» ασθενειών την οποίαν υπέμειναν οι ίδιοι, τους άλλους όμως τους εθεράπευσαν. Και ενώ οι ίδιοι πέθαναν μέσα σε πόνους φρικτούς, σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτών που ήταν δίπλα τους, άφησαν στην γενιά την δικιά μας, της πάλαι ποτέ ευμάρειας και της τωρινής κρίσης την Ελπίδα μέσα από την ζωντανή παρουσία τους στην Εκκλησία, ότι κάποια στιγμή θα νιώσουμε δίπλα τους πάλι εκείνη την ανεξήγητη Χάρη και Χαρά.

Ας έχουμε την ευχή τους!

 

 

ΝΕΟΣ ΜΗΝΑΣ – ΝΕΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ – Ας σπεύσουμε να βρούμε τον Χριστό

 Σχετική εικόνα

Άγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

 Αν θέλεις να επιτύχεις αυτά που επιθυμείς και ποθείς, εννοώ τα αγαθά του Θεού, και αν θέλεις από άνθρωπος να γίνεις επίγειος άγγελος, αγάπησε, αδελφέ, τη θλίψη του σώματος, δέξου την κακοπάθεια, και μάλιστα αγάπησε πολύ τους πειρασμούς, επειδή αυτοί πρόκειται να σου γίνουν πρόξενοι κάθε καλού.
Πες μου, τι ωραιότερο υπάρχει από μία ψυχή που θλίβεται με επίγνωση, ότι κάνοντας υπομονή πρόκειται να κληρονομήσει τη χαρά όλων; Τι ανδρειότερο υπάρχει από μία καρδιά συντριμμένη και ταπεινωμένη, που τρέπει σε φυγή χωρίς κόπο τις φάλαγγες των δαιμόνων και τις απομακρύνει ολότελα; Τι ενδοξότερο υπάρχει από την πνευματική πτωχεία (*) που είναι πρόξενος της βασιλείας των ουρανών, αλλά και τι θα μπορούσε να είναι αντάξιο με την πνευματική πτωχεία, ή τώρα ή στον μέλλοντα αιώνα; Συνέχεια ανάγνωσης

 

Με μια πιρόγα

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου `φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαμ’ Αντιγόνη

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας ξένοι φαντάροι

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ: Για τον οικουμενισμό και τους οικουμενιστές …

Το κάστρο της Φραγκιάς-Όταν διερχώμαστε την ιστορία, βρίσκουμε εκατοντάδες κάστρα: των Ασσυρίων, των Αιγυπτίων, των Εβραίων, των αρχαίων Ελλήνων, των Βυζαντινών…

Όλα αυτά έμειναν μόνον στην ιστορία, μόνον από περιγραφές τα γνωρίζουμε η από ελάχιστα λείψανα που έχουν απομείνει από αυτά τα μνημεία.
Πες οι εχθροί, πες οι απολίτιστοι και βάρβαροι κατακτητές, τα ρήμαξαν, τα κατέστρεψαν, δεν μπορούνε πιά να χρησιμοποιηθούν για ακροπόλεις, αλλά μόνον τόποι να τους περιδιαβαίνουν οι τουριστάδες. Το κάστρο όμως της Φραγκιάς, που λέγεται Βατικανό, προστατευόμενο πάντοτε από τις σκοτεινές δυνάμεις, έμεινε άσειστο και εμείς, η χιλιοματωμένη ρωμιοσύνη, ενώ πραγματικά σουβλιστήκαμε από την παπική ρομφαία, σαν τάχατες να είμαστε οι καλοί χριστιανοί, οι αμνησίκακοι, τα ξεχνάμε όλα, επισκεπτόμαστε τους αιώνιους εχθρούς μας και ανοίγουμε κουβέντες για ένωση.
Ο Θεός, μετά την πτώση του διαβόλου, δεν έκανε κανένα διάλογο μαζί του για την επαναφορά του. Κι εμείς σήμερα πάμε να γίνουμε ανώτεροι από τον Θεό της αγάπης και συνάπτουμε διαλόγους, που χαρακτηρίζονται «θεολογικοί».
Στην αρχή, σχεδόν όλοι είχαμε παρασυρθή. Λησμονήσαμε τα συγγράματα που κυκλοφόρησε η Δύση μετά το σχίσμα, «απαλλαγή από τις ελληνικές βλακείες». Κι αφού, κατά κάποιον τρόπο απηλλάγησαν από τις ελληνικές «βλακείες», από τις ελληνικές παραδόσεις, από την ορθόδοξη παράδοση, μετρήστε μόνοι σας πόσες εκατοντάδες βλακείες έκανε η Ρώμη με τα συγχωροχάρτια, με το καθαρτήριο πυρ, με την ιερά εξέταση, με την ανάληψη της Παναγίας, και τόσα άλλα φρικτά και φοβερά, που δεν έχουμε τον χρόνο να τα μνημονεύσουμε. Ξεχάσαμε τις καταραμένες σταυροφορίες. Ξεχάσαμε ότι οι Φράγκοι, όταν μπήκαν στην Αγια-Σοφιά, όπως λέγει ο ιστορικός του ελληνικού έθνους, επάνω στην αγία Τράπεζα ασέλγησαν και εβίασαν τις Ρωμιοπούλες, ενώ ο Μωάμεθ ο κατακτητής, εισερχόμενος στην Αγία Σοφία, ανέβηκε πάνω στην αγία Τράπεζα και προσευχήθηκε στον θεό του, που τον αξίωσε να καταπλακώση την ρωμιοσύνη.
Υπήρξε μεγάλη συσκότιση από αυτήν την οικουμενική κίνηση, έως ότου το αγιασμένο στόμα του Ιουστίνου Πόποβιτς ήρθε και είπε: «Ο οικουμενισμός είναι η παναίρεσις όλων των αιώνων». Αναρτούσαν εικόνες, στην μέση ο Χριστός και δεξιά κι αριστερά ο πάπας κι ο Αθηναγόρας να τους ευλογή ο Θεός! Όταν πήγαινα να προσκυνήσω τις άγιες εικόνες, βλέποντας κι αυτήν την εικόνα, δεν μου πήγε ποτέ να την προσκυνήσω.
Αν η σύνοδος της Κρήτης μας έλεγε τι καρπώθηκε η Ορθόδοξη Εκκλησία από αυτόν τον «θεολογικό» διάλογο όλα αυτά τα χρόνια, θα λέγαμε κάτι έγινε. Τώρα αναφωνούμε: «Τίποτα δεν βγήκε ποτέ από τον θεολογικό αυτόν διάλογο για την Ορθόδοξη Εκκλησία». Ο ποντίφικας του Βατικανού ούτε μια πατησιά δεν υποχώρησε από την φρικώδη θεολογία του. Γιατί λοιπόν αγκαλιές και ασπασμούς από τους ορθοδόξους με τον αληθινά μεταμορφωμένο διάβολο της Δύσης; Είπε ποτέ έστω κι ένα ελάχιστο «σφάλλαμε που απομακρυνθήκαμε από την Ανατολική Εκκλησία»;
Εκείνα τα χρόνια ένας καρδινάλιος κακόφημος από την Δύση κι ένας επίσκοπος από την Ανατολή έσερναν τον χορό. Ο μακαριστός Ρόδου Σπυρίδων είπε γι᾽ αυτούς: «Κοιτάξετε βρε, που δύο θηλυδρίες θα ενώσουνε την Δύση με την Ανατολή!».
Όχι, δεν το ᾽χουμε χαμένο, ούτε τους ζηλωτές παριστάνουμε. Αλλά αυτόν τον θεολογικό διάλογο ήδη μέσα μας τον έχουμε απορρίψει ως ορθόδοξοι και Ρωμιοί. Δεν θέλουμε τέτοια ένωση ούτε ευχόμαστε για τέτοια ένωση. Εδώ που είμαστε, εδώ θα μείνουμε. Δεν θέλουμε στα δίπτυχά μας τον μέγα καταστροφέα μας. Δυό υπήρξαν οι πολέμιοι της ρωμιοσύνης: ο παπισμός και ο μουσουλμανισμός. Αυτά όχι απλώς τα ᾽χουμε σημαία, αλλά στην καρδιά μας πυρωμένα καρφιά, γι᾽ αυτό δεν θέλουμε στον τόπο μας ούτε παπιστές ούτε ισλαμιστές. Ισλαμικές σπουδές στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης! Πράγματι, αυτή η Σχολή έχει εισέλθει στον οικουμενισμό από πολλά χρόνια και κολλάει μπρίκια κολοβά. Πως μετά από αυτήν την πτώση να μη δεχθή και ισλαμικές σπουδές μέσα στους κόλπους της; Και αυτοί που συμμετέχουν στην οικουμενική κίνηση έχουν να μας δείξουν κάτι από την ζωή τους που να είναι προσαρμοσμένο στην ορθόδοξη παράδοση; Και τι κακό είναι αυτό, να γίνωνται οι συνεδριάσεις αυτές εκεί που δεν υπάρχει σχεδόν κανένας ορθόδοξος; Τι μιζέρια κι αυτή, να μιλάμε περί Ορθοδοξίας σε ξένα χώματα, σε ξένους τόπους και σε ξένα δώματα. Ο τόπος μας είναι αγιασμένος και μαρτυρικός και δεν χρειάζεται επεμβάσεις από τους κοσμοκράτορες αυτού του αιώνα.
Παρακαλώ πολύ την αγία μου Εκκλησία -να μου επιτρέψη εμένα τον άσημο και μικρό- ας μείνη ο οικουμενισμός μια σκιά στην ιστορία μας κι ας σταματήση η Ορθόδοξη Εκκλησία να παιανίζη αυτό το πικρό τραγούδι του οικουμενισμού. Ξεχάστε το για την ειρήνη της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας. Ούτε να το ψιθυρίζετε. Κουραστήκαμε να ακούμε την φράση «οικουμενική κίνηση». Ας την αφήσουμε στον Θεό, γιατί αυτός είναι το μεγάλο κουμάντο στην Εκκλησία και σε ολόκληρη την οικουμένη. Ξεθολώστε επιτέλους τα νερά και καθαρίστε την ατμόσφαιρα, για να δούμε τον βυθό της θάλασσας και τον έναστρο ουρανό, και μη μας ρίχνετε στην πραγματικά άβυσσο του οικουμενισμού. Κουραστήκαμε. Δεν έχουμε μάτια να δούμε την Δύση. Εμείς την Ανατολή κοιτάζουμε και μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία φωλιάζουμε. «Δεν θέλουμε τις πτέρυγές σου, ποντίφικα της Ρώμης. Κράτησέ τες για την ρημαγμένη Ευρώπη. Έχουμε πτέρυγες να μας σκεπάσουν, είναι οι απ᾽ αιώνος άγιοι Πατέρες και Διδάσκαλοι.»
Ένας φοιτητής πήγε στο Βατικανό για σπουδές, Κάθε πρωί σε παράταξη οι φοιτητές ασπάζονταν το δακτυλίδι του πάπα. Αλήθεια, πόσο μεγάλα είναι αυτά τα παραμύθια της Ρώμης! Αυτός ο φοιτητής δεν ασπαζόταν το δακτυλίδι του πάπα. Τον προσκάλεσε στο γραφείο του και του λέγει: «Νομίζεις ότι τα πέντε εκατομμύρια ορθοδόξων θα αλλάξουνε τον κόσμο;» και τον εκδίωξε από την Σχολή. Αυτός είναι και αυτός θα μείνη ο ποντίφικας του Βατικανού.
Ο μακαριστός καθηγητής μας Καρμίρης είπε από την έδρα της Θεολογικής Σχολής: «Να πήτε στον πατριάρχη ότι η ένωσις των Εκκλησιών δεν είναι αγκαλιές και ασπασμοί. Είναι πίστις και αλήθεια. Όποιος την αρνηθή διακυβεύει την σωτηρία του».
Ανεξάντλητο το πηγάδι του οικουμενισμού. Όποτε και να ρίξης κάδο, βούρκο θα ανασύρης.
Μένουμε στην Εκκλησία μας. Από το δεύτερο αυτό παράθυρο φωνάζουμε και βοώμεν: «Ρύσαι ημάς, Κύριε, από των παπικών και οικουμενιστικών παγίδων».
                                                               Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης