Ο Άγιος Πορφύριος διηγείται τον Αγιασμό που έκανε σε οίκο ανοχής, παραμονή Θεοφανείων (σπάνιο ηχητικό)

Ακούστε το εξαιρετικά σπάνιο ηχητικό στο οποίο ο Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβιτης διηγείται τον αγιασμό που έκανε σε ένα οίκο ανοχής.

 

Η χριστιανική ορθόδοξη διδασκαλία για το πρόσωπο του Χριστού

Ο Χριστός είχε δύο φυσικά θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Ήθελε και ενεργούσε ενιαία και ως άνθρωπος και ως Θεός. Το ανθρώπινό του θέλημα, αν και ελεύθερο, υποτασσόταν στο θείο του θέλημα, χωρίς να αντιπαλαίει και ν’ αντιπίπτει προς αυτό. Δεν είχε θέλημα γνωμικό. Δεν ήθελε ξεχωριστά ως άνθρωπος, πράγμα που προϋπο­θέτει την ύπαρξη ανθρώπινου προσώπου και άφηνε ανοι­κτή τη δυνατότητα να υποπέσει ο Κύριος στην αμαρτία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ενέργειες του Χριστού. Ο Χρι­στός ενεργούσε ενιαία και τα θεία και τα ανθρώπινα, χω­ρίς η μία του ενέργεια να αντιφέρεται προς την άλλη.

xristologia2
Από τη σύνθεση του θεανδρικού προσώπου του Χρι­στού έχουμε τις εξής ακολουθίες:
Την αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού. Η μία φύση αντιδίδει τα ιδιώματά της στην άλλη. Τα ιδιώματα δεν αντιδίδονται απ’ ευθείας στις φύσεις, δηλαδή καθ’ εαυτές, γιατί κάτι τέτοιο θα τις συνέχεε και θα οδηγούσε στο Μονοφυσιτισμό, αλλά αυστηρώς στο ένα του θεανδρικό πρόσωπο. Έτσι δεν λέμε ότι η θεότητα έπαθε ή ότι η ανθρωπότητα ήταν στους ου­ρανούς πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, αλλ’ ότι ο Χριστός, ως πρόσωπο ενιαίο και αδιαχώριστο, έπαθε ως Θεός (στη σάρκα του φυσικά: «σαρκί») και βρισκόταν ως άνθρωπος στους ουρανούς. Στην αντίδοση των ιδιωμάτων η θεία φύ­ση αντιδίδει κυρίως τα δικά της στην ανθρώπινη και όχι το αντίθετο. Η πτυχή αυτή του δόγματος είναι πολύ σημαντι­κή, γιατί αποτελεί τη λυδία λίθο αναγνωρίσεως και σταθμίσεως των χριστολογικών κακοδοξιών και αιρέσεων.
Τον όρο «Θεοτόκος» που αποδίδεται στη Μητέρα του Χριστού. Η Μαρία γέννησε το Χριστό. Όχι βέβαια τη θεία φύση του καθ’ εαυτήν, γιατί ο Θεός, ως το απειροτέλειο ον, δεν μπορεί να υπαχθεί στους φυσικούς νόμους, να γεννηθεί δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που γεννιούνται οι άν­θρωποι. Η Μαρία γέννησε το Θεό «σαρκί». Αυτό που γεννήθηκε, ήταν ο Χριστός, στον οποίο ο τέλειος Θεός ήταν ενωμένος «εξ άκρας συλλήψεως» με τον υιό του ανθρώπου στη, θεοχώρητη μήτρα της πάναγνης Κόρης. Ο όρος «Θεοτόκος» αποτελεί συνοπτική εκφορά του χριστολογικού δόγματος, πάνω στον οποίο σαν σε κυματοθραύ­στη, προσέκρουσε και διαλύθηκε η νεστοριανή λαίλαπα.
Τη μία υιότητα και λατρεία του Χριστού. Ο Χρι­στός είχε διπλή γέννηση, μία ως Υιός του Θεού και μία ως Υιός της Παρθένου. Η πρώτη ήταν η αΐδια γέννηση εκ του Πατρός (το υποστατικό ιδίωμα του Λόγου), η δεύτερη ήταν η έγχρονη εκ της Παρθένου διά της δυνάμεως του παναγίου Πνεύματος. Οι δύο αυτές γεννήσεις ήταν σαφείς και ξεχωριστές η μία από την άλλη. Δεν είχε όμως και δύο υιότητες. Δεν ήταν Υιός Θεού και Υιός της Παρθένου ξε­χωριστά. Αυτό θα σήμαινε ότι είχε δύο πρόσωπα, ένα ως Θεός και ένα ως άνθρωπος. Αυτό δεν συνέβαινε. Ο Χρι­στός, όπως είπαμε, είχε ένα πρόσωπο, ήταν ένας και όχι πολλοί. Ως ένας είχε μία υιότητα, ως Θεός και ως άνθρω­πος ο αυτός. Δεν υπήρχαν σ’ αυτόν δύο υιοί ξεχωριστοί, όπως έλεγε ο Νεστόριος. Στη μία υιότητα του Χριστού αναλογεί και μία λατρεία και προσκύνηση.
Την απόλυτη αναμαρτησία του Χριστού. Ο Χριστός όχι απλά δεν αμάρτησε κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, αλλά δεν μπορούσε καν να αμαρτήσει (non potuit peccare). Αυτό απαιτεί η σύνθεση του προσώπου του. Δεν μπορούσε ν’ αμαρτήσει, γιατί δεν ήταν απλός άν­θρωπος, αλλά Θεάνθρωπος. Η ιδέα ότι μπορούσε ν’ αμαρτήσει ο Κύριος, διχάζει το ένα του πρόσωπο σε δύο φυσικά πρόσωπα, κάτι που καταλύει το χριστολογικό μυ­στήριο. Η ιδέα είναι αλλόκοτη. Αν υποτεθεί ότι ο Χρι­στός μπορούσε ν’ αμαρτήσει σαν άνθρωπος, μπορούσε ν’ αμαρτήσει μαζί του κι ο Θεός, ιδέα ασεβής και βλάσφημη.

 

(Ανδρέα Θεοδώρου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά-συμβολικά-ιστορικοδογματικά, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.93-96)
 

«Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον …

Αποτέλεσμα εικόνας για προνοια θεου

 

Ἕνας χριστιανὸς βασανιζόταν συχνὰ ἀπὸ διάφορες μελλοντικὲς ὑποθέσεις. Ἀνησυχία του, τὸ τί θὰ γίνει αὔριο, τί θὰ γίνει μεθαύριο, τί μᾶς περιμένει τὴνἑπομένη ἑβδομάδα. Ὅλη αὐτὴἡ φροντίδα ἔπνιγε τὴν ψυχή του, πράγμα ποὺ τὸν ἔκανε πολὺ δυστυχῆ. 

Μιὰ νύχτα, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶδε ἕνα ὄνειρο. Περπατοῦσε σ’ ἕνα μακρινὸ δρόμο φορτωμένος μὲἕνα σακκὶ στὴν πλάτη. Τὸ φορτίο του ἦταν βαρὺ καὶκάπου στάθηκε νὰ ξαποστάσει. Μὰ ὅταν θέλησε νὰ σηκωθεῖ γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του, ἀντιλήφθηκε πὼς ἦταν ἀδύνατο νὰ σηκώσει τὸ σακκίδιό του.Ἄνοιξε τότε νὰ δεῖ τί ἔχει μέσα. Καὶ τί βλέπει! Μικρὰ-μικρὰ δέματα. Τὸ ἕνα ἔγραφε ἀπ’ ἔξω: «αὐτὸ γιὰ αὔριο». Ἕνα ἄλλο ἔγραφε: «αὐτὸ γιὰ μεθαύριο». Τὸ τρίτο ἔγραφε: «αὐτὸ γιὰ σήμερα». Αὐτὸ ἦταν ἀνάλαφρο. Τὸ σήκωσε μὲ χαρὰ καὶ συνεχίζοντας τὸταξίδι του ξύπνησε.
Τὸ ὄνειρο αὐτὸἐκφράζει μιὰ τραγικὴ πραγματικότητα. 
Ἡ μέριμνα γιὰ τὸ αὔριο, γιὰ τὸμεθαύριο, γιὰ τὸμετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα, γιὰ τὸ μετὰ ἀπὸ ἕνα μήνα καὶ ἕνα χρόνο, γεμίζει τὶς ψυχές μας μὲ ἄγχος καὶ ἀνησυχίες, ποὺ μᾶς ἀφαιροῦν τὴν γαλήνη καὶ μᾶς κάνουν τὸ βάρος τῆς ζωῆς δυσβάστακτο. Γιὰ νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ὁ Κύριός μας ἀπ’ αὐτὲς τὶς ἐναγώνιες στιγμὲς εἶπε ἐκεῖνα τ ἀθάνατα λόγια. 

«Μὴ οὖν μεριμνήσητε εἰς τὴν αὔριον, 
ἡ γὰρ αὔριον μεριμνήσει τὰ ἑαυτῆς, 
ἀρκετὸν τῇἡμέρᾳ ἡ κακία αὐτῆς» 
(Ματθ. 6,34)