Είναι εύκολο να κερδίζεις την μάχη στον πνευματικό πόλεμο που γίνεται μέσα στο σπίτι σου;

Αποτέλεσμα εικόνας για εγγαμος βιος

Ήταν ένα ήσυχο απόγευμα όταν με συμβούλεψε η γερόντισσα κοιτώντας με βαθιά στα μάτια να κάνω έναν χριστιανικό γάμο με έναν πιστό χριστιανό και όχι με κάποιον κοσμικό.

 

Όταν ένας κοσμικός παντρεύεται έναν πνευματικό άνθρωπο συνήθως νικάει το κοσμικό μου είπε. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που μένουν αναλλοίωτες στο χρόνο.
Παρατηρώντας τα ζευγάρια γύρω μας με θλίψη θα διαπιστώσουμε πως πολύ λίγα ζουν χριστιανικά. Από αυτά τα χριστιανικά ζευγάρια ο ένας από τους δύο ζει λίγο πιο κοσμικά. Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε πως ο Θεός φροντίζει στα ζευγάρια ο ένας να είναι πιο κοντά στον Θεό από τον άλλον, για να τραβήξει τον σύντροφό του στον δρόμο της σωτηρίας με το παράδειγμα και την αγάπη του. Δοξάζουμε τον Θεό που υπάρχουν και τα ζευγάρια που ζουν από κοινού πνευματική ζωή και βοηθάει ο ένας τον άλλον σε αυτόν τον δύσκολο, αλλά αληθινό δρόμο.
 
Πόσο εύκολο είναι όμως να κερδίζεις συνεχώς την μάχη από τον πνευματικό πόλεμο που γίνεται μέσα στο σπίτι σου; Τα πάντα γύρω σου πολεμιούνται. Η θρησκεία σου, η πίστη σου, η ιστορία σου, ο πολιτισμός σου. Βλέπεις έναν ασταμάτητο αόρατο πνευματικό πόλεμο που όλο και δυναμώνει. Ο εσωτερικός, όμως, πόλεμος που δέχεσαι μέσα στο ίδιο σου το σπίτι είναι πολύ χειρότερος. 
 
Πόσα ζευγάρια δεν έχουμε δει να χωρίζουν χωρίς δεύτερη σκέψη από τον εγωισμό τους; Να μαλώνουν, γιατί ένας από τους δύο ζει πνευματικά και ο σύντροφός του τον θεωρεί υπερβολικό. Να δέχονται κριτική και άσχημα λόγια για τον αγώνα που δίνουν. Ο ένας να θέλει να πηγαίνει σε μοναστήρια και αγρυπνίες, για να αναπαυτεί κοντά στον Πατέρα του και ο άλλος να θέλει να βρεθεί σε κέντρα διασκέδασης. Ο ένας να αναζητά τα υλικά με πλούσια και γεμάτη δόξα ζωή και ο άλλος να προσεύχεται για την ταπείνωση και την απλότητα… Πόσοι γονείς δεν διαφωνούν με την ανατροφή των παιδιών τους για το αν θα ζουν κοντά στην εκκλησία ή όχι; Πόσες μόνες μαμάδες βλέπουμε να παλεύουν με τρία ή τέσσερα παιδιά να κρατήσουν το σπίτι τους όρθιο; Πόσοι μόνοι πατεράδες εκκλησιάζονται και κοινωνούν τα παιδιά τους, ενώ η μάνα κοιμάται;
 
Τί αγώνα δίνουν όλες αυτές οι ψυχές που εκτός από τις δυσκολίες της κοινωνίας και των εξωτερικών παραγόντων έχουν να δώσουν κι έναν ακόμη αόρατο πνευματικό πόλεμο μέσα στο ίδιο τους το σπίτι. Ο Άγιος Χρυσόστομος λέει πως τον παντρεμένο δεν τον πολεμάει πολύ ο διάβολος, γιατί ό,τι κι αν κάνει θα γυρίσει σπίτι του και θα σωθεί.
 
Την απάντηση την ξέρουμε. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να οπλιστούμε με υπομονή και να δεχτούμε το Θέλημα του Θεού. Για να το επιτρέπει ο Θεός να το ζούμε κάτι σημαίνει που θα το καταλάβουμε πολύ αργότερα. Εκείνος σταυρώθηκε για΄μας. Εμείς παραπονιόμαστε για ένα τόσο δα μικρό σταυρό που σίγουρα θα μας ανταμείψει και θα μας βοηθήσει να ταπεινωθούμε με πόνο ή χωρίς.
 
Εύχομαι να δημιουργούνται όλο και περισσότερες χριστιανικές οικογένειες με πολλά χριστιανόπουλα, που θα κυλάει στο αίμα τους η αγάπη για τον Χριστό και την Ελλάδα και αυτά τα νέα χριστιανόπουλα να σώσουν το Ελληνορθόδοξο Έθνος μας και με την δύναμη του Σταυρού να νικούν κάθε πνευματικό πόλεμο είτε μέσα στο σπίτι τους είτε εκτός.
 
Αλεξάνδρα Παλαιολόγου για το ιστολόγιο ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΑΥΣ
 
 
 

Του ασώτου αναρχικού…

Του ασώτου μα όχι του φιλεύσπλαχνου πατέρα
 π. Χριστόδουλος Μπίθας
 
…Είχε σταματήσει (ο Λευτέρης) να συνοδεύει την μητέρα του στην Εκκλησία, ένοιωθε να πλήττει. Δεν μπορούσε να εννοήσει τί αξία είχαν όλα αυτά που άκουγε, παρ’ ότι τον είχαν στείλει κάποια χρόνια στο κατηχητικό…

Έκανε επανάσταση για να σταματήσει, έβαλε προπόνηση για το μπάσκετ την Κυριακή, δεν καταλάβαινε τί αξία έχει στη ζωή ενός νέου ανθρώπου να του προβάλλουν έναν τρόπο ζωής που ο ίδιος δεν τον έβλεπε ως παράδειγμα πουθενά. Ως έφηβος αποζητούσε κάτι που να μπορεί να το ζει στ’ αληθινά, ήθελε κάποιον να τον καταλαβαίνει αντί να τον κρίνει, να τον σκεπάζει αντί να του κουνάει το δάχτυλο, να του δίνει αγάπη αντί για ψεύτικα λόγια αφοσίωσης…

Ήθελε να βλέπει ισότητα αντί για καταπίεση, να πιστεύει σε μια ιδέα πρωτοποριακή κι όχι συντηρητική, που να αναπαύει αντί να καταπιέζει, να ελευθερώνει αντί να περιορίζει. Δίχως να το καταλαβαίνει, συγκρουόταν με τα πρότυπα των γονιών του.

Όποτε βρισκόταν σε μια συναυλία ροκ συγκροτήματος, εκστασιαζόταν, έβγαινε από τον εαυτό του, μεθούσε από χαρά. «Αυτή είναι πραγματική Λειτουργία», έλεγε με ενθουσιασμό στους φίλους του. «Κοίτα, όλοι ένα σώμα, μια ψυχή, τραγουδάμε όλοι μαζί λόγια αγάπης, ξεδίνουμε, δεν υποκρινόμαστε, διψάμε για αλήθεια. Αυτή είναι πραγματική «μέθεξη» όχι η μουντάδα της Εκκλησίας».
Σιγά-σιγά ό,τι αφορούσε τον Θεό, την πολιτική, τον γάμο, την οικογένεια, γινόταν κόκκινο πανί για τον Λευτέρη.

Όλη η πίεση που ένοιωθε μετατρεπόταν σε αποστροφή κι είχε μια μεγάλη ένταση που δεν ήξερε τι να την κάνει. Το μπάσκετ δεν μπορούσε πια να τον ηρεμήσει, άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του, με δυσκολία τα κατάφερνε να διαβάζει για το φροντιστήριο και το σχολείο.

Οι καβγάδες για την σχολή που θα πήγαινε κορυφώθηκαν στη Γ΄ Λυκείου, επηρέασαν τη μελέτη του και ανέβασαν στο κατακόρυφο την έντασή του. Ένοιωθε πολλές φορές τα χέρια του να τρέμουν, αποφάσισε να παρατήσει το μπάσκετ και για πρώτη φορά στη ζωή του έμπλεξε σε τσακωμούς στο σχολείο. Όταν ο πατέρας του τον εκβίασε πως θα σταματήσει να του πληρώνει το ωδείο αν δεν περάσει στην Φαρμακευτική, ο κόμπος έφτασε στο χτένι.
Εκείνη τη χρονιά , πήγε με μερικούς συμμαθητές του όπως κάθε χρόνο, στην πορεία για την επέτειο του Πολυτεχνείου κι όταν άρχισαν «παραδοσιακά» τα επεισόδια, δεν έφυγε όπως πάντα, αλλά παρέμεινε.

Δίχως να το σκεφτεί, άρχισε κι αυτός να πετάει ό,τι έβρισκε μπροστά του στους αστυνομικούς, να βρίζει, να ουρλιάζει. Κάποια στιγμή, όταν άρχισαν τα δακρυγόνα, σήκωσε το φουλάρι του το ΄βαλε στο πρόσωπό του για να προφυλαχτεί. Μονομιάς αισθάνθηκε να ανήκει κάπου, να είναι ένα με όλα αυτά τα παιδιά με τα κράνη, τις κουκούλες και τα μαντήλια στο πρόσωπο.

Ύστερα από κλεφτοπόλεμο πολλών ωρών, βρέθηκε μαζί με άλλους στα Εξάρχεια καθισμένος σε ένα στέκι, να συμμετέχει στις κουβέντες. Κάποιοι τον κοίταξαν καχύποπτα μια και εμφανιζόταν πρώτη φορά εκεί, μα ένας συμμαθητής του που ήταν ανακατωμένος σε αυτά τον σύστησε και πλέον αισθάνθηκε μέλος της ομάδας. Εκείνο το βράδυ δεν γύρισε στο σπίτι του…
Τους επόμενους μήνες η ζωή του Λευτέρη άλλαξε δραματικά, όπως και το ντύσιμό του, το λεξιλόγιό του. Οι διαφωνίες με τον πατέρα πήραν άλλη μορφή, μια φορά ήρθαν στα χέρια κι αυτό δημιούργησε πλέον ασφυκτική ατμόσφαιρα στο σπίτι. Στις πανελλήνιες εξετάσεις τον Μάϊο πήγε αδιάβαστος…

Δεν άντεχε πιά να ζει με τους γονείς του, μαύριζε η ψυχή του όταν άκουγε τον πατέρα του να κατηγορεί τη μάνα του για την «κατάντια» του. Προσπαθούσε να ξεσηκώσει την αδελφή του σε αντάρτικο, να την πείσει πως θα μαράζωνε εκεί μέσα, πως θα καταντούσε άβουλη σαν την μάνα τους΄ η Αννέτα, όμως, είχε δικό της δρόμο….

 
…Ο Λευτέρης ζει σε μια κατάληψη στα Εξάρχεια μαζί με την κοπέλα του, την Κάτια, και άλλους «συμμαχητές». Εκεί αισθάνεται πως είναι η οικογένειά του, εκεί τον καταλαβαίνουν, εκεί βρίσκει λόγο ύπαρξης και χαρά…. …… Η Αννέτα τον αδελφό της δεν τον έχει δει εδώ και χρόνια, πιστεύει πως ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την οδύνη της οικογένειάς της, λέει ότι αρκεί που προσεύχεται γι’ αυτόν. Κάθε χρόνο στη γιορτή του, του στέλνει ένα μήνυμα με την ευχή: «Να ζήσεις Ελευθέριε! Καλό Παράδεισο!».
Αυτή η ευχή εξαγριώνει πάντα τον αδελφό της, που της απαντά στερεότυπα: «Εδώ είναι ο Παράδεισος κι η κόλαση εδώ», αντί για ευχαριστώ.
Μια χρονιά στα γενέθλιά του έλαβε το μήνυμα: «Αδελφέ. εύχομαι να σου δώσει ο Θεός συναίσθηση να μετανοήσεις». Μετά από δύο μέρες πήρα την απάντηση: «Ουαί κι αλίμονο Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριτές»…
Ο Λευτέρης είναι πλέον σεσημασμένος αναρχικός, βρέθηκε κάμποσες φορές στο κρατητήριο, κάποια στιγμή είχε κάνει η αντιτρομοκρατική έφοδο για έρευνα σ΄ ένα ημιυπόγειο που νοίκιαζε πίσω από το πεδίον του Άρεως. Δεν βρήκε τίποτα…..Τελευταία τον ευχαριστεί μόνο ό,τι έχει να κάνει με την Τέχνη, εκεί μόνο βρίσκει ανάπαυση.
….Ο μοναχός Μωυσής (ο Λευτέρης) παρέμεινε την υπόλοιπη ζωή του στο Άγιον Όρος.

Σπάνια έβγαινε στον κόσμο, μόνο για να συναντήσει την μάνα του που πλέον είχε χωρίσει και ζούσε ήσυχα τα γηρατειά της. Ο πατέρας του ποτέ δεν τον αποδέχθηκε, ούτε και σαν μοναχό, ακατανόητη του φαινόταν και τούτη η πορεία. Όσο για την αδελφή του, του ζήτησε συγγνώμη για την στάση της, μα δεν κατάφεραν ποτέ να επικοινωνήσουν βαθύτερα, παρ’ ότι τον ίδιο Θεό κοινωνούσαν…
(Από το βιβλίο «Πέρα από τη χώρα της λύπης»,
π. Χριστόδουλος Μπίθας, εκδ. «Γρηγόρη», 2016 ΑΘΗΝΑ).
To κατώθι, αφιερωμένο στούς ασώτους του κόσμου τούτου, που πνιγμένοι απο τις φαρισαϊκές εξουσίες βρήκαν την ελευθερία, επιστρέψαντες στο σπίτι του Πατέρα…
 »Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια, σκλαβιά και φυλακή…»
http://pneumatoskoinwnia.blogspot.gr/search?updated-max=2017-02-21T14:34:00%2B02:00&max-results=10&start=27&by-date=false
You might also like:
 

«– Ρε, κοκκαλιάρη Ιάκωβε, να ψοφήσης, να μην υπάρχης, ξέρεις πώς εισέρχομαι; Εισέρχομαι σαν καπνός και μπαίνω στον άνθρωπο, δεν με καταλαβαίνει και σαν καπνός εξέρχομαι, αλλά όταν προφτάσουν και κάνουν τον σταυρό τους, τους λέω, εγώ φεύγω, διώκομαι, δεν αντέχω…»

Φωτογραφία του Θωμάς Θεοχάρης.

«Ἐμᾶς, μᾶς στηρίζει ἡ προσευχή, ἡ ταπείνωση καί ἡ Θεία Κοινωνία…»

«Με συγχωρείτε, τέκνα μου, δεν φταίει ο Σατανάς, εμείς φταίμε όλοι μας. Ο Σατανάς, η δουλειά του είναι αυτή, να πειράζη τους ανθρώπους. Έλεγε προχθές ο Απόστολος «η αμαρτία εκ του διαβόλου εστί».
Λοιπόν, όταν εμείς αφήνωμε τον Θεό και λέμε «η προσευχή δεν είναι τίποτε, η νηστεία δεν είναι τίποτε» –με συγχωρείτε, ζητώ συγγνώμη, εμείς δεν ανακατευόμαστε, είμαστε αφιερωμένοι στον Θεό–, λένε «τα παιδιά μας, 15 χρονών παιδιά, να τα παντρέψωμε», και δεν ξέρουν τι εστί γάμος και τι εστί μυστήριο, μετά από λίγο καταφεύγουν στους μάγους, στα σατανικά πράγματα, γι’ αυτό δαιμονίζονται οι άνθρωποι, διαλύονται (οι οικογένειες) και εισέρχεται μέσα τους ο Σατανάς. 

Ως καπνός εισέρχεται, όπως έμαθα από μια δαιμονισμένη κοπέλα. 
Ρώτησα «πώς εισέρχεσαι τώρα στον άνθρωπο;» λέει, «ως καπνός εισέρχομαι και ως καπνός εξέρχομαι», και έλεγε πολλά ο Σατανάς. 
Και έλεγα εγώ: «Να εξορκισθής, να πας στα βουνά, εκεί που δεν κατοικεί άνθρωπος, μόνο ο Θεός επισκοπεί». 
«Βρε, Ιάκωβε», έλεγε, «τι να πάω να κάνω στα βουνά; Στα βουνά θα είμαι μόνος μου. Θα φύγω από την κοπέλα, αλλά να πάω σε (άλλον) άνθρωπο να μπω μέσα», με συγχωρείτε, «αφού οι άνθρωποι με δέχονται και με φωνάζουν, πηγαίνω (σ’ αυτούς)».
Εμάς μας στηρίζει η προσευχή και η νηστεία, η ταπείνωση και η Θεία Κοινωνία. Και ο διάβολος λέει: 
«Δεν φοβάμαι τίποτε, (παρά) αυτό που τρώνε οι παπάδες την Κυριακή στην Εκκλησία». 
Δεν το λέω εγώ. Εγώ είμαι αγράμματος, με συγχωρείτε. Τα λένε άνθρωποι μορφωμένοι, αλλά τα λέει και ο ίδιος ο Θεός, αλλά τα λένε, με συγχωρείτε, και οι δαιμονισμένοι. «Δεν φοβάμαι τίποτε, Ιάκωβε. Αυτό που τρώτε στην Εκκλησία», την θεία Κοινωνία, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Γι’ αυτό λέγει: «Ο τρώγων μου την Σάρκα και πίνων μου το Αίμα, έχει ζωήν αιώνιον». Ο δαίμονας με το στόμα μιας δαιμονισμένης, μου είπε: «Δεν φταίμε εμείς. Αυτοί φταίνε, διότι όταν πάνε και κάνουν μάγια στους τάφους την νύχτα στις δώδεκα, όταν δεν πιστεύουνε, βλασφημούν τα Θεία, όταν κάνουν πράξεις που δεν λέγονται, λοιπόν, εμείς τι φταίμε; Μας καλούν και πηγαίνουμε». Τον εξόρκιζα να φύγη.
– Όχι, τραγόπαπα, όχι, κοκκαλιάρη, παλιόγερε, να ψοφήσης, να μην υπάρχης εδώ μέσα. Μαζεύεις τον κόσμο… Και θέλω να διαλύσω αυτό το Μοναστήρι, αλλά δεν μπορώ διότι έχει αυτόν τον μεγάλο (τον άγιο Δαυΐδ).
Προχθές πέρασε μία δαιμονισμένη, κρυβόταν εκεί στην κολόνα και σήκωνε το χέρι της και με μούντζωνε «να, να». Έβγαζε και το κεφάλι της από πίσω από την κολόνα και «φτου, φτου» με έφτυνε. Εγώ την έβλεπα. Και έλεγε, 
«Ιάκωβε να ψοφήσης, να σκοτωθής, σε έδωσα καρκίνο έγινες καλά, έχεις καρδιά». 
Λοιπόν, μετά έβγαζε και την γλώσσα· αφού την έβγαλε κάνα δυό φορές, την πιάνω και εγώ την γλώσσα. Λέει το δαιμόνιο:
– Είδες; μας κοροϊδεύει ο Ιάκωβος.
– Τόσο γελοίοι που είστε, του λέω, σας κοροϊδεύουμε. Εσείς κάνετε τα δικά σας, παλεύετε μαζί μας, εμείς όμως παλεύουμε με την προσευχή.
Έκανα το σημείον του σταυρού. Αχ! έκανε αυτή, χτυπιόταν, γύρισε το κεφάλι σαν την σβούρα, σηκώθηκαν τα μαλλιά της. Ξαναβγάζει την γλώσσα.
– Κάνε λίγο έτσι, της λέω, κάνε λίγο έτσι.
– Μας κοροϊδεύει ο Ιάκωβος, λέει, παίγνια γίναμε με τους παπάδες, λέει, αυτοί οι παπάδες αυτοί οι παπάδες! Είπε και μια άλλη λέξη. Το πρώτο που έκαμα, λέει, με συγχωρείτε, εκούρεψα τους παπάδες.
– Καλά, δεν είναι όλοι κουρεμένοι οι παπάδες, λέω, μπορεί να είναι άλλοι νέοι, διάκονοι.
– Αχ! βρε Ιάκωβε, πώς τα τακτοποιείς, ωραία τα τακτοποιείς, δεν θες να κατακρίνης.
Αχ! ρε Ιάκωβε, σε πολεμάω πολύ να σε ρίξω, (αλλά) δεν μπορώ. Σε πολεμώ όμως να σε ρίξω για να σε κολάσω. Τρέχεις όμως στην Μαρία (στην Παναγία), και σε αυτόν τον γέρο (τον όσιο Δαυΐδ). 
 
Ύστερα συνέχισε:
– Ρε, κοκκαλιάρη Ιάκωβε, να ψοφήσης, να μην υπάρχης, ξέρεις πώς εισέρχομαι; Εισέρχομαι σαν καπνός και μπαίνω στον άνθρωπο, δεν με καταλαβαίνει και σαν καπνός εξέρχομαι, αλλά όταν προφτάσουν και κάνουν τον σταυρό τους, τους λέω, εγώ φεύγω, διώκομαι, δεν αντέχω.
– Γι’ αυτό και εμείς, λέω, όταν χασμουριώμαστε, κάνουμε τον σταυρό μας.
– Ναι, λέει, όπως οι χασμογριές, όταν κάνουν τα μαγικά και τα διαβολικά ξόρκια τους και χασμουριούνται.
«Υπάρχουν πάρα πολλές αρρώστιες στον κόσμο και με δαιμόνια και με σατανικά πράγματα, με μαγείες… αφήνουν οι άνθρωποι τον Θεό και πάνε στους μάγους, στους σατανάδες. 
Πριν ένα μήνα, μια κοπέλλα που ήρθε εδώ, μου λέει: 
«Πάτερ, ξέρετε, επειδή δεν παντρευόμουν, ήμουνα 20 χρονών, μία σεμνή κοπέλλα και ο αδελφός πάλι ήτανε 20 χρονών, μας πήρανε οι γονείς μου και μας πήγανε στους μάγους». Πήγανε στον μάγο και δώσανε από 100.000 δραχμές.
– Τι σου έκανε, παιδί μου, ο μάγος; Γιατί αφήσατε τον Θεό και πήγατε στον μάγο;
– Πάτερ, με πήρε ο μάγος και μου λέει, σε θέλω μόνος μου στο δωμάτιο, να σε διαβάσω εκεί.
Λοιπόν, αφού κλείδωσε ο μάγος την πόρτα, της λέει, «άνοιξε το στόμα σου» και άνοιξε το στόμα της η κοπέλα και κόλλησε το στόμα του στο στόμα της κοπέλας και της ψιθύριζε λόγια και έβαζε μέσα στο στόμα της κοπέλας, έβαζε τον διάβολο, τους σατανάδες και –σας ζητώ συγγνώμη–, και πρήστηκε η κοιλιά του κοριτσιού και έγινε σαν βοδινή κοιλιά και το κορίτσι να ανοίγη το στόμα να χασμουριέται, σατανικά πράγματα, και της ζήτησε να κάνη πράγματα που δεν λέγεται. Λοιπόν, μετά, τι κάνει; Αφού έδωσαν τις 100.000, η κοπέλα αντί για καλό, (χειροτέρεψε). Λοιπόν, πάει και το παλληκάρι τώρα, το παλληκάρι το έκανε άχρηστο και ανίκανο και αυτό με τα μάγια. Πόσο λυπηρό (είναι) αυτό; Να αφήνουμε τον Θεό και να πηγαίνουμε στου σατανά τις πόρτες. Στην εκκλησία βρίσκουμε την παρηγοριά, την σωτηρία της ψυχής μας και την ελπίδα. 
Λοιπόν, λέει τώρα η κοπέλα: 
«Πάτερ, θες να σου κάνω, όσα με έκανε αυτός ο μάγος που με φύσαγε;». 
Ήμασταν εκεί στο παγκάρι και με είχε πιάσει καρδιοχτύπι, δεν φοβάμαι, αλλά ταλαιπωρούμαι που βλέπω τα πλάσματα του Θεού και παιδεύονται. 
Ξαφνικά, ανοίγει το στόμα της η κοπέλα και πρήστηκε, σας ζητώ συγγνώμη και πάλι, η κοιλιά του κοριτσιού σαν βοδινή (έγινε) η κοιλιά της, έκανε «χα, χα, χα» και πρηζόταν η κοιλιά της.
– Τι να κάνουμε, πάτερ; λέει.
– Λοιπόν, με την μάννα σας, παιδί μου, πήγατε στου σατανά την πόρτα, έπρεπε να πάτε στην εκκλησία.
– Τώρα, λέει, πάμε (Εκκλησία).
– Δεν είναι αργά και τώρα που πάτε, αλλά έπρεπε πιο μπροστά. Πρώτα πήγατε στον διάβολο, δεν ρωτήσατε, έκανε ο μάγος τα κατορθώματά του και τους άθλους του και πήρε και 200.000 δραχμές.
Να προσέχουμε πάντοτε, να αποφεύγωμε τις μαγείες, τα σαραντίσματα, τα διαβολικά πράγματα. Μόνον εις την Εκκλησία του Χριστού μας να πηγαίνωμε.
(Από το βιβλίο: «Ο Γέρων Ιάκωβος (Διηγήσεις – Νουθεσίες – Μαρτυρίες)».

https://amfoterodexios.blogspot.gr/

 

Περί λογισμών …

«Η Χάρις του Θεού δεν επιτρέπει στον αληθινό ασκητή να πει έπαινο στον αδελφό, διότι ακόμα και οι τέλειοι συχνά δεν μπορούν να βαστάξουν τον έπαινο χωρίς να υποστούν ζημιά.
Έπαινοι λέγονται μόνο σε αυτούς που έχουν αποκάμει από την απόγνωση.
Να ανοίγονται όμως οι οφθαλμοί της αριστεράς σε αυτά που κάνει σε εμάς η δεξιά του Υψίστου ουδόλως επιτρέπεται ή θα πρέπει να γίνεται με άκρα προσοχή και τέχνη.
Η εξωτερική μορφή την οποία παίρνει ο λογισμός συχνά δεν επιτρέπει να αντιληφθείς από πού προέρχεται αυτός.
Συχνά ο λογισμός πλησιάζει αθόρυβα σαν κλέπτης και η πρώτη λογική του μορφή μπορεί να φανεί όχι μόνο σοφή αλλά και αγία.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

ΜΑ ΤΙ ΔΙΑΒΟΛΟ ΜΑΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ;

Άρθρο του Francesco Lamendola  
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου 
Έργο του Iman Maleki
Μερικές φορές, αναζητoύμε τις απαντήσεις στα βιβλία ή στη φιλοσοφία ή ποιός ξέρει που άλλού, ενώ αυτές υπάρχουν μπροστά μας, κάτω από τη μύτη μας. Επίσης, σκεπτόμαστε πάντα ότι οι απαντήσεις σε μία δύσκολη ερώτηση πρέπει να είναι, και αυτές, εξαιρετικά δύσκολες. Ενώ αντίθετα, μπορεί οι απαντήσεις να είναι απλές. Ακριβώς επειδή κανείς δεν σκέφτεται ότι έτσι μπορεί να είναι, όλοι περνούν δίπλα τους χωρίς να τις αντιληφθούν, χωρίς να καταδέχονται να τους ρίξουν ένα βλέμμα, αν και βρίσκονται ακριβώς εκεί, καθαρές και προφανείς. Φθάνει μόνο να βγάλουν τον κεφαλόδεσμο από τα μάτια τους. Διότι είναι ο κεφαλόδεσμος που έχουμε στα μάτια μας που δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα. Πρόκειται για το “νοητικό μπλοκάρισμα” από το οποίο υποφέρουμε και μας εμποδίζει να εξάγουμε τα λογικά συμπεράσματα από όλα εκείνα τα γεγονότα που το μυαλό μας είναι σε θέση να καταγράψει. Με άλλα λόγια, έχουμε υποστεί μια κατάσταση σε βαθμό εξάρτησης που μας κάνει να μην σκεπτόμαστε με το μυαλό μας, αλλά να αφήνουμε σε κάποιους άλλους να σκέπτονται για εμάς. Προγραμματιστήκαμε ώστε να βλέπουμε μόνο τα πράγματα που είναι βολικά σε κάποιους άλλους και να μην βλέπουμε καθόλου τα πράγματα που θα ήταν ωφέλιμα σε εμάς. Κοπιάζουμε για να καταλάβουμε την ιστορική στιγμή που ζούμε, ωστόσο συνεχώς δεν πετυχαίνουμε το στόχο μας αυτό, γιατί δεν έχουμε το κλειδί ή για να είμαστε πιο ακριβείς, διότι το χάσαμε.

Συνέχεια ανάγνωσης