Η πατρίδα μας μπροστά στον μεγαλύτερο κίνδυνο της ιστορίας της

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλεκτρονικη αχρηματη

Ἀνακοίνωση τῆς Ἑνωμένης Ρωμηοσύνης

Αποτέλεσμα εικόνας για ηλεκτρονικη αχρηματη

Σύμφωνα μὲ κυβερνητικὲς ἐξαγγελίες καὶ διαρροὲς σὲ δημοσιογραφικὰ μέσα, ἐντός τοῦ 2016 πρόκειται νὰ ἀρχίσει νὰ ἐφαρμόζεται ἡ κατάργηση τῶν μετρητῶν καὶ ἡ ἀντικατάστασή τους μὲ ἠλεκτρονικὲς συναλλαγὲς μέσῳ καρτῶν. Ἐπίσης θὰ κληθοῦμε ὅλοι μας νὰ ἀλλάξουμε τὶς ταυτότητές μας μὲ μία κάρτα γνωστὴ ὡς Κάρτα τοῦ Πολίτη, ποὺ θὰ περιέχει ἠλεκτρονικὸ πλινθίο (chip) καὶ στὴν ὁποία θὰ ἐνσωματωθοῦν διάφορες πληροφορίες καὶ ἀριθμοὶ συναλλαγῆς μὲ τὶς Κρατικὲς Ὑπηρεσίες, ὅπως ὁ ΑΦΜ, ὁ ΑΜΚΑ, ὁ ἀριθμὸς Ταυτότητος κ.ἂ. Ὑπάρχει μάλιστα τεχνολογικὰ ἡ δυνατότητα αὐτὲς οἱ κάρτες νὰ ἑνοποιηθοῦν σὲ μία κάρτα, ποὺ θὰ εἶναι ταυτόχρονα ἡ ταυτότητά μας, τὸ πορτοφόλι μας ἀλλὰ καὶ τὸ βιβλιάριο ὑγείας καὶ τὸ δίπλωμα ὁδήγησης. Οἱ εἰδικότερες τεχνικὲς πληροφορίες γιὰ αὐτὲς τὶς κάρτες εἶναι συγκεχυμένες. Μὲ βάση ὅμως τὰ ὅσα ἔχουν ἤδη ψηφισθεῖ καὶ ἰσχύουν, μπορεῖ κανεὶς εὔκολα νὰ διαπιστώσει ὅτι ἡ ὑλοποίηση αὐτῶν τῶν ἐξαγγελιῶν θὰ ὁλοκληρώσει ἕνα κλειστὸ «σύστημα» ἠλεκτρονικῆς διακυβέρνησης καὶ ἠλεκτρονικῶν οἰκονομικῶν συναλλαγῶν, στὸ ὁποῖο ὅλες οἱ κοινωνικὲς παροχὲς καὶ τὰ δικαιώματά μας θὰ παρέχονται καὶ θὰ ἀσκοῦνται μόνο ἠλεκτρονικὰ καὶ μόνο ἀπὸ ὅσους θὰ ἔχουν παραλάβει τὴν ἀντίστοιχη κάρτα. Ὅποιος δὲν παραλάβει αὐτὴν τὴν κάρτα θὰ τίθεται αὐτομάτως ἐκτὸς «συστήματος» καὶ ταυτόχρονα θὰ στερεῖται τὴ δυνατότητα νὰ ἐργαστεῖ, νὰ δικαιωθεῖ, νὰ ἀσφαλιστεῖ, νὰ πουλήσει ἢ νὰ ἀγοράσει ὁτιδήποτε, μὲ ἄλλα λόγια θὰ ὁδηγεῖται στὸν ἀφανισμό(1).

Καὶ μόνο τὰ ἀνωτέρω ἀρκοῦν γιὰ νὰ καταλάβει κανεὶς ὅτι μέσα στὸ 2016 ἐπίκειται ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς συστήματος τυραννικοῦ καὶ ἀνελεύθερου, ποὺ ὅμοιού του ὁ πολύπαθος τόπος μας δὲν γνώρισε ποτέ.

Ὁ λαός μας γιὰ αὐτὸ τὸ «σύστημα» ἔχει προειδοποιηθεῖ ἀπὸ παλιά. Μιλᾶ γιὰ αὐτὸ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιό μας στὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης(2), μίλησαν γιὰ αὐτὸ Ἅγιοι τῆς Πίστεώς μας, ὅπως ὁ ἃγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς καὶ ὁ ὃσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης . Ὁ τελευταῖος μάλιστα μᾶς ἄφησε χειρόγραφο κείμενό του ἀπὸ τὸ 1987 μὲ τὸν τίτλο «Τὰ σημεῖα τῶν Καιρῶν» ὅπου μὲ ξεκάθαρο τρόπο περιγράφει τὰ ὅσα σήμερα ἐφαρμόζονται ἀλλὰ καὶ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθοῦν σχετικὰ μὲ τὴν ἀχρήματη κοινωνία καὶ τὴν κάρτα τοῦ πολίτη. Οἱ προειδοποιήσεις αὐτὲς εἶναι σαφεῖς, ἐπαληθεύονται καὶ μᾶς τονίζουν ὅτι ἡ κατάληξή τους δὲν εἶναι ἁπλὰ τυραννία καὶ σκλαβιά. Θὰ εἶναι τὸ «σφράγισμα» τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ τελικὰ ἡ ἀπώλεια τοῦ πολυτιμότερου ποὺ ἔχει ὁ καθένας μας, τῆς ἴδιας μας τῆς ψυχῆς.

Γιὰ ὅσους διαβάζουν αὐτὲς τὶς γραμμὲς καὶ σπεύσουν νὰ μᾶς χαρακτηρίσουν ὡς ὑπερβολικοὺς νὰ σᾶς ἐπισημάνουμε ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν στὸ κεντρικὸ δελτίο εἰδήσεων καναλιοῦ πανελλαδικῆς ἐμβέλειας, τὸ STAR, προβλήθηκε ἕνα νέο «σύστημα» γιὰ νὰ μὴ χάνει κανεὶς τὰ χρήματά του, τὴν ταυτότητά του καὶ τὰ κλειδιά του, ἡ ἐμφύτευση στὸ χέρι του ἑνὸς πλινθίου (chip) ἴδιας τεχνολογίας μὲ αὐτῆς τῶν καρτῶν ποὺ προαναφέραμε. Ἤδη λοιπὸν προετοιμάζεται ἡ κοινὴ γνώμη γιὰ νὰ δεχθεῖ μετὰ «τὴ μία κάρτα» καὶ τὸ «σφράγισμα», ὅπως οἱ Ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μας μᾶς ἔχουν προείπει.

Δὲν ξέρουμε πότε θὰ ἐπαληθευθοῦν τὰ ὅσα ἡ Ἀποκάλυψη μᾶς ἀναφέρει. Ἔχουμε ὅμως ὅλοι μας νοῦ καὶ ξέρουμε νὰ ἀναγνωρίζουμε τὰ Σημεῖα τῶν Καιρῶν καὶ δὲν ἔχουμε καμία ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἐξαγγελθεῖσα Ἀχρήματη Κοινωνία καὶ ἡ Κάρτα τοῦ Πολίτη θὰ μᾶς ὁδηγήσουν ἀργὰ ἡ γρήγορα, μετὰ βεβαιότητας στὴν ὑποδούλωσή μας καὶ στὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς μας.

Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ καὶ μὲ πλήρη συναίσθηση τῆς σοβαρότητας τῶν συνεπειῶν τῶν ὅσων σᾶς λέμε, σᾶς δηλώνουμε ὅτι ἀρνούμαστε νὰ συναινέσουμε στὴν Ἀχρήματη Κοινωνία καὶ στὴν παραλαβὴ τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη καὶ σᾶς καλοῦμε νὰ πράξετε τὸ ἴδιο.

Θὰ σπεύσουν ἐνδεχομένως κάποιοι νὰ μᾶς ἀποκαλέσουν φανατικοὺς ἢ – ὅπως εἶναι τῆς μόδας- φονταμενταλιστές. Τὰ πράγματα ὅμως εἶναι πολὺ ἁπλὰ καὶ ἀφοροῦν τὸν ρόλο ποὺ ἀφήνουμε νὰ ἔχει στὴ ζωή μας ἡ Πίστη μας ὡς Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσπαζόμαστε καὶ νὰ προσκυνοῦμε τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ ἀγνοοῦμε τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης ποὺ περιέχεται στο Ἱερὸ Εὐαγγέλιο . Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐλαβούμαστε καὶ νὰ τιμοῦμε τὸν ὃσιο Παΐσιο καὶ νὰ ἀπορρίπτουμε τὸ χειρόγραφο κείμενό του γιὰ τὶς ταυτότητες καὶ γιὰ ὅσα ἄλλα μὲ αὐτὸ μᾶς προειδοποιεῖ. Ἡ ἀνωτέρω ἀπόφασή μας δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα ζηλωτισμοῦ ἀλλὰ στοιχειώδους ὁμολογίας πίστεως. Εἶναι ἀποτέλεσμα λογικῆς διεργασίας, σύμφωνης μὲ τὸ πραγματικό μας συμφέρον, καὶ ἐπιπρόσθετα ἀποτελεῖ συνταγματικὸ καὶ πατριωτικό μας καθῆκον. Πῶς μπορεῖ κανεὶς νὰ θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ του ἐλεύθερο ἐὰν δὲν ὁρίζει τὸ πορτοφόλι του καὶ τὸ ταμεῖο του, ἐὰν ἀποθέτει τὴ δυνατότητα τῆς ἴδιας του τῆς ἐπιβίωσης στὶς ὀρέξεις κυβερνώντων ποὺ συχνὰ ἀθετοῦν τὸν λόγο τους καὶ ἐλέγχονται ἀπὸ ξένους παράγοντες; «Ὅσοι θυσιάζουν στοιχειώδεις ἐλευθερίες γιὰ λίγη ἀσφάλεια, δὲν ἀξίζουν οὔτε ἐλευθερία οὔτε ἀσφάλεια» ἔχει πεῖ εὔστοχα ὁ Βενιαμὶν Φραγκλίνος καὶ ἐξίσου εὔστοχα κάποιος ἄλλος(3) ἔχει παρατηρήσει ὅτι «Κάθε ἔθνος, ποὺ θεωρεῖ πιὸ σημαντικὲς τὴν εὐκολία καὶ τὴν ἄνεση ἀπὸ τὴν ἐλευθερία του, θὰ χάσει σύντομα τὴν ἐλευθερία του. Καὶ ἡ εἰρωνεία εἶναι ὅτι σύντομα θὰ χάσει ἐπίσης καὶ τὶς εὐκολίες καὶ τὶς ἀνέσεις του.» Δὲν μπορεῖ νὰ ὑποδουλώνουμε τὴν ψυχή μας μὲ ἀποφάσεις καὶ νόμους ποὺ εἶναι ἀπόρροια ἐκβιαστικῶν διλλημάτων καὶ φόβων γιὰ τρομοκρατικὰ χτυπήματα, ἐξόδου ἀπὸ τὴν Εὐρώπη καὶ κάθε ἄλλης σοβαρῆς ἢ ἀστείας ἀπειλῆς. Ὁ κίνδυνος ὅμως εἶναι κατ’ ἐπέκταση πολὺ σοβαρὸς καὶ γιὰ τὴν Πατρίδα μας, ἀφοῦ, ἐὰν ὑλοποιηθοῦν οἱ σχεδιασμοὶ ποὺ προαναφέραμε, αὐτὴ κινδυνεύει νὰ παραδοθεῖ σὲ ἀνείπωτα δεινά.

Ὅ,τι προέρχεται ἀπὸ ταραχή, μίσος καὶ ἔχθρα εἶναι ἀπὸ τὸν Διάβολο καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ δεχθοῦμε, ἐνῷ ὅ,τι προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἀγάπη καὶ τὴν Εἰρήνη εἶναι ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό.

Ἡ ἄρνηση τῆς Κάρτας τοῦ Πολίτη καὶ τῆς συμμετοχῆς στὴν Ἀχρήματη Κοινωνία εἶναι σύμφωνη μὲ τὶς ἀνακοινώσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Ἱερῶν Μονῶν τοῦ Ἁγίου Ὂρους ἀλλὰ σὲ κάθε περίπτωση εἶναι μία προσωπικὴ ἀπόφαση γιὰ τὸν κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς. Γιατί ἀσχέτως τοῦ τί θὰ ποῦν οἱ γύρω μας, ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ ἀγαπημένα μας πρόσωπα, εἶναι μία ἀπόφαση ποὺ ἀφορᾶ τὴν ἴδια μας τὴν ψυχή. Ξέρουμε καλὰ σὲ τί μέρες ζοῦμε. Γύρω μας μαίνεται ἡ καταιγίδα ἡ δαιμονικὴ, ὅπως ἔλεγε ὁ ὃσιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης. Ὅμως ἐπίσης ξέρουμε ὅτι «Θέλει ἀρετὴν καὶ τόλμην ἡ Ἐλευθερία» καὶ ἀρκεῖ μία ἀνάσα ἀπὸ τὴν Παναγιά μας γιὰ νὰ διαλυθοῦν τὰ νέφη καὶ μία ἀκτίνα Θεϊκὴ γιὰ νὰ γεμίσουν ὅλα Φῶς καὶ Εἰρήνη. Ὁ κάθε ἕνας μας ξεχωριστά, ἐγώ, ἐσύ, ὅλοι μας ἂς κάνουμε αὐτὸ ποὺ λέει ἡ ψυχή μας καὶ ἂς ποῦμε θαρρετὰ «Ὄχι» στὴν Ἀχρήματη Κοινωνία καὶ τὴν Κάρτα τοῦ Πολίτη. Καὶ εἴμαστε πολλοὶ ποὺ λέμε «Ὄχι». Καὶ ἔχουμε τὸν Θεὸ καὶ τὸ Δίκαιο μὲ τὸ μέρος μας, ἑνωμένοι καὶ ἀλληλοϋποστηριζόμενοι.

Γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα θὰ φροντίσει ὁ Θεός.

1 .Χαρακτηριστικὸ ἐδῶ τὸ κείμενο τῆς παραγράφου 2, ἄρθρο 153 τοῦ Ν.3655/08 «οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπασχοληθεῖ ὡς μισθωτὸς ἢ ὡς αὐτοαπασχολούμενος, νὰ ἀσφαλισθεῖ ἢ νὰ καταβάλει ἀσφαλιστικὲς εἰσφορές, νὰ ἐκδώσει ἢ νὰ ἀνανεώσει βιβλιάριο ἀσθενείας, νὰ δικαιωθεῖ καὶ νὰ εἰσπράξει συντάξεις καὶ γενικότερα πάσης φύσεως παροχές, ἐπιδόματα καὶ βοηθήματα, ἐὰν δὲν διαθέτει ΑΜΚΑ, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται ὑποχρεωτικὰ ἐπὶ ὅλων τῶν «ὡς ἄνω ἀντιστοίχων παραστατικῶν»

2 καὶ ποιεῖ πάντας τοὺς μικροὺς καὶ τοὺς μεγάλους, καὶ τοὺς πλουσίους καὶ τοὺς πτωχούς, καὶ τοὺς ἐλευθέρους καὶ τοὺς δούλους, ἴνα δώσουσιν αὐτοῖς χάραγμα ἐπὶ τῆς χειρὸς αὐτῶν τῆς δεξιᾶς ἢ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν, 17 καὶ ἳνα μὴ τὶς δύνηται ἀγορᾶσαι ἢ πωλῆσαι εἰ μὴ ὁ ἔχων τὸ χάραγμα, τὸ ὄνομα τοῦ θηρίου ἢ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ. 18 Ὧδε ἡ σοφία ἐστίν· ὁ ἔχων νοῦν ψηφισάτω τὸν ἀριθμὸν τοῦ θηρίου· ἀριθμὸς γὰρ ἀνθρώπου ἐστι· καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτοῦ χξς’.

3 Σόμερσετ Μωμ

 

 

Ὄταν καλοπερνᾶς στὴ γὴ, κάτι δὲν πάει καλά

Αποτέλεσμα εικόνας για ελεημων ψυχη

Παρά τα φαινόμενα και την αναξιότητα των μοναχών και κληρικών, η Εκκλησία είναι ακένωτη πηγή θαυμάτων.

Παίρνει νερό και το κάνει Αγιασμό· παίρνει ψωμί και κρασί και το κάνει Θεία Ευχαριστία· παίρνει τον άνθρωπο χώμα και τον κάνει Θεό! Αλλά τα θαύματα πολλοί δεν τα βλέπουν.

Γιατί, αν τα έβλεπαν, δεν θα περιφρονούσαν ή μισούσαν την Εκκλησία του Χριστού, αλλά θα την αγαπούσαν, θα την τιμούσαν και δεν θα μιλούσαν γι” αυτή με περιφρόνηση, όπως μιλούν.

«Ο χριστιανός έχει προορισμό να σηκώνει βαρύ σταυρό στη ζωή τον. Είναι δύσκολο πράγμα να λες ότι πιστεύεις στον Κύριο και καλοπερνάς σ” αυτήν εδώ τη ζωή. Γιατί, όταν καλοπερνάς στη γη, κάτι δεν πάει καλά με τον εαυτό σου, ενδιαφέρεσαι για το χρυσάφι της γης και όχι για τους θησαυρούς του ουρανού. Αλλά όταν σκέφτεσαι έτσι, βρίσκεσαι μακριά από το θέλημα του Θεού. Χριστιανική ζωή και καλοπέραση δεν πηγαίνουν μαζί, είναι διαφορετικά πράγματα»

«Κάποτε ήλθε εδώ ένας πολύ γνωστός γιατρός για να μιλήσουμε. Ήταν και η γυναίκα του γιατρός, θρησκευόμενοι άνθρωποι και οι δύο. Παραπονιόταν ότι τα παιδιά του ζούσαν κοσμική ζωή και όχι μόνο δεν τηρούσαν τις εκκλησιαστικές παραδόσεις της οικογένειας τους, αλλά και τις ειρωνεύονταν. Χαρακτήριζαν τους χριστιανούς καθυστερημένους, βολεμένους, ανειλικρινείς, υποκριτές και θεομπαίχτες, επειδή η ζωή τους -έλεγαν- δεν συμβαδίζει με τα λόγια τους και τα έργα τους δεν είναι χριστιανικά.

Ακόμη και στο ευχέλαιο, που οι γονείς κάνουν μία φορά το χρόνο στο σπίτι τους και τα παιδιά, όσο ήταν μικρά συμμετείχαν, τώρα αντιδρούν και δεν παρευρίσκονται. Συνέχεια ανάγνωσης

 

O Θεός δεν πρόκειται να αφήσει τέτοια ελεημοσύνη δίχως μετάνοια

Θέλω να σας μιλήσω πάτερ για κάτι σοβαρό».Αποτέλεσμα εικόνας για ελεημων ψυχη

Η κοπέλα στεκόταν στην είσοδο του ιερατικού γραφείου, περιμένοντας την άδεια για να προχωρήσει. Δεν είχε παρουσιαστικό «θρησκευόμενου» ανθρώπου. Φορούσε κολλητό παντελόνι και ήταν βαμμένη έντονα.

Ο ηλικιωμένος ιερέας την κοίταξε με καλοσύνη. «Παρακαλώ. Ό,τι θέλετε!».

Η κοπέλα προχώρησε και κάθισε μπροστά στο γραφείο του ιερέα.

«Θέλω τη συμβουλή σας», είπε κοφτά και με αποφασιστικότητα. «Η μητέρα μου είναι στα τελευταία της. Έζησε μεγάλο μέρος της ζωή της δουλεύοντας τη νύχτα σε άσχημα μέρη … Ξέρω … Ίσως να σας σκανδαλίζω λίγο …». Δίστασε κοιτάζοντας τον ιερέα εξεταστικά αλλά με ειλικρίνεια στα μάτια της.

«Παρακαλώ, συνεχίστε».

«Η μητέρα μου με τα χρήματα που κέρδιζε κατάφερε να μεγαλώσει εμένα και τον αδερφό μου χωρίς να χρειαστεί να μας δώσει σε ξένα χέρια. Πατέρα δε γνωρίσαμε …

Αλλά δε μεγάλωσε μονάχα εμάς. Τα μισά της χρήματα και παραπάνω τα έδινε πάντα σε ελεημοσύνες. Πολλά παιδιά μεγάλωσαν χάρη σ’ αυτή. Κάποια μάλιστα σπούδασαν κιόλας χάρη στη μητέρα μου. Σε όλη της τη ζωή, η ελεημοσύνη ήταν πρώτιστο καθήκον … Τώρα πεθαίνει. Με δυσκολία επικοινωνεί. Θα ήθελα να εξομολογηθεί και να κοινωνήσει αλλά δεν ξέρω πώς να της το πω … Καταλαβαίνετε … δεν είχε ποτέ ιδιαίτερη σχέση με την Εκκλησία … Δεν ήταν τελείως αδιάφορη αλλά … καταλαβαίνετε …». Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο καρπός μιας νυχτερινής προσευχής

Ascetic 2

– Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…, η φωνή του Αφυπνιστή* αντήχησε μέσα στην παγωμένη νύχτα του χειμώνα και ταυτόχρονα ένας ρυθμικός χτύπος ακούστηκε στην πόρτα του κελλιού. Ο μοναχός ξύπνησε. Κοίταξε γύρω του. Σκοτάδι απλώθηκε σ’ όλο το κελλί του. Η αμέλεια ρίχνει τα πρώτα βέλη της, για να λαβώσει τον αγωνιστή.

– «Είναι νωρίς ακόμη», του ψιθυρίζει. «Κοιμήσου λίγο να ξεκουραστείς και αργότερα με όρεξη… θα κάνεις τα πνευματικά σου».

Ο μοναχός όμως δε φαίνεται να συμφώνησε με το λογισμό.

– «Αμήν», απαντά αμέσως. Η πρώτη νίκη της νύχτας! Και ταυτόχρονα χαρά μεγάλη στον ουρανό. Οι άγγελοι χειροκρότησαν τον αγωνιστή. Αλλά ο δαίμονας της αμέλειας δεν αποθαρρύνεται.

– «Είναι νύχτα και έχει υγρασία. Πώς θα προσευχηθείς;»

Και είναι αλήθεια πως στον Άθω αυτή την εποχή έχει υγρασία. Το «δι’ ευχών» ακούγεται και πάλι έξω από την πόρτα.

– «Αμήν! Αμήν!», ξαναφώναξε ο Αδελφός. Δεν υπέκυψε στη φωνή του Πονηρού, που προσπαθούσε να τον δελεάσει με την πρόσκαιρη απόλαυση του ύπνου.

– «Ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι», ψέλισσε. Ύστερα επικαλέστηκε τον Κύριο: «Βοήθα με, Θεέ μου, να σηκωθώ». Ο φύλακας άγγελος της ψυχής, που αγρύπνησε όλη τη νύχτα στο κελλί του μοναχού, χαρούμενος τού έδωσε το χέρι, για να τον σηκώσει, κι έτσι ο αδελφός πετάχτηκε ολόρθος επάνω. Φόρεσε το μάλλινο χοντρό σκούφο του και ψηλαφώντας με τα ροζιασμένα χέρια του τους κρύους τοίχους, άναψε με δυσκολία το καντήλι.

Έπειτα σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια αργά-αργά κι ατένισε διστακτικά και με φόβο προς το αμόλυντο πρόσωπο του Κυρίου. Ύστερα γύρισε προς την Κυρία του Όρους. Εκεί πήρε η έκφραση του προσώπου του ένα παρακλητικό ύφος. Τέλος στράφηκε και πάλι προς τον Παντοδύναμο με αποφασιστικότητα.

– «Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…», πρόφερε με τη βραχνή φωνή του και άρχισε την προσευχή του. Αυτό ήταν όλο. Έφυγε ο δαίμων της αμελείας σκυθρωπός και κατησχυμμένος.

Στο εικονοστάσι η εικόνα του Χριστού με το Ευαγγέλιο ανοιχτό. Ο αδελφός δεν μπορεί να διακρίνει τι γράφουν οι σελίδες του, μέσα στο ταπεινό φως του κελλιού του.

– «Θα προχωρήσω κοντά να διακρίνω τι λέει», σκέφτηκε.

«Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καί πεφορτισμένοι κἀγώ ἀναπαύσω ἡμᾶς…».

«Αν βάλω εγώ ένα βήμα να πλησιάσω την εικόνα Του, θα βάλει κι Εκείνος άλλα εννέα, για να σώσει την εικόνα Του, την πανάθλια ψυχή μου. Αρκεί να δει την προσπάθειά μου. Αν διώξω την αμέλεια, θα μου δώσει προσευχή. Αν διώξω τον ύπνο, θα μου δώσει τη θεία Χάρη Του.

«Μας καλεί ο Χριστός να τον πλησιάσουμε. Να αφήσουμε τα γήινα, τις αναπαύσεις, τις απολαύσεις, τις υπερβολικές μέριμνες, το άγχος, τα πάθη μας, τις μικρότητές μας, τις ατέλειές μας, την οκνηρία μας, τον πόνο, τις θλίψεις μας και να κάνουμε ένα βήμα προς Αυτόν. Αυτό το λίγο, το ένα βήμα που θα κάνουμε, θα το πολλαπλασιάσει. Θα μας ανακουφίσει από ό,τι μας βαραίνει. Θα μας γεμίσει απ’ ό,τι έχουμε ανάγκη. Θα μας λυτρώσει από όποια θλίψη πιέζει την ψυχή και το σώμα μας».

Αυτά μονολόγησε κι έπειτα έμεινε για λίγο σιωπηλός.

Σε λίγο κοίταξε το εικόνισμα. Σαν να συνήλθε από τους λογισμούς του και άρχισε να γυρίζει το κομποσχοίνι. Το κομποσχοίνι μοιάζει με ιμάντα, ο οποίος κινεί τη μηχανή της ψυχής. Συνδέει το σώμα με την ψυχή. Σε λίγο, ενώ τραβούσε ρυθμικά το κομποσχοίνι, άρχισε να σκέφτεται τα ουράνια, να ανεβαίνει σε θεωρίες υψηλές, να σκέφτεται για τον Θεό, για τους Αγγέλους, για τη Δημιουργία του Σύμπαντος, για την Ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, για την Παγκόσμια Ανάσταση όλων στους εσχάτους χρόνους, για τη Δευτέρα Παρουσία, για την Κόλαση και τον Παράδεισο. Θυμήθηκε θαυμαστά γεγονότα που του συνέβησαν παλαιότερα, όπου η Χάρη του Θεού ήταν εμφανής. Έφερε στο νου του αγίους και εναρέτους άνδρες με τους οποίους συναναστράφηκε στο παρελθόν και συλλογίστηκε τον τρόπο με τον οποίο ζούσαν την εν Χριστώ ζωή ο καθένας. Όλα όμως αυτά ήταν εισαγωγικά για την προσευχή του.

– «Θα προσπαθήσω», λέει «να τα αφήσω όλα αυτά και να διώξω κάθε λογισμό». Του ήρθε στο νου η φράση του γέροντος απ’ το Γεροντικό «νουν τηρούμεν».

Συγκεντρώνει το νου του στα λόγια της ευχής του Ιησού «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…». Λέει την ευχή αργά, ρυθμικά και με νόημα. Ακόμη όμως δεν αισθάνεται τίποτε το διαφορετικό στην ψυχή του. Τίποτε το θεϊκό. Αν και δεν το ψάχνει με άγχος. Απλά και ήρεμα και ό,τι δώσει ο Θεός. Το μόνο που θέλει είναι να ενώσει το νου του με τον Θεό.

Κάποια στιγμή φαίνεται να επιμένει περισσότερο στην ευχή· αλλά καμιά αλλοίωση στην ψυχική του διάθεση. Κάτι δεν κάνει σωστά, κάτι ξέχασε. Πέρασαν ακόμη λίγα λεπτά, αλλά τίποτε. Τότε θυμήθηκε το γραφικό: «Ὁ Θεός ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι Χάριν». Του ήρθε μάλιστα εκείνη τη στιγμή, σαν αστραπή στο νου, το πάθημα του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου, που δεν ταπεινωνόταν στην προσευχή του. «Λοιπόν, πρέπει να βάλω τον εαυτό μου κάτω από όλους τους ανθρώπους, σκέφτηκε, αφού τέτοιος είμαι· ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος».

Τι το επέκεινα; Δεν παραβλέπει ο Θεός την προσπάθειά του, κι ενώ εκείνος τραβούσε ρυθμικά το κομποσχοίνι, άκουσε Εκείνος τη δέησή του και θέλησε να τον παρηγορήσει. Αφού ταπεινώθηκε τόσο και αγωνίστηκε τόσο, κάμφθηκε η ευσπλαχνία Του. Και τι συνέβη; Άρχισε να γεμίζει η ψυχή του από τη Χάρη του Θεού. Να αγαλλιάζει. Να ηρεμεί. Να λεπτύνεται ο νους του. Αισθάνθηκε στο νου του διαύγεια.

Του έφυγε η νύστα και η οκνηρία. Του ήρθε όρεξη για περισσότερη προσευχή. Μια χαρά ανεκλάλητος πότισε όλες τις φλέβες του. Του ήρθε μια αγάπη για τον Θεό, μια ανεξήγητη και απρόσμενη συμπάθεια προς τον πλησίον, προς όλους τους ανθρώπους. Πέφτει κάτω στο έδαφος, γονατίζει και χύνει δάκρυα· δάκρυα ασταμάτητα. «Ήμαρτον Θεέ μου», κραυγάζει με λυγμούς, «και ουκ ειμί άξιος ατενίσαι εις το ύψος του ουρανού». Δεν μπορεί να πει άλλα λόγια. Το μόνο που κάνει είναι το ότι προφέρει ακαταπαύστως τη μονολόγιστη ευχή του Ιησού. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με, Ιησού μου γλυκύτατε»…

Έχει προχωρήσει η νύχτα. Ξάφνου ακούγεται η καμπάνα που προειδοποιεί πως σε λίγο θα αρχίσει η ακολουθία. Δεν κατάλαβε πότε πέρασαν τόσες ώρες. Εγείρεται, και αρχίζει να ετοιμάζεται για τη νυχτερινή ακολουθία. Σε λίγο ακούγεται ο ρυθμικός χτύπος του ταλάντου.

– «Εξεγερθέντες του ύπνου προσπίπτομέν σοι, Αγαθέ…», κάποιος από τους αδελφούς στην Εκκλησία άρχισε να αναγινώσκει το Μεσονυκτικό. Οι Πατέρες ένας-ένας κατεβαίνουν στο καθολικό*. Ανάμεσά τους κι ο αγωνιστής αδελφός. Χαιρετούν τα εικονίσματα. Καταλαμβάνουν τα στασίδια σαν μέλισσες που μπαίνουν στις φωλιές τους. Εκεί θα συνεχίσουν την υπόλοιπη νύχτα πάλι με προσευχή. Το πνευματικό νέκταρ, που απήλαυσαν προ ολίγου στο κελλί τους, αυξάνεται. Αλλάζει χρώμα, γίνεται μέλι, γλυκαίνει το νου και τρέφει την ψυχή. Η ευχή του Ιησού τρέχει συνέχεια στο στόμα τους.

Ο αδελφός όρθιος ατενίζει την εικόνα του Παντοκράτορος στο τέμπλο. Έτσι προσηλωμένος στις θείες θεωρίες, ούτε κατάλαβε πότε έφθασε η ακολουθία στην Απόλυση.

– «Δι’ ευχών των αγίων Πατέρων ημών…». Ο εφημέριος με το βλέμμα προσηλωμένο κάπου βαθιά στο δάπεδο, στα τρία μέτρα, κάνει την απόλυση κι επισφραγίζει τη νυχτερινή ακολουθία. Ο αδελφός εξέρχεται μεταρσιωμένος, κρατώντας μια πνευματική ανθοδέσμη με άνθη ευωδιαστά. Είναι οι καρποί της χθεσινής νύχτας. «Δόξα σοι ο Θεός…», προφέρει το στόμα του και χάνεται μέσα σ’ ένα υπέροχο αγιορείτικο λυκαυγές, που άρχισε να απλώνει στον ορίζοντα τα θαυμάσια χρώματά του…

ελάχιστος μοναχός Α.Κ.
Άγιον Όρος
Από το περιοδικό “Η Δράση μας”, τεύχος 487