Είπε Γέρων (των ημερών μας)

Αποτέλεσμα εικόνας για εκκλησια εργαστηριο αγιοτητας

Δεν είναι η Εκκλησία καί η Ορθοδοξία αυτό πού νομίζουν πολλοί ότι είναι , Θρησκεία,θρησκοληψία, τυπολατρεία κλπ, αλλὰ είναι το βίωμα καί η μετοχή στην προσωπική αλήθεια τοῦ Θεανθρώπου Χριστού ή, αλλιώς, αποκάλυψη Θεού. Δεν είναι το Πάσχα το αρνί καί η καλοπέραση αλλά ο ίδιος ο Χριστός ο Θεάνθρωπος ο εσταυρωμένος καί αναστημένος Κύριος. Ας σκεφτούμε τι σημαίνει το Πάσχα για την ζωή του καθενός μας, η οποία μέρα με την μέρα τελειώνει, καθώς η φθορά την τρώει καθημερινά. Το Πάσχα είναι το πέρασμα, η οδός γιά να γίνει ο άνθρωπος κατά χάριν Θεός, διότι γι’ αυτό πλάστηκε και όχι απλά γιά να ζήσει μια βιολογική ζωή που θα καταλήξει στο χώμα. Αλλά ως ψυχή καί σώμα να υπάρξει αιώνια μέσα από την σχέση με τον ίδιο τον Θεό προσωπικά. Σχέση προσωπική, ολοκληρωτική . Η ορθόδοξη πίστη είναι σχέση μέσα από τα μυστήρια και όχι μια φαντασίωση, φιλοσοφία η σκέψη…

 

Μνήμη Οσίου Ιωάσαφ του Μετεωρίτου

20 Απριλίου

Μνήμη Οσίου Ιωάσαφ του Μετεωρίτου

Δεύτερος κτήτορας της μονής του Μεγάλου Μετεώρου και διάδοχος του Οσίου Αθανασίου υπήρξε ο «Ιωάννης Ούρεσης Παλαιολόγος, ο δια του θείου και αγγελικού σχήματος επικληθείς Ιωάσαφ μοναχός». Δυστυχώς δεν ευρέθηκε βιογραφία του Αγίου Ιωάσαφ του Μετεωρίτου και όλες οι πληροφορίες που έχουμε γι αυτόν τις αντλούμε από την βιογραφία του Οσίου Αθανασίου και από διάφορα επίσημα έγγραφα.

Ο Ιωάννης- Ιωάσαφ ο Μετεωρίτης ήταν υιός του Ελληνο-σέρβου βασιλέως Ηπείρου και Μεγάλης Βλαχίας, δηλαδή Θεσσαλίας, με έδρα τα Τρίκαλα, Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου (1359-1370). Η μητέρα του, Θωμαΐς, ήταν θυγατέρα του Δεσπότου της Ηπείρου Ιωάννου Β΄ Ορσίνη (1323- 1335) και αδελφή του μετέπειτα δεσπότου της Ηπείρου Νικηφόρου Β΄ Ορσίνη.

Ο Ιωάννης γεννήθηκε κατά το 1349-1350. Από την μητέρα του συγγένευε με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, εκ των οποίων διατήρησε και το επώνυμο. Η γιαγιά του, η Μαρία Παλαιολογίνα, δισέγγονη του βυζαντινού αυτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259- 1282) από τον πατέρα της Ιωάννη Παλαιολόγο, και εγγονή από την μητέρα της Ειρήνη, του υψηλού αξιωματούχου Θεόδωρου Μετοχίτη, κτίτορος της περιώνυμης μονής της Χώρας της Κωνσταντινουπόλεως, είχε νυμφευθεί τον παππού του Ιωάννου- Ιωάσαφ, το Σέρβο βασιλέα Στέφανο Γ΄ Ούρεση (1321- 1331). Συνέχεια ανάγνωσης

 

Άγιος Αθανάσιος Μετεωρίτης


Άγιος Αθανάσιος Μετεωρίτης

Ὁ Ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Με­τε­ω­ρί­της συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στίς ἐ­πι­βλη­τι­κές μορ­φές τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου μο­να­χι­σμοῦ καί ἀ­σκη­τι­σμοῦ. Ὑ­πῆρ­ξε μέ­γας ἀ­να­χω­ρη­τής καί ἡ­συ­χα­στής, Κτί­το­ρας καί Κα­θη­γη­τής τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ὁ εἰ­ση­γη­τής καί θε­με­λι­ω­τής τοῦ κοι­νο­βια­κοῦ ἁ­γι­ο­με­τε­ω­ρί­τι­κου μο­να­χι­σμοῦ.

Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Βί­ου του, κα­τά τά τέ­λη τοῦ 14ου καί τίς ἀρ­χές τοῦ 15ου αἰ­ώ­να, εἶ­ναι ὁ πε­ρί­που σύγ­χρο­νός του με­τε­ω­ρί­της μο­να­χός Νεῖ­λος Σταυ­ρᾶς (κώδ. 3 τῆς Ἐ­θνι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Ἑλ­λά­δος, αὐ­τό­γρα­φος τοῦ Νεί­λου, προ­ερ­χό­με­νος ἀ­πό τήν Μο­νή τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, καί κώδ. 404 τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ἀν­τί­γρα­φο τοῦ ἔ­τους 1570).

Ὁ ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Με­τε­ω­ρί­της γεν­νή­θη­κε πε­ρί τό ἔ­τος 1302 στή με­σαι­ω­νι­κή πό­λη τῶν Νέ­ων Πα­τρῶν, τή ση­με­ρι­νή Ὑ­πά­τη, καί τό κο­σμι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ἀν­δρό­νι­κος. Οἱ γο­νεῖς του ἀ­νῆ­καν σέ ὑ­ψη­λή κοι­νω­νι­κή τά­ξη: «γο­νέ­ων ἐ­πι­φα­νῶν υἱ­ός καί τῆς πα­τρί­δος αὐ­τοῦ τῶν πολ­λῶν ὑ­πε­ρε­χόν­των». Στή βρε­φι­κή του ἡ­λι­κί­α ὁ μι­κρός Ἀν­δρό­νι­κος, με­τέ­πει­τα μο­να­χός Ἀ­θα­νά­σιος, ἔ­χα­σε καί τούς δύ­ο γο­νεῖς του καί ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός. Τήν ἐ­πι­μέ­λειά του ἀ­νέ­λα­βε τό­τε κά­ποι­ος θεῖ­ος του.

Ὅ­ταν τό ἔ­τος 1319 ἡ Νέ­α Πά­τρα (Ὑ­πά­τη) κα­τα­λή­φθη­κε ἀ­πό τούς Κα­τα­λα­νούς ὑ­πό τόν Φράγ­κο εὐ­πα­τρί­δη δόν Ἀλ­φόν­σο Φα­δρί­γο τόν Ἀ­ρα­γω­νι­κό, ὁ νε­α­ρός Ἀν­δρό­νι­κος – Ἀ­θα­νά­σιος, ἡ­λι­κί­ας 16-17 ἐ­τῶν αἰχ­μα­λω­τί­στη­κε καί, με­τά τή δι­α­φυ­γή καί ἀ­πό­δρα­σή του κα­τέ­φυ­γε, μα­ζί μέ τόν θεῖ­ο του, στή Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που τόν ἴ­διο ἤ τόν ἑ­πό­με­νο χρό­νο, ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ θεῖ­ος του στή Μο­νή τοῦ Ἀ­κα­πνί­ου.

Στή Θεσ­σα­λο­νί­κη ἡ με­γά­λη φι­λο­μά­θειά του, «ὁ ἔ­ρως τῆς θύ­ρα­θεν μα­θή­σε­ως», τόν ὁ­δη­γεῖ σέ δι­δα­σκά­λους γιά τήν μόρ­φω­σή του καί τήν ἀ­πό­κτη­ση παι­δεί­ας. Ἡ τά­ση του πρός τόν ἀ­σκη­τι­σμό καί ἡ ἀ­γά­πη του πρός τόν Θε­ό τόν ὁ­δη­γοῦν γιά πρώ­τη φο­ρά στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὅ­που ὅ­μως, ὡς ἀ­νή­λι­κος ἀ­κό­μη, δέν γί­νε­ται δε­κτός ἀ­πό τούς πα­τέ­ρες γιά νά πα­ρα­μεί­νει ἐ­κεῖ.

Φύ­ση ἀ­νή­συ­χη, δυ­να­μι­κή καί φι­λο­πε­ρί­ερ­γη ὁ Ἀν­δρό­νι­κος, ρί­χνε­ται σέ νέ­ες πε­ρι­πλα­νή­σεις καί ἀ­να­ζη­τή­σεις. Με­τα­βαί­νει στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ὅ­που ἀ­σπά­ζε­ται τούς ἱ­ε­ρούς να­ούς καί τά τί­μια λεί­ψα­να τῶν ἁ­γί­ων, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να γνω­ρί­ζε­ται καί συ­να­να­στρέ­φε­ται μέ κο­ρυ­φαί­ους θε­ο­λό­γους καί σπου­δαί­ους λό­γιους ἐκ­κλη­σι­α­στι­κούς ἄν­δρες, ὅ­πως τόν Γρη­γό­ριο Σι­να­ΐ­τη, τόν ἐ­πι­φα­νῆ πα­τέ­ρα τῆς μυ­στι­κῆς καί νη­πτι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, τόν με­τέ­πει­τα Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη Ἰ­σί­δω­ρο, τόν Δα­νι­ήλ τόν ἡ­συ­χα­στή καί ἄλ­λες ἐ­ξέ­χου­σες μορ­φές τῆς μο­να­στι­κῆς κοι­νό­τη­τας. Ἀ­π’ αὐ­τούς μυ­εῖ­ται στά μυ­στι­κά τῆς ἡ­συ­χα­στι­κῆς ζω­ῆς καί «ὡς μέ­λιτ­τα συλ­λέ­γει τά καί­ρια».

Γιά βι­ο­πο­ρι­στι­κούς ἴ­σως λό­γους με­τα­βαί­νει γιά λί­γο στή βε­νε­το­κρα­τού­με­νη Κρή­τη καί πε­ρί τό ἔ­τος 1332, σέ ἡ­λι­κί­α τριά­ντα χρό­νων, ἐ­πι­στρέ­φει πά­λι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τήν κο­σμι­κή ζω­ή καί νά ἀ­σπα­σθεῖ τόν «μο­νό­τρο­πον καί μο­νή­ρη» βί­ο.

Στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος κεί­ρε­ται μο­να­χός ἀ­πό τόν γέ­ρον­τά του Γρη­γό­ριο καί με­το­νο­μά­ζε­ται Ἀν­τώ­νιος, ἐ­νῶ δέν ἀρ­γεῖ νά γί­νει με­γα­λό­σχη­μος, ὁ­πό­τε παίρ­νει τό νέ­ο καί ὁ­ρι­στι­κό πιά μο­να­χι­κό του ὄ­νο­μα Ἀ­θα­νά­σιος, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­μελ­λε νά γί­νει γνω­στός καί νά λά­βει προ­έ­χου­σα θέ­ση με­τα­ξύ τῶν ὁ­σί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῶν με­γά­λων μορ­φῶν τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου ἀ­σκη­τι­σμοῦ.

Κα­τά τό δι­ά­στη­μα τῆς ἐ­κεῖ πα­ρα­μο­νῆς του ὁ ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ἀ­σκή­θη­κε στήν προ­σευ­χή, στήν ὑ­πα­κο­ή καί ὑ­πο­τα­γή, στίς κα­κου­χί­ες καί γε­νι­κό­τε­ρα στήν κα­τά Θε­όν ἀ­ρε­τή. Οἱ ἀν­τί­ξο­ες ὅ­μως πε­ρι­στά­σεις τῶν και­ρῶν, κυ­ρί­ως οἱ ἐ­πι­δρο­μές καί δη­ώ­σεις τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν Τούρ­κων τόν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζουν, μα­ζί μέ τόν Γέ­ρον­τά του Γρη­γό­ριο καί τόν μο­να­χό Γα­βρι­ήλ νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.

Κα­θ’ ὑ­πό­δει­ξη τοῦ ἐ­πι­σκό­που Σερ­βί­ων Ἰ­α­κώ­βου, ἐγ­κα­θί­σταν­ται στόν Στύ­λο τῶν Στα­γῶν, πι­θα­νό­τα­τα τόν ση­με­ρι­νό βρά­χο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων. Ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Γρη­γό­ριος πα­ρέ­μει­νε ἐ­κεῖ ὡς στυ­λί­της ἐ­πί μί­α δε­κα­ε­τί­α, ἐ­νῶ τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια του πέ­ρα­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

Ὁ αὐ­στη­ρός ἀ­να­χω­ρη­τής καί φι­λέ­ρη­μος Ἀ­θα­νά­σιος, ἀ­πο­ζη­τών­τας πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­μό­νω­ση καί γα­λή­νη (ἡ­συ­χί­α), δι­ά­λε­ξε ἄλ­λον βρά­χο, «τό­πον ἀ­να­χω­ρη­τι­κόν, πέ­τραν εἰς αἰ­θέ­ριον ὕ­ψος ἠρ­μέ­νην», ὅ­που κα­τέ­φυ­γε, πε­ρί τό ἔ­τος 1340, καί πα­ρέ­μει­νε ὁ­ρι­στι­κά πιά. Πρό­κει­ται γιά τόν λε­γό­με­νο Πλα­τύ λί­θο ἤ Πλα­τύ­λι­θο, πού ὁ ἴ­διος ἀ­πε­κά­λε­σε «Με­τέ­ω­ρο», ὀ­νο­μα­σί­α ἡ ὁ­ποί­α ἔ­μελ­λε νά κα­θι­ε­ρω­θεῖ ἔ­κτο­τε, νά δι­α­τη­ρη­θεῖ διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων καί νά γε­νι­κευ­θεῖ ἀρ­γό­τε­ρα στό σύ­νο­λο τῶν γύ­ρω μο­να­στη­ρι­ῶν καί βρά­χων.

Ἐ­κεῖ ὁ ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ἔ­κτι­σε τό ἀ­σκη­τι­κό του κα­τα­φύ­γιο καί ὀρ­γά­νω­σε τήν πρώ­τη συ­στη­μα­τι­κή μο­να­στι­κή κοι­νό­τη­τα τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων. Στήν ἀρ­χή οἰ­κο­δό­μη­σε στόν βρά­χο να­ό τῆς Θε­ο­μή­το­ρος, τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Με­τε­ω­ρί­τισ­σας Πέ­τρας, στήν ὁ­ποί­α ἀ­φι­έ­ρω­σε καί τή μο­νή. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τά τό ἔ­τος 1359, μέ τή συν­δρο­μή τοῦ Τρι­βαλ­λοῦ (δηλ. Σέρ­βου) το­πι­κοῦ ἄρ­χον­τα, πι­θα­νό­τα­τα τοῦ Συ­με­ών Οὔ­ρε­ση Πα­λαι­ο­λό­γου, ἀ­νή­γει­ρε ἄλ­λον να­ό πρός τι­μήν τοῦ Με­ταμορ­φω­θέν­τος Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ, πού ἀ­πε­τέ­λε­σε τό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς, στήν ὁ­ποί­α ἔ­δω­σε καί τή μέ­χρι σή­με­ρα ἐ­πω­νυ­μί­α της (τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως).

Ταπεινός στό ἔπακρο ὅπως ἦταν, παρέμεινε σ’ ὅλη τή ζωή του ἁπλός μοναχός: «Ταπεινοφροσύνης δέ ὑπόδειγμα ὅτι, ἄξιος ὤν θρόνου μεγάλου ἀρχιερωσύνης λαβέσθαι, οὐδόλως βαθμοῦ ἱερωσύνης ἥψατο». Λόγῳ τῆς ταπεινώσεώς του, ὅταν καθόταν στήν Τράπεζα ἔβαζε πάντοτε κάποιον ἄλλο ἀδελφό νά εὐλογήσει.

Ἡ ζωή του ὑπῆρξε «ἀειφυγία», ἡ δέ μοναστική του ξενιτεία ἦταν τόσο τέλεια, ὥστε οὐδέποτε ἀνέφερε σέ κανένα τό ὄνομά του παρότι καταγόταν ἀπό εὐγενεῖς γονεῖς.

Ἡ ἀδιάλειπτη εὐχή καί ἡ αὐτομεμψία εἶχαν ἐμφυτεύσει διαρκές πένθος στήν καρδιά του καί ἡ καθημερινή μνήμη θανάτου -ἡ ἀληθινή φιλοσοφία- συμπλήρωνε τόν κανόνα τῶν εὐχῶν καί τῆς ἐργασίας.

Ὅλη του ἡ ζωή κύλισε μέ βραχύτατη μονοφαγία καί ἡ φιλοκτημοσύνη καί ἡ προσκόλληση στήν ὕλη οὐδόλως τόν ἤγγιζε.

Ἡ στάση του στήν Ἐκκλησία ἦταν ἀπόδειξη διηνεκοῦς βίας. Ἀνύστακτος, ἀκίνητος, «ὥσπερ ἀνδριάς καί στύλος», προσευχόταν μέ ἔνταση στίς ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες.

Ἀσκητής, ἡσυχαστής –κατά τόν βιογράφο του, μόνο δύο σύγχρονοί του Ἁγιορεῖτες Πατέρες μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν ἰσοστάσιοί του στήν ἐργασία τῆς νοερᾶς προσευχῆς-, ἄγρυπνος Ποιμένας ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, ἔλαβε ἀπό τό Θεό μεγάλα χαρίσματα. Χάρισμα νά προλέγει τά μέλλοντα καί χάρισμα νά θαυματουργεῖ.

Μέ τήν συγκέντρωση, σύν τῷ χρόνῳ, πολλῶν ἀδελφῶν στή μονή (ὁρισμένοι ἦλθαν καί ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος), ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὀργάνωσε τό μοναστήρι σέ συστηματικό κοινόβιο: «ἐβουλήθη οὖν τούς ὑπ’ αὐτοῦ ἐν κοινοβιακῷ τύπῳ καί κανόνι συνάψαι». Ὁ ἴδιος διατύπωσε καί ἰδιοχείρως ἔγραψε τόν «κανονικόν τύπον», δηλαδή τίς τυπικές διατάξεις τοῦ κοινοβίου.

Λίγο πρίν τήν κοίμησή του, ὅρισε διάδοχό του τόν μοναχό Ἰωάσαφ, πρώην βασιλέα, Ἰωάννη Οὔρεση Παλαιολόγο. Μετά ἀπό σύντομη ἀσθένεια τῆς χολῆς καί τοῦ ἥπατος, ὁ Ἀθανάσιος κοιμήθηκε ἤρεμα καί εἰρηνικά, σέ ἡλικία 78 ἐτῶν, περί τό 1380. Ἡ Ἐκκλησία τόν κατέταξε μεταξύ τῶν ὁσίων της καί ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἀπό κοινοῦ μέ τή μνήμη τοῦ δεύτερου κτίτορα τῆς μονῆς ὁσίου Ἰωάσαφ, στίς 20 Ἀπριλίου.

http://meteoronlithopolis.gr/gr/8-meteora-saints/7

 

 

Τα Μοναστήρια ως αναγκαιότητα διαφύλαξης τής εκκλησιαστικής ζωής

π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Στην αρχαία Εκκλησία, όπως διασώζεται στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, οι Χριστιανοί είχαν ενεργώς το Άγιον Πνεύμα, ήταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, είχαν το χάρισμα της νοεράς προσευχής και είχαν διάφορα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αυτό μαρτυρούν, μεταξύ των άλλων, οι δύο προς Κορινθίους Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Από αυτούς τους χαρισματούχους πιστούς-λαικούς εξελέγονταν οι Κληρικοί.

Με την πάροδο, όμως, του χρόνου εκκοσμικεύονταν οι κατά τόπους Εκκλησίες και ενορίες, χανόταν αυτή η παράδοση η οποία μετατοπίσθηκε στις ερήμους κατ’ αρχάς και στην συνέχεια στις Σκήτες και τις Ιερές Μονές. Έτσι, στον μοναχισμό επιτυγχανόταν ό,τι και στις ενορίες, κατά την αρχαία Εκκλησία.

«Με την πάροδο του χρόνου φθάνουμε σε ένα σημείο, που αντί να έχουν ψήφο για τον Επίσκοπο οι γιατροί, αποκτούν ψήφο και οι νοσοκόμοι και σιγά-σιγά και οι μάγειροι και οι καθαρίστριες κ.ο.κ. Μέσα στο νοσοκομείο, δηλαδή, με τρόπο δημοκρατικό. Εκτοπίζουν τους Προφήτες, ας πούμε, από την ιεραρχία και αυτοί μαζεύονται πλέον στις ερήμους και γίνονται καλόγεροι σε Μοναστήρια και δημιουργείται μια αντιπαράθεση μεταξύ των Μοναστηρίων και των ενοριών. Γι’ αυτό, ένα από τα πρώτα ονόματα του Μοναστηριού είναι νοσοκομείο. Επικρατούσε το ίδιο το Μοναστήρι να λέγεται νοσοκομείο, αντί Εκκλησία.

Και τι ζούσαν μέσα σε αυτό το νοσοκομείο; την Αποστολική ζωή έλεγαν. Αυτή ήταν η Αποστολική ζωή που σώζεται στο Μοναστήρι και όχι τόσο πολύ στις ενορίες. Και βλέπουμε παραδείγματα που πάνε από τον κόσμο προσκυνητές στην έρημο και βρίσκουν τους ερημίτες, δηλαδή, και ο ερημίτης να ερωτάει εάν ακόμα υπάρχει Εκκλησία στον κόσμο. Δεν εννοεί εάν υπάρχουν Επίσκοποι, παπάδες και ενορίτες στον κόσμο, εννοεί εάν υπάρχει η γλωσσολαλία ακόμα στον κόσμο, εάν υπάρχει η νοερά ευχή στον κόσμο, διότι αυτά είναι τα μέλη της Εκκλησίας. Και φθάνουν στο σημείο που εκείνος ο ιδιώτης, ο οποίος λέει το «αμήν», δηλαδή, αυτός είναι ο λαϊκός κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας».

«Γι’ αυτό ο μοναχισμός δεν είναι καινούριο φαινόμενο στην Εκκλησία. Ο μοναχισμός υπήρχε σε κάθε ενορία, διότι κάθε Χριστιανός ήταν ένας καλόγερος στην αρχαία Εκκλησία».

Στην πραγματικότητα με την εμφάνιση του μοναχισμού και την συγκρότηση των Μοναστηριών συνεχίζει η Εκκλησία τον σκοπό της. Που είναι ο αγιασμός των ανθρώπων. Αυτό, βέβαια, συνεχίζεται και στις ενορίες, από αυτούς που ακολουθούν την Ορθόδοξη διδασκαλία. Οι Επίσκοποι γνώριζαν τα δόγματα και έδιναν κατά την χειροτονία τους την ομολογία ότι θα τα διαφυλάξουν ανόθευτα. Οι Χριστιανοί κατηχούντο από τους Επισκόπους, βάσει των δογμάτων, και μερικοί που είχαν ζήλο πήγαιναν στα Μοναστήρια προκειμένου «να μεταβάλλουν αυτά τα δόγματα σε ζωή», Έτσι, τα Μοναστήρια έγιναν οι χώροι όπου οι άνθρωποι γίνονταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, πραγματώνοντας τον σκοπό του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.

«Εάν κανένας δει τον μοναχισμό από αυτής της απόψεως, βλέπει σαφώς ότι το Μοναστήρι του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια της ενοριακής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας.

Στην αρχαία Εκκλησία κάθε ενορία είχε επικεφαλής τέτοιους Πνευματικούς Πατέρες που είχαν αυτήν την ασκητική και ήσαν ικανοί να οδηγήσουν τους πιστούς στον φωτισμό του νοός κλπ. Και όταν ξέπεσε και χαλάρωσε η ενορία από αυτής της απόψεως, δηλαδή δεν ευρίσκοντο πλέον πολλοί Πνευματικοί Πατέρες να καθοδηγήσουν τον λαό, μετά φούντωσαν τα Μοναστήρια. Ώστε μετά έχουμε μία κατάσταση που η ενορία και η ίδια η επισκοπή, μπορεί να είναι ένα προκαταρκτικό στάδιο και μετά η τελείωση της μεταμορφώσεως του δόγματος σε βίωμα ανατέθηκε στους Πατέρες που συγκεντρώνονταν γύρω από τα ασκητήρια, Μοναστήρια κ.ο.κ.».

Όποιος εισερχόταν στο Μοναστήρι, εκλαμβανόταν ως κατηχούμενος, που έπρεπε να φθάσει στον φωτισμό, δηλαδή να ενεργοποιήσει την Χάρη που είχε λάβει με το Βάπτισμα και το Χρίσμα. Έτσι, η θεραπεία, που είναι η μέθοδος της Ορθοδόξου ζωής, βιώθηκε μέσα στα Μοναστήρια, τα οποία αποτέλεσαν κέντρα πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου.

«Όταν αναπτύχθηκε ο μοναχισμός, η πραγματική θεραπεία έφυγε στα Μοναστήρια και μείνανε οι ενορίες. Εκεί γινόταν διάγνωση και θεραπεία. Και επεκράτησε ο Επίσκοπος τουλάχιστον, δηλαδή οι Μητροπολίτες, οι Αρχιεπίσκοποι, οι Πατριάρχες, τουλάχιστον αυτοί, να προέρχονται από τα Μοναστήρια, οπότε έχουμε αγάμους Μητροπολίτες κ.ο.κ. Και φαίνεται ότι επεκράτησε η παράδοση αυτή μεταξύ των αγάμων, κυρίως.

Και γι’ αυτό χρειάζεται να διαβάσετε προσεκτικά τον Μέγα Βασίλειο: γιατί φεύγει κανείς στην έρημο κλπ; Διότι η αγαμία και η φυγή είναι διευκόλυνση στην απόκτηση της αενάου μνήμης Θεού κλπ. Είναι διευκόλυνση, διότι όταν κανείς είναι πολυάσχολος και ασχολείται με πολλά θέματα, δεν μπορεί εύκολα να αφοσιωθεί. Διότι είναι μεγάλο αυτό, το να μεταφερθεί η μνήμη Θεού από εδώ (λογική) να πάει κάτω (καρδιά) και μετά να είναι αδιάλειπτη η μνήμη αυτή. Θέλει πολλή άσκηση αυτό το πράγμα, δεν γίνεται εύκολα δηλαδή. Και δεν μπορεί να αποσπάται η προσοχή του ανθρώπου για να φθάσει μέχρι εκεί.

Όταν, όμως, φθάσει αυτός ο ίδιος που έχει αποκτήσει την ευχή αυτή, την μονολόγιστη ευχή, τότε μπορεί να γίνει Δεσπότης και να ασχοληθεί με την διοίκηση, γιατί έχει την ευχή και ό,τι και να κάνει και όπου να πάει, έχει την ευχή. Οπότε, φεύγει για να αποκτήσει και μετά επανέρχεται. Καταλάβατε; Δεν είναι έτσι. Και επανέρχεται και έχει την ευχή και συνεχίζει να είναι ασκητής».

Πηγή: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.