ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ – ‘’ΕΞ ΑΣΕΒΕΙΑΣ, ΕΙΣ ΕΥΣΕΒΕΙΑΝ ΠΡΟΒΑΝΤΕΣ, ΚΑΙ ΤΩ ΦΩΤΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΕΛΛΑΜΦΘΕΝΤΕΣ…»*

%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%b5%ce%af%ce%bf-%ce%bb%ce%ae%cf%88%ce%b7%cf%82

Του   Β. Χαραλάμπους, θεολόγου

__________________

Με της ομολογίας το κάλλος, «των αγώνων τον καιρόν απαρξώμεθα» (Κανών β΄ Ωδή α΄ Τριωδίου).  Η Εκκλησία μας όρισε με Ορθόδοξη σοφία, να εορτάζομε την πρώτη Κυριακή των Νηστειών της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, την αναστήλωση των αγίων και σεπτών Εικόνων.  Την  Κυριακής  της Ορθοδοξίας «ανάμνησιν ποιούμεθα της αναστηλώσεως των αγίων και σεπτών Εικόνων, γενομένης παρά των αειμνήστων Αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως, Μιχαήλ και της μητρός αυτού Θεοδώρας, επί της Πατριαρχείας του Αγίου και Ομολογητού Μεθοδίου» , όπως το Συναξάριον του Μηναίου αναφέρει.

 

«Οι εξ ευσεβείας, εις ευσέβειαν προβάντες, και τω φωτί της γνώσεως ελλαμφθέντες,  ψαλμικώς τας χείρας κροτήσωμεν, ευχαριστήριον αίνον Θεώ προσάγοντες, και τας εν τοίχοις και πίναξι, και ιεροίς σκεύσιν εγχαραχθείσας ιεράς του Χριστού Εικόνας, της Πανάγνου, και πάντων των Αγίων, τιμητικώς προσκυνήσωμεν, αποβαλλόμενοι την δυσσεβή των κακοδόξων θρησκείαν∙ η γαρ τιμή της Εικόνος, ως φησι Βασίλειος, επί το πρωτότυπον διαβαίνει, αιτούμενοι ταις πρεσβείαις της αχράντου σου Μητρός, Χριστέ ο Θεός ημών, και πάντων των Αγίων, δωρηθήναι ημίν το μέγα έλεος», ψάλλομε στην Ακολουθία της εορτής Κυριακής  της Ορθοδοξίας.

 

H ομολογία της Πίστεως είναι προϋπόθεση στον πνευματικό αγώνα.  Και η σημασία της εορτής Κυριακής  της Ορθοδοξίας, είναι πολύ μεγάλη για την Εκκλησία μας και δικαίως οι Ορθόδοξοι την «χαρμονικήν ταύτην ημέραν», «ευσεβοφρόνως καυχώνται εν Χριστώ», για «την  αναστηλώσιν των αγίων και σεπτών Εικόνων».  Η σημασία  των Αγίων εικόνων στη ζωή της Εκκλησίας είναι πολύ μεγάλη, για τούτο ψάλλομε «Υπέρτιμον κόσμησιν, η του Χριστού Εκκλησία, των σεπτών απείληφε, και αγίων Εικόνων, του Σωτήρος Χριστού, και της Θεομήτωρος και Αγίων πάντων, φαιδροτάτην αναστήλωσιν» και «Ευσεβοφρόνως Εικόνας σεπτάς, προσκυνούντες οι Ορθόδοξοι».  Είναι μεγάλη η συμβολή των Αγίων εικόνων, στη ζωή Λειτουργική ζωή της Εκκλησίας και την εν γένει Εκκλησιαστική ζωή.

 

Το Πηδάλιον της Εκκλησίας μας σε αυτό που η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος λέγει, γράφει  :  «…εκείνο όπου η Γραφή και το Ευαγγέλιον φανερώνει δια των ρημάτων, τούτο ο ζωγράφος παριστάνει δια των εικόνων». Στη Ωδή θ΄ την Κυριακή της Ορθοδοξίας ψάλλομε «Ιερογραφίαις Εικόνων, κεκοσμημένην καθορώντες, πάλιν την σεπτήν Εκκλησίαν, μετ’ ευλαβείας πάντες προσδράμωμεν και τω Χριστώ βοήσωμεν· Σε μεγαλύνωμεν Τρισάγιε». «Α γαρ ο λόγος της ιστορίας δι’ ακοής παρίστησι, ταύτα γραφική σιωπώσα δια μιμήσεως δείκνυσι»,  λέγει Ο Άγιος Βασίλειος. «Προς το πρωτότυπον φέρει, φησί Βασίλειος, τιμή η της εικόνος», ψάλλομε στην Ακουλουθία της Εορτής της Κυριακής της Ορθοδοξίας.

 

«Η λειτουργική Εικών έχει θεολογικήν έννοιαν», σημειώνει ο Φώτης Κόντογλου.  «Και γαρ ο λογογράφος έγραψε το βιβλίον και τι έγραψεν εν τω Ευαγγελίω;  Πάσαν την ένσαρκον οικονομίαν του Χριστού και παρέδωκεν τη Εκκλησία.  Ομοίως και ο ζωγράφος ποιεί.  Εζωγράφισεν εν τω πίνακι της Εκλησίας την ευπρέπειαν από του πρώτου Αδάμ Αδάμ έως της Χριστού Γεννήσεως, και πάσαν την ένσαρκον οικονομίαν του Χριστού και τας μαρτυρίας των Αγίων, και παρέδωκεν και αυτός τη Εκκλησία.  Ως μάλλον αμφότεροι μίαν εξήγησιν απεγράψαντο, και διδάσκουσιν ημάς», λέγει ο Άγιος.  Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

 

Αυτή την Αγία ημέρα της Εορτής της Κυριακής  της Ορθοδοξίας, που η Εκκλησία μας εορτάζει την αναστήλωση των αγίων και σεπτών Εικόνων, ο Ορθόδοξος λαός ‘’άπασαν την Ορθόδοξον διδασκαλίαν’’ εορτάζει.  Έτσι όταν λέγει ότι σήμερον εορτάζομε την Κυριακή  της Ορθοδοξίας, θεωρεί ότι σήμερα εορτάζει η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία.

 

 

Ταφή η καύση: Αμετάκλητη λήθη η αιώνια μνήμη;

του Μητροπολίτη Μεσογαίας Νικολάου 

Υπάρχουν δυό βασικές αλήθειες για την Ορθόδοξη χριστιανική πίστη σχετικά με τον άνθρωπο. Η πρώτη είναι ότι ο άνθρωπος έχει ψυχοσωματική οντότητα και η δεύτερη ότι η ψυχή του είναι αιώνια στη φύση της. Το σώμα του είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένο με την ψυχή του και η ψυχή με την θεική πραγματικότητα.
Η Εκκλησία δεν έχει μόνο διδασκαλία περί της ψυχής, αλλά βαθιά εμπειρία της. Δεν έχει απλά άποψη επί του θέματος έχει βίωση αληθείας. Η αποκάλυψή της δεν της προσφέρεται μόνον διδακτικά, αλλά της επαληθεύεται βιωματικά. Δεν λέει αυτό που ξέρει αλλά μεταγγίζει αυτό που ζεί. Όταν βλέπει τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο, δεν αντικρίζει σ᾿ αυτόν μόνο το σώμα του η τη χρονική παρουσία του, αλλά βλέπει την εικόνα του Θεού να αντικατοπτρίζεται στην ψυχή του και διακρίνει την αιώνια διάστασή του. Αυτό πως να το αρνηθεί η Εκκλησία;
Άνθρωπος δεν είναι το σώμα, η υγεία, αυτό που βλέπουμε. Ούτε πάλι η ψυχή ως διάθεση, ως ψυχισμός, ως έκφραση των εγκεφαλικών λειτουργιών, ως φυσικό στοιχείο συμπεριφοράς – αυτό που αντιλαμβανόμαστε. Ο θησαυρός της ανθρώπινης υπόστασης είναι η ψυχή ως πρόσωπο, ως εικόνα της θεικής δόξης, ως αυτεξούσιο, ως δυνατότητα μετοχής στην αιωνιότητα, ως χάρις αυθυπέρβασης. Κάθε τι που σχετίζεται με την ψυχή αποτελεί ιερό γεγονός η στοιχείο έχει να κάνει με την σωτηρία, τον εξαγιασμό, την ένωση με τον Θεό, την βίωση της αιώνιας προοπτικής του ανθρώπου. Αυτό είναι το στοιχείο που, επειδή είναι υπαρκτό καθιστά τον άνθρωπο ιερό. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Πρακτικός βοηθός εξομολόγησης

«ΟΙ 10 ΕΝΤΟΛΕΣ – ΒΟΗΘΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ»

  • Ποιός απ’ τους ανθρώπους εξουσιάζει τη ζωή του;

Κανείς, γιατί όλοι μας πεθαίνουμε.

Άρα είναι ανόητο να μιλούμε για το που υπάρχει ζωή και που δεν υπάρχει. Ούτε μπορούμε να λέμε ό,τι μας αρέσει, αφού δεν είμεθα εμείς τα αφεντικά της ζωής.

  •  Ποιός απ’ τους ανθρώπους εξουσιάζει τον εαυτό του;

Κανείς, αφού δεν βρεθήκαμε στον κόσμο αυτό επειδή εμείς το θέλαμε ούτε όπως και όταν το επιθυμήσαμε, αλλά άλλος μάς πρόσφερε την ύπαρξη και τον τρόπο υπάρξεως.

Επομένως και άλλος είναι το αφεντικό του εαυτού μας και σ’ αυτό θα δώσουμε λογαριασμό για το πώς διαχειρισθήκαμε αυτά που μάς έδωσε. Είναι δε ανόητο να νομίζουμε ότι είμαστε τα αφεντικά του εαυτού μας αφού δε μπορούμε να δώσουμε καμία εντολή στο ρυθμό της καρδιάς μας ή στα γαστρικά υγρά μας ή να ελέγξουμε έστω και μια μπουκιά ψωμιού μέσα στο στο­μάχι μας κ.α.

  • Ποιός από τους ανθρώπους μπορεί να πει ότι είναι το αφεντικό της δημιουργίας;

Κανείς, διότι μόνο ο δημιουργός γνωρίζει το δημιούργημά του και το κάνει ό,τι θέλει, ενώ ο άνθρωπος ελάχιστα γνωρίζει από τον κόσμο στον οποίο ζει και τον περιβάλλει.

Άρα ο δημιουργός αυτής της δημιουργίας είναι και το αφεντι­κό της και είναι ανόητο να νομίζουμε ότι μπορούμε να την κάνουμε ο,τι θέλουμε χωρίς να δώσουμε λογαριασμό στο αφεντικό της.

  • Ποιός από τους ανθρώπους μπορεί να πει ότι είναι ελεύθε­ρος να κάνει ό,τι θέλει;

Κανείς , γιατί είμαστε δούλοι του χρόνου, του τόπου και του τρόπου με τον όποιον υπάρχουμε σ’ αυτόν τον κόσμο.

Άρα οποίος προσπαθεί να πει ότι είναι ελεύθερος είναι δούλος αυτής της ιδέας, διότι αυτός που είναι πραγματικά κάτι δεν χρειάζεται να το αποδείξει, όπως δεν χρειάζεται να αποδείξεις ότι είσαι άνθρωπος και όχι ελέφαντας, διότι ο τρόπος υπάρξεως το αποδεικνύει και αναπαύεσαι μ’ αυτό.

Αφού λοιπόν την ζωή μας, τον εαυτό μας και την δημιουργία δεν τα εξουσιάζουμε, ούτε είμαστε ελεύθεροι να επιλέξουμε τον τρόπο υπάρξεως στον κόσμο αυτό και ακόμη αφού το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι το να διαχειριζόμαστε ό,τι βρήκαμε, τότε γιατί να μην αναζητήσουμε αυτόν που εξουσιάζει την ζωή μας, αυτόν που εξουσιάζει τον κόσμο στον όποιο ζούμε, αυτόν που μας υποδεικνύει το πώς να διαχειρισθούμε αυτά που μάς έδωσε και να τα εφαρμόσουμε;

Ο απ. Παύλος λέγει ότι ο άνθρωπος πλάσθηκε μεν από τον Θεό με τεράστιες δυνατότητες, ως αντίγραφο δικό Του, αλλά με μία προ­οπτική. Τις δυνατότητες αυτές να τις αξιοποιήσει ο άνθρωπος όπως θέλει, αλλά μόνο για τη διάπραξη του αγαθού «αὐτοῦ γάρ ἐσμεν ποίημα, κτισθέντες ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἐπὶ ἔργοις ἀγαθοῖς, οἷς προητοίμασεν ὁ Θεὸς ἵνα ἐν αὐτοῖς περιπατήσωμεν» Έφ.2.10.

Αν ήμασταν ελεύθεροι να κάνουμε ο,τι θέλουμε ή αν μάς εδίδετο η δυνατότητα να διαλέξουμε ανάμεσα στο καλό και στο κακό, τότε γιατί να τιμωρούμεθα αφού είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε ο,τι θέλουμε;

Επομένως όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι ελεύθερος, ση­μαίνει ότι έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί τα δημιουργικά του δεδομένα, τις προδιαγραφές που του κατέθεσε ο δημιουργός του, χωρίς να είναι δέσμιος και αιχμάλωτος κανενός. Όπως ένα μηχάνημα έχει τεράστιες μεν δυνατότητες, αλλά πρέπει να αξιοποιείται μόνο σύμφωνα με τις προδιαγραφές του κατασκευαστού του. Και οι προδιαγραφές του ανθρώπου είναι να πράττει μόνο το καλό, μιμούμενος τον Θεό, της Εικόνος του οποίου είναι αντίγραφο. Αυτή είναι ή πραγματικότητα της ζωής μας, είτε μάς αρέσει είτε δεν μάς αρέσει, είτε το θέλουμε είτε όχι.

Αφού λοιπόν έτσι έχουν τα πράγματα τότε, αν είμαστε λίγο έξυπνοι και συνετοί, γιατί να μη ψάξουμε την προσωπικότητά μας, γιατί να μη ψάξουμε τις εκδηλώσεις της ζωής μας για να δούμε μήπως η αμαρτία σαν άλλη σκόνη ή σκουπίδι έρχεται και μάς εμποδίζει και δεν μάς αφήνει να αξιοποιήσουμε σωστά αυτά που μάς δόθηκαν, ως δημιουργικά δεδομένα και έτσι δεν λειτουργούμε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του δημιουργού μας;  Έπειτα δι­κά Του «εργαλεία», δικά Του δημιουργήματα και δούλοι δικοί Του δεν είμαστε; Δίκαια δεν απορεί κι ο απ. Παύλος λέγοντας: «τί δὲ ἔχεις ὃ οὐκ ἔλαβες; εἰ δὲ καὶ ἔλαβες, τί καυχᾶσαι ὡς μὴ λαβών;» Α’Κορ.4.7.

Μάς συμφέρει λοιπόν να μη θέλουμε να γίνεται το δικό μας. Να μη λέμε και κάνουμε στην ζωή μας ό,τι θέλουμε, αλλά να ζούμε μέσα στην πειθαρχία του θελήματος του Θεού. Ένα Θέ­λημα που δεν υποτάσσει, δεν ταπεινώνει, δεν εξευτελίζει. Ένα Θέλημα που ανεβάζει, αναδεικνύει και σώζει.

‘Αν λοιπόν έτσι κινούμεθα, τότε όταν το αφεντικό της ζωής και της δημιουργίας, μάς ζητήσει λόγο, θα μπορούμε να πούμε ότι αγωνιστήκαμε να τηρήσουμε τα προστάγματά Του; Θα μπορούμε να πούμε ότι αυτά που μάς δάνεισε προσπαθήσαμε να τα αξιοποιήσουμε κατά τις εντολές Του και τις επιθυμίες Του, όπως αυτές προκύπτουν μέσα από την ανάλυση των 10 εντολών που ακολουθεί. Και ακόμη θα δημιουργήσουμε τις κατάλληλες προϋποθέ­σεις ώστε να του δώσουμε το δικαίωμα να μάς πει: «εὖ, δοῦλε ἀγαθὲ καὶ πιστέ! ἐπὶ ὀλίγα ἦς πιστός, ἐπὶ πολλῶν σε καταστήσω· εἴσελθε εἰς τὴν χαρὰν τοῦ κυρίου σου» Μτθ.25.21. Και θα είναι τότε η πιο όμορφη στιγμή της ζωής μας, η πιο γλυκιά απόλαυση της υπάρξεως μας, το πιο μεγάλο πανηγύρι της προσωπικότητάς μας, γιατί ακριβώς τότε θα αρχίζει η ζωή μας, γιατί ακριβώς τότε «θα γίνουμε παιδιά Του και κληρονόμοι της Αιωνίου Βασιλείας Του».

Έτσι λοιπόν, ας βρούμε λίγο χρόνο για να συγκρίνουμε τις πράξεις της ζωής μας με τις 10 εντολές του Κυρίου μας, γιατί μάς συμφέρει και μάλιστα αιωνίως.

Βασικός οδηγός κειμένων: 1.«Εξομολογητάριον» Αγ.Νικοδήμου. 2.«Γνώθι σ’ αύτόν» Αγ.ΝεκταρΙου. 3.«Ομιλίες-Επιστολές» Αββά Δωροθέου. 4.«Χειραγωγία στη μετάνοια» Ι.Μ.Μεγ.Μετεώρου. 5. Διάφορα έντυπα αναλόγου περιεχομένου.

 

ΕΝΤΟΛΗ ΠΡΩΤΗ (Ἐξοδ. Κεφ.20)

«ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου…οὐκ ἔσονταί σοι θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ».

  • Μήπως αρνήθηκες καμία φορά τον Θεό ή την Πίστη σου και είχες αμφιβολία για κάποιο Ιερό μυστήριο;
  • Μήπως για Λόγους ντροπής δεν φανέρωσες τις χριστιανικές σου θέσεις και πεποιθήσεις;
  • Μήπως έβαλες στο νου σου Λογισμούς βλασφημίας;
  • Μήπως παρασύρθηκες από διδασκαλίες σχισματικών (πα­πικών κ.λπ.) ή αιρετικών (χιλιοστών, προτεσταντών, ανατολικού διαλογισμού, κ.α.) ή ειδωλολατρών (Δωδεκαθεϊστών, αθεϊστών, σατανιστών κ.α.) ή έλαβες μέρος σε κάποια τους τελετή;
  • Μήπως ασχολείσαι ή κατέφυγες σε μάγους (μέντιουμ, χαρτορίχτρα, γύφτισσα, ή ξεματιάζεσαι και ξεματιάζεις και πώς) ή κοιτάς τον καφέ ή διαβάζεις τα ζώδια κ.λπ. και παρακολουθείς στην τηλεόραση ανάλογες εκπομπές;
  • Μήπως ντύθηκες μασκαράς, γελοιοποιώντας τον εαυτό σου και την εμφάνιση που σου έδωσε ο Θεός;
  • Μήπως φοράς ενδύματα που δεν αρμόζουν στο δικό σου φύλο;
  • Μήπως δίνεις σημασία σε προλήψεις, όπως π.χ. ότι δήθεν ή Τρίτη είναι γρουσούζικη μέρα ή ότι ο αριθμός 13 είναι κακός, ότι το πέταλο φέρνει γούρι, ότι το σκόρδο και το «ματάκι» σε προστα­τεύουν από το μάτιασμα κ.λπ.
  • Μήπως θεωρείς την παρουσία Ιερέως ως κακό σημάδι και προβαίνεις σε άσεμνες χειρονομίες;
  • Μήπως έχασες την ελπίδα σου ή την εμπιστοσύνη σου στον Θεό και στις θλίψεις σου (ασθένειες, θανάτους κ.α.) ένιωσες ότι αιτία είναι ο Θεός;
  • Μήπως σκέφτηκες ή αποπειράθηκες να θέσεις τέρμα στη ζωή σου;
  • Μήπως καυχήθηκες ποτέ για τις ικανότητες και δυνάμεις σου ως προσωπικές επιτυχίες αγνοώντας την βοήθεια του Θεού;
  • Μήπως δεν προσέρχεσαι συχνά στο Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας ή προσέρχεσαι χωρίς εξομολόγηση ή χωρίς την έγκριση του Πνευματικού;
  • Μήπως δεν σεβάστηκες ιερούς χώρους (εκκλησίες, μοναστή­ρια), τόσο από πλευράς ενδυμασίας, όσο και συμπεριφοράς;
  • Μήπως παραμελείς την προσευχή (πρωί-βράδυ), ή ξεχνάς να ευχαριστείς τον Θεό για τα αγαθά Του;
  • Μήπως δεν προσεύχεσαι να σου χαρίζει ο Κύριος το Πνεύμα Του το Άγιο για να φωτίζει τον δρόμο της ζωής σου;
  • Μήπως ξεχνάς να ζητάς από το Θεό να σου αυξάνει την αγάπη σου προς Αυτόν;
  • Μήπως θεοποιείς τη λογική σου ή δικαιώνεις μόνος σου τον εαυτό σου και δεν δέχεσαι συμβουλές ή υποδείξεις από άλλους ή από τον Πνευματικό σου;
  • Μήπως δεν τιμάς τον Άγιο, που φέρεις το όνομά του, αλλά προτιμάς πιο πολύ να γιορτάζεις τα γενέθλιά σου;

ΕΝΤΟΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ

«οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον, οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα… οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς, οὐδὲ μὴ λατρεύσεις αὐτοῖς».

  • Μήπως είσαι φιλάργυρος ή πλεονέκτης και παραμελείς την οικογένειά σου;
  • Μήπως είσαι σπάταλος και ξοδεύεις τα χρήματά σου σε τυ­χερά παιχνίδια, χαρτοπαιξία, κέντρα διασκεδάσεως κ.ά.;
  • Μήπως στερείς την οικογένειά σου από τα αναγκαία ή δια­μαρτύρεσαι στους γονείς σου γιατί δεν σου δίνουν πολλά χρήματα;
  • Μήπως είσαι τσιγκούνης κι αποφεύγεις να δίνης ελεημοσύ­νη στους φτωχούς ή σε όσους βοηθούν φτωχές οικογένειες;
  • Μήπως είσαι κοιλιόδουλος και ασχολείσαι συνεχώς με το τι θα φας ή τι θα πιείς και μετά ενδιαφέρεσαι για δίαιτα;
  • Μήπως υποκρίνεσαι τον καλό χριστιανό, ενώ στην πραγματι­κότητα δεν είσαι;
  • Μήπως πιστεύεις στα όνειρα ή κάθεσαι και τα ερμηνεύεις;
  • Μήπως ασχολείσαι υπερβολικά με αστειολογίες, αργολογίες, πολυλογίες κλπ.
  • Μήπως δεν παρακολουθείς το θ.κήρυγμα ή δεν μελετάς την Αγία Γραφή και άλλα πνευματικά βιβλία ή εμποδίζεις άλλους από αυτό;
  • Μήπως μεριμνάς και δένεσαι υπέρμετρα με τα υλικά αγαθά;
  • Μήπως επιδιώκεις να ζεις πολυτελώς ή στολίζεσαι και βάφε­σαι και αρνείσαι την άσκηση της κακοπάθειας;
  • Μήπως σου αρέσει να επιδεικνύεις τα χαρίσματά σου (σωματικά ή πνευματικά) με λόγια ή με έργα ή επαινείς υπερβολικά τα παιδιά σου;
  • Μήπως θεωρείς τον εαυτό σου «μέτρο», με το οποίο κρίνεις ή κατακρίνεις τους άλλους;
  • Μήπως διακατέχεσαι από το πάθος της μεγαλομανίας, φιλαυ­τίας, εγωισμού, υπερηφάνειας, κενοδοξίας, αυταρέσκειας, φιλαρέσκειας, ανθρωπαρεσκείας, ματαιοδοξίας, φιλοδοξίας, αυθαδείας, προπετείας, αντιλογίας.
  • Μήπως επιμένεις στη γνώμη σου;
  • Μήπως υποτιμάς και περιπαίζεις τους αναπήρους ή τους υπο­δεεστέρους σου από μορφωτικής, σωματικής ή οικονομικής πλευράς;
  • Μήπως δεν έχεις πνεύμα αυταπαρνήσεως και πνεύμα θυσίας χάριν των συνανθρώπων σου;
  • Μήπως ζητάς διαρκώς εξυπηρετήσεις από τους άλλους;
  • Μήπως ξεχνάς να ζητάς από τον Θεό να σου αυξάνει την αγάπη σου προς τους ανθρώπους;
  • Μήπως εμπιστεύεσαι την ενημέρωσή σου, για διάφορα εκκλησιαστικά θέματα, στα μέσα «μαζικής» ενημέρωσης κι όχι στον πνευματικό σου;

ΕΝΤΟΛΗ ΤΡΙΤΗ

«οὐ λήψει τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ».

  • Μήπως ορκίσθηκες ποτέ σε δικαστήριο ή σε ανάληψη εργασίας ή στο στρατό ή στην ζωή σου γενικά για να γίνεις πιστευτός ή βάζεις άλλους να ορκισθούν;
  • Μήπως αθέτησες τον όρκο που έκανες;
  • Μήπως κάνεις τάματα και δεν τα εκπληρώνεις;
  • Μήπως χρησιμοποιείς για ανέκδοτα πρόσωπα, πράγματα ή καταστάσεις λειτουργικές ή αγιογραφικές.
  • Μήπως βλασφημείς τα θεία;
  • Μήπως στέλνεις στον διάβολο πρόσωπα ή πράγματα;
  • Μήπως συνηθίζεις να καταριέσαι;
  • Μήπως κακολόγησες ή κατέκρινες κληρικό ή μοναχό;
  • Μήπως εμφανίζεσαι ως πνευματικός άνθρωπος και συμβου­λεύεις άλλους χωρίς να ξέρεις αν αυτό που συμβουλεύεις το θέλει ο Θεός ή αν είναι σύμφωνο με την γνώμη της ’Εκκλησίας;

ΕΝΤΟΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

«ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποιήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου».

  • Μήπως κατά τις Κυριακές και τις μεγάλες εορτές δεν εκκλησιάζεσαι ή φεύγεις πριν τελειώσει ή ακολουθία και πολλές φορές συνομιλείς με άλλους (γάμος, βάπτιση κ.ά.);
  • Μήπως όταν έχεις πένθος δεν πηγαίνεις στην εκκλησία;
  • Μήπως δεν τηρείς την αργία της Κυριακής και των μεγάλων εορτών, αλλά εργάζεσαι ή αναγκάζεις τους υπαλλήλους σου να εργάζονται;
  • Μήπως δεν προετοιμάζεσαι αυτές τις ημέρες, Κυριακές και μεγάλες εορτές, με εγκράτεια;
  • Μήπως τις αργίες σπαταλάς τον χρόνο σε μέθη, χαρτοπαιξία, κέντρα αμαρτωλής διασκεδάσεως;
  • Μήπως δεν νηστεύεις Τετάρτη και Παρασκευή ή τις άλλες νηστείες της ’Εκκλησίας (εκτός λόγου υγείας);
  • Μήπως δεν κοινωνείς τακτικά, παρά μόνο μία ή δύο φορές το χρόνο, και τότε χωρίς εξομολόγηση;
  • Μήπως δεν εξομολογείσαι λέγοντας «δεν έκανα και τίποτα», ή από πλάνη (τα λέω στην εικόνα) ξεχνώντας ότι ο ίδιος ο Χρι­στός καθιέρωσε το Μυστήριο της Εξομολογήσεως;
  • Μήπως δεν ετοιμάζεσαι σωστά για να εξομολογηθείς και πηγαίνεις απροετοίμαστος και λες ιστορίες, πόνους και καημούς κι όχι τα λάθη τα δικά σου, άλλα τα λάθη των άλλων;

ΕΝΤΟΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

«τίμα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα εὖ σοι γένηται, καὶ ἵνα μακροχρόνιος γένῃ ἐπὶ τῆς γῆς τῆς ἀγαθῆς».

Τα τέκνα.

  • Μήπως δεν δείχνεις τον πρέποντα σεβασμό ή την αρμόζουσα αγάπη, τιμή και υπακοή στους γονείς σου;
  • Μήπως τους αντιμιλάς, τους φέρεσαι με αγένεια, τους βρί­ζεις, σηκώνεις χέρι και τους χτυπάς;
  • Μήπως παρακούς τις συμβουλές τους και αυθαδιάζεις σε ο,τι σου Λένε;
  • Μήπως είσαι δεμένος με αυτούς και για χάρη τους αμελείς τις υποχρεώσεις σου ή το θέλημα του Θεού;
  • Μήπως δεν τους ευχαριστείς για όλα όσα έκαναν ή κάνουν για σένα, δείχνοντάς το με διαφόρους τρόπους;
  • Μήπως δεν τους φροντίζεις ή δεν τους συμπαραστέκεσαι στη δυσκολία, στην ανάγκη ή την ασθένειά τους;
  • Μήπως δεν υπομένεις γεροντικές αδυναμίες και παραξενιές τους;
  • Μήπως δεν φροντίζεις να τους βοηθάς στις εργασίες τους (σπίτι, γραφείο, χωράφι κ.α.);

Οι γονείς.

  • Μήπως δεν φροντίζετε για τη σωστή ανατροφή των παιδιών σας, (σωματική- ψυχική);
  • Μήπως δεν δίνετε καλό παράδειγμα ομονοίας, αγάπης, συνέσεως, υποχωρητικότατος, συγγνώμης, οικογενειακής ειρήνης και δεν δημιουργείτε μια ζεστή ατμόσφαιρα;
  • Μήπως δεν διορθώνετε τις αδυναμίες σας και αποτελείτε κα­κό παράδειγμα για τα παιδιά σας;
  • Μήπως δεν φροντίζετε για τις παρέες των παιδιών σας και δεν τα προφυλάσσετε από κακές συναναστροφές;
  • Μήπως από τη νηπιακή τους ηλικία δεν διαθέτετε χρόνο για να τα διδάσκετε τη Χριστιανική Πίστη, αλλά προτιμάτε να βλέπουν τηλεόραση για να μη σας ενοχλούν;
  • Μήπως ενώ κάνετε πολλές προσπάθειες για να καλλιεργηθεί το παιδί σας κοσμικά (με μπαλέτο, αθλητισμό, γνώσεις κ.ά.) και καμία προσπάθεια για να ακούν χριστιανικά μαθήματα;
  • Μήπως δεν κάνετε προσπάθεια να μάθουν να προσεύχονται, να εκκλησιάζονται, να εξομολογούνται, και να θυσιάζονται για τους άλλους;
  • Μήπως τα εμποδίζετε να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους έναντι του Θεού, της οικογενείας τους και των εργασιών τους θέ­λοντας να τα έχετε πάντα κάτω από τις εντολές σας;
  • Μήπως επεμβαίνετε στα θέματα τα οικογενειακά τους;
  • Μήπως θυμώνετε όταν άλλοι τα κάνουν παρατηρήσεις και δεν φροντίζετε να τα συμβουλεύετε όταν σφάλλουν;
  • Μήπως δεν ελέγχετε την ποιότητα των θεαμάτων και της ψυ­χαγωγίας τους και δεν τα βοηθάτε να αξιοποιούν δημιουργικά και χωρίς να βλάπτονται, τον ελεύθερο χρόνο τους;
  • Μήπως δεν τα βάζετε να κάνουν εργασίες στο σπίτι και μα­θαίνουν να είναι ανίκανα να περιποιηθούν και να συντηρήσουν τον εαυτό τους ή να υπηρετήσουν τους άλλους;
  • Μήπως δεν τα ενημερώνετε ή δεν κάνετε διάλογο μαζί τους, αλλά μόνο τα επιπλήττετε;
  • Μήπως δεν διδάσκετε στα παιδιά σας την άρνηση των κο­σμικών εκδηλώσεων, των ανέσεων, της στέρησης, της κακοπάθειας ή δεν τα μαθαίνετε να νηστεύουν και να εγκαρτεύονται;
  • Μήπως πιέζετε τα παιδιά σας να επιτύχουν στην ζωή τους ο,τι εσείς δεν πετύχατε ή τα διδάσκετε να επιδιώκουν τους μεγά­λους βαθμούς και όχι την σωστή μόρφωση;

.♦ Μήπως εναντιώνεστε στην απόφαση του παιδιού σας να αφιερωθεί στον Θεό (να γίνει «Ιερέας ή θεολόγος ή μοναχός);

  • Μήπως γογγύζετε γιατί έχετε παιδιά ή για κάποιο απ’ αυτά ή τα θεωρείτε εμπόδιο στην ψυχαγωγία σας;
  • Μήπως ή αγάπη προς τα παιδιά σας εξαρτάται από το αν αυτά ανταποκρίνονται στις προσδοκίες σας;
  • Μήπως αρκείσθε μόνο σε ένα παιδί, έχοντας εντελώς κοσμι­κή αντίληψη του θέματος;
  • Μήπως κάνετε διακρίσεις μεταξύ των παιδιών σας και συμ­βάλλετε στο να δημιουργηθεί ζήλεια ανάμεσά τους;
  • Μήπως δείχνετε υπερβολική αγάπη στα παιδιά σας αγνοώντας την αγάπη προς τον ή την σύζυγό σας;

Ό σύζυγος.

  • Μήπως δεν φροντίζεις για τη γυναίκα σου όσο πρέπει;
  • Μήπως ζητάς να έχεις τις δικές σου ανέσεις και απολαύσεις (καφενείο, ταβέρνα, περιπάτους, κυνήγι κ.α.) αδιαφορώντας για το καλό των παιδιών σου και της συζύγου σου;,
  • Μήπως δεν της αποδίδεις την οφειλόμενη εύνοια και δεν την αγαπάς σαν τον εαυτό σου;
  • Μήπως την λυπείς, την στενοχωρείς, την ταπεινώνεις, της φέρεσαι αυταρχικά, την κακομεταχειρίζεσαι, την βρίζεις, την χτυπάς, την κατηγορείς ενώπιων των παιδιών σου, θεωρώντας την κατώτερή σου;
  • Μήπως την κακοποιείς ή της ζητάς παράνομες σεξουαλικές πράξεις;
  • Μήπως την αγνοείς και δεν την βοηθάς σε εργασίες του σπιτιού ή ανατροφής των παιδιών;

Η σύζυγος.

  • Μήπως δεν υπακούς τον άνδρα σου και δεν υπολογίζεις τη γνώμη του, αλλά κάνεις ο,τι θέλεις;
  • Μήπως δεν τον υπομένεις όταν είναι εκνευρισμένος, αλλά του αντιμιλάς και δεν περιμένεις να περάσει ο θυμός του για να του πεις μετά ο,τι θέλεις, ως συνετή γυναίκα;
  • Μήπως με την πάροδο των χρόνων δεν του δείχνεις τρυφε­ρότητα ή ενδιαφέρον όπως πιο πριν;
  • Μήπως δεν τον σέβεσαι, αλλά παρεκτρέπεσαι και τον προ­σβάλλεις ή τον εξευτελίζεις; ;
  • Μήπως ζητάς να έχεις αποχή στις συζυγικές σου σχέσεις γιατί έτσι εσένα σου αρέσει;

Για τους συζύγους.

  • Μήπως με διάφορα μέσα αποφεύγετε την τεκνογονία ελέγ­χοντας το πόσα παιδιά θα έχετε και πότε;
  • Μήπως αγνοείτε ότι με το γάμο σας γίνατε «ένα» και μαλώ­νετε αναφέροντας «το σόι μου και το σόι σου» ή «ή περιουσία μου και ή περιουσία σου» αγνοώντας ότι στον γάμο είναι όλα κοινά;
  • Μήπως δεν ασκείτε την απαιτούμενη εγκράτεια κατά τις Κυ­ριακές, γιορτές ή τις ημέρες που νηστεύουμε;
  • Μήπως θέλετε να προσαρμόσετε τον σύντροφό σας στις δι­κές σας επιθυμίες;
  • Μήπως αισθανθήκατε ποτέ μεταμέλεια για τον γάμο σας ή τον / την συγκεκριμένη σύντροφο;
  • Μήπως δεν αλληλοϋποχωρείτε και δεν παραδέχεσθε το φταίξιμό σας και δεν συγχωρείτε ο ένας τον άλλο;
  • Μήπως το πείσμα σας καταστρέφει την οικογενειακή σας ειρήνη και γογγύζετε ο ένας εναντίον του άλλου;
  • Μήπως δεν τιμάτε και δεν αγαπάτε ο ένας τους γονείς (πενθερό, πενθερά) ή τους συγγενείς του άλλου;
  • Μήπως αγαπάτε τους γονείς σας πιο πολύ από τον ή την σύζυγό σας;
  • Μήπως έχετε ή επιδιώκετε ή σκεφθήκατε ποτέ το διαζύγιο ή το προτείνατε το διαζύγιο σε άλλους;
  • Μήπως ό/ή σύζυγός σας είναι εκ διαζυγίου ή από άλλο δεύ­τερο ή τρίτο γάμο;
  • Μήπως έχετε υιοθετημένα παιδιά και γογγύζετε ή δεν τα προσέχετε;

 

ΕΝΤΟΛΗ ΕΚΤΗ

«οὐ μοιχεύσεις»

  • Μήπως μοίχευσες ή πόρνευσες ή είχες ολοκληρωμένες σχέσεις πριν τον γάμο σου;
  • Μήπως διαπράττεις οποιαδήποτε σαρκική αμαρτία (αυνανι­σμό, αρσενοκοιτία, κτηνοβασία ή άλλες παρά φύση ασέλγειες);
  • Μήπως σου συμβαίνει ονείρωξη μετά από άσχημες σκέψεις ή ακατάστατο φαγοπότι;
  • Μήπως προκαλείς με το ντύσιμο, και την συμπεριφορά σου;
  • Μήπως θαυμάζεις κι επιθυμείς ερωτικά άλλα πρόσωπα ή κά­νεις πονηρές σκέψεις;
  • Μήπως παρακολουθείς άσεμνα θεάματα;
  • Μήπως δέχεσαι να κοιμούνται τα αρραβωνιασμένα παιδιά σπίτι σου;
  • Μήπως έκανες έρωτα σε δημόσιους χώρους η ενώπιων άλλων;
  • Μήπως αφήνεις τις σκέψεις σου και τα μάτια σου να περιεργάζονται ανήθικα θέματα;
  • Μήπως τους θερινούς μήνες κυκλοφορείς με ενδύματα που προκαλούν ή που καλλιεργούν την αμαρτία;

ΕΝΤΟΛΗ ΕΒΔΟΜΗ

«οὐ κλέψεις»

  • Μήπως κλέβεις ξένα αντικείμενα ή έγινες κλεπταποδόχος, αγοράζοντας από κλέφτες πράγματα;
  • Μήπως παίρνεις κρυφά πράγματα ή χρήματα από άλλους ή από συγγενείς σου χωρίς να το ξέρουν;
  • Μήπως στην εργασία σου κλέπτεις τους πελάτες με οποιοδήποτε τρόπο;
  • Μήπως μετέθεσες τα σύνορα στο χωράφι σου, κλέβοντας έτσι γή από το διπλανό σου;
  • Μήπως διεκδίκησες περιουσιακά στοιχεία που δεν σου ανήκουν;
  • Μήπως πλαστογράφησες ποτέ την υπογραφή κάποιου (συγ­γενούς ή γνωστού σου) για να οικειοποιηθείς αντικείμενα ή χρήμα­τα που δεν σου ανήκουν;
  • Μήπως ανοίγεις ξένα γράμματα ή συρτάρια ή δωμάτια από περιέργεια;
  • Μήπως έκλεψες ζώα ή έκοψες ξένα δένδρα ή ξένους καρ­πούς και λουλούδια;
  • Μήπως βρήκες κάτι που δεν σου ανήκει και δεν το επέστρεψες στον κάτοχό του (πορτοφόλι, χρήματα, κ.α.);
  • Μήπως δανείστηκες (χρήματα, εργαλεία, βιβλία κ.α.) και δεν τα επέστρεψες ή δεν αποκατέστησες την ζημιά, αν έγινε;
  • Μήπως από περιέργεια κρυφακούς;
  • Μήπως παίζεις τυχερά παιχνίδια (χαρτιά, λαχεία, κ.α.);

ΕΝΤΟΛΗ ΟΓΔΟΗ

«οὐ φονεύσεις»

  • Μήπως έκανες έκτρωση ή συμβούλεψες ή συνόδευσες άλλο πρόσωπο σ’ αυτήν;
  • Μήπως θεληματικά ή αθέλητα (σε ατύχημα) έγινες φονιάς ή σου συνέβη αποβολή εμβρύου;
  • Μήπως επιθυμείς να υποφέρει ο άλλος ή να πάθει κακό η χαίρεσαι με τη συμφορά του;
  • Μήπως κρατάς έχθρα, κακία, μίσος για τους άλλους και περιμέ­νεις τη στιγμή που θα ανταποδώσεις εκδίκηση, αντί να συγχωρήσεις;
  • Μήπως δεν συγχωρείς αυτούς που σε αδίκησαν ή σε έβλα­ψαν ή σου έκαναν κάποιο κακό ή ακόμη και τον εχθρό σου και δεν ζητάς εύκολα συγχώρηση από τους άλλους;
  • Μήπως είσαι εριστικός και οργίζεσαι ή θυμώνεις εύκολα και σου αρέσει να φιλονικείς για ασήμαντα πράγματα;
  • Μήπως θύμωσες και ήλεγξες κάποιον άδικα κι όχι από αγάπη ή τσακώθηκες και έδειρες κάποιον;
  • Μήπως υπάρχει κανείς που δεν τον χαιρετάς και γιατί;
  • Μήπως αναθεμάτισες τον εαυτό σου ή τους άλλους;
  • Μήπως μετέδωσες μολυσματική ασθένεια σε άλλους;
  • Μήπως εξ αιτίας πολυφαγίας, μέθης ή σαρκικών ηδονών προ- κάλεσες ο ίδιος στον εαυτό σου ή και σε άλλους κάποια ασθένεια;
  • Μήπως καπνίζεις και βλάπτεις την υγεία σου και τους γύρω σου ή πήρες ποτέ πάσης φύσεως ναρκωτικά ή παρέσυρες και οδήγησες και άλλους στη χρήση ναρκωτικών;
  • Μήπως μέθυσες ή μεθάς καταναλώνοντας διάφορα ποτά;
  • Μήπως συχνάζεις σε κέντρα ψυχαγωγίας που αποτελούν όμως τόπους προαγωγής στην ανήθικη ζωή, στα ναρκωτικά, στην τεμπελιά κ.λπ.;
  • Μήπως χορεύεις και τραγουδάς κοσμικά ή ξένα, άγνωστα και σατανικά τραγούδια;
  • Μήπως ενοχλείς τους άλλους με την ένταση και τους θορύ­βους που προκαλεί η ψυχαγωγία σου;

ΕΝΤΟΛΗ ΕΝΑΤΗ

«οὐ ψευδομαρτυρήσεις κατὰ τοῦ πλησίον σου μαρτυρίαν ψευδῆ».

  • Μήπως ψευδομαρτύρησες ή έβαλες άλλον να ψευδομαρτυρήσει;
  • Μήπως λες ψέματα πάσης μορφής (επαγγελματικά, οικογε­νειακά, κατά συνθήκη κ.ά.);
  • Μήπως στην εξομολόγηση σου κατηγορείς τους άλλους και ρίχνεις την ευθύνη επάνω τους (πενθερά, νύφη, σύζυγο);
  • Μήπως συκοφάντησες κανέναν, ώστε να ζημιωθεί, να ταπεινωθεί ή να δυσφημιστεί και χωρίς να είσαι σίγουρος για ο,τι λέγεις;
  • Μήπως κολακεύεις τους άλλους με ψεύτικους επαίνους, για να εξασφαλίσεις την εκτίμησή τους ή να έχεις απολαβές;
  • Μήπως για να πετύχεις την εύνοια και την επιδοκιμασία των άλλων, εμφανίζεσαι διπρόσωπος και υποκριτής;
  • Μήπως είσαι καχύποπτος και δίνεις πίστη στις υπόνοιες σου για τους άλλους;
  • Μήπως κατακρίνεις ή δέχεσαι την κατάκριση για άλλους χω­ρίς καν να εξετάζεις την αλήθεια των λόγων τους;
  • Μήπως αργολογείς ή πολυλογείς;
  • Μήπως ειρωνεύεσαι η κοροϊδεύεις άλλους για τα ελαττώματα τους;
  • Μήπως συνηθίζεις να διαδίδεις ειδήσεις αναληθείς δημιουρ­γώντας διαμάχες και εχθρότητες;
  • Μήπως δωροδοκείσαι στην εργασία σου;

ΕΝΤΟΛΗ ΔΕΚΑΤΗ

« οὐκ ἐπιθυμήσεις…ὅσα τῷ πλησίον σου ἐστί».

  • Μήπως επεθύμησες έρωτικά άλλα πρόσωπα;
  • Μήπως φθόνησες ή ζήλεψες ή μελαγχολείς γιά την ευτυχία, έπιτυχία ή τα αγαθά του άλλου και τον διασύρεις;
  • Μήπως παραπονείσαι γιά τη φτώχεια σου ενώ δεν κάνεις οικονομία και πετάς τα περισσεύματα των φαγητών σου;
  • Μήπως ο τρόπος της ζωής σου είναι προκλητικά πολυτελής και γίνεσαι αφορμή να σκανδαλίζεται ο αδελφός σου, που τυχόν περνά με στερήσεις;
  • Μήπως από φιλοδοξία ζητάς «πρωτοκαθεδρίες»;
  • Μήπως δεν αποδίδεις τον οφειλόμενο σεβασμό στον δάσκα­λο, στον εργοδότη σου, σε οποιονδήποτε ανώτερο σου από αχαριστία ή σύμπλεγμα κατωτερότητας ή ζηλοφθονίας ή πληγωμένου εγωισμού;
  • Μήπως δείχνεις αγνωμοσύνη στους ευεργέτες σου ή ακόμη ανταποδίδεις αχαριστία στο καλό που σου έκαναν;
  • Μήπως ευεργετείς άλλους αποβλέποντας μόνο σε δικά σου υλικά ή κοινωνικά συμφέροντα;

ΚΑΙ ΤΩΡΑ…!!!

  • Μετά απ’ όλα αυτά δεν πιστεύω να επιμένει κανείς στον λογισμό, «ταῦτα πάντα ἐφυλαξάμην ἐκ νεότητός μου» Λουκ.24.21, αλλ’ ούτε και να προβληματίζεται λέγοντας «καὶ τίς δύναται σωθῆναι;» Λουκ. 18.27.
  • Τώρα θα πρέπει ο λογισμός μας να δουλεύει πάνω σε δύο συμβουλές του Κυρίου μας όπου ή μεν μία τονίζει, «ἀγωνίζεσθε εἰσελθεῖν διὰ τῆς στενῆς πύλης» Λουκ. 24, ή δε άλλη, «ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» Λουκ. 17.10. Μέσα δε από την διεργασία των λόγων αυτών να μην απελπιζόμαστε, διότι «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» Λουκ. 18.27.
  • Πάντως το κλειδί για να δημιουργήσει κανείς την υποδομή για την ανάπτυξη των «..προϋποθέσεων» είναι αυτό που προτρέπει ο άπ.Παύλος, «κατανοῶμεν ἀλλήλους εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων». Έβρ.10.24.
  • Μη ξεθαρρεύεις στους πνευματικούς σου αγώνες, γιατί κι ένας μαθητής του Κυρίου, ο ’Ιούδας, χάθηκε.
  • Αλλά και μην απελπίζεσαι με τις πτώσεις σου, γιατί κι ένας ληστής εκ του σταυρού σώθηκε.

ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ ΑΠ.ΠΑΥΛΟΥ

Εβρ.10.19-39.

«Έχοντας λοιπόν αδελφοί θάρρος και ελπίδα ότι το αίμα του Κυρίου μας θα μας οδηγήσει στην σωτηρία, ας αγωνίζεστε με ειλι­κρινή καρδιά, με πίστη αδίστακτη και ολοκληρωμένη. Άς καθαρίζε­τε τις καρδιές σας με το Αίμα της θυσίας του Κυρίου μας και ας είσαστε απαλλαγμένοι από ένοχες συνειδήσεις πονηρών έργων, έχο­ντας σίγουρη ελπίδα γιατί είναι έμπιστος αυτός που μας υποσχέθηκε την αιώνια ζωή.

Ο ένας να κατανοεί τα προβλήματα και τις δυσκολίες του άλλου και να συναγωνίζεστε στο ποιός θα ξεπεράσει τον άλλον στην αγάπη και στα καλά έργα. Να έχετε ανύσταχτη φροντίδα ώστε να μην εγκαταλείπετε τον εκκλησιασμό και τις συνάζεις με­λέτης του λόγου του Θεού. Μάλιστα να προτρέπει σ’ αυτό ο ένας τον άλλον και συνεχώς να προκύπτετε γνωρίζοντας ότι είναι κοντά ή ήμερα του Κυρίου μας. Πρέπει δε να ενθαρρύνετε στην αρετή ο ένας τον άλλον διότι αν επιμένετε να αμαρτάνετε ενώ γνωρίζετε το καλό τότε να μην ελπίζετε ότι στην άλλη ζωή κάποια άλλη σταυρική θυσία θα σας σώσει.

Να ενθυμείσθε δε πάντοτε τον πρώτο ενθουσιασμό και την πρώτη χαρά που είχατε όταν πρωτοξεκινήσατε την πνευμα­τική σας ζωή. Τότε ήσασταν έτοιμοι για πολλές θυσίες και κόπους. Τότε δεν υπολο­γίζατε ούτε τις κοροϊδίες, ούτε τις ειρω­νείες, ούτε τις απειλές των άλλων. · Τότε ζούσατε με χαρά συμμετέχοντες στους κό­πους αυτών που καταδιώκονται για το όνομα του Κυρίου μας. Προσέξτε λοιπόν να μη χάσετε το θάρρος και την ελπίδα σας γιατί σίγουρα θα αμειφτείτε γενναία.

Εύχομαι να έχετε υπομονή για να μπορείτε να εφαρμόζετε το θέλημα του Θεού στην ζωή σας ώστε να τα κερδίσετε όλα όσα μας υποσχέθηκε ο Θεός. Δεν έχουμε πολύ χρόνο για χάσιμο. Ο Κύριος έρχεται και σύντομα θα είναι κο­ντά μας. Δεν θ’ αργήσει και τότε ο δίκαιος επειδή πίστεψε θα ζήσει μαζί Του. Έτσι λοιπόν να ζείτε, γιατί όποιος δει­λιάζει δεν αναπαύει τη ψυχή μου. Όμως γνωρίζω ότι εσείς δεν είσθε άνθρωποι δειλίας που θέλετε την καταστρο­φή σας, αλλ’ άνθρωποι πίστεως που αγαπάτε τη σωτηρία σας και θέλετε να ζήσετε μαζί με τον Κύριό μας αιωνίως». Αμήν.

Έκδοση «Γαλιλαία», Ενοριακή συντροφιά Αγίου Γεωργίου Λάρισας

 

 

Τι ακριβώς σημαίνει «συμπροσευχή»; Ισχύει μόνο για τους Κληρικούς; Τι λένε οι Ιεροί Κανόνες; Η συμπροσευχή περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της Θ.Λειτουργίας ή όχι;

 

Pope Francis and Ecumenical Patriarch Bartholomew I of Constantinople (centre R) celebrate Holy Mass at the Catholic Cathedral of the Holy Spirit in Istanbul November 29, 2014. Pope Francis began a visit to Turkey on Friday with the delicate mission of strengthening ties with Muslim leaders while condemning violence against Christians and other minorities in the Middle East. REUTERS/Tony Gentile (TURKEY – Tags: RELIGION) – RTR4G1YW

Στούς περισσότερους ἀπό τούς Ἱ. Κανόνες πού ἀπαγορεύουν τή συμπροσευχή μέ αἱρετικούς δέν προσδιορίζεται ὅτι ἡ ἀπαγόρευση ἀφορᾶ μόνο κληρικούς. Σέ ὁρισμένους μάλιστα ρητῶς προβλέπονται ἐπιτίμια γιά τούς λαϊκούς πού παραβαίνουν τήν κανονική ἀπαγόρευση συμπροσευχῆς. Κατά συνέπεια, «συνεύχεσθαι» σημαίνει καί τήν ἁπλή προσευχή, διότι ἀσφαλῶς οἱ λαϊκοί μποροῦν μόνο νά συμπροσεύχονται καί ὄχι νά συλλειτουργοῦν.

Ἰδιαίτερα σημαντικός γιά τήν κατανόηση τοῦ ποιά προσευχή μέ αἱρετικούς ἀπαγορεύεται εἶναι ὁ ΞΕ΄ (ἤ ΞΔ΄ κατά Ράλλη-Ποτλῆ (στό ἑξῆς : Ρ-Π.) Κανόνας τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων : «Εἰ τις κληρικός, ἤ λαϊκός εἰσέλθοι εἰς συναγωγήν Ἰουδαίων, ἤ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καί καθαιρείσθω, καί ἀφοριζέσθω».

Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τόν ΛΖ΄ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ: «ὅτι οὐ δεῖ παρά τῶν Ἰουδαίων ἤ αἱρετικῶν τά πεμπόμενα ἑορταστικά λαμβάνειν, μηδέ συνεορτάζειν αὐτοῖς». Εἶναι πρόδηλο ὅτι στό «συνεορτάζειν» ἐμπερικλείεται κάθε λατρευτική ἀκολουθία καί τελετή πρός τιμήν προσώπου ἤ γεγονότος τό ὁποῖο ἑορτάζεται ἀπό τούς Ἰουδαίους ἤ αἱρετικούς. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι οἱ ἑορτές τῶν Ἰουδαίων καί αἱρετικῶν ἀντιμετωπίζονται μέ ἑνιαία ἀπαγόρευση. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Μια προσευχή γραμμένη για ηλικιωμένους από τον Γέροντα Ευσέβιο Βίττη.

Κύριε, το ξέρεις πως μπήκα ήδη στα γηρατειά. Βοήθησέ με να συνειδητοποιώ όλο και βαθύτερα αυτήν την πραγματικότητα…
ώστε να μη γίνoμαι τυ­ραννικός ή βαρετός ή επαχθής ή ασυμπαθής και σιχαμερός στους γύρω μου και ιδιαίτερα στους τυχόν συ­νεργάτες μου. Απάλλαξέ με από το να επιμένω στις παλαιωμέ­νες ιδέες μου με πείσμα γεροντικό.

Δεν σου ζητώ να βελτίωσης την κρίση ή τη μνήμη μου. Μου έδωσες τα ανεκτίμητα αυτά δώρα σ’ ένα βαθμό στη γόνιμη ηλι­κία μου. Σε ευχαριστώ για το πολύτιμο αυτό δώρο της αγαθοσύνης Σου. Τώρα πια καθώς υποβαθμίζεται η ό­λη μου βιολογική, ψυχολογική και πνευματική ύπαρ­ξη, συνακολουθεί νομοτελώς και της κρίσης και της μνήμης μου η υποβάθμιση. Συχνά αυτή η κατάσταση με μειώνει, με λυπεί, με ταπεινώνει αφάνταστα και όχι σπάνια με εξευτελίζει στα ίδια μου τα μάτια αναγκά­ζοντάς με να ζητώ ολοένα συγγνώμη για τις μικρές ή τις μεγάλες γκάφες μου.

Δεν κατανοώ βέβαια πλήρως αυτήν την αλλοίωση. Όμως Εσύ, Κύριε, ξέρεις πόσο και η σμίκρυνση και συρρίκνωση μου και στο σημείο αυτό μου χρειάζεται. Την αποδέχομαι ταπεινά, γιατί Εσύ ξέρεις. Και αφού Εσύ ξέρεις, δεν χρειάζεται να ξέρω εγώ το βαθύτερο γιατί. Άλλωστε δεν μπορώ να την κατανοήσω. Γιατί λοιπόν να θλίβομαι και να πο­νώ και γι’ αυτό; Δεν πρέπει να αποδέχομαι ταπεινά τη φθαρτότητα της φύσης μου; Και δεν πρέπει να υπο­τάσσομαι κι εγώ ταπεινά στην τάξη, που Εσύ με τό­ση αγαθότητα για τα πλάσματά Σου, επομένως και για μένα, καθόρισες;

Σφράγισε με απαραβίαστη σφραγίδα τα φλύαρα χείλη μου για να μην καταπονώ τους άλλους με βαρε­τές, ανούσιες και χωρίς κανένα ενδιαφέρον ή νόημα πια χιλιοειπωμένες διηγήσεις παρωχημένων γεγονό­των κάποιων μακρινών και λησμονημένων χρόνων μιας ασήμαντης εποχής. Παράλληλα όμως απάλυνε τις αντιδράσεις και τις κρίσεις μου για την κρίση και τη μνήμη των άλλων. Και μην επιτρέψεις ποτέ να νιώσω νυγμούς ζήλειας για τη φρεσκάδα της μνήμης και τη δύναμη της κρίσης των άλλων.

Κάνε, αντίθετα, να χαίρομαι γι’ αυτό και να Σε ευχαριστώ ολόψυχα για τα άνθη της νεότητος, όταν τυχαίνει να βρίσκομαι ανάμεσά τους και να οσφραίνομαι το άρωμά τους. Δίδαξέ με τη σημασία των λόγων του Αποστόλου Σου: «Ει και ο έξω ημών άνθρωπος διαφθείρεται, αλλ’ ο έσωθεν ανακαινούται ημέρα και ημέρα» (Β’ Κορ. δ’ 16). Και να αγωνίζομαι να ζω αυτήν την πραγματικό­τητα. Τέλος στήριξε τα παραπαίοντα και ασταθή βήματά μου με τον «βραχίονά Σου τον υψηλόν», ώστε να μην κυλιέμαι πια στη γη και να φρονώ τα «γεώδη», αλλά αντίθετα να έχω στραμμένα τα βλέμματά μου στον ουρανό και να φρονώ τα ουράνια, έως ότου αναπαυθώ στη στοργική Σου θεία αγκάλη. Κύριε μου, Κύριε, Σε ευχαριστώ. Αμήν.

Γέροντας Ευσέβιος Βίττης

 

 

 

ΕΝΑ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ

                                                                                                                                                                                                                                                              
Γράφει ο Γιανναρς Χρστος

                                                                                                                       (ἀνώνυμο συναξάρι)

Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του ὁ Πορφύρης ἤτανε δώδεκα χρονῶ. Εἶδε ποὺ φέρανε ἀπὸ τὸ χωράφι τὸ ξυλιασμένο κορμί, τυλιγμένο σὲ μιὰ κουβέρτα. Μαζεύτηκε τὸ χωριό, εἴπανε πὼς τὸν χτύπησε τὸ μουλάρι στὰ νεφρά.

Ἡ μάνα τοῦ Πορφύρη εἶχε ὀχτὼ παιδιά. Ἔκλαψε τὸν σκοτωμένο μέρες καὶ νύχτες- ὅσο μποροῦν νὰ κλάψουν δυὸ μάτια ἀνθρώπινα. Ὕστερα ἦρθε ὁ παπὰς στὸ σπίτι, νὰ κουβεντιάσουν μὲ τὴ μάνα γιὰ τὰ παιδιά. Εἴπανε, νὰ κρατήσει ἡ χήρα τὰ μισά, τ’ ἄλλα μισὰ νὰ βροῦν ἀλλοῦ ψωμί.

Ὁ παπὰς ἔστειλε τὰ δυὸ μεγάλα ἀγόρια στὴ χώρα, στὴ δούλεψη τοῦ Δεσπότη. Ἴσως ἀργότερα νὰ πήγαιναν καὶ στὸ σχολειό. Τὴ μικρὴ ἀδερφούλα, τὴ Λενίτσα, ἕνα σγουρόμαλλο ἀγριμάκι, τὸ πῆρε ἡ ἀδερφὴ τοῦ μακαρίτη, στὸ διπλανὸ χωριό. Καὶ γιὰ τὸν Πορφύρη, ἀποφάσισαν νὰ πάει λίγα χρόνια στὸ Ὄρος, στὸν ἀδερφὸ τῆς μάνας, τὸν καλόγερο κι ἀργότερα ἂν θέλει νὰ γίνει παπάς.

Ἔτσι ξεκίνησε ὁ Πορφύρης γιὰ τὸ Ὄρος. Ἡ μάνα ἑτοίμασε ἕνα μπογαλάκι ροῦχα καὶ λίγο παξιμάδι γιὰ τὸ δρόμο. Φίλησε τὸν Πορφύρη κι ὁ Πορφύρης ἔκλαιγε. Ἔκλαιγε κι ἡ μάνα, γιατί αὐτὸς ὁ γιὸς ἦταν ὁ πιὸ ἀγαπημένος. Ὕστερα ὁ παπὰς τὸν πῆγε στὴν Ἀρναία-δὲν ἦταν μακριά. Βρῆκε μιὰ συντροφιὰ προσκυνητὲς καὶ τοὺς παράδωσε τὸν Πορφύρη. 

Ὁ δρόμος γιὰ τὸ Ὄρος πήγαινε τότε ἀπὸ τὴν ξηρὰ κι ἦταν λιθόστρωτος, ἀπὸ τὴν Ἱερισσὸ στὴ Λαύρα. Ὁ Πορφύρης χάζευε τὰ δάση, τὴ θάλασσα κι’ ὅταν ἔφτασαν στὸ Ὄρος θαύμαζε τὰ μεγάλα μοναστήρια καὶ τὶς ἐκκλησιές.


Ἀλλὰ ὁ θεῖος του, ὁ καλόγερος, δὲν ἦταν σὲ μοναστήρι, ἦταν ἀπὸ τοὺς αὐστηροὺς καὶ ζοῦσε στὴν ἔρημο. Ὅταν κάποτε ἔφτασε ὁ Πορφύρης ὥς ἐκεῖ, εἶδε ἕνα δίπατο καλύβι, χτισμένο ἄκρη στὸ βράχο. Μπροστὰ γκρεμός, στὸ πλάι γκρεμός, μόνο στὸ πίσω μέρος εἶχε μονοπάτι. Ὁ γέροντας τὸν ἔστησε μπροστά του, τὸν κοίταξε ἴσα στὰ μάτια, εἶπε πὼς μοιάζει τοῦ πατέρα του. Εἶδε καὶ τὸ παιδὶ τὸν γέροντα, ποὺ ἔμοιαζε τῆς μάνας ἔτσι ψηλός, μὲ ρουφηγμένο πρόσωπο καὶ μεγάλη γενειάδα. Ἦταν κι ἕνας διάκος, ὑποταχτικός, στὸ καλύβι. Στρώσανε στὸν Πορφύρη γιὰ νὰ κοιμηθεῖ, μία κουρελοὺ γιὰ στρῶμα καὶ δυὸ κουβέρτες γιὰ σκέπασμα. Ἦρθε ἡ νύχτα καὶ τὸ παιδὶ φοβότανε, τόση ἐρημιὰ στὸν τόπο καὶ τόσο σκοτάδι. Ἔπιασε νὰ κλαίει κρυφά, μέχρι ποὺ ἀποκοιμήθηκε.

Ἔτσι ὁ Πορφύρης μπῆκε στὴ ζωὴ τῶν καλόγερων. Τοῦ φόρεσαν ἕνα ρασάκι κι ἕνα σκοῦφο. Ἔμεινε ἀκούρευτος κι ὅταν τρίχωσε τὸ πρόσωπό του ἄρχισε νὰ φτιάχνει γένι. Ἔμαθε ὅλες τὶς δουλειὲς καὶ τὶς ἔκανε πρόθυμα. Ἄναβε τὴ φωτιά, ψευτομαγέρευε, ἔφερνε νερό, μάζευε καὶ τὸ βρόχινο.

Στὸ καλύβι τοῦ γέροντα δὲν κοιμόντουσαν τὴ νύχτα. Ὅταν σκοτεινίαζε, ὁ καθένας στὸ κελλὶ του ἔλεγε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ. μετρώντας τοὺς κόμπους στὸ κομποσκοίνι. Ὁ γέροντας δίδαξε καὶ τὸ παιδὶ νὰ λέει τὴν εὐχή. Τέσσερις ὧρες ἀπὸ τὴ δύση τοῦ ἥλιου, διάβαζαν τὰ γράμματα. Τελείωναν μὲ τὴν πρώτη αὐγή. Ὕστερα ἀναπαύονταν λίγες ὧρες. Τὴ μέρα πελέκαγαν μικροὺς ξύλινους σταυροὺς καὶ φρόντιζαν δυὸ μέτρα περιβολάκι μὲ κουκιὰ καὶ δυὸ μυγδαλιές. Μαγέρευαν κουκιά, ρεβύθια καὶ στὶς γιορτὲς κανένα ψάρι ἀπὸ τὴ θάλασσα.

Τὰ χρόνια περνοῦσαν κι ὁ Πορφύρης δὲν ἔδειξε ποτὲ κόπο ἢ ἀντίρρηση. -Ἔλα ἐδῶ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. -Τρέξε ἐκεῖ Πορφύρη! -Εὐλογεῖτε γέροντα. Τὸ πρόσωπό του στέγνωσε καὶ σοβάρεψε, σὰ νὰ μὴν ἦταν πρόσωπο παιδιοῦ. Οἱ ἀναμνήσεις ἀπομεναν μέσα του μακρινές, λίγο τὴ μάνα του θυμόταν, ἄλλη γυναίκα δὲν ἤξερε, αὐτὴν καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο, καὶ συχνὰ κοιτάζοντας τὴν εἰκόνα τὶς μπέρδευε. Ἄνθρωπος κοσμικὸς δὲν ἔφτασε ποτὲ στὸ καλύβι, οὔτε ξυλοκόπος, μόνο τοὺς καλόγερους ἔβλεπε στὸ πέρα κονάκι, ὅταν πήγαινε τοὺς σταυροὺς κι ἔπαιρνε τρόφιμα.

Ἔτσι ἔγινε εἴκοσι χρονῶ ὁ Πορφύρης κι ὁ γέροντας εἶπε πὼς εἶναι καιρὸς νὰ πάρει τὴ δωρεὰ τοῦ μεγάλου καὶ ἀγγελικοῦ σχήματος. Τὸν κάνανε λοιπὸν μοναχό, μεγαλόσχημο. Τοῦ ἄλλαξαν τὸ ὄνομα, τὸν εἴπανε Νήφωνα. Ὁ Πορφύρης ἀπόμεινε μέσα στὶς ἀναμνήσεις μαζὶ μὲ τὴ μορφὴ τῆς μάνας καὶ τὸ κορμὶ τοῦ πατέρα τυλιγμένο στὴν κουβέρτα. Ἄλλο τίποτα δὲν ἄλλαξε στὴ ζωή του, μόνο ποὺ φόρεσε τὰ σημάδια τοῦ μεγαλόσχημου I(ησοῦς, Χ(ριστὸς) ΝΙ(κᾶ), στὴ μέση ἕνας σταυρὸς πάνω στὸ κρανίο τοῦ Ἀδάμ. Τ(οῦτο) Σ(ημεῖον) Φ(οβερὸν) Δ(αίμοσι). 


Στὴν ἄκρη τοῦ βράχου οἱ μέρες κι οἱ νύχτες κυλοῦσαν καθὼς τὸ βρόχινο νερό. Ὁ γέροντας κατάπεσε, σέρνονταν τὸ βῆμα του κι ἡ φωνὴ ἀδυνάτισε. Τότε ἦταν ποὺ ἔφτασε στὸ καλύβι ὁ πρῶτος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν κόσμο, ἕνας ἀρχιμανδρίτης, πρωτοσύγκελλος, μὲ σιδερωμένο ράσο κι ἄσπρα μανικέτια. Τὸν κέρασαν σῦκα καὶ ρακί. Ἔμεινε μαζί τους καὶ στὴν ἀγρυπνία. Τὸ πρωὶ ξεμονάχιασε τὸ Νήφωνα, ρωτοῦσε τὰ χρόνια του καὶ τὰ γράμματα ποὺ ξέρει. -Νὰ τὸν πάρω στὴν πόλη; εἶπε στὸ γέροντα. Θὰ πάει στὴ Σχολὴ νὰ βγεῖ κληρικός. – Ὅ,τι πεῖ μονάχος του, ἀπάντησε ὁ γέροντας. Κι ὁ Νήφωνας εἶπε ὄχι, χωρὶς κι ὁ ἴδιος νὰ ξέρη γιατί, μόνο ποὺ εἶπε «ὄχι».

Δὲν πέρασαν μέρες πολλὲς καὶ κάποια νύχτα ὁ γέροντας ἄφησε στὴ μέση τὴν ἀγρύπνια του. Ξάπλωσε στὰ στρωσίδια κι ὅταν ὁ ἥλιος ψήλωσε τὸ πρόσωπό του ἦταν λευκό, σὰν τὴ γενειάδα του. Δὲ σάλεψε. Ἦρθε ὁ παπὰς ἀπὸ τὴ σκήτη, τὸν δίπλωσαν στὸ ράσο, τὸν ἔρραψαν μέσα στὸ ράσο, καὶ τὸν ἀπόθεσαν στὴ ρίζα τῆς μυγδαλιᾶς, δίπλα στὸ περιβολάκι. Ὁ Νήφωνας μάζεψε ἀγριολούλουδα καὶ στόλισε τὸ σταυρό. Ἔφτιαξε κι ἕνα καντήλι γιὰ τὸν τάφο μὲ τὸ περισσευούμενο ποτήρι τοῦ γέροντα.


Ὁ καινούργιος γέροντας ἤτανε δύστροπος, εἶχε ρευματισμοὺς καὶ θύμωνε, τάβαζε μὲ τὸ Νήφωνα. Ὁ Νήφωνας δὲν ἦταν πιὰ παιδί, μὰ δὲ γύρισε ποτὲ λέξη στὸ γέροντα. Πέρασαν οἱ δυό τους δέκα χρόνια ζωῆς. Στὸ τέλος τῶν δέκα χρόνων ἦρθε ὁ δεύτερος ἐπισκέπτης στὸ καλύβι. Ἦταν ὁ ἀδερφὸς τοῦ Νήφωνα, εἶχε γίνει στὴν πόλη παπάς. Ὁ Νήφωνας τοῦ φίλησε τὸ χέρι κι ἐκεῖνος τὸν φίλησε στὸ μέτωπο. Ἦταν παντρεμένος, εἶχε καὶ τρία παιδιά. Τοῦ εἶπε γιὰ τὴ μάνα, ποὺ εἶχε πεθάνει πρὶν πέντε χρόνια. Τοῦ εἶπε καὶ γιὰ τὴν ἀδερφούλα, τὴ μικρὴ μικρή, τὴ Βάγγω, ποὺ εἶχε πεθάνει μὲ τὸ Δάγκειο. Ἡ Λενίτσα ἦταν παντρεμένη στὸ χωριό, ὁ ἄλλος ἀδελφὸς βγῆκε γιατρὸς καὶ ζοῦσε στὴν πόλη, ἔμεναν κι ἄλλοι δύο, oἱ πιὸ μικροί, ποὺ τελείωναν τώρα τὸ γυμνάσιο. Ὁ Νήφωνας χάραξε στὴ μέση ἕνα χαρτί. Ἔγραψε στὴ μιὰ τοὺς ζῶντες, στὴν ἄλλη τοὺς τεθνεῶτες. Ἔβαλε πρῶτο τὸν γέροντα, ὕστερα τὸν πατέρα, τὴ μάνα καὶ τὴ μικρὴ Εὐαγγελία. Μὰ καὶ οἱ ζῶντες ἦταν στὴ μνήμη του τόσο μακρινοί, συχνὰ δὲ μποροῦσε νὰ τοὺς ξεχωρίσει μεσ’ στὴ σκέψη του.

Ὕστερα κι ἀπ’ αὐτὰ ὁ Νήφωνας πῆρε εὐχὴ ἀπὸ τὸ γέροντα νὰ φύγει γιὰ τὰ Καρούλια. Εἶχε πεθάνει ἕνας ρῶσος ἀσκητὴς κι ὁ Νήφωνας πῆρε τὸ κελλάκι του. Ἦταν χτισμένο καταμεσῆς στὸν κατακόρυφο βράχο, στὸ κοίλωμα μιᾶς σπηλιᾶς. Ἐκεῖ ἔζησε τὰ ὑπόλοιπα χρόνια του ὁ Νήφωνας. Κατέβαινε τὸ βράχο κρατημένος ἀπὸ τὴν ἁλυσίδα, πατώντας σ’ ἀσήμαντες προεξοχὲς τῆς πέτρας, πάνω ἀπ’ τὴ θάλασσα. Τὸ κελλὶ εἶχε μιὰ πορτούλα στὸ πλάγι, μπροστὰ ἕνα παραθύρι, τὸ ἄνοιγες κι ἔχασκε ἀπὸ κάτω τὸ χάος τοῦ γκρεμοῦ. Τὸ χειμώνα ἡ θάλασσα βόγκαγε σὰν πληγωμένο θεριό. Ἀπὸ δῶ καὶ πέρα τὰ χρόνια δὲ μετριοῦνται. Ὁ Νήφωνας ἦταν λευκός, κατάλευκος κι ὁλοένα περσότερο κυρτωμένος. Οἱ νύχτες κυλοῦσαν ἄγρυπνες κι οἱ μέρες κουραστικές. Τώρα σκάλιζε λιγώτερους σταυρούς, ἔτρωγε λιγώτερο παξιμάδι καὶ τὰ κουκιὰ δὲν τάβραζε στὴ φωτιά, μόνο ποὺ τὰ μούσκευε γιὰ νὰ ξεφλουδίζουν. Μάζευε τὴ βροχὴ μὲ τὸ λούκι σ’ ἕνα πιθάρι καὶ τὸ νερὸ εὐωδίαζε σὰν ἁγιασμός. Τὸ πρόσωπο τοῦ γέροντα ἦταν ἤρεμο κι ἔνοιωθε χαρούμενος, ὅσο ποτὲ ἄλλοτε δὲν εἶχε νοιώσει στὴ ζωή. Τὴν Κυριακὴ σκαρφάλωνε στὸ βράχο, ν’ ἀνέβει στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ, νὰ κοινωνήσει. Τὶς ἄλλες μέρες διάβαζε μόνος του τὰ γράμματα, ὅπως πάντα. Ἔλεγε καὶ τὴν εὐχή, ἀσταμάτητα. Τὰ καράβια περνοῦσαν ἀλάργα, μὰ δὲν ἤξερε νὰ φανταστεῖ τὸν κόσμο καὶ τοὺς ἀνθρώπους, μόνο ποὺ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὰ καράβια ποὺ περνοῦσαν, νάχουν ταξίδι καλό.


Εἶχε ἀκόμα κι ἐκεῖνο τὸ χαρτὶ μὲ τοὺς ζῶντες καὶ τοὺς τεθνεῶτες καρφωμένο κάτω ἀπὸ τὶς εἰκόνες του. Μόνο ποὺ τώρα δὲ μποροῦσε νὰ ξέρη πιὰ πόσοι ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους ζοῦν καὶ πόσοι ἔφυγαν. Γι’ αὐτὸν ἤτανε ὅλοι ζωντανοὶ καὶ τοὺς μνημόνευε στοὺς ζῶντες. Ἀκόμα καὶ τὸν πατέρα του ποὺ τὸν εἶδε τυλιγμένο στὴν κουβέρτα, ἀκόμα καὶ τὸ γέροντα, ποὺ τὸν ἔθαψε μὲ τὰ χέρια του.

Ὁ Νήφωνας ἔφυγε τὴ Λαμπρή.

Εἶχε ἀνεβεῖ στὰ Κατουνάκια νὰ λειτουργηθεῖ. Ἔστησε τὴ λαμπάδα του ἀναμμένη στὸ στασίδι, προχώρησε στὸ ἅγιο Βῆμα καὶ κοινώνησε. Ὕστερα γύρισε στὸ στασίδι, σταύρωσε τὰ χέρια κι ἔγειρε τὸ κεφάλι. Μερικοὶ εἶπαν πὼς τὸν εἶδαν νὰ χαμογελάει. 


Ἡ λαμπάδα ἔκαιγε δίπλα του. Οἱ μοναχοὶ τὸν σήκωσαν, τὸν ἔρραψαν στὸ ράσο του καὶ τὸν κατέβασαν στὰ Καρούλια. Λίγα μέτρα ἀπὸ τὸ κελλί του, σ’ ἕνα μικρὸ κοίλωμα τοῦ βράχου, ἔσκαψαν καὶ τὸν ἀπόθεσαν ν’ ἀναπαυτεῖ. 


Τὸν ἔβαλαν ἔτσι, σὰ νὰ κοιτάζει τὸ πέλαγο. 

Στὸ βράχο εἶχαν φυτρώσει ἀγριολούλουδα. 


Βρῆκαν μέσ’ στὸ κελλί του καὶ τὸ σταυρὸ ἕτοιμο. 

Τὸν εἶχε φτιάξει ὁ ἴδιος «Νήφων μοναχὸς» ἔγραφε. 

Εἶχε χαράξει μόνος του τ’ ὄνομά του

στὰ δίπτυχα τῶν ζώντων. 
http://salograia.blogspot.gr/
 

Ἡ λέξη ἀνάθεμα καί ἡ σημασία της

Ἡ λέξη ἀνάθεμα καί ἡ σημασία της. Ὑπό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου (Μαξίμοβιτς)
Ἡ λέξη ἀνάθεμα καί ἡ σημασία της
ὑπό τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου (Μαξίμοβιτς),
Ἀρχιεπισκόπου τοῦ Σάν Φρανσίσκο
Ἡ ἑλληνική λέξη ἀνάθεμα, ἀποτελεῖται ἀπό δύο λέξεις: τήν ἀνά, πού εἶναι μία πρόθεση ἡ ὁποία δεικνύει κίνηση πρός τά ἄνω, καί τό θέμα, πού σημαίνει ἕνα ξεχωριστό τμῆμα ἀπό κάτι. Στή στρατιωτική ὁρολογία θέμα σήμαινε ἕνα ἀπόσπασμα· στήν πολιτική διακυβέρνηση, θέμα σήμαινε μία ἐπαρχία. Τώρα χρησιμοποιοῦμε τή λέξη «theme», πού προέρχεται ἀπό τό θέμα, γιά νά σημάνουμε μία συγκεκριμένη ἐνασχόληση [topic] μιᾶς γραπτῆς καί διανοητικῆς ἐργασίας.

Κυριολεκτικῶς τό ἀνάθεμα σημαίνει τήν ἀνύψωση κάποιου ξεχωριστοῦ πράγματος. Στήν Παλαιά Διαθήκη αὐτή ἡ ἔκφραση ἐχρησιμοποιεῖτο ἐξ ἴσου σέ ἀναφορά πρός αὐτό πού ἦταν ἀποξενωμένο ἐξαιτίας ἁμαρτωλότητος, ἀλλά παρομοίως καί πρός αὐτό πού ἦταν ἀφιερωμένο στό Θεό. Στήν Καινή Διαθήκη, στά κείμενα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου χρησιμοποιεῖται ἅπαξ σέ συνδυασμό μέ τό μαράν ἀθᾶ, πού σημαίνει τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου. Ὁ συνδυασμός αὐτῶν τῶν λέξεων σημαίνει χωρισμό μέχρι τήν ἔλευση τοῦ Κυρίου· μέ ἄλλες λέξεις – τό νά παραδοθεῖ κάποιος [ὡς ὑπόλογος] σέ Αὐτόν (Α΄ Κορ. 16, 22).
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος χρησιμοποιεῖ τό ἀνάθεμα σέ ἄλλο μέρος χωρίς τήν προσθήκη τοῦ μαράν ἀθᾶ (Γαλ. 1, 8-9). Ἐδῶ τό ἀνάθεμα ἐκφωνεῖται ἐναντίον τῆς διαστρεβλώσεως τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ ὅπως αὐτό κηρυσσόταν ἀπό τόν Ἀπόστολο, ἀνεξαρτήτως ἀπό ποιόν θά μποροῦσε αὐτή [ἡ διαστρέβλωση] νά διαπράττεται, εἴτε ἀπό τόν ἴδιο τόν Ἀπόστολο εἴτε ἀπό Ἄγγελο ἐξ οὐρανοῦ. Σέ αὐτήν τήν ἴδια ἔκφραση ἐπίσης ὑπονοεῖται: «Ἄς κατακρίνει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος», διότι ποιός ἄλλος μπορεῖ νά κατακρίνει τούς Ἀγγέλους;
Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στήν Ἀποκάλυψη (22, 3) λέγει ὅτι στή Νέα Ἱερουσαλήμ δέν θά ὑπάρχει ἀνάθεμα· αὐτό μπορεῖ νά κατανοηθεῖ μέ δύο τρόπους, δίνοντας στή λέξη ἀνάθεμα καί τά δύο νοήματα: 1) δέν θά ὑπάρχει καμμία ἀνύψωση στήν κρίση τοῦ Θεοῦ, διότι αὐτή ἡ κρίση ἔχει ἤδη ἔλθει εἰς πέρας· 2) δέν θά ὑπάρχει καμμία ἰδιαίτερη ἀφιέρωση στόν Θεό, διότι ὅλα τά πράγματα θά εἶναι τά ἱερά πράγματα τοῦ Θεοῦ, ἀκριβῶς ὅπως τό φῶς τοῦ Θεοῦ φωτίζει τούς πάντες (Ἀπ. 21, 23).
Στά πρακτικά τῶν Συνόδων καί τήν περαιτέρω πορεία τῆς τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ λέξη ἀνάθεμα κατέληξε νά σημαίνει τέλειο διαχωρισμό ἀπό τήν Ἐκκλησία. «Ἡ Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία ἀναθεματίζει», «ἀνάθεμα οὗτος ἔστω», ἤ «ἀνάθεμα τοῦτο ἔστω», σημαίνει τελεία ἀπόσχιση ἀπό τήν Ἐκκλησία. Ἀντιθέτως, σέ περιπτώσεις «διαχωρισμοῦ ἀπό τήν κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας» καί ἄλλων ἐπιτιμίων ἤ κανόνων μετανοίας ἐφαρμοσμένων σέ ἕνα πρόσωπο, τό ἴδιο τό πρόσωπο παρέμενε μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ἄν καί ἦταν περιορισμένη ἡ συμμετοχή του στήν πλήρη χάριτος ζωή Της. Παρά ταῦτα, αὐτοί πού παρεδίδοντο σέ ἀνάθεμα ἀπεσχίζονταν τελείως ἀπό Αὐτήν, μέχρι τή μετάνοιά τους. Ἡ ἐπί γῆς Ἐκκλησία συνειδητοποιώντας, ἐν ὄψει τῆς ἰσχυρογνωμοσύνης καί σκληροκαρδίας τους, ὅτι δέν μπορεῖ νά κάνει τίποτε γιά τή σωτηρία τους, τούς ἀνυψώνει στήν κρίση τοῦ Θεοῦ. Αὐτή ἡ κρίση εἶναι ἐλεήμων πάνω στούς μετανοοῦντες ἁμαρτωλούς, ἀλλά φοβερή πρός τούς πείσμονες ἐχθρούς τοῦ Θεοῦ. «Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος … καί γάρ ὁ Θεός ἡμῶν πῦρ καταναλίσκον» (Ἑβρ. 10, 31. 12, 29).
Τό ἀνάθεμα δέν εἶναι τελεία καταδίκη: μέχρι τόν θάνατο εἶναι δυνατή ἡ μετάνοια. Τό ἀνάθεμα δέν εἶναι φοβερό ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία εὔχεται συμφορές γιά ὁποιονδήποτε ἤ ἐπειδή ὀ Θεός ἐπιδιώκει τήν καταδίκη του. Ἐπιθυμοῦν [ὁ Θεός καί ἡ Ἐκκλησία] νά σωθοῦν ὅλοι. Ἀλλά εἶναι φοβερό νά ἵσταται κάποιος ἔμπροσθεν τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ σέ κατάσταση ἀποσκληρυμμμένου κακοῦ: τίποτε δέν εἶναι κρυφό ἀπό Αὐτόν.
«Φοβερόν τό ἐμπεσεῖν εἰς χεῖρας Θεοῦ ζῶντος· οὗτος Κριτής ἐστιν ἐνθυμήσεων καί ἐννοιῶν καρδίας· μηδείς εἰσέλθῃ πειράζων τήν πίστιν τήν ἀμώμητον, ἀλλ’ ἐν πραότητι καί φόβῳ Χριστῷ προσέλθωμεν, ἵνα λάβωμεν ἔλεον καί χάριν εὕρωμεν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν» (Στιχηρά τῶν Ἀποστίχων, Ἑσπερινός τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων).

[Οἱ λέξεις στίς ἀγκύλες, ὄχι στίς παρενθέσεις, εἶναι προσθήκη τῆς μεταφράσεως]

ΠΗΓΗ (στά ἀγγλικά): Περιοδικό Orthodox Life, 1977, No. 2, σελ. 18
ΤΟ ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΟ: http://www.impantokratoros.gr/CBC40D31.el.aspx