«Μην ξανακλάψεις έτσι, παιδί μου, επάνω στην εικόνα μου. Μου ράγισες την καρδιά!»

Παναγία Βαρνάκοβα

Το γεγονός αυτό ειπώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2013, από μια ηλικιωμένη κυρία, με καταγωγή από ένα χωριό της περιφερείας μας.
Ήρθε και προσκύνησε με τα παιδιά και τα εγγόνια της. Επάνω στην συζήτηση σχετικά με την προστασία της Παναγίας, είπε τα εξής συγκινητικά:
«Με το Μοναστήρι εδώ της Παναγίας είμαστε συνδεδεμένοι οικογενειακώς. Οι γονείς μου πολλές φορές έβρισκαν εργασία εδώ, γιατί τα χρόνια εκείνη υπήρχε μεγάλη φτώχεια. Έτσι και εγώ, μόλις 16 χρονών κοριτσάκι, πήγα στην Αθήνα για να εργαστώ σε κάποιο σπίτι.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Έβγαλε το ράσο του και το κρέμασε σε μία ακτίνα του ήλιου!

‘Ο ταπεινός άνθρωπος και θαύματα να κάνει,
 πάλι δεν πιστεύει στον λογισμό του…»

(Διήγηση Γέροντος Παϊσίου)

Ήταν στην Ιορδανία ένας πολύ απλός παπάς που έκανε θαύματα. Διάβαζε ανθρώπους και ζώα που είχαν κάποια αρρώστια και γίνονταν καλά. Πήγαιναν και μουσουλμάνοι σ’ αυτόν, όταν έπασχαν από κάτι, και τους θεράπευε. Αυτός, πριν λειτουργήσει, έπαιρνε ένα ρόφημα με λίγο παξιμάδι και μετά όλη την ημέρα δεν έτρωγε τίποτε.

Κάποτε έμαθε ο Πατριάρχης ότι τρώει πριν από την Θεία Λειτουργία και τον κάλεσε στο Πατριαρχείο. Πήγε εκείνος, χωρίς να ξέρει γιατί τον ζητάνε.

Ώσπου να τον φωνάξει ο Πατριάρχης, περίμενε μαζί με άλλους σε μια αίθουσα. Έξω έκανε πολλή ζέστη· είχαν κλειστά τα παντζούρια και από μια τρυπούλα περνούσε μια ακτίνα.

Αυτός νόμισε ότι είναι σχοινί.

Επειδή είχε ιδρώσει, βγάζει το ράσο του και το κρεμάει πάνω στην ακτίνα.

Όταν το είδαν οι άλλοι που κάθονταν εκεί στην αίθουσα, τα έχασαν. Πάνε και λένε στον Πατριάρχη:

«Ο παπάς που κολατσίζει πριν από την Θεία Λειτουργία κρέμασε το ράσο του πάνω σε μια ακτίνα!».

Τον κάλεσε μέσα ο Πατριάρχης και άρχισε να τον ρωτάει: «Τι κάνεις; Πώς πας; Κάθε πότε λειτουργείς; Πώς ετοιμάζεσαι για την Θεία Λειτουργία;».

«Να, λέει, διαβάζω την ακολουθία του όρθρου, κάνω και μερικές μετάνοιες και ύστερα φτιάχνω ένα ρόφημα, κολατσίζω λίγο, και έπειτα λειτουργώ». «Γιατί το κάνεις αυτό;», τον ρωτάει ο Πατριάρχης.

«Άμα φάω λιγάκι πριν από την Θεία Λειτουργία, λέει εκείνος, όταν κάνω κατάλυση , πάει ο Χριστός επάνω! Ενώ, αν φάω μετά την Θεία Λειτουργία, πάει ο Χριστός από κάτω»!

Με καλό λογισμό το έκανε! Του λέει τότε ο Πατριάρχης: «Όχι, δεν είναι σωστό αυτό. Πρώτα να κάνεις κατάλυση, και έπειτα να τρως λίγο».

Έβαλε μετάνοια και το δέχθηκε.

Ενώ, αν πίστευε στον λογισμό του, μπορούσε να πει: «Εγώ διαβάζω ανθρώπους και ζώα άρρωστα και γίνονται καλά, κάνω θαύματα· τι μου λέει αυτός; Έτσι που το σκέφτομαι, είναι πιο καλά, γιατί αλλιώς πάει το φαγητό πάνω από τον Χριστό».

Θέλω να πω, παρόλο που είχε φθάσει σε τέτοια κατάσταση, να κάνει θαύματα, το δέχθηκε απλά· δεν είχε δικό του θέλημα.

Έχω καταλάβει ότι ή υπακοή πολύ βοηθάει. Και λίγο μυαλό να έχει κανείς, αν κάνει υπακοή, γίνεται φιλόσοφος. Είτε έξυπνος είτε κουτός είτε υγιής είτε άρρωστος πνευματικά ή σωματικά είναι κανείς και βασανίζεται από λογισμούς, αν κάνει υπακοή, ελευθερώνεται.

http://pneumatoskoinwnia.blogspot.gr/2014/11/blog-post_16.html#more

 

 

«Θα σας ξανασυναντήσω εκεί…» Εμφάνιση της Παναγίας Φανερωμένης Λευκάδας σε ένα ζευγάρι Βολιωτών!!!

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Παναγίας Φανερωμένης Λευκάδας
 
Ένα απόγευμα, το Καλοκαίρι του 2012, κατά την διάρκεια του Αποδείπνου, ένα ζευγάρι στέκονταν για αρκετή ώρα ακίνητο μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Όταν ρωτήσαμε να μας εξηγήσουν την αιτία αυτής της στάσης τους μας διηγήθηκαν τα εξής:
Είχαμε βρεθεί στη Λευκάδα, πριν δύο χρόνια, για διακοπές. Την τελευταία ημέρα καθώς αποχαιρετούσαμε τους ιδιοκτήτες των ενοικιαζομένων δωματίων όπου είχαμε διαμείνει, μας ρώτησαν αν μέσα σε όσα επισκεφτήκαμε στο νησί ήταν και το Μοναστήρι της Παναγίας της Φανερωμένης. Εμείς τότε δεν είχαμε επαφή με την Εκκλησία και το να επισκεφθούμε ένα Μοναστήρι, και μάλιστα κατά τις ημέρες των διακοπών, ήταν από τα πράγματα που δεν θα προγραμματίζαμε. Όμως μιας και είχαμε αρκετό χρόνο και μας είπαν ότι η Μονή είναι κοντά αποφασίσαμε να δούμε και αυτό το «αξιοθέατο» (έτσι το αντιλαμβανόμασταν).
 

Καθώς ανηφορίζοντας προσπεράσαμε το χωριό Φρύνι, αμφιβάλλαμε για το αν είχαμε ακολουθήσει τη σωστή κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου λίγο πριν τη Μονή, όπου κατεβαίνει ένας χείμαρρος και ο δρόμος σχηματίζει πέταλο, συζητούσαμε την απορία μας.

Τότε συναντήσαμε μια γυναίκα που κατέβαινε από τον λόφο. Το παράστημά της ήταν επιβλητικό, φορούσε μακριά ανοιχτόχρωμα ρούχα και όλη η εμφάνισή της ήταν εντυπωσιακή. Όταν την πλησιάσαμε σταθήκαμε και τη ρωτήσαμε εάν γνωρίζει πού είναι η Μονή της Παναγίας και αν πηγαίναμε σωστά. Τότε αυτή μας απάντησε με μειλίχια καθαρή φωνή: «Σωστά πηγαίνετε. Το Μοναστήρι είναι λίγο πιο πάνω. Και εγώ από εκεί έρχομαι και σε λίγο θα επιστρέψω. Και εγώ εκεί μένω. Θα σας ξανασυναντήσω εκεί». Ήταν η φωνή της σαν δροσερή αύρα μέσα στο κάμα του μεσημεριού.
Την ευχαριστήσαμε και συνεχίσαμε τον δρόμο. Καθώς όμως βρεθήκαμε στην απέναντι πλευρά στο πέταλο του δρόμου, κοιτάξαμε να δούμε ξανά αυτή την γυναίκα, αλλά δεν υπήρχε πουθενά κανείς. Σκεφθήκαμε ότι ίσως να λιποθύμησε από τον καύσωνα, και αφού σταματήσαμε κατεβήκαμε να την βρούμε. Αλλά μάταια. Φωνάξαμε, τρέξαμε προς τα κάτω, αλλά καμία απόκριση. Είχαμε αρχίσει να σαστίζουμε. Μπήκαμε τέλος στο αμάξι μας και μείναμε αμήχανοι και ακίνητοι για αρκετή ώρα. Όταν ξεκινήσαμε κάνεις δεν είχε διάθεση να συζητήσουμε. Βρισκόμασταν σε βαθειά απορία.
Μετά από λίγα μέτρα φθάσαμε στη Μονή. Ήταν μεσημέρι και δεν είχε κόσμο. Και εμείς, ως τουρίστες παρά ως προσκυνητές, επισκεπτόμασταν και περιεργαζόμασταν τις αυλές, το Μουσείο, την θέα προς τη θάλασσα, χωρίς να μπούμε στον Ιερό Ναό της Παναγίας. Για εμάς τότε αξία είχαν όλα τα υπόλοιπα. Όλη αυτή την ώρα δε, συνεχίζονταν η αμήχανη σιωπή μας. Μετά από λίγα λεπτά πήραμε τον δρόμο προς την έξοδο και καθώς βλέπαμε άλλους να μπαίνουν στον Ιερό Ναό, νωχελικά τους ακολουθήσαμε από περιέργεια.
 
Είχαμε καιρό να μπούμε σε Εκκλησία και γι’ αυτό μας δημιουργούσε κατάνυξη το καθετί. Καθίσαμε και η σκέψη μας ξεκουράζονταν μαζί με το σώμα μας. Κάποια στιγμή προσέξαμε ότι όλοι έμπαιναν στο δεξιό μέρος του Ιερού και προσκυνούσαν. 
 
Αφού έφυγαν όλοι σηκώθηκε πρώτα ο σύζυγός μου και πήγε και αυτός στο χώρο εκείνο. Στεκόταν ακίνητος και κοιτούσε αποσβολωμένος προς μία εικόνα. Εγώ τον κοιτούσα με ανησυχία διότι δεν είναι άνθρωπος που εντυπωσιάζεται ή εκδηλώνεται εύκολα. Πήγα κοντά του να τον ρωτήσω τί συμβαίνει. Όταν αντίκρισα την Εικόνα που κοιτούσε έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.
Στην Εικόνα της Παναγίας της Φανερωμένης αναγνωρίσαμε τη γυναίκα που είχαμε συναντήσει στον δρόμο προηγουμένως. Το πρόσωπό της, το χαμόγελό της, τα ρούχα της ήταν ξανά μπροστά μας. 
 
Αποτέλεσμα εικόνας για Παναγίας Φανερωμένης Λευκάδας
 
Καθώς από τα μάτια μας έτρεχαν δάκρυα θυμηθήκαμε ότι μας είχε πει: 
«Θα σας συναντήσω ξανά εκεί στο Μοναστήρι».
Μετά από αυτή την συνάντηση άλλαξε η ζωή μας. Αναζητήσαμε τον Θεό και γνωρίσαμε την Εκκλησία Του. Καταλάβαμε ότι είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού και ότι η Εκκλησία είναι το υπόλοιπο Σώμα Του. Εξομολογούμαστε και κοινωνούμε τακτικά διότι εκεί βρήκαμε το αληθινό νόημα της ζωής.

Πηγή: Περιοδικό «Φανερωμένη», Τριμηνιαία έκδοση, τ. 28 Απρίλιος- Ιούνιος 2017.

 

 

 

 

https://amfoterodexios.blogspot.gr/2017/09/blog-post_92.html

 

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Ο π. Γεώργιος Κάλτσιου αφηγείται μία θαυμαστή εμπειρία που είχε ανήμερα του Πάσχα, όταν ήταν κρατούμενος στις κομμουνιστικές φυλακές. (βίντεο).

***

Εκείνο το πασχαλιάτικο πρωινό δεν γύρισα το πρόσωπό μου στον τοίχο.

Ήταν ένας φύλακας ..

Αν έχετε δει ποτέ όμορφο διάβολο, αυτός ο άνθρωπος ήταν πράγματι ένας όμορφος διάβολος. Σίγουρα ήταν επαρχιώτης. Νεαρός άνδρας. Λεπτός, ψηλός με μπλε μάτια. Πολύ αγγελικός, με πολύ ωραίο πρόσωπο. Πάντα ντυμένος κομψά με τη στολή του. Οι άλλοι ερχόντουσαν λιγότερο καθαροί, αυτός ήταν πάντα πολύ καθαρός και κομψός.

Ωστόσο είχε μια ανεξήγητη σκληρότητα. Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς κάποιος με τόσο αρρενωπή και αγγελική ομορφιά θα μπορούσε να είναι τόσο βάναυσος. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν ξυλοκοπούσε 5 – 6 κρατούμενους στην βάρδια του, μάλλον δεν πρέπει να ένοιωθε καλά.

Γενικά στην φυλακή, σε συνθήκες φόβου και τρόμου, είναι πιο εύκολο ν’ αντέξεις το δικό σου το βασανιστήριο παρά να ακούς έναν άλλον την ώρα που τον βασανίζουν. Όταν ακούς τις κραυγές… Οι περισσότεροι από αυτούς που ξυλοκοπούνταν ήταν φυλακισμένοι του κοινού δικαίου επειδή εμείς οι πολιτικοί κρατούμενοι ήμασταν λίγοι. Αυτοί οι άνδρες ούρλιαζαν όταν τους χτυπούσαν. Εμείς δεν λέγαμε τίποτα, ποτέ δεν ουρλιάζαμε. Εκείνοι φώναζαν και η φαντασία μας άρχιζε να οργιάζει. Φανταζόμασταν φρικτά πράγματα. Ήταν τόσο έντονη η ψυχική αγωνία που προτιμούσες να έρθουν να χτυπήσουν εσένα μόνο και μόνο για να μην ακούς τις κραυγές των άλλων.

Και αυτός ο φύλακας ήταν από εκείνους που ένοιωθαν ευχαρίστηση όταν βασάνιζαν τους άλλους.

Εκείνο το πρωί όταν άνοιξε την πόρτα … εγώ όλη νύχτα προσευχόμουν στον Θεό. Πρέπει να είχα πει εκατοντάδες, χιλιάδες φορές: Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος.

Χιλιάδες φορές ίσως. Για να μπει βαθιά μέσα στο μυαλό μου και στην καρδιά μου η αλήθεια της Αναστάσεως.

Στάθηκα αντικρίζοντας την πόρτα όταν μπήκε μέσα και είπα: «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Ο φύλακας με κοίταξε. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε εκείνους που βρίσκονταν πίσω του, γύρισε πάλι σ’ εμένα και είπε: «ΑΛΗΘΩΣ Ο ΚΥΡΙΟΣ

Αυτό για μένα ήταν σαν χτύπημα στο κεφάλι. Εκείνη την στιγμή κατάλαβα ότι δεν ήταν αυτός που μου είπε «Αληθώς ο Κύριος», ήταν ο Άγγελος του Κυρίου.

Εκείνος που καθότανε στον τάφο και είπε στις Μυροφόρες: Τί ζητείτε τόν ζώντα μετά τών νεκρών; ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· … ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν.

Δια του στόματός του ο Άγγελος μου επιβεβαίωσε την Ανάσταση επειδή την χρειαζόμουν αυτήν την επιβεβαίωση και επειδή ο Θεός ήθελε να μου επιβεβαιώσει την αλήθεια της Αναστάσεώς Του μέσα από το στόμα του εχθρού μου.

Το κελλί μου πλημμύρισε από φως. Η χαρά μου ήταν τόσο μεγάλη. Για 5 με 6 ώρες, μέχρι το μεσημέρι που ερχόταν το φαγητό, ήμουν μέσα στο φως, ένοιωθα πνευματική αγαλλίαση.

Εμένα με είχε αναλάβει ένας συνταγματάρχης της φυλακής ο οποίος μου έκανε ειδική μεταχείριση. Με την κακή έννοια της λέξεως, όχι την καλή.

Ο συνταγματάρχης δεν ήταν κακός όταν ήταν μεθυσμένος. Όταν όμως ήταν νηφάλιος ήταν πολύ κακός. Ευτυχώς τις περισσότερες φορές ήταν μεθυσμένος. Τον άκουσα λοιπόν να κατεβαίνει στον διάδρομο στις 12 π.μ.. Οι διάδρομοι είχαν τρομακτικό αντίλαλο. Ακούσαμε τα βήματα στον διάδρομο και ξέραμε, αναγνωρίσαμε τα βήματά του επειδή η ακοή οξύνεται και το μυαλό ακολουθεί την κάθε κίνηση. Γνωρίζαμε λοιπόν ότι ερχόταν και γνωρίζαμε τον σκοπό του ερχομού του.

Και σκέφτηκα κάτι σαν σε ένα παιχνίδι. Είπα μέσα μου: θα σταθώ με την πλάτη στον τοίχο, θα στρέψω το πρόσωπό μου προς αυτόν, θα τον κοιτάξω μέσα στα μάτια και θα του πω, ‘Χριστός Ανέστη’.

Δεν ήταν όπως την πρώτη φορά. Δεν υπήρχε πλέον αυτή η εσωτερική ώθηση. Ήταν σαν ένα παιχνίδι. Κάτι σαν ότι εγώ ήξερα τι θα μου απαντούσε και ότι εκείνος ήξερε τι θα του έλεγα, ότι γνωρίζαμε ο ένας τον άλλον. Γνώριζε το πείσμα μου, γνώριζα τις δυνατότητές του, την έλλειψη φαντασίας του και ότι θα αντιδρούσε όπως ακριβώς περίμενα.

Άνοιξε την πόρτα και του είπα: «Χριστός Ανέστη

Με κοίταξε και είπε: «Τον είδες;»

Είπα: Συνταγματάρχα μου δεν Τον είδα όταν ανεστήθη, αλλά πιστεύω στην αλήθεια της Αναστάσεως μέσα από την αυθεντία εκείνων που Τον είδαν. Τους Αποστόλους, τους μαθητές, τους Μάρτυρες, τα εκατομμύρια των Χριστιανών που πέθαναν, είτε από μαρτύρια είτε από φυσικό θάνατο, δοξολογώντας τον Χριστό. Όλοι αυτοί συνιστούν εγγύηση ότι ο Χριστός ανεστήθη. Έχεις δει ποτέ τον Βόρειο Πόλο; Πιστεύεις όμως στο κύρος των επιστημόνων. Ούτε έχεις δει ποτέ τον Στάλιν ή τον Μαρξ παρά μόνο σε φωτογραφίες, αλλά πιστεύεις σε αυτούς μέσα από την αυθεντία των κομμουνιστών που μιλούν γι’ αυτούς.

Όσο περισσότερο μιλούσα, όσο περισσότερο επιχειρηματολογούσα με την λογική, άλλο τόσο λυπόταν η καρδιά μου, άλλο τόσο χανόταν το φως μέσα στο κελλί.

Επειδή προσπάθησα να εξηγήσω με την λογική, με την ανθρώπινη λογική, μια Αλήθεια η οποία δεν χωράει αμφισβήτηση. Η απλή δήλωση «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ» αρκούσε να τον πείσει ή να μην τον πείσει.

Και κατάλαβα ότι είχα αμαρτήσει και ότι ο Θεός με είχε εγκαταλείψει.

Ο Άγγελος που μου είπε «Αληθώς Ανέστη» είχε φύγει.

Δεν υπήρχε πια φως στο κελλί…

***

Μετάφραση Φαίη για το ιστολόγιο ΑΒΕΡΩΦ

http://aktines.blogspot.gr/2017/09/blog-post_626.html#more

 

«Πως ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος με έβγαλε από το αδιέξοδο…» ~ (Συγκλονιστικό!!!)

Το 1992 υπηρετούσα σε μια Μονάδα του Έβρου και διέμενα στο Διδυμότειχο. Την εποχή εκείνη η σύζυγός μου, Μαρία, ήταν έγκυος στο δεύτερο παίδι και διένυε τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της. Το θετικό αποτέλεσμα ενός τέστ ελέγχου αντισωμάτων ερυθράς, μας αναστάτωσε.Μετά από μερικές ήμερες η επανάληψη του τέστ, σε άλλο μικροβιολογικό εργαστήριο, επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η σύζυγός μου είχε νοσήσει από ερυθρά, ενώ εγκυμονούσε…
Να σημειωθεί ότι κατά την πρώτη εγκυμοσύνη, πριν από 3 χρόνια περίπου, το αποτέλεσμα του τέστ αντισωμάτων ερυθράς ήταν αρνητικό. Όπως ήταν επόμενο απευθύνθηκα σε ιατρούς γυναικολόγους, πού εμμέσως μας προέτρεπαν σε διακοπή κυήσεως, δεδομένου ότι ο ιός της ερυθράς προσβάλλει τα μάτια, τα αυτιά και τον εγκέφαλο του εμβρύου. Οι στατιστικές συνηγορούσαν ότι υπήρχαν πιθανότητες στο 80% – 85% το παιδί πού θα γεννιόταν να είναι τυφλό, κωφάλαλο ή και με διανοητική στέρηση. Με όλα αυτά πού άκουγα είχα χάσει πραγματικά τον ύπνο μου, ενώ προσπαθούσα να μη μεταφέρω στη σύζυγό μου τις αγωνίες μου, για να μην επιβαρύνω την κατάστασή της.
Τον Αύγουστο του ’92 πήρα μετάθεση από τον Έβρο στη Μυτιλήνη (ιδιαίτερη πατρίδα μου). Η σύζυγός μου είχε φύγει 10 ημέρες περίπου νωρίτερα για να μπορέσω να μαζέψω την οικοσκευή μας.
Ήταν Παρασκευή προς Σάββατο και ενώ κοιμόμουν είδα στον ύπνο μου έναν Γέροντα ρασοφόρο να με προσκαλεί πάραυτα, να πάω στο Άγιον Όρος. 

Μέχρι τότε δεν είχα ποτέ επισκεφθεί, αλλά και ούτε γνώριζα το δρομολόγιο πού έπρεπε να ακολουθήσω για να φτάσω εκεί. Η απάντηση πού του έδωσα μέσα στον ύπνο μου ήταν: 

Συνέχεια ανάγνωσης

 

ΚΑΙ ΑΛΛΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ: Την εγχείρηση στην έκανε τα ξημερώματα ο γέροντας Παΐσιος!

Διήγηση Νικολάου Κουλούρη, Καθηγητού στο Τμήμα Νομικής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου:

«Το έτος 2012, ο φοιτητής μου στο Τμήμα Νομικής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου Στέλιος Κρεούζος, ο οποίος είναι δημοσιογράφος του ΡΙΚ, διαγνώσθηκε με υγρό στους πνεύμονες και στην καρδιά. Ταλαιπωρήθηκε επί ένάμισυ έτος νοσηλευόμενος για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε Νοσοκομείο. Τελικά, ο θεράπων ιατρός του συνέστησε να υποβληθή σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του υγρού, ώστε να σταματήση η ταλαιπωρία του. Η επέμβαση αυτή διακρίνεται από μη αμελητέο βαθμό επικινδυνότητας, όπως ανέφερε στον φοιτητή μου ο χειρουργός. Την παραμονή της προγραμματισμένης ημέρας για την επέμβαση, ο φοιτητής μου έκανε εισαγωγή στο Νοσοκομείο. Τον είχε καταλάβει εύλογη άγωνία για την έκβαση της επέμβασης. Το απόγευμα τον επισκέφθηκε μιά ξαδέλφη του και του έφερε ένα βιβλίο για τον Γέροντα και ήδη όσιο Παΐσιο τον Αγιορείτη, λέγοντάς του ότι η ανάγνωσή του θα τον βοηθήση να ηρεμήση. Υπ’ όψη ότι ο φοιτητής μου μέχρι τότε είχε μόνο επιδερμική, τυπική σχέση μέ τον θεό και την Ορθόδοξη πίστη, όπως δυστυχώς οι περισσότεροι Έλληνες. Ο φοιτητής μου άρχισε να διαβάζη το βιβλίο του Οσίου. Κάποια στιγμή, φθάνει στο σημείο, όπου σύμφωνα με τον βιογράφο του, ο Όσιος ζήτησε από τον Θεό «να του στείλη έναν καρκίνο για να τον δοκιμάση», γεγονός το οποίο εντυπώσιασε ιδιαιτέρως τον φοιτητή μου. Η επόμενη όμως ρήση του Οσίου ήταν αυτή πού τον συγκλόνισε: «Θεέ μου, η κάθε ημέρα της ζωής μου είναι στά χέρια Σου!». Ο φοιτητής μου τότε άρχισε να επαναλαμβάνη αδιαλείπτως τη ρήση αυτή του Οσίου, ενώ δάκρυα άρχισαν να του κατακλύζουν τα μάτια. Ο φοιτητής μου κλαίγοντας συνεχώς και ιδιαιτέρως συγκινημένος εξακολουθούσε να αναφωνή: «Θεέ μου, η κάθε ημέρα της ζωής μου είναι στα χέρια Σου!». Ήταν μια μορφή έμμεσης, αλλά ουσιαστικότατης προσευχής προς τον Θεό για την επιτυχία της επέμβασης.
Η σύζυγός του ακούγοντάς τον, μπήκε στο θάλαμο και θορυβημένη τον ρώτησε γιατί κλαίει, προσπαθώντας να τον καθησυχάση ότι όλα θα πάνε καλά με την επέμβαση. Αυτός της ζήτησε να τον αφήση μόνο του στον θάλαμο, να πάη σπίτι τους για να φροντίση τα δύο ανήλικα παιδιά τους και να κοιμηθή και της υποσχέθηκε ότι θα ηρεμήση. Έτσι, ο φοιτητής μου παρέμεινε μόνος του στον θάλαμο, εξακολουθώντας να αναφωνή τη ρήση του Οσίου και να κλαίη. Κάποια στιγμή, σε προχωρημένη ώρα της νύχτας, ο φοιτητής μου αντιλήφθηκε σαν σε οπτασία την παρουσία στο πλάϊ του ενός ρασοφόρου άνδρα. Ενστικτωδώς και δίχως να συναισθάνεται πλήρως την ουσία των λόγων του, απευθύνθηκε στον ρασοφόρο αυτόν λέγοντάς του: «Γέροντα Παΐσιε, εάν έχης έλθει για εμένα, σε παρακαλώ βοήθησέ με να έχη επιτυχή έκβαση η επέμβαση». Και εξακολούθησε κλαίγοντας να επαναλαμβάνη την ανωτέρω ρήση του Οσίου: «Θεέ μου, η κάθε ημέρα της ζωής μου είναι στα χέρια Σου!». Αυτό διήρκησε μέχρι τις 5.45΄ τα ξημερώματα της ημέρας της προγραμματισμένης επέμβασης, οπότε και τον φοιτητή μου τον πήρε ο ύπνος, θυμάται την ώρα αυτή, γιατί λίγο πριν τον πάρει ο ύπνος είχε κοιτάξει το ρολόι του. Στις 7.00΄ το πρωί ήλθε ο νοσοκόμος και τον ξύπνησε, ώστε να τον προετοιμάση για την επέμβαση. Έκπληκτος ο νοσοκόμος διαπίστωσε ότι τα ρούχα και τα σεντόνια του κρεββατιού του φοιτητή μου ήταν μούσκεμα. Τον ρώτησε εάν χύθηκε νερό επάνω του, πράγμα το οποίο αρνήθηκε ο φοιτητής μου. Ο νοσοκόμος, άφου τον βοήθησε να βάλη στεγνά ρούχα, τον μετέφερε σε διπλανό θάλαμο, ώστε να κάνη μιά τελική μέτρηση για να διαπιστωθή η ακριβής θέση και ποσότητα του ύγρου στους πνεύμονες και στην καρδιά, ώστε να καθοδηγηθή ο χειρουργός για την επέμβαση. Ο χειριστής του μηχανήματος, αφού έκανε την μέτρηση, είπε στον νοσοκόμο να μεταφέρη τον φοιτητή μου σε ένα άλλο μηχάνημα μέτρησης, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο μηχάνημα, το οποίο πάθαινε συχνά βλάβες, δέν έδειξε κάτι. Πράγματι, τον μετέφερε στο άλλο μηχάνημα μέτρησης, το οποίο δεν είχε εμφανίσει ποτέ βλάβη και ήταν ιδιαίτερης αξιοπιστίας. Έκπληκτος ο χειριστής του διαπίστωσε από την μέτρηση ότι δεν υπήρχε υγρό σε κανένα σημείο του σώματος του φοιτητή μου. Αμέσως επικοινώνησε με τον χειρουργό, αναφέροντάς του το γεγονός. Υπ’ όψη ότι ο συγκεκριμένος χειρουργός είναι κοντά στον Θεό και είχε υπ΄ όψη του από μεσολαβήσασα διήγηση του φοιτητή μου τα διαδραματισθέντα κατά τη διάρκεια της νύχτας στον θάλαμό του. Ο χειρουργός είπε στον χειριστή του μηχανήματος: «Πάει το μυαλό μου στο τί έχει συμβή, αλλά για να βεβαιωθούμε πλήρως, να μεταφέρης τον ασθενή στον αξονικό τομογράφο με παραπεμπτικό σημείωμα περί διάγνωσης της θέσης και της ποσότητας του υγρού στο σώμα του». Όπερ και εγένετο. Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης, ο ιατρός πού μελέτησε τα ευρήματά της, επικοινώνησε με τον χειρουργό του φοιτητή μου, λέγοντάς του ότι κάποιο λάθος έχει γίνει στο παραπεμπτικό σημείωμα και ότι για άλλο λόγο πρέπει να του έχη στείλει τον ασθενή για εξέταση. Και αυτό, γιατί από την εξέταση προέκυψε ότι «δεν υπάρχει ίχνος υγρού στο σώμα του ασθενούς!». Ο χειρουργός τότε έδωσε εντολή στον νοσοκόμο να επαναφέρη τον ασθενή στο θάλαμό του. Εκεί τον επισκέφθηκε αμέσως και του ζήτησε να βγάλη τη νοσοκομειακή φόρμα εγχείρησης, να φορέση τα ρούχα του και να φύγη για το σπίτι του. Στην εύλογη απορία του φοιτητή μου: «Μα, γιατρέ, τί θα γίνη με την εγχείρηση;», ο χειρουργός του απάντησε: «Την εγχείρηση στην έκανε τα ξημερώματα ο γέροντας Παΐσιος!».

«Τα ανωτέρω, μου τα διηγήθηκε ενώπιος ενωπίω ο ίδιος ο φοιτητής μου, ο οποίος έκτοτε δοξάζει καθημερινά τον θεό και μνημονεύει με ευγνωμοσύνη τον ήδη όσιο Παΐσιο».

Πηγή: Όσιος Παΐσιος, (Μαρτύριες – Περιστατικά – Διδαχές), § Έκανε Την Εγχείρηση, Σελ. 270-274, Έκδοσις «Ενωμένη Ρωμιοσύνη, Σειρά «Ορθόδοξο Βίωμα», Τόμος 3, Θεσσαλονίκη 2015.

 

 

~ ΟΤΑΝ Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΤΡΑΒΗΞΕ ΤΗΝ ΜΠΙΣΤΟΛΑ ΚΑΙ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ!

Του Ζαχαρία Καψαλάκη
Η επανάσταση του 1866 είχε περάσει
Μια επανάσταση που χώρισε χριστιανούς και μουσουλμάνους στα δυο και το αίμα έτρεξε ποτάμι σε όλη την Κρήτη!
Σε ένα κεφαλοχώρι της Μεσαράς, στο Σίβα, είχε έλθει ο Τούρκος φοροεισπράκτορας από το γειτονικό χωριό Άγιο Ιωάννη, να εισπράξει το φόρο της δεκάτης…
–           Ανήμερα τ’  Άι – Γιαννιού του Ρηγολόγου ήλθε ο αθεόφοβος στο χωριό, μονολόγησε ο παπα Σύγκελος… Και ήρθε και μεθυσμένος!
Είχε καθίσει στην πεζούλα του Άι Γιάννη και ξέροντας πως οι Ρωμιοί νηστεύουν, έβριζε τους χριστιανούς, έβριζε τα Θεία και πρόσταξε να του βράσουν μια όρνιθα…
–           Αυτό αγά μου δε γίνεται, του λέει ο παπα – Σύγκελος! Η πίστη μας δε μας επιτρέπει τέτοια μέρα να βάλουμε κρέας στο τσικάλι…
–           Ποια πίστη σας μωρέ παπά του λέει… Εδά θα δεις…
Και με ένα σάλτο σηκώνεται, παίζει μια κλωστά στην πόρτα της εκκλησίας του Άι – Γιάννη και μπαίνει μέσα. Βγάζει την μπιστόλα του και σημαδεύει το Χριστό στο κεφάλι…
–           Μη αγά μου φωνάζει ο παπάς! Τι πας να κάνεις;
Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του και η μπιστόλα βρόντηξε.
Το βόλι βρήκε το Χριστό στο τέμπλο στο κεφάλι!
Γελώντας και ουρλιάζοντας από ικανοποίηση ο Τούρκος βγαίνει από την εκκλησία και ξανακάθετε στην πεζούλα.
–           Δε τηνε λογαριάζω παπά την πίστη σου, φώναξε. Δεν φοβάμαι το Χριστό σας…
Μα δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του και μια μέλισσα τον γυρόφερε…
Πήγε και κάθισε στα χείλη του, χωρίς να πάρει είδηση ο μεθυσμένος.
Το δάγκωμα τον τρόμαξε.
Πετάχτηκε ολόρθος…
–           Ήντα παθες αγά μου; Ρώτησε ο παπάς…
–           Κάτι με δάγκωσε στα χείλη και άρχισα να πρίχνομαι, φώναξε.
Ο Τούρκος άρχισε να πρίχνεται πράγματι και να μην αισθάνεται καλά.
Πήρε τη φοράδα του και πήγε στον Άι – Γιάννη στο κονάκι του.
Το βράδυ φτάνει στο χωριό απεσταλμένος του και χτυπά την πόρτα του σπιτιού του παπα Σύγκελου.
–           Ο αγάς είναι βαριά άρρωστος, είπε. Σε παρακαλεί να προσευχηθεί στον Άγιο σας να με κάνει καλά και θα σας φτιάξει ότι θέλετε, μου είπε να σας πω…
Πράγματι ο παπάς πήγε στην εκκλησία και παρακάλεσε τον Άγιο να τον συγχωρέσει όχι γιατί νοιάστηκε για τον Τούρκο, αλλά γιατί φοβόταν την οργή τους αν πέθαινε…
Πράγματι μετά από λίγες μέρες η υγεία του βελτιώθηκε. Φώναξε τον παπά να τον ευχαριστήσει και να του πει τι θέλει να φτιάξει για το χωριό.
Ο παπα – Γιάννης ρώτησε τους χωριανούς και ζήτησαν από τον αγά να τους φτιάξει γούρνες στην είσοδο του χωριού για να πλένουν οι γυναίκες τα ρούχα και να ποτίζουν τα ζώα οι Σιβιανοί.
Το έργο έγινε…
Σήμερα στο Σίβα στέκουν και τα δυο για να δηλώνουν το θαύμα!
Και η τρύπα στο κεφάλι του Χριστού στο τέμπλο του Αγίου Ιωάννου και η βρύση στην είσοδο του Σίβα…
Το γεγονός καταγράφεται στη δεκαετία του 1870…
zksivas 2
zksivas 3
zksivas 4
 

Συγκλονιστικό θαύμα σε βάπτιση πρώην παπικής!!!

Υπάρχει μια συγκλονιστική μαρτυρία από έναν Αγιορείτη, τον πατέρα Συμεών, πού κατάγεται από το Περού.
Όταν ήταν μικρός, ή μητέρα του στο Περού του έλεγε:
-Εσύ, όταν θα μεγαλώσεις, θα φορέσεις μαύρα. Δεν ξέρω τι θα είναι αυτά τα μαύρα. Θα ζήσης σ’ ένα μέρος, πού δεν θα είναι νησί, και μόνο με βάρκα θα πηγαίνεις εκεί.
Μεγάλωσε, σπούδασε και γύρισε όλον τον κόσμο. Πήγε και στο Παρίσι, εκεί γνώρισε έναν’ Ορθόδοξο μοναχό, και ελκύστηκε στην Ορθοδοξία, γιατί ήταν παπικός.
Ταξίδεψε στο Άγιον Όρος κι εκεί ο Θεός έκαμε το θαύμα του! Βαπτίσθηκε, έγινε μοναχός με το όνομα Συμεών και αργότερα ιερεύς.
Ύστερα από αρκετά χρόνια, πήγε στην πατρίδα του, στο Πε­ρού, όπου κατήχησε και βάπτισε την μητέρα του σε μια λίμνη. Τρεις φορές την έπιασε, την βούτηξε μέσα στο νερό και την σή­κωσε. Μετά την τρίτη ανάδυση, σηκώθηκε ή μητέρα του ψηλά και φορούσε έναν ωραιότατο λευκό χιτώνα, έμεινε για μια στιγμή ακί­νητη… κι ύστερα έπεσε κάτω και λιποθύμησε.
Τα αδέλφια του, όρμισαν να τον λυντσάρουν γιατί νόμισαν ότι τη μάνα τους την έπνιξε ο αδελφός τους, ο καλόγερος. Μόλις όμως πλησίασαν κοντά, άρχισε να σηκώνεται ή γυναίκα και είπε τα εξής:
Μετά την τρίτη κατάδυση και ανάδυση, όταν σηκώθηκα, άστρα­ψε όλος ο τόπος και γέμισε όλος από φως, μια υπέρλαμπρη φωτο­χυσία. Αυτό το φως με έντυσε με ενδύματα ολόχαρα, ολοφώτεινα, ολόλαμπρα. Αυτό το φως μπήκε και μέσα μου, με πλημμύρισε ολό­κληρη, με έπνιξε, με κατέφαγε, με εξαΰλωσε, μέσα και έξω και με έκανε κυριολεκτικά φωτοφόρα.
Ήταν δε τόσο δυνατό το φως και τόσο δυνατή ή συγκίνησης πού την κυρίευσε από αυτήν την πλημμύρα της φωτοχυσίας, πού δεν άντεξε και λιποθύμησε. Αυτά τα διηγείτο ο ίδιος ο πατήρ Συ­μεών, σε ευλαβείς προσκυνητές…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2009/07/blog-post_09.htm

http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2017/06/blog-post_570.html

 

Ο πεινασμένος οδοιπόρος

Σχετική εικόνα

Η μονή των Ιβήρων είναι πολύ φιλόξενο μοναστήρι. Αυτό αποδίδεται και στο ακόλουθο περιστατικό: 
Ένας φτωχός εργάτης, κουρασμένος από το δρόμο έφτασε το μεσημέρι πεινασμένος στην πύλη της μονής. Ζήτησε μόνο λίγο ψωμί από τον πορτάρη, γιατί βιαζόταν να συνεχίσει την πορεία του.
 
Ο πορτάρης, άγνωστο γιατί, δεν του έδωσε οπότε ο φτωχός αναστέναξε βαθιά και έφυγε νηστικός.
 
Ανεβαίνοντας προς τις Καρυές, σταμάτησε για λίγο στη σκιά ενός δέντρου. Λυπημένος και κουρασμένος καθώς ήταν, ξάπλωσε καταγής.
 
Ξαφνικά ακούει βήματα να πλησιάζουν. Ανασηκώνεται και βλέπει μπροστά του μια γυναίκα με ένα βρέφος στην αγκαλιά. Με ύφος συμπαθητικό και φωνή γλυκιά τον ερωτά:
 
– Τι έχεις; Μήπως είσαι άρρωστος;
 
– Όχι, απάντησε εκείνος, αλλά πεινώ. Παρακάλεσα τον θυρωρό της μονής Ιβήρων να μου δώσει ψωμί , αλλά δεν μου έδωσε.
 
– Άκου, παιδί μου. Δεν πρέπει να παραπονείσαι για τον θυρωρό. Θυρωρός αυτής της μονής είμαι εγώ. Να επιστρέψεις αμέσως και να ζητήσεις ψωμί εκ μέρους μου. Κι αν δεν σου δώσουν ,πλήρωσέ το με αυτά τα χρήματα. Σε περιμένω εδώ. Λέγοντας αυτά έδωσε στον εργάτη τρία φλουριά. Εκείνος, ανύποπτος για όσα έβλεπε και άκουγε, ξεκίνησε για το μοναστήρι. Χτύπησε την πύλη και κρατώντας επιδεικτικά τα χρήματα ζήτησε και πάλι από τον θυρωρό ψωμί, χωρίς να παραλείψει να αναφέρει τη συνομιλία του με τη γυναίκα. Όταν άκουσε ο μοναχός για γυναίκα και είδε τα σπάνια νομίσματα , κατάλαβε ότι πρόκειται για θαύμα. Χτύπησε την καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και άκουσαν με θαυμασμό το παράδοξο γεγονός. Διαπίστωσαν μάλιστα ότι τα νομίσματα εκείνα ήσαν αφιερωμένα από πολλά χρόνια στη θαυματουργή εικόνα. Βλέποντας όμως η Παναγία την ανάγκη του φτωχού , τα παρέλαβε και του τα έδωσε με μητρική ευσπλαχνία. Οι μοναχοί με φόβο και ευλάβεια τα επανέφεραν στην εικόνα της Πορταϊτισσας , η οποία με το θαύμα αυτό τους δίδαξε τη μεγάλη αρετή της φιλοξενίας.