~ ΟΤΑΝ Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΤΡΑΒΗΞΕ ΤΗΝ ΜΠΙΣΤΟΛΑ ΚΑΙ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΕ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕ!

Του Ζαχαρία Καψαλάκη
Η επανάσταση του 1866 είχε περάσει
Μια επανάσταση που χώρισε χριστιανούς και μουσουλμάνους στα δυο και το αίμα έτρεξε ποτάμι σε όλη την Κρήτη!
Σε ένα κεφαλοχώρι της Μεσαράς, στο Σίβα, είχε έλθει ο Τούρκος φοροεισπράκτορας από το γειτονικό χωριό Άγιο Ιωάννη, να εισπράξει το φόρο της δεκάτης…
–           Ανήμερα τ’  Άι – Γιαννιού του Ρηγολόγου ήλθε ο αθεόφοβος στο χωριό, μονολόγησε ο παπα Σύγκελος… Και ήρθε και μεθυσμένος!
Είχε καθίσει στην πεζούλα του Άι Γιάννη και ξέροντας πως οι Ρωμιοί νηστεύουν, έβριζε τους χριστιανούς, έβριζε τα Θεία και πρόσταξε να του βράσουν μια όρνιθα…
–           Αυτό αγά μου δε γίνεται, του λέει ο παπα – Σύγκελος! Η πίστη μας δε μας επιτρέπει τέτοια μέρα να βάλουμε κρέας στο τσικάλι…
–           Ποια πίστη σας μωρέ παπά του λέει… Εδά θα δεις…
Και με ένα σάλτο σηκώνεται, παίζει μια κλωστά στην πόρτα της εκκλησίας του Άι – Γιάννη και μπαίνει μέσα. Βγάζει την μπιστόλα του και σημαδεύει το Χριστό στο κεφάλι…
–           Μη αγά μου φωνάζει ο παπάς! Τι πας να κάνεις;
Δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του και η μπιστόλα βρόντηξε.
Το βόλι βρήκε το Χριστό στο τέμπλο στο κεφάλι!
Γελώντας και ουρλιάζοντας από ικανοποίηση ο Τούρκος βγαίνει από την εκκλησία και ξανακάθετε στην πεζούλα.
–           Δε τηνε λογαριάζω παπά την πίστη σου, φώναξε. Δεν φοβάμαι το Χριστό σας…
Μα δεν πρόλαβε να τελειώσει το λόγο του και μια μέλισσα τον γυρόφερε…
Πήγε και κάθισε στα χείλη του, χωρίς να πάρει είδηση ο μεθυσμένος.
Το δάγκωμα τον τρόμαξε.
Πετάχτηκε ολόρθος…
–           Ήντα παθες αγά μου; Ρώτησε ο παπάς…
–           Κάτι με δάγκωσε στα χείλη και άρχισα να πρίχνομαι, φώναξε.
Ο Τούρκος άρχισε να πρίχνεται πράγματι και να μην αισθάνεται καλά.
Πήρε τη φοράδα του και πήγε στον Άι – Γιάννη στο κονάκι του.
Το βράδυ φτάνει στο χωριό απεσταλμένος του και χτυπά την πόρτα του σπιτιού του παπα Σύγκελου.
–           Ο αγάς είναι βαριά άρρωστος, είπε. Σε παρακαλεί να προσευχηθεί στον Άγιο σας να με κάνει καλά και θα σας φτιάξει ότι θέλετε, μου είπε να σας πω…
Πράγματι ο παπάς πήγε στην εκκλησία και παρακάλεσε τον Άγιο να τον συγχωρέσει όχι γιατί νοιάστηκε για τον Τούρκο, αλλά γιατί φοβόταν την οργή τους αν πέθαινε…
Πράγματι μετά από λίγες μέρες η υγεία του βελτιώθηκε. Φώναξε τον παπά να τον ευχαριστήσει και να του πει τι θέλει να φτιάξει για το χωριό.
Ο παπα – Γιάννης ρώτησε τους χωριανούς και ζήτησαν από τον αγά να τους φτιάξει γούρνες στην είσοδο του χωριού για να πλένουν οι γυναίκες τα ρούχα και να ποτίζουν τα ζώα οι Σιβιανοί.
Το έργο έγινε…
Σήμερα στο Σίβα στέκουν και τα δυο για να δηλώνουν το θαύμα!
Και η τρύπα στο κεφάλι του Χριστού στο τέμπλο του Αγίου Ιωάννου και η βρύση στην είσοδο του Σίβα…
Το γεγονός καταγράφεται στη δεκαετία του 1870…
zksivas 2
zksivas 3
zksivas 4
 

Συγκλονιστικό θαύμα σε βάπτιση πρώην παπικής!!!

Υπάρχει μια συγκλονιστική μαρτυρία από έναν Αγιορείτη, τον πατέρα Συμεών, πού κατάγεται από το Περού.
Όταν ήταν μικρός, ή μητέρα του στο Περού του έλεγε:
-Εσύ, όταν θα μεγαλώσεις, θα φορέσεις μαύρα. Δεν ξέρω τι θα είναι αυτά τα μαύρα. Θα ζήσης σ’ ένα μέρος, πού δεν θα είναι νησί, και μόνο με βάρκα θα πηγαίνεις εκεί.
Μεγάλωσε, σπούδασε και γύρισε όλον τον κόσμο. Πήγε και στο Παρίσι, εκεί γνώρισε έναν’ Ορθόδοξο μοναχό, και ελκύστηκε στην Ορθοδοξία, γιατί ήταν παπικός.
Ταξίδεψε στο Άγιον Όρος κι εκεί ο Θεός έκαμε το θαύμα του! Βαπτίσθηκε, έγινε μοναχός με το όνομα Συμεών και αργότερα ιερεύς.
Ύστερα από αρκετά χρόνια, πήγε στην πατρίδα του, στο Πε­ρού, όπου κατήχησε και βάπτισε την μητέρα του σε μια λίμνη. Τρεις φορές την έπιασε, την βούτηξε μέσα στο νερό και την σή­κωσε. Μετά την τρίτη ανάδυση, σηκώθηκε ή μητέρα του ψηλά και φορούσε έναν ωραιότατο λευκό χιτώνα, έμεινε για μια στιγμή ακί­νητη… κι ύστερα έπεσε κάτω και λιποθύμησε.
Τα αδέλφια του, όρμισαν να τον λυντσάρουν γιατί νόμισαν ότι τη μάνα τους την έπνιξε ο αδελφός τους, ο καλόγερος. Μόλις όμως πλησίασαν κοντά, άρχισε να σηκώνεται ή γυναίκα και είπε τα εξής:
Μετά την τρίτη κατάδυση και ανάδυση, όταν σηκώθηκα, άστρα­ψε όλος ο τόπος και γέμισε όλος από φως, μια υπέρλαμπρη φωτο­χυσία. Αυτό το φως με έντυσε με ενδύματα ολόχαρα, ολοφώτεινα, ολόλαμπρα. Αυτό το φως μπήκε και μέσα μου, με πλημμύρισε ολό­κληρη, με έπνιξε, με κατέφαγε, με εξαΰλωσε, μέσα και έξω και με έκανε κυριολεκτικά φωτοφόρα.
Ήταν δε τόσο δυνατό το φως και τόσο δυνατή ή συγκίνησης πού την κυρίευσε από αυτήν την πλημμύρα της φωτοχυσίας, πού δεν άντεξε και λιποθύμησε. Αυτά τα διηγείτο ο ίδιος ο πατήρ Συ­μεών, σε ευλαβείς προσκυνητές…

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ. ΠΡ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2009/07/blog-post_09.htm

http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2017/06/blog-post_570.html

 

Ο πεινασμένος οδοιπόρος

Σχετική εικόνα

Η μονή των Ιβήρων είναι πολύ φιλόξενο μοναστήρι. Αυτό αποδίδεται και στο ακόλουθο περιστατικό: 
Ένας φτωχός εργάτης, κουρασμένος από το δρόμο έφτασε το μεσημέρι πεινασμένος στην πύλη της μονής. Ζήτησε μόνο λίγο ψωμί από τον πορτάρη, γιατί βιαζόταν να συνεχίσει την πορεία του.
 
Ο πορτάρης, άγνωστο γιατί, δεν του έδωσε οπότε ο φτωχός αναστέναξε βαθιά και έφυγε νηστικός.
 
Ανεβαίνοντας προς τις Καρυές, σταμάτησε για λίγο στη σκιά ενός δέντρου. Λυπημένος και κουρασμένος καθώς ήταν, ξάπλωσε καταγής.
 
Ξαφνικά ακούει βήματα να πλησιάζουν. Ανασηκώνεται και βλέπει μπροστά του μια γυναίκα με ένα βρέφος στην αγκαλιά. Με ύφος συμπαθητικό και φωνή γλυκιά τον ερωτά:
 
– Τι έχεις; Μήπως είσαι άρρωστος;
 
– Όχι, απάντησε εκείνος, αλλά πεινώ. Παρακάλεσα τον θυρωρό της μονής Ιβήρων να μου δώσει ψωμί , αλλά δεν μου έδωσε.
 
– Άκου, παιδί μου. Δεν πρέπει να παραπονείσαι για τον θυρωρό. Θυρωρός αυτής της μονής είμαι εγώ. Να επιστρέψεις αμέσως και να ζητήσεις ψωμί εκ μέρους μου. Κι αν δεν σου δώσουν ,πλήρωσέ το με αυτά τα χρήματα. Σε περιμένω εδώ. Λέγοντας αυτά έδωσε στον εργάτη τρία φλουριά. Εκείνος, ανύποπτος για όσα έβλεπε και άκουγε, ξεκίνησε για το μοναστήρι. Χτύπησε την πύλη και κρατώντας επιδεικτικά τα χρήματα ζήτησε και πάλι από τον θυρωρό ψωμί, χωρίς να παραλείψει να αναφέρει τη συνομιλία του με τη γυναίκα. Όταν άκουσε ο μοναχός για γυναίκα και είδε τα σπάνια νομίσματα , κατάλαβε ότι πρόκειται για θαύμα. Χτύπησε την καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οι αδελφοί και άκουσαν με θαυμασμό το παράδοξο γεγονός. Διαπίστωσαν μάλιστα ότι τα νομίσματα εκείνα ήσαν αφιερωμένα από πολλά χρόνια στη θαυματουργή εικόνα. Βλέποντας όμως η Παναγία την ανάγκη του φτωχού , τα παρέλαβε και του τα έδωσε με μητρική ευσπλαχνία. Οι μοναχοί με φόβο και ευλάβεια τα επανέφεραν στην εικόνα της Πορταϊτισσας , η οποία με το θαύμα αυτό τους δίδαξε τη μεγάλη αρετή της φιλοξενίας.

 

Η κλήση του Μουσουλμάνου της Δωδεκανήσου στην χριστιανική πίστη

 Αποτέλεσμα εικόνας για φωτογραφια νησιωτες παππου
Γεννήθηκε το 1926 σ’ ένα νησί της Δωδεκανήσου. Όλη την παιδική ηλικία την έζησε παίζοντας με τα χριστιανόπαιδα, ενώ ο ίδιος ήταν Μουσουλμάνος. Τις παραμονές των χριστιανικών γιορτών μαζί με τα παιδιά του χωριού έτρεχε στα κάλαντα παίζοντας με την φλογέρα του. Το σπίτι που έμεναν ήταν ένας σταύλος. Εκεί τη νύχτα της παραμονής των Χριστουγέννων –μετά τα κάλαντα– και αφού είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή, αισθάνεται να ανοίγη η πόρτα και μπροστά του να εμφανίζεται ο Χριστός. Φορούσε άσπρο χιτώνα, το πρόσωπό του ήταν χαμογελαστό και του είπε: «Ήρθα για σένα, είσαι δικό Μου παιδί» και εξαφανίστηκε. Το ίδιο επαναλήφθηκε τις επόμενες δυο νύχτες.
Ο μικρός ήταν τότε περίπου δεκατριών χρόνων. Βρέθηκε μπροστά στο δίλημμα, αν θα το πη ή όχι και σε ποιον. Ύστερα από σκέψη αποφάσισε να το πη στον πρόεδρο του χωριού, ένα σεβάσμιο ηλικιωμένο άνδρα, τον μπαρμπα-Νικόλα. Πήγε στο σπίτι του, του διηγήθηκε όλη την ιστορία και αμέσως ζήτησε να τον βαφτίσουν. Ο πρόεδρος με χαμόγελο του απάντησε: «Το σκέφτηκες, παιδί μου, καλά;». Ο μικρός του απάντησε: «Ναι, το σκέφτηκα, θέλω να με βαφτίσετε».
Ο πρόεδρος τότε του εξήγησε ότι αυτό θα ήταν δύσκολο λόγω του ότι ήταν ανήλικος και οι γονείς του θα μπορούσαν να αντιδράσουν. Στο τέλος του είπε: «Αν, παιδί μου, σε έχη φωτίσει τόσο ο Χριστός και το επιθυμής τόσο πολύ, κάνε υπομονή να φθάσης στη νόμιμη ηλικία. Τότε να το ζητήσης και θα το απολαύσεις».
Δούλευε κυρίως στις ψαρόβαρκες, οι οποίες εκείνα τα χρόνια ήταν με κουπιά και πανιά. Συχνά τότε πήγαιναν στις απέναντι ακτές, ιδιαίτερα στον κόλπο ανατολικά της Κω. Κάποια φορά καθώς έρχονταν προς το νησί από τον κόλπο γεμάτοι ψάρια, ήταν τρεις στην βάρκα, έρχεται ξαφνικά μία φοβερή κακοκαιρία. Η βάρκα πλημμύρισε και εκείνος με ένα τενεκέ προσπαθούσε να αδειάζη τα νερά. Καθώς έβγαζε τα νερά βρέθηκε ένα μικρό Εικονισματάκι του αγίου Νικολάου μέσα στον τενεκέ. Αμέσως μία φωνή μέσα του φωνάζει: «Μη με πετάξης!». Πιάνει το Εικόνισμα, το σηκώνει ψηλά και λέει: «Άγιέ μου Νικόλα, σώσε μας και αν έρθη η ώρα να βαφτιστώ θα πάρω το όνομά Σου». Σε λίγη ώρα βρέθηκαν σε κάποια ακτή της Κω.
Αργότερα πήγε στην Μικρασία. Ένα χρονικό διάστημα δούλευε σε εργοστάσιο-υφαντουργείο. Κάποια στιγμή με άλλους Κώους πηγαίνει για να γνωρίση την Σμύρνη και τον Τσεσμέ. Εκεί του άρεσε και έμεινε για να δουλέψη στα καπνά. Το βράδυ κοιμήθηκαν σε μία αποθήκη, η οποία όμως ήταν παλιά Εκκλησία του Χριστού. Οι άλλοι δύο, αδελφή και αδελφός –μουσουλμάνοι– δεν μπορούσαν να ησυχάσουν μέχρι που αποφάσισαν να βγουν από την Εκκλησία και να κοιμηθούν στο χωράφι. Έτσι εκείνος έμεινε μόνος μέσα στο σκοτάδι.
Αφού κοιμήθηκε για λίγη ώρα, ανοίγει τα μάτια του και βλέπει ένα φως να βγαίνη μέσα από το Ιερό. Κοιτάζει έξω, ήταν σκοτεινά, η Εκκλησία όμως έλαμπε. Την επόμενη βραδιά το ίδιο. Την τρίτη βραδιά μαζί με το φως ακούει μία φωνή: «Μη ξεχάσης την υπόσχεσή σου. Είσαι δικό Μου παιδί». Μετά από αυτό μέχρι το πρωί σκεφτόταν πώς θα γίνει Χριστιανός μέσα στην Τουρκία. Όταν ξημέρωσε είδε ότι η φωνή έβγαινε από μία σκαλιστή μαρμάρινη εικόνα του Κυρίου, η οποία ήταν και η μόνη που είχε μείνει, χτισμένη πάνω από το Ιερό. Την ίδια μέρα μετά από μια-δυο ώρες ήρθε διαταγή να επιστρέψουν όλοι οι πρόσφυγες στις πατρίδες τους. Ήταν τότε το έτος 1945. Έτσι επέστρεψε στην Κω σκεπτόμενος μέσα του ότι τώρα θα μπορέσει να βαπτιστή. Μέχρι τότε δεν είχε πει σε κανέναν από τους δικούς του τίποτε.
Τα Δωδεκάνησα τότε μετά την Ιταλική κατοχή τα κατείχαν οι Άγγλοι. Εκείνος δούλεψε στην Αγγλική Χωροφυλακή μέχρι την απελευθέρωση το 1947. Αργότερα το 1949-1950, την ημέρα μάλιστα που οι Μουσουλμάνοι γιόρταζαν το Μπαϊράμι, του λέει η μητέρα του: «Σήκω και συ να πας κάτω. Έγινες πια σκέτος Χριστιανός». Τότε εκείνος πήρε την αφορμή και απήντησε: «Δεν είμαι Χριστιανός αλλά θα γίνω όταν βαπτιστώ, μυρωθώ και πάρω την θεία Κοινωνία». Το ίδιο βράδυ βλέπει στον ύπνο του ότι ανοίγει η στέγη του σπιτιού του, τρεις Άγγελοι κατεβαίνουν στο δωμάτιό του και του λένε πως θέλουν να τον πάρουν μαζί τους. Εκείνος τους ρώτησε αν μπορή να πετάξη μαζί τους και τότε είδε ότι άρχισε να πετάη ανάμεσα στους Αγγέλους μέχρι την ακρογιαλιά. Στην συνέχεια ο μπροστινός Άγγελος, μετά ο δεξιός και τέλος ο αριστερός του, τον βούτηξαν από μία φορά στην θάλασσα και επέστρεψαν όλοι στο σπίτι.
Το πρωί κατάλαβε πλέον ότι είχε έρθει η ώρα για να βαφτιστή. Κατέβηκε στο λιμάνι, βρήκε ένα γνωστό του ναυτικό και αφού του εξήγησε τον σκοπό του, εκείνος τον πήρε σαν βοηθό του στο καράβι και έφτασαν στην Κάλυμνο, στην Μητρόπολη. Ύστερα έρχεται στην Ι. Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στην Πάτμο αναζητώντας τον γέροντα Αμφιλόχιο Μακρή. Μαζί του ήρθε και ο Νικόλαος Νικολαΐδης, ο οποίος και έγινε στην συνέχεια νονός του.
Μετά την πρώτη επαφή με τον π. Αμφιλόχιο και τον π. Μελέτιο ωρίστηκε να γίνη η βάπτιση στο ιερό Σπήλαιο της Αποκαλύψεως. Πράγματι την επομένη το πρωί έγινε η βάπτιση από τον π. Ιερεμία κάτω από το τριπλό σχίσιμο του βράχου εντός του Ι. Σπηλαίου και πήρε το όνομα Νικόλαος. Όταν επανήλθε στην Ι. Μ. Αγίου Ιωάννου πήγε να προσκυνήση το ιερό Λείψανο του οσίου Χριστοδούλου, το οποίο ευωδίαζε, ενώ την προηγούμενη ημέρα, πριν βαπτιστή, δεν ένιωσε τίποτε όταν το είχε προσκυνήσει. Αφού πήραν την ευλογία του π. Αμφιλοχίου, του π. Μελετίου και του π. Ιερεμία, επέστρεψαν στην Κάλυμνο.
Εκεί έμεινε στο σπίτι του π. Κυρίλλου, όπου την τρίτη νύχτα αφότου βαπτίστηκε συνέβη το εξής: Ο νεαρός Νικόλαος φορούσε ακόμη τον βαπτιστικό χιτώνα και είχε ξαπλώσει για να κοιμηθή σ’ ένα δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ο π. Κύριλλος για να αγιογραφή, δίπλα στην θάλασσα. Η πόρτα του δωματίου που έβλεπε στην θάλασσα ήταν λίγο ανοιχτή. Ξαφνικά άκουσε την φωνή της μάννας του, άνοιξε τα μάτια του και της λέει στα Τούρκικα: «Μητέρα, πώς βρέθηκες εδώ, τι θέλεις;». Και εκείνη απαντά: «Ήρθα να σε πάρω μαζί μου». «Μητέρα, είμαι βαφτισμένος και μυρωμένος, φύγε, δεν μπορώ να έρθω μαζί σου», της λέει ο Νικόλαος. Όμως εκείνη με δυνατή φωνή του λέει: «Σήκω, θα σε πάρω» και πέφτει αμέσως πάνω του, τον πιάνει από τους ώμους για να τον σηκώση. Εκείνος την σπρώχνει φωνάζοντας: «Μάννα, μη με λερώσης», και το βλέμμα του πέφτει σε μία εικόνα του Χριστού. Τότε φωνάζει κάνοντας το σημείο του Σταυρού: «Χριστέ μου, σώσε με». Εκείνη τότε σηκώθηκε όρθια, και του είπε: «Με νίκησες» και βγαίνοντας από την πόρτα πέφτει στην θάλασσα, βρέχοντας μάλιστα την πόρτα. Καθώς όμως έβγαινε η μητέρα του βλέπει πίσω της μία ουρά ζώου και όταν εξαφανίστηκε στην θάλασσα, τότε κατάλαβε ότι δεν ήταν η μητέρα του. Το πρωί ο π. Κύριλλος που είχε ακούσει τις φωνές, ρώτησε και έμαθε τι του συνέβη. Τότε του λέει: «Μη στενοχωριέσαι, Νικόλα παιδί μου. Ήταν ο διάβολος και ήρθε να σε πειράξη». Ο νεοφώτιστος Νικόλαος παρέμεινε για ένα διάστημα στην Κάλυμνο όπου νυμφεύθηκε και αργότερα επέστρεψε στην Κω.
Ο Νικόλαος είχε πολλές επεμβάσεις του Θεού στην ζωή του και αντιλήψεις από την θεία Χάρι. Με απλότητα και πίστη στις δυσκολίες του ζητούσε βοήθεια από τον Θεό και την λάμβανε.

πηγη (Απόσπασμα από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο» και την ενότητα: «Θαυμαστά και διδακτικά περιστατικά», ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2008, Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής)

 

 

ΚΑΤΑΠΕΜΨΟΝ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΟΥ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΕΦ΄ΗΜΑΣ

Αποτέλεσμα εικόνας για παπαδημητρης γκαγκασταθης

Κάποτε ένας θεοσεβής ιερεύς, λειτουργούσε του Αγίου Δημητρίου, τον οποίον ευλαβείτο πολύ, λόγω του ότι ήτο μεσοβδόμαδα, οι χριστιανοί στο ναό ήσαν λίγοι. Η λειτουργία προχώρησε και έφθασε η στιγμή του καθαγιασμού των Τιμίων Δώρων. «Τα σά εκ των Σών», έσκυψε βαθιά βαθιά και διάβασε την ευχή, «έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην λατρείαν». Ανορθώθηκε και είπε «και ποίησον τον μεν άρτον τούτον», «τω δε εν τω ποτηρίω τούτο μεταβαλλών» και τα λοιπά, αμήν, αμήν, αμήν, για να μην λέμε όλες τις λέξεις … Και μια φοβερή άστραπή ήλθε απ’ το πουθενά, απ’ τον ουρανό … δεν ξέρει. Απ’ την κόχη του Αγίου Βήματος … δεν ξέρει. Απ’ τον τρούλο του ναού; .. τον Παντοκράτορα, τον Κύριο.. δεν ξέρει, δεν κατάλαβε. Εκείνο που είδε και ένοιωσε είναι ότι η αστραπή ήλθε και κτύπησε πάνω στην Αγία Τράπεζα, χράπ.. και την χώρισε στα δύο, χωρίς να αγγίξει τα Τίμια Δώρα. Και κείνος έμεινε βουβός και άφωνος. Γεμάτος έκπληξη και δέος και φόβο, ιερό φόβο, και τότε τα πάντα περιελούσθησαν από τον ανέσπερον, τον άδυτον ήλιον της Τρισηλίου Θεότητος. Πρωτόγνωρα αισθήματα τον κατέλαβαν, δεν μπορούσε ο καημένος να μου τα περιγράψει. Ήτο εκστατικός για αρκετά λεπτά και άφωνος και ακίνητος. Τι είδους ουράνια αστραπή ήταν αυτή; Και τι ήθελε να δηλώσει, τι να σφραγίσει, τι να επιβεβαιώσει; Και τότε αυθόρμητα, παρά τη βουβαμάρα του, φώναξε από μέσα του, από μέσα του, όμως, από μέσα του βγήκε η δυνατή κραυγή χωρίς να ακουστεί προς τα έξω. «Κύριε είσαι ο αληθινός Θεός, ο Σωτήρας του κόσμου». «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν», ξανάλεγε και ξανάλεγε ο ιεροψάλτης αλλά, που να συνέλθει ο ευλογημένος εκείνος παππούλης. Τελικά ο μπάρμπα Γιώργος ο ψάλτης μπήκε στο ιερό να δει τι γίνεται. Και με το «έ παπά», που του είπε, «τι θα γίνει με σένα, ακόμα να συνέλθεις», «τι έπαθες, είσαι καλά;» όλα επανήλθαν στη φυσικότητά τους. Με τις φωνές του ψάλτου συνήλθε ο ιερεύς, σηκώθηκε, πήρε το θυμιατό μόνος του, έβαλε θυμίαμα και, τρεμάμενος, είπε «Εξαιρέτως της Παναγίας Αχράντου, Υπερευλογημένης» και τα λοιπά. Μετά απ’ αυτό το συνταρακτικό γεγονός για λίγον καιρό, πριν απ’ τον καθαγιασμόν των Τιμίων Δώρων, αν δεν είχε κάποιο παιδάκι μέσ’ στο Άγιον Βήμα, έβγαινε στην Ωραία Πύλη και φώναζε «Ε, μπάρμπα Γιώργο, έλα δω, έλα μεσ’ στο Ιερό, κάτσε εδώ στην Αγία Τράπεζα, δίπλα και γονάτισε». «Μπάρμπα Νίκο, μπάρμπα Κώστα, μπάρμπα Γιάννη…», τους φώναζε λοιπόν έναν έναν. Του είχε δημιουργηθεί, τρόπον τινά, όπως το διεπίστωσε και ο ίδιος, ένας ιερό φόβος, μη τυχόν ξανασυμβούν τα ίδια φοβερά πράγματα τα οποία, ως άνθρωπος χωμάτινος και αμαρτωλός, δεν μπορούσε πλέον να αντέξει!

π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος

 

Ο άγ. Νεκτάριος άνοιξε τα μάτια του!

2-181-696x521.jpg

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ! Ο Άγιος Νεκτάριος άνοιξε τα μάτια Του!
Ήταν καιρός που ένιωθα να βαραίνει στους ώμους μου ο ίδιος χρόνος… Σα να μην περνούσε. Σα να τον είχα κουράσει και να με είχε κουράσει. Μήνες γεμάτοι ένταση κι ευθύνες. Μήνες που έψαχνα την ίδια μου τη ζωή στα σκοτάδια μιας δράσης που με ήθελε στρατιώτη υπακοής στην πρώτη γραμμή.

Κι ήρθε μια μέρα σαν από άλλον χρόνο θαρρώ. Μέρα που με προκαλούσε από καιρό να την ακολουθήσω. Τα πάντα επάνω μου πονούσαν κι ήθελα να ξεκουραστώ. Η ιδέα να πάω στον Άγιο Νεκτάριο στην Αίγινα, έμοιαζε με κάλεσμα που έριχνε τον σπόρο του στην καρδιά και στη διαίσθηση συνάμα. Κάπου εκεί, μία πρόταση «πρόκληση» ήρθε με σκοπό να με αποπροσανατολίσει… προφανώς. Δελεαστική η Μύκονος μες στο Σεπτέμβρη, μα μήπως εγώ κινούσα τα νήματα την ώρα που χάρηκα τάχα; Μία παγωμένη χαρά, τι θα μου προσέφερε; Και κατά πόσο μπορούσε να αναμετρηθεί με το ιερό προμήνυμα της διαίσθησης που με τραβούσε «αλλού»;
Πήγαινα άλλοτε συχνά στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. Τώρα όμως ήταν αλλιώς. Τι να σας πω… Είναι κάποια πράγματα που δεν λέγονται για να προφυλάξεις την αξία τους από τα αφτιά που θα αμφιβάλλουν και τον εαυτό σου τον ίδιο…

Συνέχεια ανάγνωσης

 

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ Πώς σώθηκε η Βασιλική Πλεξίδα στη πτώση του στρατιωτικού ελικοπτέρου;

Συγκλονίζει η μαρτυρία για την παρέμβαση της Παναγίας στην μοιραία πτώση του στρατιωτικού ελικοπτέρου στο Σαραντάπορο και τον τρόπο που σώθηκε η Βασιλική Πλεξίδα χάρη στη βοήθεια της Μεγαλοχάρης την ύστατη ώρα.

«Καλησπέρα! Σήμερα βρέθηκα σε μια παρέα και ένα παλικάρι μας διηγήθηκε ένα θαύμα που θέλω να το μοιραστώ μαζί σας. Είναι στρατιωτικός στα ελικόπτερα και φίλος της κοπέλας που σώθηκε απο τη μοιραία πτήση του ελικοπτέρου στο Σαρανταπορο.

 

Μας διηγηθηκε τα εξης: Συνέχεια ανάγνωσης

 

~ «- Μπαμπά,είδα τον παππούλη. Τον Νικόλαο. – Ποιόν Νικόλαο;»

Στην πρώτη κιόλας μέρα χημειοθεραπείας η μικρή σηκώθηκε από το κρεβατάκι της και άρχισε να λέει:
-Μπαμπά είδα τον παππούλη. –
Ποιόν παππούλη; (Της απάντησα.)
-Είδα τον παππούλη. Τον Νικόλαο.
-Ποιόν Νικόλαο; (ρώτησα γεμάτος απορία).
-Τον Άγιο Νικόλαο. Φορούσε μαύρα ρούχα και μου είπε μπαμπά, να πας στο Μοναστήρι να μου φέρεις ένα εικονάκι του Αγίου Ραφαήλ να το βάλω στο κεφάλι μου κάτω από την εικόνα του Χριστούλη να με κάνει καλά,
(κι εκείνη την στιγμή σηκώνει τα χεράκια της και μας δείχνει την εικόνα του Χριστούλη που ήταν καρφωμένη στον τοίχο πάνω από το προσκέφαλο της)…

[ag-rafail-thauma.jpg]
το εικονάκι των Αγίων που μου ζήτησε και της πήγα…
Γράφει ο Ζουπίδης Π., κάτοικος Αλεξ/πόλης
 

(η υπόλοιπη εξιστόρηση του λυτρωτικού θαύματος,εδώ…)