Χαρά στα μάτια που δακρύζουν

Εξαιρετικό ψαλτοτράγουδο με θαυμάσιους στίχους.

Χαρά στα μάτια που δακρύζουν
για κάποιον άλλον πού πονά,
γιατί τα μάτια αυτά θα δούνε
του Παραδείσου τα αγαθά. (δις) Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο… «αναμάρτητος»!

 Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
Ιστορίες από το Εξομολογητάρι
 

Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.
«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».
«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».

«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε – είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».

«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.
«Αυτό που δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».

«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.
«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε.

 Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει
λίγο. Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός κι αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει – όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε ένα μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό.
 Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα. Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».

Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.

«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».
«Όχι, πάτερ, καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».

Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή… «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.
«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».
«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»
«Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».

«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μας είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»
«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».

«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ‘ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά. Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανένα λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα! «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;

«Έχετε κάποια αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»
«Όχι, πάτερ. Αυτά που σας είπα. Κι ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».
«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».

Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.
Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».

 

 

Περί φωτισμένων Γερόντων …

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτισμενος γεροντας

Επειδή πολύς ο λόγος στις ημέρες μας περί φωτισμένων γερόντων και όχι μόνο, οι οποίοι  “φωτισμένοι” γέροντες διδάσκουν κάποιες αντιπατερικές και ανορθόδοξες διδασκαλίες του μυαλού τους  εις βάρος των Ορθόδοξων ψυχών, οφείλουμε συν Θεώ να κάνουμε ορισμένες διευκρινήσεις.

Σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μας φωτισμένος δεν είναι αυτός που γνωρίζει πολλά γράμματα ούτε βέβαια αυτός που έχει πολλές γνώσεις Πατερικών κειμένων και διδαγμάτων, αλλά είναι αυτός που σε στιγμή που δεν περίμενε έχοντας για ανάξιο και αμαρτωλό τον εαυτό του  φανερώθηκε και εγκαταστάθηκε η βαπτισματική του Χάρη-Φως στην ψυχή και στο σώμα του.

Τρία χαρίσματα λέγουν οι Θεοφόροι Πατέρες μας, δίνει αμέσως η Θεία Χάρη όταν φανερωθεί και κατοικήσει μόνιμα στον άνθρωπο.

Του δίνει το χάρισμα της αδιαλείπτου ευχής, της διακρίσεως και της διοράσεως, το χάρισμα της διοράσεως βαθμηδόν γίνεται στον άνθρωπο προόραση και προφητεία.

Δια της  αδιαλείπτου ευχής έχοντας νύχτα και μέρα την συνεχή μνήμη Θεού ο Χριστιανός γίνεται ζωντανός Ναός του Αγίου Πνεύματος.
Δια της διακρίσεως μπορεί και ξεχωρίζει αλάνθαστα την Ενέργεια της Χάρης απο την ενέργεια των δαιμόνων, διότι έχοντας εμπειρικά και μόνιμα την Χάρη Του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή και στο σώμα του αντιλαμβάνεται και αποδιώχνει κάθε ξένη και ενάντια ενέργεια.
Τουτέστιν μπορεί να μας συμβουλέψει απλανώς και να μας γλιτώσει απο πειρασμούς.
Και τέλος δια της διοράσεως μπορεί και βλέπει την ψυχή του άλλου, αισθάνεται την σκέψη και την θέληση του αδελφού ανεξαρτήτως γεωγραφικής αποστάσεως, πιάνοντας και λογισμούς.

Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα Φωτισμένο γέροντα χωρίς να πλανηθούμε και έτσι να δεχτούμε αντί για τσομπάνο λύκο;
Ο Φωτισμένος είναι ένας απλός άνθρωπος ο οποίος κρύβει τον εαυτό του φοβούμενος μη χάσει τον θησαυρό που του χάρισε ο Χριστός, δεν έχει κάποιο φωτοστέφανο στο κεφάλι του για να μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε, ούτε βαδίζει πάνω στις θάλασσες, ούτε μετακινεί βουνά, ούτε ανασταίνει νεκρούς και βεβαίως αν τον ρωτήσουμε είσαι φωτισμένος, έχεις την αδιάλειπτο προσευχή, φυσικά δεν θα μας απαντήσει διότι τρέμει τον λόγο των Θεοφόρων Πατέρων που λέγει, «αν θελεις να χάσεις κάτι πες το και το έχασες».

Υπάρχουν ομως τρία χαρακτηριστικά σημεία που μπορούμε συν Θεώ να τους αναγνωρίσουμε.
Το πρώτο είναι οτι δεν αμφισβητούν τούς λόγους των Φωτισμένων πού προηγήθηκαν απο αυτούς εως των ελαχίστων λεπτομερειών.
Το δεύτερο είναι οτι, όσο και να συζητάμε μαζί τους δεν κατακρίνουν, δεν κατηγορούν τους αδελφούς και τους αδελφούς εχθρούς για τα πράγματα και την δόξα του κοσμού τούτου, αλλά αντιθέτως συγχωρούν και δικαιολογούν εκτός αν πρόκειται για θέματα Πίστεως οπου δεν υφίσταται κατάκριση.
Και τέλος το τρίτο ειναι ο λόγος τους.
Έχοντας δια της αδιαλείπου ευχής μια συνεχή πληροφορία του Θεού στην καρδιά τους, όταν μας μιλούν, τα λόγια τους συνοδευόμενα από την Χάρη Του Χριστού δεν μπαίνουν στο μυαλό μας,
αλλά στην καρδιά μας.
Πείθουν την καρδιά μας να πιστέψει και χωρίς να θέλει.

Εμείς βέβαια δεν είμαστε Άγιοι, αμαρτωλοί ειμαστε, οι Άγιοι ειναι απο την άλλη μεριά, αν ομως  συν Θεώ κάνουμε με λόγο και με έργο αυτά που μας λέγουν οι Άγιοι που προηγήθηκαν απο εμάς θα λάβουμε και εμείς πλουσίως και αμέτρως αυτό που έλαβαν και Εκείνοι.

Χριστός Ανέστη
 

Μοναχός Μακάριος Κουτλουμουσιανος

 

«Τίποτα δέν περιμένω, τίποτα δέν θέλω. Τό παιχνίδι εἶναι στημένο κι ὅποιος παίζει τό γνωρίζει».

«Πόλεμος» Τσίπρα - Μητσοτάκη για το τέταρτο Μνημόνιο και ο λογαριασμός... στο λαό

Εἶδα στ΄ ὄνειρό μου τά χαρακτηριστικά, πού πρέπει νά ἔχει ὁ ἡγέτης τῆς Ἑλλάδας:
 
• Νά ξέρει καί ν΄ ἀγαπάει βαθιά τή χώρα, τήν ἱστορία καί τήν πίστη της.
• Νά μήν ντραπεῖ ποτέ γιά τίς ἰδέες του.
• Νά ξέρει ὅτι ὁ πολιτισμός δέν εἶναι ἀριστερό προνόμιο, ἀλλά ἐθνικό.
• Νά μή φλερτάρει μέ ἄλλους χώρους καί ἰδεολογίες, ἀλλά νά ἔχει τήν δύναμη νά τούς φέρει ὅλους κοντά του μέ τό παράδειγμα, τήν ἀλήθεια καί τό ἔργο του.
• Νά εἶναι «καθαρός» καί χωρίς ἐξαρτήσεις ἀπό τήν ἐκδοτικό-δημοσιογραφική πληγή. Ἀντιθέτως, αὐτοί νά εἶναι πάντα οἱ ἐχθροί του.
• Νά στείλει στίς φυλακές τούς «ὑψηλούς» ἀπατεῶνες, κάθε χρώματος καί κόμματος.
• Νά θεωρεῖ προσωπική του ὑπόθεση τήν τιμή, τά σύνορα καί τήν περηφάνεια τῶν Ἑλλήνων.
• Νά εἶναι παλληκάρι.
• Τέλος, νά μήν εἶναι πολιτικός το ἐπάγγελμα.
Καί μετά ξύπνησα…
 
του Σταμάτη Σπανουδάκη
 

«Κανείς (;) δεν θα πάρει είδηση»…

Μπροστά σε μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη…

Ένα άρθρο που διάβασα και θέλησα να μοιραστώ μαζί σας, γιατί μπορεί να συμβεί σε κάθε οικογένεια…Η απόφαση που θα πάρουμε και η στάση που θα κρατήσουμε, είναι πολύ σοβαρές…
Τὸ ξάνοιγμα τῶν παιδιῶν μας στὴ ζωὴ μπορεῖ νὰ ἔχει κάποιες φορὲς στραβοπατήματα καὶ δυσκολίες, στὶς ὁποῖες ἔχουμε ἀναφερθεῖ στὰ προηγούμενα: ἐλεύθερες ἐπικοινωνίες, σύναψη δεσμῶν ποὺ δὲν προχωροῦν, σχέσεις πρόωρες καὶ παροδικές, ποὺ τελικὰ μπορεῖ νὰ ἀφήσουν πληγωμένες τὶς ψυχὲς μ’ ἕνα βαθὺ αἴσθημα ἀποτυχίας καὶ ἀπογοητεύσεως.
Κάποτε σ’ ὅλα αὐτὰ ἔρχεται νὰ προσ­τεθεῖ καὶ μιὰ ἀνεπιθύμητη ἐγκυμοσύνη. Τί γίνεται τότε; Δὲν τὸ περιμέναμε. Δὲν τὸ θέλαμε. Δὲν μποροῦμε νὰ τὸ σηκώσουμε. Λοιπόν; Τί θὰ κάνουμε; Ἡ εὐθύνη εἶναι τεράστια καὶ δυσανάλογη πρὸς τὶς ἀντοχές μας. Τὸ πρόβλημα φαίνεται ἄλυτο. Ἡ ἀνακοίνωση τοῦ γεγονότος στοὺς συγγενεῖς ἀδύνατη.
Βρισκόμαστε σὲ ἀδιέξοδο. Καὶ ἡ λύση φαίνεται πὼς εἶναι μία καὶ μοναδική: Διακοπὴ κυήσεως. Κανεὶς δὲν θὰ πάρει εἴδηση. Κανένα φορτίο δὲν θὰ ἔχουμε νὰ σηκώσουμε στὴ συνέχεια. Ὅλα θὰ τελειώσουν ἥσυχα. Ἕνα λάθος ἦταν.
Θὰ συνεχίσουμε τὴ ζωή μας ἥσυχοι χωρὶς τὶς συνέπειές του.
Ἔτσι σκέπτονται συνήθως οἱ νέοι, γιατὶ αὐτὴ εἶναι ἡ νοοτροπία τοῦ κόσμου σήμερα.
Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔτσι.
«Κανεὶς δὲν θὰ πάρει εἴδηση». 
Θὰ τὸ γνωρίζει ὅμως ὁ Θεός.
«Κανένα φορτίο δὲν θὰ σηκώσουμε στὴ συνέχεια».
Τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ­ἀφαίρεση μιᾶς ζωῆς ποιὸς θὰ τὴ σηκώσει; Τὴ βαρύ­τατη ἁμαρτία μας ποιὸς θὰ τὴν ξεπληρώσει;
«Ὅλα θὰ τελειώσουν ἥσυχα».
Ναί, ὅλοι μπορεῖ νὰ εἶναι ἥσυχοι ἐκτὸς ἀπὸ τὴ συν­είδησή μας. Καὶ ποιὸς μπορεῖ νὰ τὴν ἀκούει συνέχεια νὰ διαμαρτύρεται; Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἀντέξει τοὺς δριμύτατους ­ἐλέγχους της, τὰ ἀνελέητα κτυπήματά της;
Τὸ πράγμα δὲν εἶναι τόσο ἁπλὸ ὅσο νομίζουμε.
Πῶς θὰ σταθοῦν οἱ γονεῖς μπροστὰ σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο πρόβλημα, ποὺ ἔγινε δυσ­τυχῶς συχνὸ στὶς μέρες μας;
Εἶναι βασικὸ νὰ ποῦμε πρῶτα ὅτι οἱ γονεῖς πρέπει νὰ ἐξασφαλίζουν καλὴ σχέση καὶ ἐπικοινωνία μὲ τὰ παιδιά. Ἀπὸ τὶς μικρὲς ἡλικίες τους νὰ κερδίζουν τὴν ἐμπιστοσύνη τους, ὥστε νὰ τοὺς δίνουν τὴν ἄνεση νὰ ἀνακοινώνουν τὶς δυσκολίες τους, νὰ λένε τὶς ἀπορίες τους, νὰ ὁμολογοῦν τὰ σφάλματά τους, νὰ ζητοῦν βοήθεια καὶ καθοδήγηση.
Ὅταν ὑπάρχει ἀληθινὴ ἀγάπη, κατανόηση πρὸς τὰ παιδιὰ καὶ ψύχραιμη καὶ συνετὴ ἀντιμετώπιση τῶν προβλημάτων τους, τότε εἶναι ­εὔκολο, καὶ ὅταν ἡ ἡλικία τους ­προχωρεῖ, νὰ καταφεύγουν στὶς δύσκολες περιστάσεις στοὺς γονεῖς μὲ ἐμπιστοσύνη στὴ γνώμη τους καὶ μ’ ἕνα βαθὺ αἴσθημα ἀσφάλειας.
Ἂν λοιπὸν ἡ κόρη ἀνακοινώσει στοὺς γονεῖς μιὰ ἀνεπιθύμητη ἐγκυμοσύνη ἢ ὁ γυιὸς πεῖ ὅτι ἔγινε ὁ αἴτιος, οἱ γονεῖς ἂς τοὺς ἀκούσουν συγκρατημένοι. Τὸ μέγεθος τῆς ἐκτροπῆς εἶναι φυσικὸ νὰ τοὺς θλίψει καὶ νὰ τοὺς ἀνασταστώσει. Ἀλλὰ ἡ ἀναστάτωση δὲν ὠφελεῖ. Πρέπει νὰ κρατήσουν ψυχραιμία καὶ νηφαλιότητα, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ οὐσιαστικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ ἡ βοήθειά τους.
Τὸ παιδί, ἐφόσον ἀνακοινώνει τὸ πρόβλημα, ἔκανε ἤδη ἕνα βῆμα θετικό. Θὰ μποροῦσε νὰ μὴν πεῖ τίποτε καὶ νὰ δώσει «λύση» χωρὶς νὰ πάρει κανεὶς εἴδηση. Τὸ ὅτι τὸ λέει, σημαίνει ὅτι παλεύει μέσα του καὶ ζητεῖ βοήθεια.
Καὶ στὴν παρούσα φάση δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπιτιμήσουμε, ἀλλὰ νὰ τὸ στηρίξουμε. Νὰ μὴν ἐρεθίσουμε τὴν πληγή, ἀλλὰ νὰ τὴν ἐπουλώσουμε. Ὥστε νὰ διορθωθεῖ, ὅσο γίνεται, τὸ κακὸ καὶ νὰ μὴ γίνει μεγαλύτερο. Ἂν τὸ παιδί μας εἶναι ἀναστατωμένο καὶ προβληματισμένο μπροστὰ στὴν κατάσταση ποὺ ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσει, νὰ συστήσουμε νὰ μὴ βιασθεῖ νὰ ἐνεργήσει, διότι μπορεῖ νὰ κάνει ἕνα μεγαλύτερο λάθος. Νὰ τοῦ ποῦμε ὅτι, μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Θεοῦ, ὅλα τὰ λάθη μπορεῖ νὰ ἀντιμετωπισθοῦν μὲ τρόπους ποὺ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσοβήσουν μεγαλύτερα δεινὰ καὶ νὰ ἀνακουφίσουν καὶ εἰρηνεύσουν τὴν ψυχή μας. Ἂν πάλι φαίνεται ἀποφασισμένο νὰ προχωρήσει σὲ ἔκτρωση, τότε ἡ παρέμβασή μας πρέπει νὰ εἶναι πιὸ ἀποφασιστικὴ καὶ δυναμική.
Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις νὰ μιλήσουμε γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὴν εὐθύνη μας ἀπέναν­τί Του. Ἂν τὰ παιδιά μας φαίνονται ἀδιάφορα ὡς πρὸς τὴν πίστη, σὲ τέτοιες περιπτώσεις μπορεῖ νὰ μαλακώσουν καὶ νὰ σκεφθοῦν πιὸ πνευματικά.
Ἂν πάλι εἶναι κοντὰ στὸ Θεό, ἀλλὰ ἔκαναν τὸ λάθος, μποροῦν πιὸ εὔκολα νὰ τὸ διορθώσουν.
Οὕτως ἢ ἄλλως τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ὅλα τὰ καλύπτει, ἡ εἰλικρινὴς μετάνοια ὅλα τὰ διορθώνει. Στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως μποροῦν νὰ πάρουν ἄφεση οἱ μετανοημένες ψυχὲς καὶ νὰ ἠρεμήσουν. Ἐκεῖ μποροῦν ἀπὸ τὸν συνετὸ Πνευματικὸ νὰ βροῦν τὴ σωστὴ καθοδήγηση καὶ γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ καὶ δύσκολο πρόβλημα ποὺ τὶς ταλαιπωρεῖ.
Ὁπωσδήποτε ἡ καλύτερη λύση θὰ ἦ­­ταν ὁ γάμος, ἐφόσον βέβαια ὑπάρχουν οἱ ἀ­­παραίτητες προϋποθέσεις. Αὐτὸ θὰ μπο­ροῦσε νὰ εἰρηνεύσει τὶς ψυχὲς τῶν νέων ποὺ ἔκαναν τὸ λάθος, νὰ ­ἐξασφαλίσει δὲ καὶ στὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννηθεῖ τὶς κατάλληλες συνθῆκες γιὰ τὴ σωστὴ καὶ φυσιολογικὴ ἀνάπτυξή του.
Ἂν ὅμως αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατόν, μὲ κανέναν τρόπο δὲν θὰ δεχθοῦμε τὴν ἔκτρωση. Ἀντίθετα, θὰ συστήσουμε τὴν ἀπόφαση, ποὺ θέλει ἡρωισμό, νὰ κρατηθεῖ τὸ παιδὶ καὶ νὰ γεννηθεῖ φυσιολογικά, ὅποιες καὶ ἂν εἶναι οἱ συνέπειες.
Δὲν εἶναι ἄνθρωπος τὸ κυοφορούμενο; Δὲν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;
Δὲν ἔχει ἀθάνατη ψυχή; Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δεῖ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ὅπως τὸ βλέπουμε ὅλοι μας; Δὲν εἶναι μιὰ ὕπαρξη μὲ αἰώνια προοπτική; Πῶς λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἀθῶο καὶ ἀνυπεράσπιστο πλάσμα τοῦ Θεοῦ θὰ τὸ ἐξοντώσουμε;
Ὄχι!
Μὲ κανέναν τρόπο δὲν πρέπει νὰ προσ­θέσουμε στὴν ἁμαρτία μιᾶς παράνομης σχέσεως καὶ τὴν ἁμαρτία ἑνὸς χωρὶς οἶκτο φό­νου.
Θὰ στηρίξουν οἱ γονεῖς τὸ παιδί τους. Θὰ βοηθήσουν στὴ συντήρηση τῆς κόρης ποὺ παρασύρθηκε καὶ τοῦ παιδιοῦ της. Θὰ βοηθήσουν στὸ νὰ σηκώσει ἕνα σταυρὸ ποὺ μπορεῖ νὰ μείνει σ’ ὅλη της τὴ ζωὴ καὶ νὰ ἀπαιτεῖ ἰσόβια αὐταπάρνηση. Θὰ ὑποδείξουν τὴν ὁδὸ τοῦ καθήκοντος, ὅσο καὶ ἂν αὐτὸ εἶναι βαρύ, μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι ἡ ὁδὸς αὐτὴ μπορεῖ νὰ γίνει τελικὰ ὁδὸς καθάρσεως καὶ ἐξαγιασμοῦ.
Καὶ ἂν εἶναι ὁ γυιὸς ποὺ ἔκανε τὸ λάθος, παρόμοια λόγια νὰ τοῦ ποῦν. Νὰ κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιὰ νὰ μείνει στὴ ζωὴ τὸ παιδί του.
Ἡ ζωὴ πρέπει νὰ νικήσει· ὄχι ὁ θάνατος. Ὁ Χριστός, ἡ αἰώνια ζωή· ὄχι ὁ διάβολος καὶ ὁ αἰώνιος θάνατος.
Πηγή: Ο ΣΩΤΗΡ
το διάβασα στο Σπιτάκι της Μέλιας

 

 

Τό ἐλεήμον γεροντάκι

Τό 1990 δυό καλοί ἄνθρωποι μαζέψανε κάποιον γεροντάκο ἄστεγο, λιγδιασμένο καί ἔρημο καί μέ ἀσθενοφόρο τόνε μεταφέρουνε σέ ἕνα ἐκκλησιαστικό γηροκομεῖο τῆς Λάρισας.

Ἡ διεύθυνση τοῦ νοσοκομείου καί τό προσωπικό μέ αὐταπάρνηση καί ἀγάπη, σάν καλοί Σαμαρεῖτες, πλύνανε τόν παππού τοῦ βγάλανε σύνταξη προνοίας καί τόν γηροκομήσανε ὥσπου πέθανε ἐξομολογημένος, κοινωνημένος μέ ἱλαρό πρόσωπο. Εἶχε καί μιά κρυφή ἀρετή.

Τό γηροκομεῖο τά ἔξοδά του τά κάλυπτε μέ τήν προνοιακή σύνταξη τοῦ παπποῦ. Ὅμως ὁ παππούς αὐτός ἐπειδή ἤξερε ἀπό στέρηση καί φτώχεια ἔβγαινε ἔξω ἀπό τό Γηροκομεῖο καί ζητιάνευε. Μάζευε πολλά χρήματα καί ταχύτατά τα μοίραζε συμπονετικά σέ ἄλλα ἄπορα χαμηλοσυνταξιούχα γεροντάκια, πού δέν εἶχαν συγγενεῖς ἤ πόρους ἄλλους ἤ ντρεπόντουσαν νά ζητήσουν καί νά ζητιανέψουν καί δέν εἶχαν οὔτε ἑκατό δραχμές γιά ἕνα γιαουρτάκι γιά ἕνα χυμό, πού λέει ὁ λόγος. Ἡ διεύθυνση τοῦ γηροκομείου πότε-πότε τόν ἐπέπληττε γιατί ἐκτίθετο ἀπό τό ὅτι τρόφιμός της ζητιάνευε στήν πόρτα τοῦ ἱδρύματος. Ἔκανε ὅμως τά στραβά τα μάτια, ἀναγνωρίζοντας τό ψυχικό μεγαλεῖο του παπποῦ. Ἔτσι ἁγίασε  ὁ παππούλης μέ τόν τρόπο του.

Ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου “Ἡ ζωή διδάσκει τόν Χριστό” υπο μοναχοῦ Ι. Ἀθῆναι, 2017. 

 

 

Το ομαδικό παραδοσιακό παιχνίδι

Δέσποινας Ἀντωνιάδου, νηπιαγωγοῦ

Τὸ παιχνίδι εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, μιὰ καὶ εἶναι βασικὸς παράγοντας κοινωνικοποίησης, μέσο ἔκφρασης, ἐπικοινωνίας καὶ διασκέδασης. Μέσα ἀπὸ τὸ παιχνίδι τὸ παιδὶ βιώνει διάφορες καταστάσεις, νιώθει χαρά, ἀγάπη, πόνο, μαθαίνει ν’ ἀντιμετωπίζει δυσκολίες καὶ νὰ τὶς ξεπερνᾶ, κατανοώντας τὴ ζωὴ στὸ σύνολό της. Εἶναι μιὰ αὐθόρμητη συμπεριφορά, ποὺ δὲν ἔχει σαφῆ στόχο οὔτε ἀκολουθεῖ ἀπαραίτητα κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο.

παιχνίδι 1Τὸ παιδί, ἐπινοώντας καὶ αὐτοσχεδιάζοντας, μπορεῖ, μέσῳ τοῦ παιχνιδιοῦ, νὰ γνωρίσει τὸν κόσμο. Τὸ παιχνίδι γίνεται γιὰ τὸ ἴδιο τὸ παιχνίδι, γιὰ τὴν εὐχαρίστηση ποὺ προκαλεῖ. Τὰ ὀφέλη του ὅμως εἶναι πάρα πολλὰ καὶ σημαντικά, γιατὶ βοηθᾶ τὸ παιδὶ ν’ ἀναπτυχθεῖ σωστά, σωματικὰ καὶ νοητικά. Ἂν ἕνα παιδὶ στερηθεῖ γιὰ κάποιον λόγο τὸ παιχνίδι, ἡ ἀνάπτυξή του μπορεῖ νὰ μὴν ὁλοκληρωθεῖ φυσιολογικά. Καὶ τὸ ἀτομικὸ ἀλλὰ καὶ τὸ ὁμαδικὸ παιχνίδι εἶναι ἐξ ἴσου σημαντικὰ γιὰ ἕνα παιδί. Καὶ τὰ δυὸ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἔμφυτης τάσης τοῦ παιδιοῦ καὶ εἶναι ἀπαραίτητα γιὰ τὴν ἀνάπτυξή του, ἀφοῦ τὸ καθένα ἔχει τὰ δικά του ὀφέλη. Μέσα ἀπὸ τὸ ἀτομικὸ παιχνίδι τὸ παιδὶ ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξη καὶ τὴν προσωπική του ἀξία. Ἀποκτᾶ ὑπομονή, ἐφευρετικότητα καὶ δημιουργικότητα. Τὸ ὁμαδικὸ παιχνίδι, μὲ τὴ σειρά του, προσφέρει στὸ παιδὶ ψυχικὴ ἐπαφή. Κινητοποιεῖ ὅλες τὶς σωματικὲς καὶ ψυχικές του δυνάμεις, ἀναπτύσσει τὸ θάρρος του, τὴ συντροφικότητά του κι ἔτσι κερδίζει φίλους. Συνέχεια ανάγνωσης

 

«ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗΣ: ΕΝΑΣ ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ»

ΚΟΣΜΟΚΑΛΟΓΕΡΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΑΓΟΥΝ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ 
Αποτέλεσμα εικόνας για ΦΩΤΟ ΤΡΕΛΟΓΙΑΝΝΗ
Η διά Χριστόν σαλότητα, αποτελούσε ως γνωστό πάντοτε ένα από τα πιο όμορφα κεφάλαια στο πολυάριθμο Συναξάρι των Αγίων μας στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ένα λίαν διδακτικό κεφάλαιο σωτηρίας, που έδειχνε στην ουσία πως η δικαιοσύνη και η κρίση του Θεού διαφέρει κατά πολύ απ’ αυτήν των ανθρώπων. Ένα λιθαράκι επιπλέον σ’ αυτό το κεφάλαιο αποτελεί και η ιστορία που μας αφηγήθηκε ένας ταπεινός λευϊτης του ευαγγελίου, ένας στενός φίλος του Κυρίου μας, της Παναγίας μας, του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, του Αγίου Χαραλάμπους, του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, του Αγίου Αναστασίου του Γόρδιου. Ένας λευϊτης που ζει στα ευλογημένα βουνά των Αγράφων. Πρόκειται για ένα πραγματικό άνθος ευωδίας που ολοένα και περισσότερο ανακαλύπτεται από τις καταπονημένες από τη ζωή ψυχές, που σαν μέλισσες ταξιδεύουν κοντά του για να γευτούν ως δώρο την πολύτιμη γύρη που εκπέμπει η παρουσία του και ο λόγος του. Η αφήγηση του αφορούσε έναν σύγχρονο κατά Χριστό σαλό, που έζησε σε μία από τις απρόσωπες, απρόσιτες και αποξενωμένες γειτονιές της Αθήνας. Ο τρελό –Γιάννης αυτόν αφορά η αφήγηση του ζούσε σε μία φτωχική γκαρσονιέρα που κληρονόμησε από τη μητέρα του σε μία πολυκατοικία 20 συνολικά διαμερισμάτων. Εργαζόταν στο φούρνο της γειτονιάς του και έπιανε δουλειά ξημερώματα. Από το φούρνο που εργαζόταν συνήθιζε να γεμίζει δυό σακούλες με ψωμιά και κουλούρια καθημερινά και έτρεχε να τα μοιράσει σε γέροντες, γερόντισσες και φοιτητές στη γειτονιά του. «Να είπα να σας φέρω λίγο ζεστό ψωμί, δώρο του κυρ -Αποστόλη του φούρναρη για να τον μνημονεύετε στις προσευχές σας», έλεγε. Η αλήθεια ήταν ότι ο τρελό -Γιάννης διέθετε κάθε μήνα ένα μεγάλο μέρος του μισθού του για την τροφοδοσία σε ψωμί των φτωχών της γειτονιάς του. Στον κυρ-Αποστόλη έλεγε πως εξυπηρετεί λίγους φίλους αρρώστους και πως τάχα πληρώνεται για αυτό. Πως γνώριζε όμως τους φτωχούς της γειτονιάς του; Να είχε τη συνήθεια να χτυπά αδιάκριτα τα κουδούνια όχι μόνο της πολυκατοικίας του αλλά και των διπλανών πολυκατοικιών. Αυτοσυστηνόταν σ’ όλους και τους ρωτούσε αν χρειάζονταν κάτι να τους εξυπηρετήσει. «Πως ξημερώσατε σήμερα; Μήπως έχει προκύψει κανένα πρόβλημα και μπορώ να σας φανώ χρήσιμος; Τα παιδιά σας πως πάνε;» Στην αρχή κάποιοι τον απόπερναν. Άλλοι του έκλειναν κατάμουτρα την πόρτα αρνούμενοι να του μιλήσουν, φανερά ενοχλημένοι από την απροσδόκητη παρουσία του. Άλλοι όμως περίμεναν τον τρελό -Γιάννη για να ακούσουν, όπως έλεγαν καμιά κουβέντα καλή. Τελικά τους έμαθε όλους, γνώριζε τις ιδιοτροπίες αλλά και στοιχεία του χαρακτήρα τους. Τα βράδια συνήθιζε ο τρελό -Γιάννης να αποσύρεται στο φτωχικό σπίτι του και προσευχόταν. Του άρεσε να διαβάζει δυνατά το Ψαλτήριο για να φεύγουν, όπως είπε, σε κάποιον που τον ρώτησε τα κακούδια από τη γειτονιά. Το διάβαζε τόσο δυνατά που κάποιος νεοφερμένος νοικάρης που δεν τον ήξερε καλά μια ημέρα κάλεσε την αστυνομία διαμαρτυρόμενος για διατάραξη ησυχίας! Ακόμη καθημερινά ο σαλός λιβάνιζε ξεκινώντας από τον τελευταίο όροφο μέχρι και κάτω όλα τα διαμερίσματα. Και τις αυλές έβγαινε και λιβάνιζε. Και όταν κάποιος ήταν άρρωστος τον επισκεπτόταν και αφού τον λιβάνιζε και τον σταύρωνε του διάβαζε συλλαβιστά με τα λίγα κολλυβογράμματα που γνώριζε την καθολική επιστολή του Ιακώβου… «Εύχεσθε υπέρ αλλήλων ίνα ιαθήτε» τους έλεγε. Τους παρότρυνε να εξομολογηθούν και να κοινωνήσουν για να γίνουν καλά άπό το μεγάλο γιατρό, τον Χριστό μας… Δεν ήταν λίγες μάλιστα οι φορές που γυρνώντας από τον φούρνο έπαιρνε τη σκούπα και σκούπιζε την πολυκατοικία για να είναι όπως έλεγε καθαρή. Του άρεσε να παρεμβαίνει χαμογελώντας σ’ αυτούς που συνήθιζαν να καυγαδίζουν για τα πολιτικά κόμματα δημοσίως στα καφενεία (παλαιότερα υπήρχαν μεγάλοι καυγάδες για τα κόμματα). «Αχ βρε εσείς γιατί υπολογίζετε και στηρίζεσθε σε τενεκέδες και κύμβαλα. Να παρακαλάτε άντί να τσακώνεστε να μας στείλει ο Θεός ένα Δαυίδ για βασιλιά. Αυτός έλυνε τα προβλήματα γιατί μάτωναν τα γόνατά του στην ικεσία και στην προσευχή. Οι δικοί σας οι έξυπνοι τι κάνουν; Ικετεύουν μόνο για μίζες και γίνονται ένα με τη διαφθορά… Σας περνούν για χαζούς και σας κοροϊδεύουν», συνήθιζε να τους λέει. Φύγε μωρέ τρελογιάννη απαντούσαν εκείνοι και για να τον αποφύγουν τον έστελναν για κανένα θέλημα. Εκείνος πάντα τους έλεγε «μην ελπίζετε στους άρχοντες. Να έχετε μόνο την ελπίδα σας στο Θεό». Μία ημέρα ο τρελό -Γιάννης δεν πήγε στη δουλειά. Ο κυρ-Αποστόλης ο φούρναρης ανησύχησε. Ποτέ δεν είχε λείψει. Έστειλε λοιπόν κάποιον στο σπίτι του. Πριν φθάσει σ’ αυτό τον βλέπει το σαλό με ένα φτυάρι να έχει ανοίξει τα φρεάτια και να τα καθαρίζει από τα χώματα και τις ακαθαρσίες. «Βρε συ ντιπ- για ντιπ ζουλάθηκες;» του λέγει. «Ο κυρ –Αποστόλης σε περιμένει στο φούρνο και εσύ καθαρίζεις φρεάτια; Μήπως νομίζεις πως θα σε προσλάβουν έτσι στο Δήμο;». Εκείνος απάντησε. «Ψάχνω να βρω από το πρωί δυό κατοστάρικα που έχασα. Αλλά δεν θυμάμαι σε ποιό από τα πέντε φρεάτια έπεσαν και έτσι τα άνοιξα όλα. Και μια που τ’ άνοιξα είπα να βγάλω και τις βρωμιές και να τα καθαρίσω», είπε χαμογελώντας ο σαλός. «Τράβα λοιπόν πες στον κυρ -Αποστόλη πως θα δουλέψω πιο πολύ αύριο για να συμπληρώσω τις ώρες, Δύο κατοστάρικα είναι αυτά… Δεν είναι παίξε -γέλασε», είπε. Ποιός είδε τον φούρναρη τότε και δεν τον φοβήθηκε. Μόλις έμαθε τα καμώματα του σαλού απειλούσε να τον διώξει. Μετά πέντε ώρες ο Γιάννης ο σαλός είχε ολοκληρώσει την εργασία του και αποσύρθηκε ικανοποιημένος στο σπίτι του. «Τα βρήκες βρε συ τα κατοστάρικα; Τον περιέπαιξε ο μπακάλης. «Να πας στο Δήμαρχο να σου τα δώσει, που του καθάρισες τα φρεάτια» του είπε γελώντας. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο ουρανός σκοτείνιασε. Μαύρα σύννεφα απλώθηκαν απειλητικά. Βροντές και αστραπές και μία καταρρακτώδης βροχή άρχισε να πέφτει. Οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ποτάμια παρασύροντας ότι βρήκαν στο διάβα τους ακόμη και αυτοκίνητα. Στον ευρύτερο Δήμο της περιοχής σημειώθηκαν πολλές καταστροφές. Πλημμύρισαν σπίτια, καταστήματα, αποθήκες. Χάθηκαν περιουσίες. Η πυροσβεστική δεν προλάβαινε να αντλήσει ύδατα. Ο δήμαρχος έκανε μία περιοδεία την επόμενη ημέρα για να διαπιστώσει προσωπικά τις ζημιές. Όλοι οι δημότες διαμαρτύρονταν για τα βουλωμένα φρεάτια. Πήγε και στη γειτονιά του τρελο -Γιάννη. Εκεί δεν υπήρχε ζημιά. Ο μπακάλης που τον είδε του είπε: «Δήμαρχε, να πας να ευχαριστήσεις τον τρελο -Γιάννη που σήμερα από το πρωί καθάριζε τα φρεάτια. Μας έσωσε η τρέλα του σαλού που έψαχνε να βρει τα δύο κατοστάρικα που έχασε» πρόσθεσε. Αλλά και ο φούρναρης είπε τα ίδια στον Δήμαρχο. «Ευτυχώς που ο τρελός δήμαρχε καθάρισε τα φρεάτια όμβριων υδάτων γιατί αλλιώς θα είχαμε πνιγεί με τέτοια βροχή. Μας γλύτωσε η τρέλα του από τα χειρότερα». «Να που χρειάζονται και οι τρελοί» είπε χαμογελώντας ο δήμαρχος. Ο σαλός κατά Χριστόν Ιωάννης συνήθιζε να ντύνεται φτωχικά. Έτσι όπως τον έβλεπαν πολλοί τον λυπόντουσαν και του έδιναν χρήματα. Πάρε βρε τρελέ να αγοράσεις κανένα παντελόνι και κανένα πουκάμισο να φορέσεις. Εκείνος τους ευχαριστούσε. Έβαζε τα χρήματα σε φακέλους, συμπλήρωνε και από το μισθό του και πήγαινε κρυφά και τα πετούσε κάτω από τις πόρτες αυτών που είχαν ανάγκη. Όταν πήγαινε στο σούπερ –μάρκετ συνήθιζε να ψωνίζει πράγματα αλλόκοτα. «Έβαζε στο καλάθι λ.χ. ακόμη και πράγματα γυναικεία, που προκαλούσαν γέλια στις κοπελιές του ταμείου. Ο ιδιοκτήτης του σούπερ-μάρκετ τον λυπόταν και είχε δώσει εντολή να του παίρνουν τα μισά χρήματα από την συνολική αξία». Μία ημέρα κίνησε την περιέργεια σε κάποιον να δει τι τα κάνει ο σαλός τόσα ψώνια. Έτσι κρυφά μια ημέρα τον παρακολούθησε. Εκείνος πήγε σε μία απόμακρη γωνιά της μικρής πλατείας για να μην τον βλέπουν και άρχισε να χωρίζει τα ψώνια. Εν συνέχεια άρχισε να χτυπά, όπως συνήθιζε τα κουδούνια και να αφήνει έξω από την πόρτα τις τσάντες με τα ψώνια. «Τα γυναικεία είδη που ψώνιζε τα πήγαινε σε μία φτωχή φοιτήτρια, την Κατερίνα, παιδί πολύτεκνης οικογένειας, που είχε μεγάλη ανάγκη». Όλοι στη γειτονιά την ημέρα της εκδημίας του πριν από οχτώ χρόνια είχαν να εξιστορήσουν και από μία αφήγηση για τα «καμώματα» του τρελού. Ο Αναστάσιος, ο διαχειριστής στην πολυκατοικία που έμενε ο σαλός άρχισε να μιλά για την αγάπη που είχε στην Εκκλησία. Πήγαινε σχεδόν καθημερινά στο ναό. Τις Κυριακές έφθανε ακόμη και πριν από τον Παπά. Άναβε το κερί του, προσκυνούσε τις αγίες εικόνες και έπαιρνε τη θέση του μπροστά από την είσοδο του ναού κάνοντας τον ζητιάνο. Ότι χρήματα μάλιστα, όπως μου αποκάλυψε ο παπάς, μάζευε πήγαινε κρυφά και τα έβαζε στο παγκάρι υπέρ των φτωχών και των γερόντων. Μία ημέρα η νεωκόρος τον είδε και νόμιζε ότι ήθελε να το κλέψει. Έτρεξε γρήγορα και ειδοποίησε τον παπά. «Παπά ο τρελο- Γιάννης βάζει χέρι στο παγκάρι» του είπε. Ο παπάς προχώρησε τότε με προσοχή και κοίταξε κρυφά. Είδε τον σαλό να βγάζει χρήματα από τις τσέπες του και να τα ρίχνει στο παγκάρι. Τι κάνεις εκεί βρε τρελέ; του φωνάζει. Και εκείνος του απαντά. «Να πάτερ μου τρύπησε η τσέπη μου και για να μην μου πέσουν και τα χάσω τα ρίχνω μέσα για να τα φυλάει η Παναγιά μας και να τα δώσει σε πιο φτωχούς από μένα»! Η Νικολέττα στη συνέχεια τραβώντας μια δυνατή ρουφηξιά καφέ πήρε το λόγο. Ένα σούρουπο πριν από δέκα , ίσως και παραπάνω χρόνια είδα έναν νεαρό να περιφέρεται περίεργα στη γειτονιά μας. Τον παρατηρούσα γιατί τον πέρασα για κλέφτη. Ξαφνικά βλέπω τον τρελο-Γιάννη να βγαίνει από το σπίτι του φουριόζος και με γοργό βήμα να κατευθύνεται τη μοναδική μονοκατοικία της γειτονιάς, όπου έμενε τότε με ενοίκιο μία οικογένεια τετραμελής. Στρογγυλοκάθησε ο τρελός μπροστά στα σκαλοπάτια της αυλόπορτας και άρχισε να ψέλνει δυνατά ύμνους της Παναγίας. Του άρεσε να λέει «το αγνή Παρθένε…» Πέρασαν σχεδόν δυό ώρες και ο τρελός συνέχιζε να ψέλνει. Βγήκα έξω και του είπα να σταματήσει. Τότε είδα τον νεαρό να απομακρύνεται βιαστικά. Ο σαλός σηκώθηκε και μπήκε στην μονοκατοικία. Από περιέργεια πήγα να δω τι συμβαίνει. Ο νους μου δεν σας κρύβω πως πήγε στο κακό. Χτύπησα το κουδούνι και η κοπέλα, μου άνοιξε. Ο τρελο-Γιάννης καθόταν στο τραπέζι της κουζίνας και έτρωγε κάτι που του είχε σερβίρει η κοπέλα. Δίπλα του στεκόταν ο πεντάχρονος γιος της. Απευθυνόμενος στο παιδάκι ο σαλός άρχισε να του λέει πως μία από τις δέκα εντολές του Θεού είναι αυτή που λέει «ου μοιχεύσεις». «Ξέρεις Γιωργάκι μου η μοιχεία δεν είναι αρεστή στο Θεό. Η μοιχεία ανοίγει μία πύλη στο μιαρό Σατανά που μπαίνει στο σπίτι και αλωνίζει. Χαλούν τότε οι οικογένειες και οι ασθένειες και ο πόνος και το μίσος μπαίνουν από τα παράθυρα και διώχνουν την ευλογία του Θεού που έδωσε με το μυστήριο του γάμου. Η γυναίκα και ο άνδρας, όπως είναι ο μπαμπάς και η μαμά με το γάμο Γιωργάκη μου γίνονται μία σάρκα, ένα σώμα. Με τη μοιχεία είναι σαν να κόβεις το χέρι σου». Δεν σας κρύβω πως θύμωσα πολύ. «Τι λες βρε αθεόφοβε στο παιδάκι; Για συμμαζέψου…» είπα. Η κοπέλα τότε έβαλε τα κλάματα και μου είπε με αναφιλητά. «Για μένα τα λέει, άστον μην τον αποπαίρνεις…» Ο τρελό – Γιάννης όμως έφυγε βιαστικά και η κοπέλα τότε μου εξομολογήθηκε πως σκόπευε να απατήσει τον άνδρα της με έναν νεαρό που γνώρισε σε μία καφετέρια που είχε πάει με μία φίλη της να πιεί καφέ. Της είπε πως ο νεαρός θα τη συναντούσε στο σπίτι της, εκμεταλευόμενος την απουσία του άνδρα της που είχε πάει για δουλειές στην επαρχία αλλά ο Θεός τη φύλαξε και δεν ήρθε. Γλύτωσα από μεγάλο κακό Νικολέττα μου. Θα χαλούσα την οικογένειά μου και το γάμο μου. Όταν χτύπησε ο τρελο -Γιάννης νόμιζα πως ήταν ο νεαρός και θα είχα τη δύναμη να τον διώξω. Ευτυχώς ο Θεός με γλύτωσε από μεγάλη αμαρτία. «Ο σαλός σε προφύλαξε γιατί ο νεαρός ήρθε αλλά στο σκαλοπάτι της εξώπορτας καθόταν επί ώρες ο σαλός ψέλνοντας καθώς σεργιανούσε έξω από την πόρτα σου ο νεαρός. Δεν τον άκουγες;» της είπα. Είχα ακούσει λέγει τότε ο φούρναρης πως ο Γιάννης ήθελε από μικρός να γίνει παπάς. Όμως λίγο η κατοχή, λίγο ο εμφύλιος δεν κατάφερε να τελειώσει το σχολείο. Έμαθε μόνο να διαβάζει και να γράφει λίγο. Έτσι, όταν πήγε νεαρός ακόμη στον Επίσκοπο και του ζήτησε να τον κάνει παπά εκείνος τον απέτρεψε συστήνοντάς του να πάει πρώτα στο σχολείο. Αλλά να, με όλα αυτά που λέτε αλλά και μ’ αυτά που γνωρίζω και εγώ που τον είχα στο φούρνο μπορώ να πω πως ο Θεός μπορεί να μην τον έκανε παπά αλλά τον έχρισε Επίσκοπο στη γειτονιά μας. Τα τελευταία λόγια του κυρ -Αποστόλη χάθηκαν μέσα στους λυγμούς του και τα δάκρυά του.

 

 
πηγη
 

Η ατζέντα της φυλετικής επιμειξίας και η «βιομηχανία του θεάματος» (“13 Reasons Why”)

Το “13 Reasons Why” («13 Λόγοι Γιατί» ή «13 Γιατί») είναι ένα best selling μυθιστόρημα που έγραψε ο Jay Asher και που τώρα αποτελεί τηλεοπτική σειρά της Netflix. Ο 41χρονος συγγραφέας Jay Asher γεννήθηκε στην Καλιφόρνια και είναι «κατά το ήμισυ Εβραίος», όπως έχει δηλώσει ο ίδιος.

 

Η υπόθεση αφορά το μυστικό που άφησε πίσω της η μαθήτρια Hannah Baker πριν αυτοκτονήσει. Άφησε δεκατρείς κασέτες – η κάθε μία αφιερωμένη σε ένα συγκεκριμένο άτομο που το καθένα είχε τον ρόλο του στην αυτοκτονία της.
Η σειρά έχει πολλά μηνύματα. Κάποια αρνητικά και κάποια θετικά. Ας σταθούμε στα αρνητικά, εξετάζοντας το πιο προφανές στοιχείο: το θέμα του πολυφυλετισμού και της φυλετικής επιμειξίας.

 

Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ

 

Εκείνη που δεν πήγε να πάρει φως

Πρωτοπρ. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου

 

Από τις προσωπικές σημειώσεις του π. Στεφάνου Αναγνωστόπουλου παραθέτουμε ένα εξαίσιο γεγονός της Χάριτος, το οποίο συνέβη κάποτε στη μακαριστή οσία Γερόντισσα Μακρίνα (Βασσοπούλου· 1921–1995), από το Μοναστήρι της Παναγίας της Οδηγήτριας, στην Πορταριά του Βόλου, μια νύχτα της Αναστάσεως, πριν από πάρα πολλά χρόνια, στα μαύρα και χαλεπά χρόνια της Κατοχής. Τι ακριβώς συνέβη; Ο λόγος ανήκει στον π. Στέφανο:
«Η ίδια ήταν ακόμη λαϊκή την εποχή εκείνη και, λόγω της μεγάλης στέρησης που υπήρχε σε τρόφιμα, μόλις και μετά βίας εξοικονομούσε μια φετούλα ψωμάκι για όλη τη μέρα. Αυτό και τίποτε άλλο! Έτσι, έφτασε και η Μεγάλη Εβδομάδα. Το δε Μεγάλο Σάββατο η κατάστασή της ήταν δραματική…

Το βράδυ πήγε στην εκκλησία και κάθισε σε μια γωνιά, κάνοντας συνέχεια κομποσχοίνι και λέγοντας το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!»…

Όλοι οι χριστιανοί που άρχισαν να καταφθάνουν στην εκκλησία κρατούσαν και από ένα κερί, άλλος μικρό και άλλος μεγάλο. Και στο «Δεύτε λάβετε φως…» εκείνη δεν πήγε να πάρει φως, γιατί δεν είχε ούτε το πιο μικρό κεράκι.
–Εσύ, Χριστέ μου, έλεγε μέσα της, αποφάσισες να μην κρατάω ούτε μια μικρή λαμπαδίτσα… Νά ’ναι ευλογημένο!…
Και μέσα στην προσευχή της εξέφραζε την αγωνία της και κάποια μικρά παράπονα στον Χριστό για τις στερήσεις, για την πείνα που τη θέριζε, για τη λαμπάδα που δεν είχε, ενώ συγχρόνως με δάκρυα στα μάτια έλεγε συνεχώς την Ευχή, το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με!» και το «Να ’ναι ευλογημένο!»…
Εν τω μεταξύ, είχε ήδη ειπωθεί το «Χριστός Ανέστη!» και άρχισε η αναστάσιμη ακολουθία του Όρθρου…

Συνέχεια ανάγνωσης