Παρηγοριά… ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς

Αποτέλεσμα εικόνας για επισκεψη σε αναπηρο

Τό 1995 ἕνας δικηγόρος, εὐλαβής, ὑγιέστατος, νέος, ὡραῖος καί μοιραῖος ἐπισκέφτηκε μέ χριστιανική ἀγάπη, μαζί μέ δυό ἀκόμη χριστιανούς ὀρθοδόξους ἕνα ἄσυλο ἀνιάτων κάπου στήν Ἀθήνα. Σέ ἕνα θάλαμο ἄνοιξε καλοπροαίρετο διάλογο παρηγοριᾶς μέ ἕναν κατάκοιτο ἀνίατο νεαρό, τελείως καί γιά πάντα ἀνάπηρο-τετραπληγικό. Ὑπομονή ἀδελφέ μου, τοῦ εἶπε ὁ δικηγόρος, μέ τήν ἀθέλητη καί κρυφο-υπερήφανη σιγουριά τῆς ὑγείας μπροστά στόν κατάκοιτο.

Ἡ ἀπάντηση τοῦ τετραπληγικοῦ ἀναπάντεχη, ἄμεση, συγκλονιστική: ‘’Ἀδελφέ μου’’, τοῦ ἀνταπάντησε μέ ἑτοιμότητα, ‘’σοῦ προτείνω νά ἀνταλλάξουμε θέσεις. Νά μοῦ δώσεις τήν ὑγεία σου, τήν βολή σου, τήν δουλειά σου, τά λεφτά σου καί νά πάρεις μέ τήν ὑπομονή ποῦ μου προτείνεις τήν θέση μου στό ἀναπηρικό τοῦτο κρεβάτι! Θέλεις;’’!

Κάγκελο ὁ δικηγόρος. Ἀργότερα, ψυχίατρος τοῦ ἐξήγησε ὅτι ἡ λέξη ‘’ὑπομονή’’ λέγεται εὔκολα ἀπό τόν ὁποιοδήποτε γερό, ὑγιῆ καί βολεμένο στόν ὁποιοδήποτε ἀνάπηρο, ἀδύνατο, καί ἐμπερίστατο, χωρίς ὁ πρῶτος νά βιώνει τόν πόνο καί τήν ἀγωνία τοῦ δεύτερου. Γιά τοῦτο τό σωστό εἶναι νά ἀγαπᾶμε τόν ἐμπερίστατο, νά τόν διακονοῦμε μέ προσευχή χωρίς βαρύγδουπες κουβέντες ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς.

Ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου “Ἡ ζωή διδάσκει τόν Χριστό” υπο μοναχοῦ Ι. Ἀθῆναι, 2017. 

 

Ένας Συνηθισμένος (;) Ορθόδοξος Ιερέας

Τό κείμενο «Ιερεύς τις τού 20ού αιώνος» δημοσιεύθηκε στό Περιοδικό τής Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία» καί κυκλοφόρησε σέ πολλές ιστοσελίδες τού διαδικτύου, άλλοτε αυτοτελές καί άλλοτε εντεταγμένο σέ ένα γενικότερο κείμενο μέ τίτλο «Ενθύμιο Χειροτονίας εις Πρεσβύτερο Π. Ευαγγέλου εξ ιατρών 14/11/2009», τό οποίο αποτελεί τόν χειροτονητήριο λόγο τού Ιερέως ιατρού π. Ευαγγέλου. Όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, ο Αρχιερέας Γρηγόριος τού ζήτησε νά αναφέρη στόν λόγο του τήν ιστορία τού π. Νικολάου: «Γράψε, Ευάγγελε, τήν ζωή τού π. Νικολάου, νά τήν μοιράσουμε σάν ενθύμιο τήν ήμερα τής χειροτονίας σου». Καί όπως σημειώνει ο π. Ευάγγελος, «έτσι γιά υπακοή τήν έγραψα εις αποκάλυψη τής μυστικής εργασίας του. Καί διαρκή υπόμνησή μου τού τί είναι Ορθόδοξος παπάς».

Αποτέλεσμα εικόνας για ορθοδοξος ιερεας υπηρεσια σε νοσοκομειο

Χωριστήκαμε σέ δυό ομάδες, βάλαμε τίς ιατρικές μας μπλούζες καί μέ τόν υπεύθυνο γιατρό προχωρήσαμε στό κρεβάτι τού πρώτου ασθενούς. Τόν φώναξε ο υπεύθυνος από τήν παρέα του, ήρθε ένας μικρός μαγκάκος από τήν Λάρισα ομιλητικός αλλά μαγκάκος.

Δέν θυμάμαι τίποτα από τό πρώτο αυτό μάθημα ούτε γιατί ήταν μέσα ο ασθενής ούτε τί φάρμακα έπαιρνε, απλώς στήν ρύμη τών λόγων τού είπε. «Έχουμε καί τόν παπά νά μάς βοηθά καί περνάμε καλά καί ενώ έπρεπε νά φύγουμε σέ τρείς μήνες επισπεύσαμε τό πρόγραμμα χάρις σ’ αυτόν καί θά φύγω σέ 1,5 μήνα». Τότε μέ τάραξε ο λογισμός μου, ένας καθολικός παπάς μέ τό κουστουμάκι του βοήθησε αυτόν εδώ; Αδύνατον, ένας καθολικός παπάς!!!!

Στήν πρώτη μας αυτή συνάντηση ουδέν έπραξα, παρ’ όλο τόν φυσικό μου κοινωνικό χαρακτήρα. Έφυγα, όταν τελείωσε ο υποχρεωτικός μου χρόνος τής παρουσίας. Στήν δεύτερη επίσκεψη τήν επόμενη εβδομάδα πάλι τά ίδια, άλλος ασθενής καί νέα αποκάλυψη: «ευτυχώς πού έχουμε τόν παπά καί μας βοηθά, ειδικά τά βράδια πού μένουμε μέ τούς εαυτούς μας, μάς παρηγορεί, μάς εμψυχώνει. Είναι δικός μας παπάς, ορθόδοξος!». Συνέχεια ανάγνωσης

 

Βασίλω ή Βασταρουχα

Αποτέλεσμα εικόνας για σεμνη γυναικα

Ο τήν άλλη άκρη τού χωριού τού Προυσού υπήρχε ακόμη μιά λεβέντισσα πριγκιποπούλα, ή Βασίλω. Ανδρεία γυναίκα, σάν τήν Δεββώρα τού Ισραήλ, δυνατή καί στο σώμα καί στήν ψυχή. Άνθρωπος δοσμένος στήν δουλειά του, όχι τόσο γιατί αγαπούσε τά χρήματα, όσο τό μοναστήρι καί τούς διακονητές του. Αγαπούσε τήν Παναγία καί τά παιδιά Της, τούς μοναχούς. Συνεργαστήκαμε οκτώ χρόνια. Ποτέ δέν ζήτησε κάτι γιά τον εαυτό της.

Ποτέ δέν εκμεταλλεύτηκε τήν ανάγκη μου. Ποτέ δέν ανταλλάξαμε λόγο πικρό. ’Ήτανε στο μοναστήρι από τό πουρνό- πουρνό μέχρι τό βαθύ σούρουπο. Κι αν χρειαζότανε νά παραμείνη μέχρι καί την νύχτα, ποτέ δεν το αρνήθηκε ούτε και παραπονέθηκε. Είχε στόμα κλειστό καί χέρια καί πόδια έτοιμα στην διακονία. Έβαζε μπουγάδες σε τόπο ανήλιο καί παγωμένο, στου Προυσού τό βαρύ κλίμα, μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Καθάριζε τουαλέτες, δωμάτια. Έστρωνε κρεβάτια.

Βοηθούσε στον κήπο, στην μεταφορά οικοδομικών υλικών.

Καί στην συγκομιδή τής ελιάς πρώτη στα λιοστάσια τής Παν-

αγίας, στου Αγρίνιου τα μέρη, ή Βασίλω, ή κοπέλα τών εβδομήντα πέντε χρόνων.


Υπήρξε ή καλύτερη υποτακτική μου καί στα υλικά πράγματα καί στά πνευματικά. Μετά την κοίμησή της, κάθε μέρα έλεγα: «Έφυγε ή Βασίλω- πουθενά Βασίλω». Πόθεν ή αρχοντιά, τό πνεύμα τής αύτοθυσίας, σ’ αυτήν τήν πονεμένη καί κατατυραννισμένη κόρη τού δάσους καί τών γκρεμών τού Προυσού ; Ποιος τής δίδαξε διάκριση, σεβαστικότητα, ευγένεια ψυχική; Έγινε μάννα ή Βασίλω, χωρίς νά γεννήση- κι εμείς γίναμε αγαπητά της παιδιά, χωρίς νά θηλάσουμε. Τά χρόνια τής παραμονής μας γεύθηκα μιά παράδοξη μητρότητα και φροντίδα από αυτήν τήν παλιακιά γυναίκα, παρ’ όλο πού, με τις αποστάσεις πού κρατούσαμε, καί τήν «καλημέρα» δύσκολα έπρεπε νά τήν προφέρης. Εκεί είδα πώς, αν έχουμε αληθινά τον Χριστό στήν καρδιά μας, δεν θά μάς λείψη τίποτε, όπου καί αν βρεθούμε.

Τό τέλος της ήταν μιά δοκιμασία. Στις ελιές χτύπησε τό

πόδι της. Σιγά-σιγά έχασε τό φώς της, χωρίς νά παραπονεθή.

χωρίς νά γογγύξη, αλλά μέ τό όνομα τής Προυσιώτισσας άφησε τον κόσμο αυτόν γιά τήν αιωνιότητα.



Μέ συνεπήρε όμως ή αγάπη τών ανθρώπων πού μου έφεξαν στήν ζωή μου καί ξεχάστηκα εντελώς. Ωστόσο, δέν μπορώ νά μή μνημονεύω τούς ανθρώπους πού βάσταξαν μαζί μου τον καύσωνα τής ήμέρας καί τον παγετό τής νύχτας. Ή συνάθληση είναι ένα από τά σπουδαιότερα πράγματα στήν ζωή των ανθρώπων, όπου καί να αναφέρεται, είτε σε πνευματικούς είτε σε υλικούς αγώνες. Ένώ το να είμαστε «όλοι μαζί- μόνος» είναι μεγάλο πειρατήριο. Ό λόγος «κι έμενα άφήκατε μόνο» με πόσο πόνο άκούγεται από τον Θεάνθρωπο. Άλλ’ ας έπανέλθω στα χαριτωμένα μου πρόσωπα.

ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

 

Λυπήσου Κύριε τούτη τη γενιά…

  Panagia manaΚύριε, τούτη τη δυστυχή γενιά την οργισμένη. Τα πρώτα φώτα πού είδαν τα μάτια μας ήτανε λάμψεις όπλων φονικών.

Οί πρώτοι ήχοι πού άκουσαν τ’ αυτιά μας ήτανε τρομαγμένα ουρλιαχτά, βροντές καί θρήνοι. Το πρώτο μας λίκνο το στρώσανε μέσα σ’ένα σκοτεινό καταφύγιο. Ή πρώτη δροσιά πού μας ράντισε ήτανε δάκρυ.
Μαζί με το γάλα της μάνας ρουφούσαμε τ’ αλαφιασμένο γοργοχτύπι της καρδίας της.
Στου πατέρα την ηλιοκαμένη όψη διαβάσαμε την αγωνία,στο χαραγμένο του μέτωπο,στα πονεμένα του μάτια.
Πήγαμε να γελάσουμε καί μας φράξαν με βιάση το στόμα.
Ξεχαστήκαμε~κάπου να παίζουμε καί μας τράβηξαν φοβισμένοι άπ’ το χέρι. Ζητήσαμε να ρίξουμε ψίχουλα στα πεινασμένα πετεινά του ουρανού καί τότε μάθαμε πώς δεν περίσσευε ψωμί.
Οί πρώτες προσευχές πού ψελίσσαμε μιλούσαν για πόλεμο, τα πρώτα τραγούδια μας
σα λυγμοί αντήχησαν. Μάθαμε πρώτες-πρώτες κάτι λέξεις παράξενες, πού όμως ξέραμε καλά τη σημασία τους. Παραμύθια εμείς δεν ακούσαμε κι είμαστε άπ’ τα πρώτα χρόνια μας μεγάλοι.
Κι υστέρα είναι να ρωτάς γιατί γίναμε έτσι στ’ αλήθεια παράξενοι,δίχως τίποτα πια να πιστεύουμε καί ξεχάσαμε πια ν’ αγαπάμε.

Κοιτάμε μοναχά μυωπικά όλο γύρω μας, λησμονώντας την τιμή σ’ εκείνους πού φύγανε καί το χρέος σ’ εκείνους πού θάρθουν.
Στριγμωμένοι σ’ ένα πλήθος ξένο κι άγνωστο,με κλειδαριά ασφαλείας στην καρδιά μας σαν σε ψυχρό σιδερένιο χρηματοκιβώτιο.
Μετράμε καί ξαναμετράμε τ’ αγαθά μας στα κρυφά καί τα βρίσκουμε λίγα. Κι είμαστε μέσα εμείς φτωχοί και πένητες. Πηγή στερεμένη από συμπόνια ή καρδιά μας.
Δεν ταΐζουμε πια τα πουλιά τ’ ουρανού. Δεν γελάμε πια κι ούτε κλαίμε.
Κι είναι να μας λυπάται κανείς στη συνοφρυωμένη αυτή κι εναγώνια καί δίχως νόημα πορεία μας.
Για τούτο, Κύριε, σπλαχνίσου τη γενιά μας,τούτη την άμοιρη κι απόκληρη γενιά πού γεννήθηκε σ’ ένα κόσμο γεμάτον ερείπια καί πασχίζοντας να τα χτίση έρειπώθηκε μέσα της.
Που κάθε άνθρωπος σε τούτη τη γενιά μας,είναι ένα όραμα ολόκληρο,είναι μια τραγική ιστορία.
Κι είναι εικόνα του Προσώπου Σου,Κύριε. ”
Πηγή: Εκδόσεις Χρυσοπηγή
 

ΒΙΤΑΛΗ ~ Σαμαντάκας – Βάβω

 

Το Τέταρτο μέρος της θρυλικής εκπομπής της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου Πρόβα με την Ελένη Βιτάλη. Στο απόσπασμα αυτό τραγουδάει δυο Ηπειρώτικα τραγούδια.
ΟΣΜΑΝΤΑΚΑΣ ή ΣΑΜΑΝΤΑΚΑΣ. Ηπειρώτικο – Παραδοσιακό.
Ιστορικό τραγούδι, της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου που αναφέρεται στον Αρβανίτη Οσμάν Τάκα που καταδικασμένος σε θάνατο ζήτησε ως τελευταία χάρη πριν την εκτέλεσή του να χορέψει. Ο λεβέντικος χορός του συγκίνησε τον εκτελεστή του τον μπέη του Μαργαριτίου που του χάρισε τη ζωή.
Ανδρικός αργός, μεγαλόπρεπος, αυτοσχεδιαστικός χορός του πρώτου. Ακολουθεί τον τρίτο ήχο σε ρυθμό τετράσημο. Χορεύεται σε όλη την Ήπειρο από ικανότατους χορευτές που έχουν τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάσουν και να δημιουργήσουν με τη διάθεση της στιγμής.

Γειά σου Οσμαντάκα,
τη λεβεντιά σου να΄χα
τη λεβεντιά σου να΄χα,
γειά σου Οσμαντάκα.
Εσύ κοιμάσαι
κι εγώ νυστάζω,
Σε συλλογιούμε
κι αναστενάζω.
Ξύπνα Οσμαντάκα
και βάλε τα τσαρούχια,
στρίψε τη μουστάκα,
γειά σου Οσμαντάκα.

 

Συγκλονιστική ιστορία για την συγχώρεση των εχθρών

Όταν η διάσημη δολοφόνος Κάρλα Φαίη Τάκερ εκτελέστηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1998, στο Χάντσβιλλ του Τέξας, μία μικρή ομάδα διαδηλωτών ενάντια στη θανατική ποινή έκαναν μία ολονυχτία με αναμμένα κεριά.

Αλλά πολλές περισσότερες εκατοντάδες ήταν εκεί έξω από τη φυλακή για να χαρούν για το θάνατό της. Ένα πανό που κρατούσε κάποιος τα έλεγε όλα: “Είθε ο Παράδεισος να σε βοηθήσει. Είναι τόσο σίγουρο όσο η κόλαση, ότι εμείς δεν θα σε βοηθήσουμε!”

Μέσα στη φυλακή, ωστόσο, ένας άνδρας, ονόματι Ρον Κάρλσον, προσευχόταν για την Κάρλα και όχι στην αίθουσα των μαρτύρων όπου βρίσκονταν οι οικογένειες των θυμάτων της Κάρλα, όπου λογικά θα έπρεπε να είναι, αλλά στο χώρο που η φυλακή παρείχε για την οικογένεια της δολοφόνου.

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που γνώρισα τον Ρον και άκουσα το αξιοθαύμαστο ταξίδι του από το μίσος στη συμφιλίωση, αλλά αυτά που μου είπε είναι κολλημένα στο μυαλό μου λες και ήταν χτες:

«Λίγο μετά που είχα γυρίσει σπίτι μετά από μία μέρα κοπιαστικής δουλειάς (ήταν 13 Ιουλίου του 1983) χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο πατέρας μου. Είπε, “Ρόν, πρέπει να έρθεις αμέσως στο μαγαζί. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η αδελφή σου δολοφονήθηκε.” Έπεσα στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ακόμα κι όταν είδα στην τηλεόραση το σώμα της αδελφής μου να το μεταφέρουν έξω από ένα διαμέρισμα. Η Ντέμπορα ήταν αδελφή μου, και με είχε μεγαλώσει. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη χρονών. Δεν είχα αδελφούς μόνο μία μεγαλύτερη αδελφή και γι’ αυτό η Ντέμπορα ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο για μένα. Πολύ ιδιαίτερο.

H Ντέμπορα φρόντιζε πάντα να έχω ρούχα, και να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι. Με βοηθούσε στα μαθήματά μου, και με χτυπούσε στα χέρια αν έκανα κάτι λάθος. Είχε γίνει η μητέρα μου.

Τώρα ήταν νεκρή, με δεκάδες μώλωπες από γροθιές σ’ όλο της το σώμα, και την πληγή από σφαίρα στην καρδιά της. Η Ντέμπορα δεν ήταν άνθρωπος που είχε εχθρούς. Απλά βρέθηκε στο λάθος μέρος, την λάθος ώρα. Οι δολοφόνοι είχαν έρθει να κλέψουν ανταλλακτικά μοτοσικλετών από το σπίτι που αυτή έμενε, και όταν ανακάλυψαν τον Τζέρρυ Ντην, τον άνθρωπο με τον οποίο ήταν μαζί, τον χτύπησαν μέχρι θανάτου. Βρίσκονταν κάτω από μεγάλη επήρεια ναρκωτικών. Μετά ανακάλυψαν την Ντέμπορα κι έτσι έπρεπε να την σκοτώσουν κι αυτήν ..».

To Xιούστον ήταν ανάστατο. Οι εφημερίδες περιέγραφαν με πηχυαίους τίτλους το έγκλημα, και η πόλη ζούσε σε φόβο. Μερικές βδομάδες αργότερα οι δολοφόνοι – δύο ναρκομανείς, η Κάρλα Τάκερ και ο Ντάνιελ Γκάρετ – παραδόθηκαν από συγγενείς. Στη συνέχεια δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Ντάνιελ αργότερα πέθανε στη φυλακή. Ωστόσο ο Ρον δεν αισθανόταν ανακούφιση: «Χάρηκα που συνελήφθηκαν, φυσικά, αλλά ήθελα να τους σκοτώσω εγώ ο ίδιος. Είχα γεμίσει με απόλυτο μίσος, και ήθελα να ισοφαρίσω. Ήθελα να χτυπήσω την καρδιά της Κάρλα όπως εκείνη είχε κάνει στην αδελφή μου».

Ο Ρον λέει ότι από πριν το θάνατο της αδελφής του, είχε πρόβλημα με το ποτό και τα ναρκωτικά, αλλά μετά χειροτέρεψε πολύ. Ένα χρόνο αργότερα και ο πατέρας τους πυροβολήθηκε από ληστές.«Συχνά μεθούσα, και βυθιζόμουν στα ναρκωτικά όπως LSD και μαριχουάνα και ότι άλλο έβρισκα. Επίσης συνεχώς τσακωνόμουν με τη γυναίκα μου. Ήθελα να σκοτώσω τον εαυτό μου…

Τότε ένα βράδυ, αισθανόμουν ότι δεν άντεχα άλλο, και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω κάτι για το μίσος και την οργή που με πλημμύριζαν. Είχαν γίνει τόσο άσχημα μέσα μου, που ήθελα συνεχώς να κάνω κακό σε αντικείμενα και ανθρώπους. Βάδιζα στο ίδιο μονοπάτι με τους δολοφόνους της αδελφής μου και του πατέρα μου. Εκείνο το βράδυ όμως αποφάσισα να ανοίξω τη Βίβλο, και άρχισα να διαβάζω.

Ήταν αλήθεια παράξενο. Ήμουν κάτω από επήρεια ναρκωτικών και διάβαζα το Λόγο του Θεού! Αλλά όταν έφτασα εκεί που σταύρωσαν τον Ιησού έκλεισα απότομα το βιβλίο. Για κάποιο λόγο με χτύπησε στην καρδιά όπως ποτέ πριν: “Θεέ μου”, σκέφτηκα, “σκότωσαν ακόμα και τον Ιησού!”.

Τότε έπεσα στα γόνατά μου και δεν το είχα κάνει ποτέ πριν αυτό – και ζήτησα από τον Θεό να έρθει στη ζωή μου και να με αλλάξει όπως Εκείνος ήθελε να είμαι, και να είναι Κύριος της ζωής μου. Αυτό ήταν βασικά που συνέβη εκείνο το βράδυ.
Αργότερα διάβασα περισσότερο τη Βίβλο, και μία γραμμή από το Πάτερ Ημών – εκείνη η γραμμή που λέει “συγχώρησέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε” – πήδηξε έξω από το κείμενο προς εμένα. Το νόημα φαινόταν καθαρό: “Δεν θα συγχωρηθείς αν δεν συγχωρήσεις.” Θυμάμαι ότι επιχειρηματολογούσα με τον εαυτό μου : “Δεν μπορώ Εγώ να το κάνω αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο”. Και ο Θεός φαινόταν να μου απαντάει αμέσως, “Καλά, Ρον, Εσύ δεν μπορείς. Αλλά μέσω Εμένα μπορείς”.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και μία μέρα μιλούσα με ένα φίλο στο τηλέφωνο, και με ρώτησε αν ήξερα ότι η Κάρλα ήταν σε μία φυλακή στην πόλη μας. “Θα πρέπει να πάς εκεί και να της πεις τις σκέψεις σου”, μου είπε. Αυτός ο φίλος δεν ήξερε την πνευματική μου πορεία, και δεν του είπα τίποτα. Αλλά αποφάσισα να πάω να δω την Κάρλα.
Όταν πήγα εκεί και την αντίκρισα της είπα ότι είμαι ο αδελφός της Ντέμπορα. Δεν είπα τίποτα άλλο στην αρχή. Με κοίταξε παράξενα και είπε, “Ποιος είπες ότι είσαι;” Επανέλαβα, αλλά ακόμα με κοιτούσε αποσβολωμένη, σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε. Μετά ξέσπασε σε κλάμα.
Είπα, “Κάρλα, ό,τι και να βγει απ’ αυτό, θέλω να ξέρεις ότι εγώ σε συγχωρώ, και δεν έχω τίποτα εναντίον σου.” Εκείνη τη στιγμή όλο το μίσος και η οργή έφυγε. Ήταν σαν ένα μεγάλο βάρος να σηκώθηκε από τους ώμους μου».

Ο Ρον λέει ότι μίλησε πολύ ώρα με την Κάρλα, και στη διάρκεια της συνομιλίας του ανακάλυψε ότι κι εκείνη, επίσης, πρόσφατα είχε πιστέψει στον Θεό, και ότι η πίστη της είχε αλλάξει τη στάση της για τη ζωή. Ήταν τότε που ο Ρον αποφάσισε ότι έπρεπε να ξαναπάει και να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν:

«Στην αρχή απλά ήθελα να πάω και να την συγχωρήσω και να φύγω, αλλά μετά από εκείνη την πρώτη επίσκεψη χρειαζόμουν να πάω ξανά. Ήθελα να ανακαλύψω αν ήταν ειλικρινής για τη χριστιανική πορεία την οποία ισχυριζόταν ότι είχε. Επίσης ήθελα να μάθω γιατί οι άνθρωποι σκοτώνουν, γιατί δολοφονούν ο ένας τον άλλο. Ποτέ δεν το έμαθα αυτό, αλλά έμαθα ότι η Κάρλα ήταν ειλικρινής. Επίσης ανακάλυψα, μέσα από αυτήν, ότι οι άνθρωποι μπορεί να αλλάξουν και ότι ο Θεός είναι ζωντανός.

Η μητέρα της Κάρλα ήταν πόρνη και ναρκομανής, και εισήγαγε την κόρη της από πολύ νεαρή ηλικία σε όλα αυτά. Η Κάρλα είχε αρχίσει να κάνει ενέσεις ηρωίνης από δέκα ετών. Στη φυλακή ήταν που άλλαξε η ζωή της 180 μοίρες – μέσω μίας διακονίας που ασχολούνταν με γυναίκες και έδινε Βίβλους και μιλούσε για το νόημα της ζωής με τον Θεό». Ο Ρον επισκεπτόταν κάθε δύο μήνες την Κάρλα, ενόσω αυτή ανέμενε την εκτέλεσή της, για τα επόμενα δύο χρόνια, και επίσης αλληλογραφούσε με αυτήν. Σύντομα είχαν γίνει στενοί φίλοι.

Θυμάται: «Οι άνθρωποι γύρω μου δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Έλεγαν πως είναι ολοφάνερο ότι κάτι πάει στραβά με εμένα – ότι θα έπρεπε να μισώ τον άνθρωπο που σκότωσε την αδελφή μου, όχι να την πλησιάζω. Ένας συγγενής μου είπε ότι ντρόπιαζα τη μνήμη της αδελφής μου με τον τρόπο που ενεργούσα, και ότι πιθανώς “τα κόκαλά της να έτριζαν στο τάφο της”. ΄Ενας άλλος έκανε μία δημόσια δήλωση τη μέρα της εκτέλεσης της Κάρλα για το πόσο χαρούμενος ήταν που σε λίγο θα ήταν νεκρή.»

Η ίδια η Κάρλα είχε μείνει έκπληκτη από τη στάση του Ρον απέναντί της. Μιλώντας σε μία τηλεοπτική συνέντευξη λίγο πριν την εκτέλεσή της, είχε πει: “Είναι απίστευτο, φανταστικό! Η συγχώρεση είναι ένα πράγμα. Αλλά το να πάει κάποιος πέρα από αυτό και να με πλησιάσει – να με αγαπήσει ενεργά;” Της ήταν πολύ πιο εύκολα να κατανοήσει την οργή χιλιάδων ανθρώπων που ήθελαν το θάνατό της: «Μπορώ να κατανοήσω την οργή τους. Ποιος δεν θα μπορούσε; Είναι μία έκφραση του πόνου και της πληγής τους. Το ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι αξίζω συγχώρεση. Αλλά ποιος την αξίζει; Μου έχει δοθεί μία νέα ζωή, και η ελπίδα – η υπόσχεση – ότι ο θάνατος δεν είναι η τελική πραγματικότητα». Η Κάρλα προχώρησε στον θάνατό της γενναία, χαμογελώντας καθώς έκανε την τελευταία της δήλωση: “Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό που έκανα … ελπίζω ο Θεός να σας δώσει ειρήνη μέσω του θανάτου μου”.

Όσο για τον Ρον, επιμένει ότι δεν χρειαζόταν η εκτέλεσή της: “Δεν ωφελεί … Σίγουρα μου λείπει η αδελφή μου. Αλλά μου λείπει επίσης και η Κάρλα …”.

Του Johann Christoph Arnold – (Μετάφραση από το περιοδικό The Plough Reader, Άνοιξη 2000).
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2017/05/blog-post_494.html

 

 

Λεφτὰ ὑπάρχουν ὅπου ὑπάρχει καὶ καρδιά

Prowler

Μᾶς λείπουν τὰ λεφτά; (π. Δημητρίου Μπόκου)

Τὸ νὰ εἶ­σαι φτω­χός, δὲν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἶ­σαι ἐ­λε­ή­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος. Σή­με­ρα νο­μί­ζου­με, ὅ­τι γιὰ νὰ βο­η­θᾶς τὸν συ­νάν­θρω­πό σου, πρέ­πει νὰ ἔ­χεις. Τό­σα πολ­λά, ποὺ νὰ σοῦ πε­ρισ­σεύ­ουν. Ἀλ­λι­ῶς τί νὰ δώ­σεις;

Πα­λι­ό­τε­ρα ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοὶ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κοί. Δὲν κοί­τα­ζαν ἂν πε­ρισ­σεύ­ει κά­τι γιὰ νὰ δώ­σουν. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χαν, λί­γο ἢ πο­λύ, βο­η­θοῦ­σαν καὶ τὸν φτω­χό. Ἡ ἀ­γά­πη, ἡ φι­λαν­θρω­πί­α, ἦ­ταν πάν­τα ὑ­πό­θε­ση καρ­διᾶς, ὄ­χι χρη­μά­των. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Χαρά στα μάτια που δακρύζουν

Εξαιρετικό ψαλτοτράγουδο με θαυμάσιους στίχους.

Χαρά στα μάτια που δακρύζουν
για κάποιον άλλον πού πονά,
γιατί τα μάτια αυτά θα δούνε
του Παραδείσου τα αγαθά. (δις) Συνέχεια ανάγνωσης