Βασίλω ή Βασταρουχα

Αποτέλεσμα εικόνας για σεμνη γυναικα

Ο τήν άλλη άκρη τού χωριού τού Προυσού υπήρχε ακόμη μιά λεβέντισσα πριγκιποπούλα, ή Βασίλω. Ανδρεία γυναίκα, σάν τήν Δεββώρα τού Ισραήλ, δυνατή καί στο σώμα καί στήν ψυχή. Άνθρωπος δοσμένος στήν δουλειά του, όχι τόσο γιατί αγαπούσε τά χρήματα, όσο τό μοναστήρι καί τούς διακονητές του. Αγαπούσε τήν Παναγία καί τά παιδιά Της, τούς μοναχούς. Συνεργαστήκαμε οκτώ χρόνια. Ποτέ δέν ζήτησε κάτι γιά τον εαυτό της.

Ποτέ δέν εκμεταλλεύτηκε τήν ανάγκη μου. Ποτέ δέν ανταλλάξαμε λόγο πικρό. ’Ήτανε στο μοναστήρι από τό πουρνό- πουρνό μέχρι τό βαθύ σούρουπο. Κι αν χρειαζότανε νά παραμείνη μέχρι καί την νύχτα, ποτέ δεν το αρνήθηκε ούτε και παραπονέθηκε. Είχε στόμα κλειστό καί χέρια καί πόδια έτοιμα στην διακονία. Έβαζε μπουγάδες σε τόπο ανήλιο καί παγωμένο, στου Προυσού τό βαρύ κλίμα, μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Καθάριζε τουαλέτες, δωμάτια. Έστρωνε κρεβάτια.

Βοηθούσε στον κήπο, στην μεταφορά οικοδομικών υλικών.

Καί στην συγκομιδή τής ελιάς πρώτη στα λιοστάσια τής Παν-

αγίας, στου Αγρίνιου τα μέρη, ή Βασίλω, ή κοπέλα τών εβδομήντα πέντε χρόνων.


Υπήρξε ή καλύτερη υποτακτική μου καί στα υλικά πράγματα καί στά πνευματικά. Μετά την κοίμησή της, κάθε μέρα έλεγα: «Έφυγε ή Βασίλω- πουθενά Βασίλω». Πόθεν ή αρχοντιά, τό πνεύμα τής αύτοθυσίας, σ’ αυτήν τήν πονεμένη καί κατατυραννισμένη κόρη τού δάσους καί τών γκρεμών τού Προυσού ; Ποιος τής δίδαξε διάκριση, σεβαστικότητα, ευγένεια ψυχική; Έγινε μάννα ή Βασίλω, χωρίς νά γεννήση- κι εμείς γίναμε αγαπητά της παιδιά, χωρίς νά θηλάσουμε. Τά χρόνια τής παραμονής μας γεύθηκα μιά παράδοξη μητρότητα και φροντίδα από αυτήν τήν παλιακιά γυναίκα, παρ’ όλο πού, με τις αποστάσεις πού κρατούσαμε, καί τήν «καλημέρα» δύσκολα έπρεπε νά τήν προφέρης. Εκεί είδα πώς, αν έχουμε αληθινά τον Χριστό στήν καρδιά μας, δεν θά μάς λείψη τίποτε, όπου καί αν βρεθούμε.

Τό τέλος της ήταν μιά δοκιμασία. Στις ελιές χτύπησε τό

πόδι της. Σιγά-σιγά έχασε τό φώς της, χωρίς νά παραπονεθή.

χωρίς νά γογγύξη, αλλά μέ τό όνομα τής Προυσιώτισσας άφησε τον κόσμο αυτόν γιά τήν αιωνιότητα.



Μέ συνεπήρε όμως ή αγάπη τών ανθρώπων πού μου έφεξαν στήν ζωή μου καί ξεχάστηκα εντελώς. Ωστόσο, δέν μπορώ νά μή μνημονεύω τούς ανθρώπους πού βάσταξαν μαζί μου τον καύσωνα τής ήμέρας καί τον παγετό τής νύχτας. Ή συνάθληση είναι ένα από τά σπουδαιότερα πράγματα στήν ζωή των ανθρώπων, όπου καί να αναφέρεται, είτε σε πνευματικούς είτε σε υλικούς αγώνες. Ένώ το να είμαστε «όλοι μαζί- μόνος» είναι μεγάλο πειρατήριο. Ό λόγος «κι έμενα άφήκατε μόνο» με πόσο πόνο άκούγεται από τον Θεάνθρωπο. Άλλ’ ας έπανέλθω στα χαριτωμένα μου πρόσωπα.

ΜΟΡΦΕΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΑ ΝΑ ΑΣΚΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟ ΣΚΑΜΜΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

ΓΕΡΩΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ. ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ.

 

Λυπήσου Κύριε τούτη τη γενιά…

  Panagia manaΚύριε, τούτη τη δυστυχή γενιά την οργισμένη. Τα πρώτα φώτα πού είδαν τα μάτια μας ήτανε λάμψεις όπλων φονικών.

Οί πρώτοι ήχοι πού άκουσαν τ’ αυτιά μας ήτανε τρομαγμένα ουρλιαχτά, βροντές καί θρήνοι. Το πρώτο μας λίκνο το στρώσανε μέσα σ’ένα σκοτεινό καταφύγιο. Ή πρώτη δροσιά πού μας ράντισε ήτανε δάκρυ.
Μαζί με το γάλα της μάνας ρουφούσαμε τ’ αλαφιασμένο γοργοχτύπι της καρδίας της.
Στου πατέρα την ηλιοκαμένη όψη διαβάσαμε την αγωνία,στο χαραγμένο του μέτωπο,στα πονεμένα του μάτια.
Πήγαμε να γελάσουμε καί μας φράξαν με βιάση το στόμα.
Ξεχαστήκαμε~κάπου να παίζουμε καί μας τράβηξαν φοβισμένοι άπ’ το χέρι. Ζητήσαμε να ρίξουμε ψίχουλα στα πεινασμένα πετεινά του ουρανού καί τότε μάθαμε πώς δεν περίσσευε ψωμί.
Οί πρώτες προσευχές πού ψελίσσαμε μιλούσαν για πόλεμο, τα πρώτα τραγούδια μας
σα λυγμοί αντήχησαν. Μάθαμε πρώτες-πρώτες κάτι λέξεις παράξενες, πού όμως ξέραμε καλά τη σημασία τους. Παραμύθια εμείς δεν ακούσαμε κι είμαστε άπ’ τα πρώτα χρόνια μας μεγάλοι.
Κι υστέρα είναι να ρωτάς γιατί γίναμε έτσι στ’ αλήθεια παράξενοι,δίχως τίποτα πια να πιστεύουμε καί ξεχάσαμε πια ν’ αγαπάμε.

Κοιτάμε μοναχά μυωπικά όλο γύρω μας, λησμονώντας την τιμή σ’ εκείνους πού φύγανε καί το χρέος σ’ εκείνους πού θάρθουν.
Στριγμωμένοι σ’ ένα πλήθος ξένο κι άγνωστο,με κλειδαριά ασφαλείας στην καρδιά μας σαν σε ψυχρό σιδερένιο χρηματοκιβώτιο.
Μετράμε καί ξαναμετράμε τ’ αγαθά μας στα κρυφά καί τα βρίσκουμε λίγα. Κι είμαστε μέσα εμείς φτωχοί και πένητες. Πηγή στερεμένη από συμπόνια ή καρδιά μας.
Δεν ταΐζουμε πια τα πουλιά τ’ ουρανού. Δεν γελάμε πια κι ούτε κλαίμε.
Κι είναι να μας λυπάται κανείς στη συνοφρυωμένη αυτή κι εναγώνια καί δίχως νόημα πορεία μας.
Για τούτο, Κύριε, σπλαχνίσου τη γενιά μας,τούτη την άμοιρη κι απόκληρη γενιά πού γεννήθηκε σ’ ένα κόσμο γεμάτον ερείπια καί πασχίζοντας να τα χτίση έρειπώθηκε μέσα της.
Που κάθε άνθρωπος σε τούτη τη γενιά μας,είναι ένα όραμα ολόκληρο,είναι μια τραγική ιστορία.
Κι είναι εικόνα του Προσώπου Σου,Κύριε. ”
Πηγή: Εκδόσεις Χρυσοπηγή
 

ΒΙΤΑΛΗ ~ Σαμαντάκας – Βάβω

 

Το Τέταρτο μέρος της θρυλικής εκπομπής της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου Πρόβα με την Ελένη Βιτάλη. Στο απόσπασμα αυτό τραγουδάει δυο Ηπειρώτικα τραγούδια.
ΟΣΜΑΝΤΑΚΑΣ ή ΣΑΜΑΝΤΑΚΑΣ. Ηπειρώτικο – Παραδοσιακό.
Ιστορικό τραγούδι, της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου που αναφέρεται στον Αρβανίτη Οσμάν Τάκα που καταδικασμένος σε θάνατο ζήτησε ως τελευταία χάρη πριν την εκτέλεσή του να χορέψει. Ο λεβέντικος χορός του συγκίνησε τον εκτελεστή του τον μπέη του Μαργαριτίου που του χάρισε τη ζωή.
Ανδρικός αργός, μεγαλόπρεπος, αυτοσχεδιαστικός χορός του πρώτου. Ακολουθεί τον τρίτο ήχο σε ρυθμό τετράσημο. Χορεύεται σε όλη την Ήπειρο από ικανότατους χορευτές που έχουν τη δυνατότητα να αυτοσχεδιάσουν και να δημιουργήσουν με τη διάθεση της στιγμής.

Γειά σου Οσμαντάκα,
τη λεβεντιά σου να΄χα
τη λεβεντιά σου να΄χα,
γειά σου Οσμαντάκα.
Εσύ κοιμάσαι
κι εγώ νυστάζω,
Σε συλλογιούμε
κι αναστενάζω.
Ξύπνα Οσμαντάκα
και βάλε τα τσαρούχια,
στρίψε τη μουστάκα,
γειά σου Οσμαντάκα.

 

Συγκλονιστική ιστορία για την συγχώρεση των εχθρών

Όταν η διάσημη δολοφόνος Κάρλα Φαίη Τάκερ εκτελέστηκε στις 3 Φεβρουαρίου του 1998, στο Χάντσβιλλ του Τέξας, μία μικρή ομάδα διαδηλωτών ενάντια στη θανατική ποινή έκαναν μία ολονυχτία με αναμμένα κεριά.

Αλλά πολλές περισσότερες εκατοντάδες ήταν εκεί έξω από τη φυλακή για να χαρούν για το θάνατό της. Ένα πανό που κρατούσε κάποιος τα έλεγε όλα: “Είθε ο Παράδεισος να σε βοηθήσει. Είναι τόσο σίγουρο όσο η κόλαση, ότι εμείς δεν θα σε βοηθήσουμε!”

Μέσα στη φυλακή, ωστόσο, ένας άνδρας, ονόματι Ρον Κάρλσον, προσευχόταν για την Κάρλα και όχι στην αίθουσα των μαρτύρων όπου βρίσκονταν οι οικογένειες των θυμάτων της Κάρλα, όπου λογικά θα έπρεπε να είναι, αλλά στο χώρο που η φυλακή παρείχε για την οικογένεια της δολοφόνου.

Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε που γνώρισα τον Ρον και άκουσα το αξιοθαύμαστο ταξίδι του από το μίσος στη συμφιλίωση, αλλά αυτά που μου είπε είναι κολλημένα στο μυαλό μου λες και ήταν χτες:

«Λίγο μετά που είχα γυρίσει σπίτι μετά από μία μέρα κοπιαστικής δουλειάς (ήταν 13 Ιουλίου του 1983) χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο πατέρας μου. Είπε, “Ρόν, πρέπει να έρθεις αμέσως στο μαγαζί. Έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι η αδελφή σου δολοφονήθηκε.” Έπεσα στο πάτωμα. Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ακόμα κι όταν είδα στην τηλεόραση το σώμα της αδελφής μου να το μεταφέρουν έξω από ένα διαμέρισμα. Η Ντέμπορα ήταν αδελφή μου, και με είχε μεγαλώσει. Οι γονείς μου είχαν χωρίσει όταν ήμουν πολύ μικρός, έξη χρονών. Δεν είχα αδελφούς μόνο μία μεγαλύτερη αδελφή και γι’ αυτό η Ντέμπορα ήταν κάτι το πολύ ιδιαίτερο για μένα. Πολύ ιδιαίτερο.

H Ντέμπορα φρόντιζε πάντα να έχω ρούχα, και να υπάρχει φαγητό στο τραπέζι. Με βοηθούσε στα μαθήματά μου, και με χτυπούσε στα χέρια αν έκανα κάτι λάθος. Είχε γίνει η μητέρα μου.

Τώρα ήταν νεκρή, με δεκάδες μώλωπες από γροθιές σ’ όλο της το σώμα, και την πληγή από σφαίρα στην καρδιά της. Η Ντέμπορα δεν ήταν άνθρωπος που είχε εχθρούς. Απλά βρέθηκε στο λάθος μέρος, την λάθος ώρα. Οι δολοφόνοι είχαν έρθει να κλέψουν ανταλλακτικά μοτοσικλετών από το σπίτι που αυτή έμενε, και όταν ανακάλυψαν τον Τζέρρυ Ντην, τον άνθρωπο με τον οποίο ήταν μαζί, τον χτύπησαν μέχρι θανάτου. Βρίσκονταν κάτω από μεγάλη επήρεια ναρκωτικών. Μετά ανακάλυψαν την Ντέμπορα κι έτσι έπρεπε να την σκοτώσουν κι αυτήν ..».

To Xιούστον ήταν ανάστατο. Οι εφημερίδες περιέγραφαν με πηχυαίους τίτλους το έγκλημα, και η πόλη ζούσε σε φόβο. Μερικές βδομάδες αργότερα οι δολοφόνοι – δύο ναρκομανείς, η Κάρλα Τάκερ και ο Ντάνιελ Γκάρετ – παραδόθηκαν από συγγενείς. Στη συνέχεια δικάστηκαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ο Ντάνιελ αργότερα πέθανε στη φυλακή. Ωστόσο ο Ρον δεν αισθανόταν ανακούφιση: «Χάρηκα που συνελήφθηκαν, φυσικά, αλλά ήθελα να τους σκοτώσω εγώ ο ίδιος. Είχα γεμίσει με απόλυτο μίσος, και ήθελα να ισοφαρίσω. Ήθελα να χτυπήσω την καρδιά της Κάρλα όπως εκείνη είχε κάνει στην αδελφή μου».

Ο Ρον λέει ότι από πριν το θάνατο της αδελφής του, είχε πρόβλημα με το ποτό και τα ναρκωτικά, αλλά μετά χειροτέρεψε πολύ. Ένα χρόνο αργότερα και ο πατέρας τους πυροβολήθηκε από ληστές.«Συχνά μεθούσα, και βυθιζόμουν στα ναρκωτικά όπως LSD και μαριχουάνα και ότι άλλο έβρισκα. Επίσης συνεχώς τσακωνόμουν με τη γυναίκα μου. Ήθελα να σκοτώσω τον εαυτό μου…

Τότε ένα βράδυ, αισθανόμουν ότι δεν άντεχα άλλο, και σκεφτόμουν ότι έπρεπε να κάνω κάτι για το μίσος και την οργή που με πλημμύριζαν. Είχαν γίνει τόσο άσχημα μέσα μου, που ήθελα συνεχώς να κάνω κακό σε αντικείμενα και ανθρώπους. Βάδιζα στο ίδιο μονοπάτι με τους δολοφόνους της αδελφής μου και του πατέρα μου. Εκείνο το βράδυ όμως αποφάσισα να ανοίξω τη Βίβλο, και άρχισα να διαβάζω.

Ήταν αλήθεια παράξενο. Ήμουν κάτω από επήρεια ναρκωτικών και διάβαζα το Λόγο του Θεού! Αλλά όταν έφτασα εκεί που σταύρωσαν τον Ιησού έκλεισα απότομα το βιβλίο. Για κάποιο λόγο με χτύπησε στην καρδιά όπως ποτέ πριν: “Θεέ μου”, σκέφτηκα, “σκότωσαν ακόμα και τον Ιησού!”.

Τότε έπεσα στα γόνατά μου και δεν το είχα κάνει ποτέ πριν αυτό – και ζήτησα από τον Θεό να έρθει στη ζωή μου και να με αλλάξει όπως Εκείνος ήθελε να είμαι, και να είναι Κύριος της ζωής μου. Αυτό ήταν βασικά που συνέβη εκείνο το βράδυ.
Αργότερα διάβασα περισσότερο τη Βίβλο, και μία γραμμή από το Πάτερ Ημών – εκείνη η γραμμή που λέει “συγχώρησέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε” – πήδηξε έξω από το κείμενο προς εμένα. Το νόημα φαινόταν καθαρό: “Δεν θα συγχωρηθείς αν δεν συγχωρήσεις.” Θυμάμαι ότι επιχειρηματολογούσα με τον εαυτό μου : “Δεν μπορώ Εγώ να το κάνω αυτό, ποτέ δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο”. Και ο Θεός φαινόταν να μου απαντάει αμέσως, “Καλά, Ρον, Εσύ δεν μπορείς. Αλλά μέσω Εμένα μπορείς”.
Δεν πέρασε πολύς καιρός και μία μέρα μιλούσα με ένα φίλο στο τηλέφωνο, και με ρώτησε αν ήξερα ότι η Κάρλα ήταν σε μία φυλακή στην πόλη μας. “Θα πρέπει να πάς εκεί και να της πεις τις σκέψεις σου”, μου είπε. Αυτός ο φίλος δεν ήξερε την πνευματική μου πορεία, και δεν του είπα τίποτα. Αλλά αποφάσισα να πάω να δω την Κάρλα.
Όταν πήγα εκεί και την αντίκρισα της είπα ότι είμαι ο αδελφός της Ντέμπορα. Δεν είπα τίποτα άλλο στην αρχή. Με κοίταξε παράξενα και είπε, “Ποιος είπες ότι είσαι;” Επανέλαβα, αλλά ακόμα με κοιτούσε αποσβολωμένη, σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε. Μετά ξέσπασε σε κλάμα.
Είπα, “Κάρλα, ό,τι και να βγει απ’ αυτό, θέλω να ξέρεις ότι εγώ σε συγχωρώ, και δεν έχω τίποτα εναντίον σου.” Εκείνη τη στιγμή όλο το μίσος και η οργή έφυγε. Ήταν σαν ένα μεγάλο βάρος να σηκώθηκε από τους ώμους μου».

Ο Ρον λέει ότι μίλησε πολύ ώρα με την Κάρλα, και στη διάρκεια της συνομιλίας του ανακάλυψε ότι κι εκείνη, επίσης, πρόσφατα είχε πιστέψει στον Θεό, και ότι η πίστη της είχε αλλάξει τη στάση της για τη ζωή. Ήταν τότε που ο Ρον αποφάσισε ότι έπρεπε να ξαναπάει και να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν:

«Στην αρχή απλά ήθελα να πάω και να την συγχωρήσω και να φύγω, αλλά μετά από εκείνη την πρώτη επίσκεψη χρειαζόμουν να πάω ξανά. Ήθελα να ανακαλύψω αν ήταν ειλικρινής για τη χριστιανική πορεία την οποία ισχυριζόταν ότι είχε. Επίσης ήθελα να μάθω γιατί οι άνθρωποι σκοτώνουν, γιατί δολοφονούν ο ένας τον άλλο. Ποτέ δεν το έμαθα αυτό, αλλά έμαθα ότι η Κάρλα ήταν ειλικρινής. Επίσης ανακάλυψα, μέσα από αυτήν, ότι οι άνθρωποι μπορεί να αλλάξουν και ότι ο Θεός είναι ζωντανός.

Η μητέρα της Κάρλα ήταν πόρνη και ναρκομανής, και εισήγαγε την κόρη της από πολύ νεαρή ηλικία σε όλα αυτά. Η Κάρλα είχε αρχίσει να κάνει ενέσεις ηρωίνης από δέκα ετών. Στη φυλακή ήταν που άλλαξε η ζωή της 180 μοίρες – μέσω μίας διακονίας που ασχολούνταν με γυναίκες και έδινε Βίβλους και μιλούσε για το νόημα της ζωής με τον Θεό». Ο Ρον επισκεπτόταν κάθε δύο μήνες την Κάρλα, ενόσω αυτή ανέμενε την εκτέλεσή της, για τα επόμενα δύο χρόνια, και επίσης αλληλογραφούσε με αυτήν. Σύντομα είχαν γίνει στενοί φίλοι.

Θυμάται: «Οι άνθρωποι γύρω μου δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Έλεγαν πως είναι ολοφάνερο ότι κάτι πάει στραβά με εμένα – ότι θα έπρεπε να μισώ τον άνθρωπο που σκότωσε την αδελφή μου, όχι να την πλησιάζω. Ένας συγγενής μου είπε ότι ντρόπιαζα τη μνήμη της αδελφής μου με τον τρόπο που ενεργούσα, και ότι πιθανώς “τα κόκαλά της να έτριζαν στο τάφο της”. ΄Ενας άλλος έκανε μία δημόσια δήλωση τη μέρα της εκτέλεσης της Κάρλα για το πόσο χαρούμενος ήταν που σε λίγο θα ήταν νεκρή.»

Η ίδια η Κάρλα είχε μείνει έκπληκτη από τη στάση του Ρον απέναντί της. Μιλώντας σε μία τηλεοπτική συνέντευξη λίγο πριν την εκτέλεσή της, είχε πει: “Είναι απίστευτο, φανταστικό! Η συγχώρεση είναι ένα πράγμα. Αλλά το να πάει κάποιος πέρα από αυτό και να με πλησιάσει – να με αγαπήσει ενεργά;” Της ήταν πολύ πιο εύκολα να κατανοήσει την οργή χιλιάδων ανθρώπων που ήθελαν το θάνατό της: «Μπορώ να κατανοήσω την οργή τους. Ποιος δεν θα μπορούσε; Είναι μία έκφραση του πόνου και της πληγής τους. Το ξέρω ότι οι άνθρωποι δεν πιστεύουν ότι αξίζω συγχώρεση. Αλλά ποιος την αξίζει; Μου έχει δοθεί μία νέα ζωή, και η ελπίδα – η υπόσχεση – ότι ο θάνατος δεν είναι η τελική πραγματικότητα». Η Κάρλα προχώρησε στον θάνατό της γενναία, χαμογελώντας καθώς έκανε την τελευταία της δήλωση: “Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό που έκανα … ελπίζω ο Θεός να σας δώσει ειρήνη μέσω του θανάτου μου”.

Όσο για τον Ρον, επιμένει ότι δεν χρειαζόταν η εκτέλεσή της: “Δεν ωφελεί … Σίγουρα μου λείπει η αδελφή μου. Αλλά μου λείπει επίσης και η Κάρλα …”.

Του Johann Christoph Arnold – (Μετάφραση από το περιοδικό The Plough Reader, Άνοιξη 2000).
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: Πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου.

http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2017/05/blog-post_494.html

 

 

Λεφτὰ ὑπάρχουν ὅπου ὑπάρχει καὶ καρδιά

Prowler

Μᾶς λείπουν τὰ λεφτά; (π. Δημητρίου Μπόκου)

Τὸ νὰ εἶ­σαι φτω­χός, δὲν ἐμ­πο­δί­ζει νὰ εἶ­σαι ἐ­λε­ή­μων καὶ φι­λάν­θρω­πος. Σή­με­ρα νο­μί­ζου­με, ὅ­τι γιὰ νὰ βο­η­θᾶς τὸν συ­νάν­θρω­πό σου, πρέ­πει νὰ ἔ­χεις. Τό­σα πολ­λά, ποὺ νὰ σοῦ πε­ρισ­σεύ­ουν. Ἀλ­λι­ῶς τί νὰ δώ­σεις;

Πα­λι­ό­τε­ρα ὅ­μως οἱ Χρι­στια­νοὶ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κοί. Δὲν κοί­τα­ζαν ἂν πε­ρισ­σεύ­ει κά­τι γιὰ νὰ δώ­σουν. Ἀλ­λ’ ἀ­π’ αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χαν, λί­γο ἢ πο­λύ, βο­η­θοῦ­σαν καὶ τὸν φτω­χό. Ἡ ἀ­γά­πη, ἡ φι­λαν­θρω­πί­α, ἦ­ταν πάν­τα ὑ­πό­θε­ση καρ­διᾶς, ὄ­χι χρη­μά­των. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Χαρά στα μάτια που δακρύζουν

Εξαιρετικό ψαλτοτράγουδο με θαυμάσιους στίχους.

Χαρά στα μάτια που δακρύζουν
για κάποιον άλλον πού πονά,
γιατί τα μάτια αυτά θα δούνε
του Παραδείσου τα αγαθά. (δις) Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο… «αναμάρτητος»!

 Πρωτ. Γεωργίου Δορμπαράκη
Ιστορίες από το Εξομολογητάρι
 

Ο κύριος που μπήκε στο εξομολογητάρι περίμενε στην αναμονή αρκετή ώρα. Τον είχε δει ο ιερέας μαζί με τους άλλους, όταν ξεκίνησε την εξομολόγηση. Ήταν αρκετά ευπαρουσίαστος και πολύ ευγενικός. Σταυροκοπήθηκε, φίλησε το χέρι του ιερέα, κάθισε στη θέση του εξομολογουμένου.
«Πρώτη φορά εξομολογείσθε;» ρώτησε ο ιερέας. «Δεν σας έχω ξαναδεί».
«Όχι, πάτερ. Εξομολογούμαι κατά καιρούς, αλλά δεν έχω σταθερό εξομολόγο. Όταν πλησιάζουν οι μεγάλες γιορτές, μπαίνω σε κάποιο ναό και όταν βρω πνευματικό εξομολογούμαι. Δεν θέλω να κοινωνώ χωρίς εξομολόγηση».

«Κάνετε πολύ σωστά. Κι αυτό δείχνει ότι μάλλον έχετε συναίσθηση των μυστηρίων της Εκκλησίας μας. Η ιερά εξομολόγηση – το γνωρίζετε – είναι από τα υποχρεωτικά λεγόμενα μυστήρια, μαζί με το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία κοινωνία, γιατί δυστυχώς μετά το βάπτισμά μας αμαρτάνουμε. Οπότε ο Κύριος μάς το πρόσφερε ως τη μεγαλύτερη δωρεά: να μπορούμε και πάλι να καθαρίζουμε την ψυχή μας και να ξαναζούμε τη χάρη της αναγέννησής μας, όπως τότε που βγήκαμε από την αγία κολυμβήθρα. Αρκεί βεβαίως και η εξομολόγηση να γίνεται με τον σωστό τρόπο».

«Ποιος είναι ο σωστός τρόπος, πάτερ;» είπε ο μεσήλικας.
«Αυτό που δηλώνει και το όνομα του μυστηρίου. Λέμε μυστήριο μετανοίας. Συνεπώς πρέπει κανείς να είναι σε αυτήν την ατμόσφαιρα της επίγνωσης των αμαρτιών του και της πίστης στην αγάπη του Θεού, ώστε να προσέλθει σωστά. Χωρίς τη μετάνοια και την απόφαση για αλλαγή της ζωής του, ώστε να βαδίζει πια όσο γίνεται πάνω στις εντολές του Χριστού μας, η εξομολόγηση καταντά μάλλον ένας τύπος που δεν ξέρω κατά πόσο προσφέρει στον άνθρωπο τη χάρη του Θεού».

«Ναι, πάτερ», έδειχνε να συμφωνεί ο κύριος.
«Θέλω όμως και κάτι ακόμη να σας πω», είπε ο ιερέας, «πριν ξεκινήσετε να εξομολογείσθε.

 Είπατε ότι δεν έχετε σταθερό πνευματικό. Αυτό πρέπει να σας προβληματίσει
λίγο. Χωρίς να είναι θέμα δογματικό, όπως λέμε, για την πίστη μας, δηλαδή ότι χωρίς αυτό δεν είμαστε πιστοί και δεν ζούμε τη σωτηρία μας – εκτός κι αν κανείς δεν έχει σταθερό τόπο που ζει – όμως έχει διαπιστωθεί ότι η αναφορά σε ένα μόνο πνευματικό βοηθάει στην πνευματική μας πορεία, για τον λόγο ότι επέρχεται γνωριμία πραγματική, ψυχική, μεταξύ του εξομολόγου και του εξομολογουμένου, κι επομένως μπορεί ο πνευματικός και να μας καταλάβει καλύτερα και να μας δώσει τις πιο καλές ίσως συμβουλές για τη σχέση μας με τον Θεό.
 Και το ερώτημα βεβαίως πάντα είναι «γιατί θέλω να αλλάζω πνευματικό;» Αν, σας είπα, είναι λόγω των μετακινήσεων του ανθρώπου, έχει καλώς. Αν όμως η διαρκής αλλαγή οφείλεται στο γεγονός ότι δεν θέλω να δεθώ με κάποιον συγκεκριμένα, τότε τα πράγματα είναι πιο σύνθετα και μοιάζουν με το φυτό που διαρκώς μεταφυτεύεται. Δηλαδή δεν μπορεί τελικώς να καρποφορήσει. Σκεφθείτε μήπως συμβεί τούτο και σε σας. Η πρότασή μου θα ήταν λοιπόν να αποφασίσετε να πηγαίνετε σε κάποιον πιο σταθερά, πιο συγκεκριμένα. Συγγνώμη που σας τα λέω αυτά, αλλά είμαι υποχρεωμένος να σας τα πω. Κι εγώ έχω σταθερό πνευματικό, που επειδή ακριβώς με ξέρει, δεν χρειάζεται να εξηγώ πολλά πράγματα από τη ζωή μου. Ομολογώ εν μετανοία τις αμαρτίες μου, κάνει κάποια παρατήρηση ίσως ο αδελφός κληρικός, και μου διαβάζει την ευχή».

Ο κύριος δεν μιλούσε. Φαινόταν προβληματισμένος και ο ιερέας αναρωτήθηκε μήπως του τα είπε… μαζεμένα και τον φόβισε. Στράφηκε νοερά στον Κύριο να φωτίσει τον άνθρωπο και να του δώσει πραγματική μετάνοια.

«Τι έχετε να πείτε, λοιπόν; Αντί να μιλήσετε εσείς, σας έπιασα… μονότερμα που λέμε».
«Όχι, πάτερ, καλά κάνατε. Εσείς πρέπει να λέτε αυτά που πρέπει. Λοιπόν – ξερόβηξε – δεν έχω να σας πω πολλά πράγματα. Είμαι άνθρωπος της Εκκλησίας, εκκλησιάζομαι δηλαδή, προσεύχομαι, νηστεύω όσο μπορώ, δίνω ελεημοσύνη εκεί που πρέπει. Δεν βλέπω κάτι να βαραίνει την ψυχή μου».

Κάτι του θύμισε του ιερέα η απαρίθμηση αυτή… «Έχετε κάτι εναντίον κάποιου συνανθρώπου σας;» ρώτησε ο ιερέας χαμηλόφωνα.
«Όχι, πάτερ. Τους αγαπώ όλους. Με όλους τα έχω καλά».
«Μελετάτε κανένα πνευματικό βιβλίο;»
«Ναι, πάτερ, μολονότι δεν μου μένει και πολύς χρόνος λόγω της εργασίας μου».

«Τους λογισμούς σας τους προσέχετε; Γιατί γνωρίζετε ασφαλώς ότι αμαρτία δεν είναι μόνον οι πονηρές πράξεις, αλλά και οι αμαρτωλοί λογισμοί. Ο ίδιος ο Κύριος για παράδειγμα μας είπε ότι «και μία πονηρή επιθυμία για τον άλλο συνάνθρωπό μας – μίλησε για τη γυναίκα απευθυνόμενος σε άνδρες – αποτελεί μοιχεία». Με τους λογισμούς σας λοιπόν πώς τα πάτε;»
«Μια χαρά, πάτερ. Τους προσέχω όλους. Όλα στην πνευματική μου ζωή είναι τακτοποιημένα».

«Πιο πάνω και από τον όσιο Παΐσιο!», του ‘ρθε αυθόρμητα η σκέψη του παπά. Κατάλαβε ότι υπάρχει κάτι… «προβληματικό» στον κύριο. Να μην έχει καμία αμαρτία, να μην ενοχλείται από κανένα λογισμό και να τα αντιμετωπίζει όλα τόσο θεάρεστα! «Αγγελικό σύνδρομο» δεν το λένε αυτό;

«Έχετε κάποια αμαρτία σας να εξομολογηθείτε;»
«Όχι, πάτερ. Αυτά που σας είπα. Κι ευχαριστώ που με ακούσατε και με συμβουλεύσατε».
«Θα σας παρακαλέσω», ένιωσε την ανάγκη να πει ο ιερέας, «να κάνετε προσευχή παρακαλώντας τον Κύριο να σας δίνει αληθινή μετάνοια. Συνηθίστε να λέτε εκτός από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και την προσευχή που έλεγε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, «Κύριε, φώτισόν μου το σκότος». Γιατί μετάνοια υπάρχει εκεί που διαπιστώνεται η αμαρτία».

Σηκώθηκε ο παπάς από τη θέση του.
Αν δεν έχετε κάτι άλλο, να σας διαβάσω τη συγχωρητική ευχή, μολονότι μάλλον είναι… περιττή, αφού δεν έχετε κάτι για να… συγχωρηθείτε».

 

 

Περί φωτισμένων Γερόντων …

Αποτέλεσμα εικόνας για φωτισμενος γεροντας

Επειδή πολύς ο λόγος στις ημέρες μας περί φωτισμένων γερόντων και όχι μόνο, οι οποίοι  “φωτισμένοι” γέροντες διδάσκουν κάποιες αντιπατερικές και ανορθόδοξες διδασκαλίες του μυαλού τους  εις βάρος των Ορθόδοξων ψυχών, οφείλουμε συν Θεώ να κάνουμε ορισμένες διευκρινήσεις.

Σύμφωνα με την διδασκαλία των Αγίων Πατέρων μας φωτισμένος δεν είναι αυτός που γνωρίζει πολλά γράμματα ούτε βέβαια αυτός που έχει πολλές γνώσεις Πατερικών κειμένων και διδαγμάτων, αλλά είναι αυτός που σε στιγμή που δεν περίμενε έχοντας για ανάξιο και αμαρτωλό τον εαυτό του  φανερώθηκε και εγκαταστάθηκε η βαπτισματική του Χάρη-Φως στην ψυχή και στο σώμα του.

Τρία χαρίσματα λέγουν οι Θεοφόροι Πατέρες μας, δίνει αμέσως η Θεία Χάρη όταν φανερωθεί και κατοικήσει μόνιμα στον άνθρωπο.

Του δίνει το χάρισμα της αδιαλείπτου ευχής, της διακρίσεως και της διοράσεως, το χάρισμα της διοράσεως βαθμηδόν γίνεται στον άνθρωπο προόραση και προφητεία.

Δια της  αδιαλείπτου ευχής έχοντας νύχτα και μέρα την συνεχή μνήμη Θεού ο Χριστιανός γίνεται ζωντανός Ναός του Αγίου Πνεύματος.
Δια της διακρίσεως μπορεί και ξεχωρίζει αλάνθαστα την Ενέργεια της Χάρης απο την ενέργεια των δαιμόνων, διότι έχοντας εμπειρικά και μόνιμα την Χάρη Του Αγίου Πνεύματος στην ψυχή και στο σώμα του αντιλαμβάνεται και αποδιώχνει κάθε ξένη και ενάντια ενέργεια.
Τουτέστιν μπορεί να μας συμβουλέψει απλανώς και να μας γλιτώσει απο πειρασμούς.
Και τέλος δια της διοράσεως μπορεί και βλέπει την ψυχή του άλλου, αισθάνεται την σκέψη και την θέληση του αδελφού ανεξαρτήτως γεωγραφικής αποστάσεως, πιάνοντας και λογισμούς.

Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε ένα Φωτισμένο γέροντα χωρίς να πλανηθούμε και έτσι να δεχτούμε αντί για τσομπάνο λύκο;
Ο Φωτισμένος είναι ένας απλός άνθρωπος ο οποίος κρύβει τον εαυτό του φοβούμενος μη χάσει τον θησαυρό που του χάρισε ο Χριστός, δεν έχει κάποιο φωτοστέφανο στο κεφάλι του για να μπορούμε να τον ξεχωρίσουμε, ούτε βαδίζει πάνω στις θάλασσες, ούτε μετακινεί βουνά, ούτε ανασταίνει νεκρούς και βεβαίως αν τον ρωτήσουμε είσαι φωτισμένος, έχεις την αδιάλειπτο προσευχή, φυσικά δεν θα μας απαντήσει διότι τρέμει τον λόγο των Θεοφόρων Πατέρων που λέγει, «αν θελεις να χάσεις κάτι πες το και το έχασες».

Υπάρχουν ομως τρία χαρακτηριστικά σημεία που μπορούμε συν Θεώ να τους αναγνωρίσουμε.
Το πρώτο είναι οτι δεν αμφισβητούν τούς λόγους των Φωτισμένων πού προηγήθηκαν απο αυτούς εως των ελαχίστων λεπτομερειών.
Το δεύτερο είναι οτι, όσο και να συζητάμε μαζί τους δεν κατακρίνουν, δεν κατηγορούν τους αδελφούς και τους αδελφούς εχθρούς για τα πράγματα και την δόξα του κοσμού τούτου, αλλά αντιθέτως συγχωρούν και δικαιολογούν εκτός αν πρόκειται για θέματα Πίστεως οπου δεν υφίσταται κατάκριση.
Και τέλος το τρίτο ειναι ο λόγος τους.
Έχοντας δια της αδιαλείπου ευχής μια συνεχή πληροφορία του Θεού στην καρδιά τους, όταν μας μιλούν, τα λόγια τους συνοδευόμενα από την Χάρη Του Χριστού δεν μπαίνουν στο μυαλό μας,
αλλά στην καρδιά μας.
Πείθουν την καρδιά μας να πιστέψει και χωρίς να θέλει.

Εμείς βέβαια δεν είμαστε Άγιοι, αμαρτωλοί ειμαστε, οι Άγιοι ειναι απο την άλλη μεριά, αν ομως  συν Θεώ κάνουμε με λόγο και με έργο αυτά που μας λέγουν οι Άγιοι που προηγήθηκαν απο εμάς θα λάβουμε και εμείς πλουσίως και αμέτρως αυτό που έλαβαν και Εκείνοι.

Χριστός Ανέστη
 

Μοναχός Μακάριος Κουτλουμουσιανος