«Νίκη στις…μία παρά τέταρτο!»

«κάποια στιγμή θα το διαλύσουν, 
δεν μπορούν να το κρατήσουν για ώρες».

Πήγε έξι, πήγε εφτά, πήγε οκτώ. 

Το ζευγαράκι σταθερό. 
Δεν το διέλυε με τίποτες.

Ήταν δύο νέα παιδιά, 

καθισμένα χάμω στο πεζοδρόμιο, 
προσπαθώντας να λύσουν τις δυσχέρειες τους, 
επί ώρες με φωνές, με γλύκες, με αγκαλιές 
και ξανά χωρίσματα, με ερωτήματα του μέλλοντος τους: 
για το αν θα προχωρήσουν, ή όχι, την αγάπη τους.

Ο παππούς, τι να κάνει; 

Είδε που πέρασαν οι ώρες κι ο πόλεμος ακόμη 
κρατούσε. Να βοηθήσω, σου λέει. 
Παίρνει το κομποσκοίνι του, βολεύεται στην 
καρέκλα του, ξεκινάει να εύχεται:

«Άγιε Ιωάννη Χρυσόστομε, 

άντε τα παιδάκια εκεί δα… 
Πάντρεψέ τα, Άγιε μου, 
να τελειώνουμε…».

Ξανά ο παππούς: 

«Άγιε Ιωάννη Χρυσόστομε, 
εσύ που έγραψες τόσα θαυμαστά 
περί της συζυγίας, 
άντε τα παιδάκια εκεί δα….  
Πάντρεψέ τα, Άγιε μου, 
να τελειώνουμε…».

Πήγε δέκα, έντεκα, δώδεκα. 

Ο παππούς στο κομποσκοίνι του για τα άγνωστα 
παιδιά του πεζοδρομίου και τα παιδιά μαλώματα 
και πάλι γλύκες και πάλι χωρίσματα.

Πόλεμος!! Νίκησε ο παππούς στις μία παρά τέταρτο…

«Θα έρθω να σε ζητήσω την Κυριακή» 

είπε ο νεαρός απέξω. 
Πω πω, τι χαρά το κοριτσάκι!

«Δόξα σοι ο Θεός» είπε από μέσα ο παππούς.

Έκλεισε το παντζούρι του, 

ετοιμάστηκε για ύπνο μ’ ένα δάκρυ. 
Θυμήθηκε τα δικά του, που είχε ζητήσει 
τη δικιά του πριν 43 χρόνια. 
Μα, τώρα, εκείνη είχε φύγει, 
τώρα πια στους ουρανούς ελαφριά, 
και τώρα ο καημένος για τη μνήμη της 
είχε πολεμήσει – επί ώρες – για το ζευγαράκι.

«Κύριε Ιησού Χριστέ, 

ελέησε την ψυχή της». 
Έπεσε. Μ’ ένα δάκρυ.

Ποτέ δεν ξέρεις, ποιος, που, πότε 

και γιατί προσευχήθηκε για σένα. 
Νομίζεις τη νίκη για δική σου, 
αλλά η νίκη είναι άλλου – αλλουνού, 
ανθρώπου εμπόλεμου και δυνατού.

ΚΓΠ – Σεπτ 2017

 
Γράφει ο Κώστας Παναγόπουλος, 
costasp247@gmail.com
 
https://amfoterodexios.blogspot.gr/2017/09/blog-post_90.html
 

Θρυμματισμένη «αγιότητα» της ασθένειας…

π. Λίβυος

Αυτές τις μέρες τρέχοντας για θέματα της υγείας μου, σε γιατρούς και νοσοκομεία, από εξετάσεις σε εξετάσεις, σενάρια και ερμηνείες αποτελεσμάτων, σκέφτηκα για ακόμη μια φορά, πως μπορεί να αισθάνεται ένας άνθρωπος που μετα από κάποιο ιατρικό έλεγχο, ο γιατρός του ανακοινώνει, «δυστυχώς τα νέα δεν είναι καλά. Έχετε καρκίνο….» ή ακόμη πιο τραγικά, «σας μένουν 3 ή 6 μήνες ζωής».Πως αντέχει μια ανθρώπινη ψυχή σε τέτοια ακούσματα;

Έλεγε ο άγιος Παίσιος, «Πάντως ἄλλο εἶναι νὰ μαθαίνεις ὅτι ἀρρώστησε κάποιος καὶ ἄλλο εἶναι νὰ ἀρρωσταίνεις ὁ ἴδιος. Τότε καταλαβαίνεις τὸν ἄρρωστο. Ἄκουγα «χημειοθεραπεῖες» καὶ νόμιζα ὅτι εἶναι «χυμοθεραπεῖες», δηλαδὴ ὅτι κάνουν στοὺς καρκινοπαθεῖς θεραπεία μὲ χυμούς, μὲ φυσικὲς τροφές! Ποῦ νὰ ξέρω; Τώρα ὅμως κατάλαβα τί ταλαιπωρία εἶναι».

Προσωπικά, δεν πιστεύω οτι μπορεί κάποιος να αντέξει σε μια τέτοια ανακοίνωση και κατόπιν να αντιμετωπίσει, (όπως και το θάνατο του παιδιού του) αυτή την ασθένεια, δίχως την Χάρι του Θεού, ασχέτως εάν κάποιος πιστεύει ή δεν πιστεύει στον Θεό. Εάν πάει ή δεν πάει στην εκκλησία. Αυτή η Χάρις είναι δωρεά ενίσχυση και παραμυθία της απρουπόθετης αγάπης του Θεού. Και κάτσε εσύ, να υπολογίζεις τις ενέργειες και την αγάπη του Θεού με μαθητικές λογικές και αναλύσεις. Ε, δεν θα καταλάβεις ποτέ τον Θεό. Αποδέξου το, σε ξεπερνάει η παραδοξότητα των δρόμων Του.

Θα συμφωνήσω απόλυτα με αυτό που έλεγε ο άγιος Παίσιος, οτι ο «καρκίνος θα γεμίσει των παράδεισο με μάρτυρες». Γιατί για μάρτυρες πρόκειται. Όχι μόνο για τον πόνο που επωμίζονται και τα μαρτύρια στα οποία υποβάλλονται ψυχικά και σωματικά, μα διότι με τον αγώνα τους προασπίζονται την αξία και ιερότητα της ζωής. Και όποιος παλεύει για την ζωή, συνειδητά ή όχι, δίνει μαρτυρία Θεού.

Γι αυτό πολύ σωστά αναφέρει ο Σ. Ζουμπουλάκης, «δεν δέχομαι κανένα κήρυγμα περί αναστάσεως πάρα μονάχα απο καρκινοπαθή δ΄ βαθμού».

Η ασθένεια, έλεγε η Σιμόν Βέιλ, έρχεται να μας φανερώνει οτι είμαστε ένα «τίποτα». Σαφέστατα δεν εννοεί ένα ψυχολογικό τίποτα. Αλλά ένα οντολογικό. Δηλαδή η ασθένεια μας θυμίζει την κτιστότητα και φθαρτότητα μας. Οτι έχουμε υπαρκτικά όρια.

Αισθάνομαι, οτι εκεί διαδραματίζεται όλη η σχέση μας με την ασθένεια, τον εαυτό μας και τον Θεό. Εάν η αρρώστια με διδάξει οτι είμαι ένα «τίποτα» που αξίζει πολλά. Οτι αυτό το θνητό πλάσμα, που φοβάται, ταράζεται, αμαρτάνει, πεθαίνει, το αγαπάει πολύ ο Θεός. Δεν είναι εύκολο, και μάλιστα την στιγμή που είσαι στην κόλαση και καίγεσαι από την αρρώστια και τον ψυχικό εγκλωβισμό. Ωστόσο αυτή είναι η μόνη παρηγοριά σε έναν απαρηγόρητο πόνο. Οτι ο Θεός είναι πάσχων μαζί μου και με αγαπάει πολύ. Αγωνίζομαι να προασπιστώ την ζωή που μου χαρίστηκε, απέναντι στο θάνατο που την απειλεί.

Σαφέστατα δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι σε ίδιες καταστάσεις με τον ίδιο τρόπο, πόσο δε μάλλον όταν εκείνες είναι οριακές. Ακόμη όμως κι αυτή η ιδιορρυθμία, ο θυμός ή πολλές φορές φαινομενική σκληρότητα ή απιστία με την οποίοι πολλοί αμύνονται απέναντι στην απειλή της ασθένειας, για μένα είναι «ιερές» καταστάσεις. Διότι είναι οι τρόποι που σταυρωμένοι άνθρωποι φωνάζουν με ένα ιδιόρρυθμο τρόπο, ένα βαθύ υπαρξιακό «διψώ», πάνω από τον σταυρό τους. Αυτό, μόνο να το σέβομαι μπορώ και θέλω.

Αυτοί οι άνθρωποι, βαδίζουν στο μονοπάτι μιας ιδιότυπης «αγιότητας».Όχι την «αγιότητα» της δύναμης και ισχύς, αλλά εκείνη της αδυναμίας, της ευαισθησίας, των δακρύων, του φόβου που ξέρει να ελπίζει, του λίγου που γίνεται πολύ, της πίστης που χάνεται και βρίσκεται ως εμπιστοσύνη, του παραπόνου που μεταμορφώνεται στο «ας γίνει το θέλημα σου….». Μιας θρυμματισμένης «αγιότητας», που αγκαλιάζει όλα τα συναισθήματα και τα μεταμορφώνει. Εκεί το δάκρυ δεν είναι ντροπή ή ολιγοπιστία, το «γιατί» αμαρτία και απειλή κολάσεως. Μια «αγιότητα» που κατανοεί την αδυναμία, το κτιστό, το φθαρτό, που το αγκαλιάζει, το μεταμορφώνει και το σώζει.

Στην εποχή που ζούμε, ο «άγιος» δεν θα είναι ο νικητής, ο τροπαιούχος, ο δυνατός και κραταιός, αλλά εκείνες οι θρυμματισμένες ψυχές, οι σταυρωμένοι άνθρωποι, που ήσυχα, καρτερικά και αθόρυβα, κουβαλάνε τον σταυρό της ζωής τους. Ο άγιος στέκεται γυμνός σε ενα κόσμο που ντύνει και μασκαρεύει τις ανασφάλειες του με εξουσία και δύναμη. Ο άγιος πορεύεται μονάχα με την πίστη του, σε ενα κόσμο που θέλει ολα να τα εξηγήσει. Αυτό δεν γίνεται. Η πιο μεγάλη προσευχή, ειναι το «δεν ξέρω, δεν καταλαβαίνω, σου παραδίδομαι Κύριε…»

Λέει ο Ζουμπουλάκης, για την πολύπαθη αδελφή του Γιούλα: «Η αδερφή μου τα άξιζε όλα και δεν είχε τίποτα, ούτε υγεία, ούτε σταδιοδρομία ούτε κοινωνική αναγνώριση ούτε χρήματα ούτε τίποτε. Και όμως ήταν γεμάτη καλοσύνη για όλους. Αόργητη και αμνησίκακη. Ένα σχολείο καλοσύνης και αγάπης… Αν υπάρχει παράδεισος, είμαι απολύτως βέβαιος οτι η αδερφή μου βρίσκεται εκεί. Επιτέλους χωρίς γιατρούς και φάρμακα, μέσα στην χαρά της θέας του δεσποτικού προσώπου και τη ζεστασιά της κοινότητας των αληθινών αγίων…»

http://plibyos.blogspot.gr/

 

Προσοχή στα μεγάλα!

Να τα προσέχεις τα μεγάλα κομποσχοίνια!
Όλα τα μεγάλα να τα προσέχεις.
Τα μεγάλα λόγια,
τα μεγάλα δώρα, τις μεγάλες ευχές,
τις μεγάλες μετάνοιες,
τους μεγάλους κανόνες,
– πλην του ενός εκείνου, του Ανδρέου Κρήτης-
τις μεγάλες ευλάβειες,
τις μεγάλες αρετές.
Και πριν απ’ όλα,
και πάνω απ’ όλα,
τις μεγάλες σιγουριές !
                                                                                  (Μητροπολίτη Προικονήσου Ιωσήφ)
Δώσε και κάνε αυτό το λίγο που μπορείς

αυτό που δύνασαι
αυτό είναι αρεστό και αρκετό Στο Θεό!

Καλή Δύναμη σε όλους !

 

« Μεθ΄ ἡμῶν Ο Θεός !  »
 

Οι Δύο Άρρωστοι και το Παράθυρο


Δύο άντρες πολύ σοβαρά άρρωστοι, ήταν στο ίδιο δωμάτιο ενός νοσοκομείου. Στον έναν επιτρεπόταν να μείνει καθιστός μια ώρα το απόγευμα γιατί τον βοηθούσε να φύγουν τα υγρά από τους πνεύμονες. Το κρεβάτι του βρισκόταν δίπλα στο παράθυρο του δωματίου. Ο άλλος άντρας έπρεπε να βρίσκεται συνέχεια ξαπλωμένος σε ακινησία και ένας μεσότοιχος που βρισκόταν μεταξύ των κρεβατιών δεν του επέτρεπε να κοιτάει έξω από το παράθυρο. Οι δύο άντρες κατέληξαν να μιλάνε ατελείωτα. Μιλούσαν για τις συζύγους τους, τις οικογένειες τους, τα σπίτια τους, τις δουλειές τους, την θητεία τους στο στρατό, ακόμα και για το που είχαν πάει διακοπές. Κάθε απόγευμα ο άντρας που του επιτρεπόταν να μένει καθιστός περιέγραφε στον συγκάτοικο του όλα όσα έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου. Ο άντρας που βρισκόταν σε αναγκαστική ακινησία άρχιζε να καταλαβαίνει πως ζει για αυτές τις μοναδικές απογευματινές ώρες, και η σκέψη του μεγάλωνε και ζωντάνευε από όλη την δραστηριότητα και τα χρώματα του έξω κόσμου. Το παράθυρο έβλεπε σε ένα πάρκο με μια θαυμάσια λίμνη. Πάπιες και κύκνοι κολυμπούσαν εκεί, και τα παιδιά έπαιζαν με μικρά μοντέλα σκαφών στο νερό. Νεαρά ζευγάρια περπατούσαν πιασμένα χέρι χέρι μέσα στα υπέροχα λουλούδια που είχαν τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τεράστια παλιά δέντρα στέκονταν με χάρη επάνω στο έδαφος και μια θέα του ουρανοξύστη της πόλης φαινόταν από μακριά.


Καθώς άντρας δίπλα στο παράθυρο εξηγούσε όλες αυτές τις όμορφες λεπτομέρειες, ο άντρας στο διπλανό κρεβάτι φαντάζονταν όλα αυτά που άκουγε. Ένα απόγευμα ο άντρας που ήταν δίπλα στο παράθυρο, περιέγραφε μια παρέλαση που περνούσε. Παρόλο που ο άντρας στο δίπλα κρεβάτι δεν μπορούσε να ακούσει τον ήχο της μπάντας, μπορούσε μόνο με τα μάτια του μυαλού του να δει τους κλόουν που χόρευαν, τα πολύχρωμα άρματα και τα όμορφα διακοσμημένα αυτοκίνητα και άλογα. Οι μέρες πέρασαν. Ο άντρας που δεν μπορούσε να δει το παράθυρο άρχισε να επιτρέπει σπόρους έχθρας να αναπτύσσονται μέσα του. Όσο και να εκτιμούσε τις περιγραφές του συγκάτοικου του, ευχόταν μέσα του να ήταν αυτός ο οποίος θα μπορούσε να δει τη θέα από το παράθυρο. Άρχισε να αποστρέφεται τον συγκάτοικο του και στο τέλος ο πόθος του να είναι δίπλα στο παράθυρο τον έφερε σε απόγνωση. Ένα πρωινό σε μια επίσκεψη της νοσοκόμας στο δωμάτιο βρήκε τον άντρα δίπλα στο παράθυρο νεκρό. Είχε πεθαίνει ειρηνικά μέσα στον ύπνο του. Λυπημένα κάλεσε τους νοσοκόμους και απομάκρυνε το πτώμα. Μετά από ένα χρονικό διάστημα για να μην θεωρηθεί και απρέπεια ο άντρας ζήτησε να μετακινηθεί στο κρεβάτι που βρίσκονταν δίπλα στο παράθυρο. Εκείνη με πολύ προθυμία τον μετακίνησε και φρόντισε να είναι άνετος. Σιγά-σιγά στηρίχθηκε με πόνο στον αγκώνα του για να σηκωθεί και να ρίξει μια ματιά στον έξω κόσμο. Επιτέλους θα μπορούσε να δει τον έξω κόσμο και όλες τις δραστηριότητες του. Αυτό που είδε ήταν ένας κενός τοίχος! Κάλεσε την νοσοκόμα και την ρώτησε: Πως μπορούσε ο συγκάτοικος μου να βλέπει όλα αυτά που μου περίγραψε; Πως μπορούσε να μου μιλάει για τόση ομορφιά και με τόσες λεπτομέρειες, όταν αυτό που φαίνεται από αυτό εδώ το παράθυρο είναι ένας παλιός και βρώμικος τοίχος; Και η νοσοκόμα του απάντησε:

«Ω Θεέ μου… Δεν το ξέρατε πως ο πρώην συγκάτοικος σας ήταν τυφλός; Δεν μπορούσε να δει καν τον τοίχο, ίσως ήθελε να σας ενθαρρύνει!»

Πηγή: Ελευθερία

 

~ Δύο μικρές ιστορίες για γέλια και για κλάματα!

~ Δύο μικρές ιστορίες για γέλια και για κλάματα!
Είναι σίγουρο ότι οι κληρικοί γίνονται αποδέκτες διάφορων παράδοξων περιστατικών κατά τη διάρκεια της ιερατικής τους διακονίας εντός της Εκκλησίας. Κάποια από τα περιστατικά δυναμώνουν την πίστη τους, κάποια άλλα τούς προβληματίζουν, κάποια περιστατικά τούς στεναχωρούν και κάποια είναι χαριτωμένα και προκαλούν γέλιο και μια χαρούμενη διάθεση.
Θα προχωρήσω στη σύντομη εξιστόρηση δύο πρόσφατων περιστατικών που βίωσα στη σύντομη σχετικά (11 χρόνια περίπου μέσα στο ράσο) διακονία μου. Έγιναν πρόσφατα, με τη διαφορά μεταξύ τους ενός περίπου μήνα, και δείχνουν τελικά πολλά πράγματα για το τι πιστούς ποιμαίνουμε και έχουμε από κάτω στα καθίσματα και πολλές φορές ενθουσιαζόμαστε τόσο εύκολα εμείς οι ποιμένες με το πλήθος του κόσμου που γεμίζει τους ναούς…
Το πρώτο περιστατικό: Το Ψυχοσάββατο, σε υπηρεσία στο κοιμητήριο, με φωνάζει ένας κύριος για τρισάγιο και ανταποκρινόμενος τον ακολουθούσα. Κατά την πορεία προς το μνήμα όπου θα τελούσαμε το Τρισάγιο μου λέει ο κύριος:
«Ξέρετε πάτερ, πρόκειται για την πεθερά μου, δεν είναι ανάγκη να τα πείτε και όλα… Όπου μπορείτε κόψτε και μερικά!». Ποιος «πεθερόπληκτος» σε αυτό τον κόσμο αρχικά δεν θα ξεκαρδιζόταν και στη συνέχεια δεν θα τον δικαίωνε για την ατάκα που ξεστόμισε ο εν λόγω κύριος; Φυσικά, από την πλευρά μου, έμεινα στην αρχή άφωνος και στη συνέχεια του λέω: «Τι λέτε, κύριε; Δεν γίνονται αυτά που θέλετε» και σταμάτησε το θέμα εκεί, γιατί ήδη είχαμε φτάσει στον τάφο και ήταν παρόντες και άλλοι συγγενείς.
Αν είχα περισσότερο χρόνο, θα του εξηγούσα ότι η προσευχή μας και η αγάπη μας για πρόσωπα που δεν συμπαθούμε ή που μας εχθρεύονταν έχει πιο μεγάλη αξία από εκατοντάδες προσευχές για ανθρώπους που τους αγαπούμε και μας αγαπούσαν. Ο Κύριος είναι σαφής στο συγκεκριμένο χωρίο της επί του Όρους ομιλίας Του, που παραθέτουμε σε νεοελληνική μετάφραση: «Ακούσατε ότι έχει λεχθεί• Ν’ αγαπάς τον πλησίον σου και να μισείς τον εχθρό σου. Αλλά εγώ σας λέγω ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να ευλογείτε αυτούς που σας καταριούνται, να ευεργετείτε όσους σας μισούν και να προσεύχεστε για όσους σας συμπεριφέρονται κακώς και σας διώκουν, για να γίνετε παιδιά του Επουράνιου Πατέρα σας, διότι ανατέλλει τον ήλιο Του για κακούς και για καλούς και βρέχει για ευσεβείς και ασεβείς. Εάν δε αγαπήσετε όσους σας αγαπούν, ποιον μισθό θα έχετε; Δεν κάνουν το αυτό και οι τελώνες; Και εάν δείξετε στοργή στους φίλους σας μόνο, τι εξαιρετικό κάνετε; Δεν κάνουν έτσι και οι τελώνες; Να γίνετε λοιπόν τέλειοι, όπως ο Πατέρας σας ο Ουράνιος είναι τέλειος» (Ματθ. 5, 38-48).
Ίσως ο συγκεκριμένος κύριος, αν είχα βέβαια χρόνο και τη δυνατότητα να τον ρωτήσω διευκρινιστικά γιατί το είπε, να αναδιπλωνόταν και να ισχυριζόταν ότι ίσως να μην το εννοούσε και να το εξέφρασε ως αστείο… αλλά δεν είναι αστείο το θέμα της σωτηρίας μας καθόλου, αγαπητοί αναγνώστες μου, καλώς ή κακώς! Πρέπει να προσέχουμε τι λέμε, τι εκφράζουμε, ακόμη και τους ίδιους λογισμούς μας, που γνωρίζουμε μόνο εμείς, να φιλτράρουμε και να καταπολεμούμε.
Το δεύτερο περιστατικό: Στον ναό, μετά το τέλος της Κυριακάτικης Λειτουργίας, κατά τη διανομή του αντιδώρου, μας πλησιάζει μια κυρία που την ξέρουμε χρόνια και αντιμετωπίζει είναι γεγονός κάποια οικονομικά προβλήματα και μου λέει με παρακλητική φωνή:
«Πάτερ, σας παρακαλώ, θέλω να μου διαβάσετε το καινούργιο μου κινητό, γιατί το προηγούμενο που είχα δυστυχώς το έχασα και δεν θέλω να ξαναχάσω το νέο». Αιφνιδιασμένος και αμήχανος ψελλίζω: «Δεν το εννοείτε έτσι; Πλάκα κάνετε!». Συνέχισε, όμως, αυτή, μη συνειδητοποιώντας στην αγωνία τής ανέχειά της και το διάστημα που έμεινε χωρίς κινητό: «Όχι, πάτερ μου, το εννοώ, δεν θέλω να το ξαναχάσω»!
Φυσικά, της είπα, εμφανώς ενοχλημένος από την απάντηση: «Αυτό δεν γίνεται που ζητάτε…» και αποχωρήσαμε εντός του Ιερού Βήματος.
Ποιος χλιαρός άνθρωπος εντός και εκτός Εκκλησίας δεν θα γελούσε με το αίτημα; Διαπιστώνεις πόσο τραγική έχει γίνει η εξάρτησή μας από τα κινητά, τα τάμπλετ και τους υπολογιστές, που έχουν γίνει προέκταση του εαυτού μας και ότι πλέον πάμε να τους δώσουμε και «πνευματικό περιεχόμενο». Αν συνεχίζαμε την κουβέντα, πιθανόν να μας παρέθετε και επιχείρημα πως τότε εμείς διαβάζουμε ευχές για τα οχήματα, τα πλοία, τα σπίτια, τα χωράφια κ.τ.λ. Γιατί όχι και το κινητό; Αυτό και αν ήταν μπλέξιμο μετά! Μια απάντηση μόνο σε μία πρόταση: Η Εκκλησία διαβάζει τους ανθρώπους που κατέχουν την κτίση και δι’ αυτών και την ανάγκη αυτών, αγιάζεται η κτίση και όχι το αντίστροφο…
Πάντως, ένα έχει σημασία: Όσοι γελάσουμε από τα περιστατικά, άλλο τόσο πρέπει να κλάψουμε για τη σύγχρονη εκκοσμικευμένη «πνευματικότητά μας», που δεν ζητάει και αναζητεί να είμαστε ενωμένοι με τον Χριστό, αλλά απλώς να χρησιμοποιήσουμε κάτι από Εκείνον. Στην ουσία, Τον θεωρούμε απλώς έναν θαυματοποιό και Του ζητούμε ασυνείδητα να μπει ο Ίδιος στα καλούπια των δικών μας θέλω και γενικότερα της δικής μας λογικής… Δεν κάνουμε τον κόπο να απαρνηθούμε τον εαυτό μας, να σηκώσουμε τον Σταυρό Του και να Τον ακολουθήσουμε ψυχοσωματικά, με όλο μας το ΕΙΝΑΙ! Ας το τολμήσουμε έστω τώρα.

 

Του π. Αντωνίου Χρήστου, εφημερίου του Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Δικηγορικών Γλυφάδας, 
Δύο μικρές ιστορίες για γέλια και για κλάματα!