Ο επίκαιρος βίος του θαυμαστού Χατζηφλουρέντζου

Ομιλία του Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου με θέμα τον επίκαιρο βίο του θαυμαστού Γέροντος Χατζηφλουρέντζου από τη Μηλιά Αμμοχώστου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Λευκονοίκου στο Πλατύ Αγλαντζιάς στις 9 Ιουνίου 2017. Στην ομιλία παρευρέθηκαν η Αδελφή Ελισάβετ, κόρη του Γέροντος Χατζηφλουρέντζου, η Δήμαρχος Λευκονοίκου Ζήνα Λυσάνδρου, ο Κοινοτάρχης Μηλιάς Αμμοχώστου Αντώνης Καραντώνης και άλλοι συγχωριανοί που γνώρισαν από κοντά κατά τα παιδικά τους χρόνια τον άνθρωπο του Θεού  Χατζηφλουρέντζο.

 

Σήμερα τιμούμε την μνήμη του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Γεννήθηκε στην Σερβία στις 25/3/1894.

Εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των πατέρων της Εκκλησίας καθώς πίστευε πως «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις.

Η Ορθοδοξία είναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα οσία βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής, χάριτος, η οποία δεν έχει τίποτε από την νέκρα του σχολαστικισμού και τον ορθολογισμό του προτεσταντισμού. Η Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδαγωγική, τους Βίους των Αγίων».

Τον διέκρινε η αγάπη του για το πρόσωπο του “Θεανθρώπου Χριστού”. Συνέχεια ανάγνωσης

 

– Νά, μοῦ λέ­ει στό αὐ­τί ψι­θυ­ρι­στά. Ἐ­μεῖς, παιδί μου, ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά­».

Η πνευματική επικοινωνία του Αγίου Παϊσίου με τον Άγιο Γέροντα Ιάκωβο…

Μαρ­τυ­ρί­α ἱε­ρο­μο­νά­χου Ἰ­α­κώ­βου:

 «Ἤ­μουν λα­ϊ­κός ἀ­κό­μη, φοι­τη­τής στό Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό Λύκειο Λαμί­ας, τό ἔ­τος 1986 μέ τό ὄ­νο­μα Ἰ­ω­άν­νης. Ἀ­νέ­βη­κα στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος καί ἐ­πι­σκέφ­τη­κα, μετά ἀ­πό εὐ­λογί­α πού εἶ­χα ἀ­πό τόν γέ­ροντά μου π. Ἰάκωβο Τσα­λί­κη, τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σι­ο, γιά νά τόν συμ­βου­λευ­τῶ ἄν πρέ­πη νά γίνω μο­να­χός ἤ ὄχι.
 Ὁ γέ­ρον­τας Ἰάκωβος εὐ­λα­βεῖ­το τό γε­ρο-Πα­ΐ­σι­ο καί ὅ­ταν πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σε νά τοῦ δώ­σω κά­τι γιά εὐ­λο­γί­α, καί πρό­σθε­σε:
 ”Νά πῆς στόν γε­ρο–Παΐ­σι­ο, ὅ­ταν βγῆ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἄς ἔλ­θη νά μᾶς δῆ. Ἐ­γώ, Γι­αν­νά­κη μου, εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά δῶ τόν Γέροντα, γι­α­τί πρέ­πει νά πε­ρά­σω βου­νά, λαγ­κά­δι­α, θά­λασ­σα, πού δέν τό ἐ­πι­τρέ­πει ἡ ὑ­γε­ί­α μου καί ἐ­ξ ἄλλου ὁ γε­ρο–Πα­ΐ­σι­ος εἶ­ναι ἅ­γι­ος, ἐ­γώ ἁ­μαρ­τω­λός καί ἀ­νά­ξι­ο­ς”.
Μοῦ ἔ­δω­σε τό­τε καί 5.000 δραχ­μές νά ἀ­νά­ψω κε­ρί στό ἐκ­κλη­σά­κι του. Ὅ­ταν πῆ­γα στό Ὄ­ρος, συ­νάν­τη­σα τόν Γέ­ροντα ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν πόρ­τα του· μό­λις μᾶς εἶ­δε –ἤ­μουν μα­ζί μέ κά­ποι­ο ἱ­ε­ρο­μό­να­χο–, μᾶς λέ­ει:
”Βρέ, κα­λῶς τους, βρέ, κα­λῶς τους!”. 
Πήραμε εὐ­χή καί λέ­ει σέ μέ­να:
– Βρέ, τί λές; Θά σέ κά­νου­με κα­λό­γε­ρο;
– Γέροντα, τοῦ λέ­ω, ἔ­χω πρό­βλη­μα ἀ­πό το­ύς γονεῖς μου.
– Ἄ­κου­σε νά σοῦ πῶ, ἄ­φη­σε το­ύς γο­νεῖς νά κλά­ψουν ἕ­να-δυ­ό μῆ­νες, γιά νά μήν κλαῖς ἐ­σύ αἰ­ω­νίως, καί πήγαι­νε πρίν χά­σης τόν θη­σαυ­ρό (ἐν­νο­οῦ­σε τόν γέ­ρον­τα Ἰάκωβο, χω­ρίς νά….τοῦ πῶ ποῦ σκεπτόμουν νά πά­ω γι­ά νά μο­νά­σω).- Γέροντα, ἔ­χε­τε τήν εὐ­χή τοῦ π. Ἰ­α­κώ­βου ἀ­πό τόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ.
– Ἄχ, παι­δί μου, αὐ­τοί εἶ­ναι σή­με­ρα οἱ ἅ­γι­οι πού ἀ­γω­νί­ζον­ται καί προ­σε­ύ­χον­ται ἔ­χον­τας τα­πε­ί­νω­ση καί ἀγά­πη. Ἐ­γώ δέν εἶ­μαι ἄ­ξι­ος νά δῶ αὐ­τόν τόν γί­γαν­τα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἀλ­λά εἶ­ναι καί μακριά πο­λύ γιά νά τόν συ­ναν­τή­σω, χρει­ά­ζε­ται ἀ­γώ­νας καί κό­πος πο­λύς. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός μᾶς ἔ­χει δώ­σει ἀ­γά­πη καί ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά με­τα­ξύ μας.

Ἀ­φοῦ μᾶς εἶ­πε πολ­λά πνευ­μα­τι­κά καί συμβου­­λές, στό τέ­λος τοῦ λέ­ω:
– Γέροντα, εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο νά προ­σκυ­νή­σω στό ἐκ­κλη­σά­κι σας γιά εὐ­λο­γί­α;
Καί ὁ Γέροντας μοῦ λέ­ει:
– Ὄ­χι, δέν χρει­ά­ζε­ται.
– Γέροντα, κάν­τε ἀ­γά­πη, γιά εὐ­λο­γί­α.
– Ὄ­χι, παι­δί μου, για­τί μπο­ρεῖ ὁ γε­ρω–Ἰάκωβος νά σοῦ ἔ­χη δώ­σει κα­νέ­να πεν­το­χί­λια­ρο καί με­τά τί θά τό κά­νω ἐ­γώ, πού εἶ­μαι κα­λό­γε­ρος;

Δέν μέ ἄ­φη­σε νά προ­σκυ­νή­σω. Μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να κομ­πο­σχοι­νά­κι καί ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι νά τά δώ­σω στόν Γέροντα. Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψα στό Μο­να­στή­ρι, μέ δέχ­τη­κε ὁ Γέροντας μέ χα­ρά. Καί τοῦ ἔ­δω­σα τά δῶρα ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Παΐσι­ο καί ἀ­μέ­σως μοῦ λέ­ει:

-”Τό πεν­το­χί­λι­α­ρο πού δέν πῆ­ρε ὁ γέ­ρον­τας Παΐσι­ος καί δέν σᾶς ἄ­φη­σε νά προσκυ­νή­σε­τε, πάρ­το δι­κό σου γιά τά ἔ­ξο­δα στήν Σχο­λή στήν Λα­μί­α”. Ἐ­γώ ἔ­μει­να ἄ­ναυ­δος.
– Γέροντα, ποῦ τό ξέ­ρε­τε ἐ­σεῖς;
– Νά, μοῦ λέ­ει στό αὐ­τί ψι­θυ­ρι­στά. Ἐ­μεῖς, παιδί μου, ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά­».

ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ  ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ

 

 

Η ανταμοιβή της ευσπλαχνίας…

(Διδακτική ιστορία)

Κάποτε ήρθε στο κελί του Αγίου Νήφωνα ένας χριστιανός να τον συμβουλευθεί. Μετά τον συνήθη χαιρετισμό, ρώτησε τον Όσιο:
-Σε παρακαλώ, πάτερ, πες μου τί ωφέλεια έχουν αυτοί που μοιράζουν την περιουσία τους στους φτωχούς;

–Δεν άκουσες τί λέει το ευαγγέλιο; του απάντησε εκείνος. Πολλά άκουσα και διάβασα, αλλά θα ήθελα ν’ ακούσω κάτι και από το στόμα σου. Τότε ο Νήφων του είπε:
– Ο Θεός του Ουρανού και της Γης να σε διδάξει κατά την πίστη σου. Γιατί εγώ είμαι αδύνατος και ανάξιος. Αφού όμως ήρθες για ν’ ακούσεις κάτι, πρόσεξε και ο Θεός, καθώς είπα, θα σε φωτίσει. Σώπασε λίγο κι έπειτα άρχισε: «Στις ημέρες του επισκόπου των Ιεροσολύμων Κυριακού ζούσε ένας πολύ ελεήμων άνθρωπος, ονόματι Σώζων.
Περνώντας κάποια μέρα απ’ την πλατεία της πόλεως, βλέπει ένα
φτωχό πού ήταν γυμνός και τουρτούριζε από το κρύο. Τον πόνεσε ή ψυχή του. Έβγαλε λοιπόν το ιμάτιο του και το έδωσε στο φτωχό. Σε λίγο επέστρεψε σπίτι του. Ήταν σούρουπο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Βλέπει τότε στο όνειρο του ότι βρέθηκε σ’ ένα θαυμαστό κήπο που φωτιζόταν με καθαρό άυλο φως. Πλήθος λουλούδια – ρόδα και κρίνα – και ψηλόκορμα δένδρα τον στόλιζαν, που ξέχυναν απ’ την κορφή ως τις ρίζες μια υπέροχη ευωδία, ενώ τα δένδρα ήταν κατάφορτα με ωραιότατους καρπούς, ώστε τα κλαδιά τους έγερναν ως τη γη. Το καθένα είχε ξεχωριστή ομορφιά. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολυάριθμα πουλιά απ’ όλα τα είδη και τα χρώματα και κελαηδούσαν μελωδικά.
Το κελάηδημά τους ήταν τόσο θεϊκό, ώστε νόμιζες ότι ερχόταν απ’ τον ουρανό. Όλα τα δένδρα, τα φυτά και τα λουλούδια κυμάτιζαν με πολλή χάρη. Βλέποντας και ακούγοντάς τα, δοκίμαζε ο άνθρωπος εκείνος απερίγραπτη γλυκύτητα και ανέκφραστη ηδονή. Καθώς παρατηρούσε εκστατικός, έρχεται ένας νέος και του λέει, «ακολούθησέ με».
Άρχισε να βαδίζει πίσω του και σε λίγο έφτασαν σ’ ένα χρυσοκάγκελο φράχτη. Έριξε το βλέμμα του πέρα, ανάμεσα απ’ τα κενά που σχημάτιζαν τα χρυσά κάγκελα και είδε μιαν αυλή και στο βάθος ένα θαυμάσιο παλάτι, που άστραφτε. Καθώς κοιτούσε ο Σώζων, βγαίνουν απ’ το ανάκτορο δέκα έξι άνθρωποι φτερωτοί, που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Μετέφεραν ανά τέσσερις από ένα χρυσοστόλιστο κιβώτιο. Καθώς διέσχιζαν το παραμυθένιο εκείνο προαύλιο οι άγγελοι αυτοί του Θεού, ο Σώζων κατάλαβε ότι κατευθύνονταν προς αυτόν. Μόλις πλησίασαν στα χρυσά κάγκελα, ακριβώς απέναντι του, στάθηκαν, κατέβασαν τα κιβώτια απ’ τους ώμους και τα ακούμπησαν στη γη. Φαίνονταν τώρα σαν να περίμεναν κάποιον μεγάλο να έρθει. Και πράγματι, σε λίγο βλέπει ο Σώζων να κατεβαίνει από τα ανάκτορα ένας πανέμορφος άνδρας και να έρχεται προς το μέρος των αγγέλων.

Διαβάστε εδώ:  Τί κάνω τώρα Θεέ μου; (Αληθινή Ιστορία)

«Ανοίξτε τα κιβώτια», τους διέταξε, «και δείξτε σ’ αυτόν τον άνθρωπο τί του φυλάω για το ιμάτιο πού μού δάνεισε προ ολίγου διά μέσου του φτωχού». Αμέσως άνοιξαν το ένα χρυσό κιβώτιο και άρχισαν να βγάζουν χιτώνες και ιμάτια βασιλικά, άλλα κατάλευκα κι άλλα πλουμιστά, όλα πανέμορφα. Τα άπλωναν μπροστά του ρωτώντας τον :
– Σου αρέσουν, Σώζων; Και εκείνος είπε με δέος: -Δεν είμαι άξιος να δω ούτε τη σκιά τους! Συνέχιζαν ωστόσο να του δείχνουν λαμπρούς, καταστόλιστους και ολόχρυσους χιτώνες, ώσπου ανέβηκε ο αριθμός τους στους χίλιους. Όταν πια με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος των αγγέλων του έδωσε να καταλάβει τι σημαίνει το «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει», του είπε: – Βλέπεις, Σώζων, πόσα αγαθά σου ετοίμασα, επειδή με είδες γυμνό και με σπλαγχνίσθηκες και μ’ έντυσες; Πήγαινε λοιπόν και συνέχισε να κάνεις το ίδιο. Αν δώσεις στο φτωχό ένα ιμάτιο, εγώ θα σού ετοιμάσω εκατονταπλάσια.
Ακούγοντας αυτά ο Σώζων ρώτησε με δέος αλλά και με χαρά τον Κύριο: – Κύριε μου, το ίδιο θα κάνεις και σ’ όλους όσους βοηθούν τούς φτωχούς; Τούς φυλάς εκατονταπλάσια αγαθά και την αιώνια ζωή: Κι Εκείνος του αποκρίθηκε: – Όποιος θα θυσιάσει σπίτια ή χωράφια ή πλούτη ή δόξα ή πατέρα ή μητέρα ή αδελφούς ή αδελφές ή γυναίκα ή παιδιά ή οποιοδήποτε αγαθό της γης, «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει».

Γι αυτό, ποτέ μη μετανιώσεις για μία σου ελεημοσύνη εξευτελίζοντας τον φτωχό πού του έδωσες κάτι! Μη τυχόν αντί για ανταμοιβή πάθεις διπλή ζημιά. Διότι αυτός πού κάνει ένα καλό κι έπειτα μετανιώνει ή εξευτελίζει τον φτωχό, χάνει και τον μισθό του, αλλά βρίσκεται και ένοχος την ημέρα της Κρίσεως. Υστέρα από αυτά τα λόγια ο Σώζων ξύπνησε γεμάτος θαυμασμό για το όραμα. Σηκώθηκε αμέσως απ’ το κρεβάτι του και έδωσε και το άλλο του ιμάτιο σε κάποιον που ήξερε πως το είχε ανάγκη. Τη νύχτα βλέπει πάλι το ίδιο όραμα και το πρωί, χωρίς καθυστέρηση μοίρασε όλη του την περιουσία, απαρνήθηκε τον κόσμο και έγινε ένας θαυμάσιος μοναχός». Αυτό να το έχεις κι εσύ, παιδί μου, στο νου σου από δω και μπρος, συμβούλευσε τον επισκέπτη του ο άγιος Νήφων και να κάνεις ότι μπορείς για να θησαυρίσεις εκατονταπλάσια στον Ουρανό!

Πηγή: Ο Άγιος Νήφων Κωνσταντιανής «Ένας ασκητής επίσκοπος».

 

 

Το Ιακωβάκι

Φωτογραφία του Павел Белобрицкий.

Τον Άγιαννανίτη πατέρα Ιάκωβο, τον όποιο για τον βραχύ και λεπτοκαμωμένο τού αναστήματος του, όλοι τον αποκαλούσαν «τον Ίακωβάκι», τον συναντούσα εύτελοαπασχολούμενον σε περιοχές και αυλές καλυβών συνασκητών του ή ανεβοκατεβαίνοντας τον κεντρικό της Σκήτης μονοπάτι, με ξερόκλαδα για προσανάμματα στην αγκάλη του ή προσφοιτώντα στους βοηθητικούς χώρους τού Κυριακού κατά τις εόρτιες ιδίως συναθροίσεις των πατέρων πάντα δέξεσκούφωτον, αχτένιστον, ρυπαρό, ρακένδυτο, ξυπόλυτο χειμώνα καλοκαίρι

Έκανε μικροθελήματα και βοηθούσε σε ότι του εμπιστευόταν ό Δίκαιος της Σκήτης και οι λοιποί διακονηταί πατέρες. Εύκολα τον «απόπαιρνε» και τον επιτιμούσε ό καθένας τον έσπρωχνε στο πλάι, τον εμπόδιζε να πλησιάζει εκεί, πού νόμιζε πώς δεν του άρμοζε, και ‘κεϊνος υπάκουε αγόγγυστα κι’ αδιαμαρτύρητα και χαμογελούσε με άκρα ακακία. Και όλα αυτά είχαν εύκολη την εξήγηση και την κοινή παραδοχή· γιατί τον είχαν για «λειψό»· ελάχιστοι δεν ήσαν εκείνοι, πού έτρεμαν και συγκλονίζονταν στην σκέψη, μήπως είχαν απέναντι τους ένα σύγχρονο φαινόμενο ηθελημένης και κρυπτομένης διά Χριστόν σαλότητος. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Άγιος Ιωάννης ο Νάννος ο Θεσσαλονικεύς

“Kαι Nάννος ώφθη χαριτώνυμος νέος,

Mάρτυς Kυρίου· ω άκρας ευδοξίας!”

Αποτέλεσμα εικόνας για νεομαρτυς ναννος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, 
δάσκαλο, συγγραφέα
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΦΑ: Ο Νεομάρτυς Νάννος ή Ιωάννης μαρτύρησε στη Σμύρνη στα 1802 σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Μακεδόνες. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Αβρέτ-Ισσάρ, σήμερα παλαιό Γυναικόκαστρο του Κιλκίς, τριάντα χιλιόμετρα βόρεια της Θεσσαλονίκης, στην κοιλάδα του Αξιού, ενώ η μητέρα του από το χωριό Λόκοβι της Χαλκιδικής, [Ταξιάρχης]. Γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικούσαν, δημιούργησαν οικογένεια κι απέκτησαν δύο αγόρια, τον πρωτότοκο Θεόδωρο και τον Ιωάννη, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Νάννο, για να διακρίνεται από τον ομώνυμο πατέρα του Ιωάννη1. Οι ευσεβείς και πιστοί στο Χριστό γονείς, μετέδωσαν τη φλόγα της πίστης και στα παιδιά τους. Ο Θεόδωρος ήξερε λίγα γράμματα, ο Νάννος δεν ήξερε. Νωρίς ο πατέρας πήρε τα παιδιά στη δουλειά του και τους έκανε βοηθούς του στο τσαγκάρικό του [κάλφες].

Ήταν η εποχή που ο Νάννος αρεσκόταν να ακούει να του διαβάζει ο Θεόδωρος βίους αγίων, κυρίως νεομαρτύρων, ίσως από το “Νέον Μαρτυρολόγιον”, που είχε εκδόσει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το1794 τυπωμένο στη Βενετία. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος (27 Μαΐου)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ: Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος γεννήθηκε το 1690 στη Νότια Ρωσία (σημερινή Ουκρανία). Οι γονείς του, πιστοί χριστιανοί οι ίδιοι, βάπτισαν τον γιο τους χριστιανό και τον μεγάλωσαν με νουθεσία Κυρίου. Έτσι ο Ιωάννης από μικρός έγινε θερμός χριστιανός. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, ο Άγιος Ιωάννης κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Την εποχή εκείνη, επί μοναρχίας του τσάρου Πέτρου, μαινόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1711-8). Στις μάχες για την ανακατάληψη του Αζώφ, αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Απ’ εκεί στο Προκόπιο, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, στην κατοχή ενός Αγά που διατηρούσε στρατόπεδο των Γενιτσάρων. Ο Τούρκος αξιωματούχος προσπάθησε, όπως συνηθιζόταν τότε, να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος αντιστάθηκε σθεναρά σε όλες τις προσπάθειες του Τούρκου.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Η αγία Ελένη

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Μετά την διευκρίνηση των περί της κοινής τιμής και μνή­μης των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ας δούμε τώρα τα βασικά στοιχεία της προσφοράς της Αγίας Ελένης που την καταξίωσαν στην συνείδηση της Εκκλησίας, ώστε να τιμάται ως αγία και ισαπόστολος.
Μελετώντας κανείς τα κείμενα των ιστορικών πηγών αλλά και την υμνογραφία της Εκκλησίας διαπιστώνει ότι το πρώτο στοιχείο που προβάλλει την αξία της Αγίας Ελένης είναι η γέννηση τέτοιου βλαστήματος, η προσφορά στην Εκκλησία και στον κόσμο του όντως Μεγά­λου Κωνσταντίνου. Δεν πρόκειται βέβαια εδώ να ασχοληθούμε με την αξιολόγηση τού έργου του Μ. Κωνσταντίνου ούτε να λάβουμε μέρος στον επιστημονικό διάλογο της πλούσιας για το πρόσωπο και το έργο του βιβλιογραφίας, η οποία στην συν­τριπτική της πλειοψηφία συμφωνεί εις το ότι με την διορατική πολιτική του ικανότητα και την στρατηγική του μεγαλοφυΐα άλλαξε τον ρού της παγκόσμιας ιστορίας, μεταφέροντας το κέντρο βάρους της κραταιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την λατινική Δύση, που δεν είχε πια προοπτική, στην ελληνι­κή Ανατολή, και καθιστώντας το μικρό αλλά φυσικά οχυρό ελληνικό Βυζάντιο πρωτεύουσα της μοναδικής σε χρονική διάρκεια και πολιτιστική καρποφορία «βυζαντινής» αυτοκρατορίας, με ενοποιά στοιχεία την χριστιανική πίστη, της οποίας τον δυναμισμό με θεία επίνευση και κατά θεία πρόνοια αντελήφθη και ενεκολπώθη, την ρωμαϊκή διοίκηση και την ελλη­νική γλώσσα.
Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία τού Μ. Κωνσταντί­νου ουσιαστικά αποτελεί συνέχεια της ελληνικής αυτοκρα­τορίας τού Μ. Αλεξάνδρου, που και αυτή προετοίμασε με τον ελληνικό πολιτισμό την απαραίτητη πολιτιστική και πνευμα­τική ενότητα για την διάδοση τού Ευαγγελίου, τού λόγου τού Σταυρού, ο οποίος αποκτά στο πρόσωπο τού Κωνσταντίνου ανέλπιστο προστάτη και υπερασπιστή, μετά τους σκληρούς εναντίον των Χριστιανών διωγμούς των προκατόχων του. Η αναγνώριση τού διωκομένου πριν Χριστιανισμού ως επίση­μης θρησκείας και η προνομιακή θέση της Εκκλησίας στην νέα χριστιανική πολιτεία δεν εξηγούνται με βάση ανθρώπινα κριτήρια και ιστορικοπολιτικές εκτιμήσεις, που ήσαν όλα εις βάρος των Χριστιανών, με εξαίρεση την φοβερή εντύπωση που προκάλεσε η αντοχή τους στους διωγμούς και το πλή­θος των μαρτύρων.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην επιστημονική έρευ­να συζητήθηκε ευρέως το πρόβλημα της προσχωρήσεως τού Κωνσταντίνου στον Χριστιανισμό, ιδιαίτερα μάλιστα το αν αυτή προήλθε από εσωτερική θρησκευτική πίστη ή οφειλό­ταν σε καθαρά πολιτικούς υπολογισμούς. Οι παλαιοί ιστορι­κοί Λακτάντιος και Ευσέβιος συνδέουν, ως γνωστόν, την στροφή του αυτοκράτορος στο Χριστιανισμό με το θαυμαστό όραμα τού σημείου του Σταυρού και την επιγραφή Εν τούτω νίκα που προηγήθηκε της νίκης εναντίον τού Μαξεντίου. Έκτοτε επήλθε μία εσωτερική μεταβολή στον εσωτερικό κό­σμο τού Κωνσταντίνου και σταθερή στροφή προς τον Χρι­στιανισμό, η οποία ενισχύθηκε ασφαλώς, κατά το ανθρώπινο, και από τα ευνοϊκά πολιτικά δεδομένα, η εκτίμηση των οποίων όμως χωρίς την προηγηθείσα εσωτερική αλλαγή δεν είναι βέβαιο αν θα γινόταν κατά τον ίδιο τρόπο.
Εν πάση περιπτώσει για την συνείδηση της Εκκλησίας και την πλειονότητα των ιστορικών η στροφή τού Κωνσταν­τίνου προς τον Χριστιανισμό οφείλεται σε θεϊκή επέμβαση, ήταν θεϊκή κλήση, όπως είχε γίνει και στην περίπτωση τού αποστόλου Παύλου. Εκείνος εκλήθη ως απόστολος για την διάδοση τού Ευαγγελίου εις τα έθνη, ο Κωνσταντίνος εκλήθη τώρα να συναγάγη τα έθνη σε μία νέα χριστιανική πολιτεία ως ισαπόστολος και εν βασιλεύσιν απόστολος, όπως άριστα εκφράζει το απολυτίκιον της εορτής των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. «Τον Σταύρον σου τον τύ­πον εν ουρανώ θεασάμενος και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος ο εν βασιλεύσιν απόστολός σου Κύριε».
Στην πορεία αυτή και αλλαγή του Κωνσταντίνου που και πως τοποθετείται η Αγία Ελένη; Έχει κάποιο μερίδιο συμ­μετοχής και θετικής επιδράσεως; Ήταν μήπως η ίδια Χριστιανή και με την δική της χριστιανική παρουσία και πίστη επηρέασε και έστρεψε και τον υιό της προς τον Χριστιανι­σμό, όπως γράφουν λαϊκοί βίοι για την Αγία Ελένη και άλλα δημοσιεύματα, που κυκλοφορούν εσχάτως; Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με ασφάλεια ούτε από τις ιστορικές πηγές, ούτε από τα αγιολογικά κείμενα, αλλά ούτε και από την υμνογραφία, εκτός μιας εξαιρέσεως στην οποία προφανώς στη­ρίζεται αυτή η παράδοση.
Αυτά που γνωρίζομε για την Αγία Ελένη, εκτός των περί της συμμετοχής της στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού είναι, όπως ελέχθη, ελάχιστα.
Ελληνίδα στην καταγωγή, όπως φαί­νεται και από το όνομά της, γεννήθηκε το 247 στην ελληνική Βιθυνία, στην πόλη Δρέπανο, με τις ακμάζουσες από την εποχή τού Μ. Αλεξάνδρου πόλεις Νικομήδεια και Νίκαια. Ήταν ταπεινής κατά κόσμον καταγωγής. Ο πατέρας της διατηρούσε στο Δρέπανο ξενοδοχείο, εκεί δε την εγνώρισε ο Κωνστάντιος Χλωρός, αξιωματικός τού ρωμαϊκού στρατού και από­γονος οικογένειας ευγενών του Ιλλυρικού. η μητέρα του Κλαυδία ήταν θυγατέρα τού Κρίσπου, αδελφού του αυτοκράτορος Μάρκου Κλαυδίου τού Γοτθικού. Από τον γάμο του ευγενούς Ρωμαίου Κωνσταντίου Χλωρού και της λαϊκής προελεύσεως Ελληνίδος Ελένης γεννήθηκε ο Μ. Κωνσταντίνος στην Ναϊσό, την σημερινή Νύσσα (Niss) της Σερβίας μεταξύ των ετών 272 και 275. Γρήγορα εξ αιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων, ο γάμος του Κωνσταντίου και της Ελένης οδηγήθηκε σε διά­λυση το 293, γιατί κατ’ απαίτηση τού αυτοκράτορος Διοκλητιανού, προκειμένου να διορισθεί ο Κωνστάντιος καίσαρ της Δύσεως, έπρεπε να νυμφευθεί την ανεψιά τού Αυγούστου της Δύσεως Μαξιμιανού, Θεοδώρα. Η ασφαλώς επώδυνη και αναγκαστική αυτή χηρεία της μητέρας του ενίσχυσε την αγά­πη τού νεαρού Κωνσταντίνου προς αυτήν, συγχρόνως όμως τού άνοιξε τον δρόμο για την διεκδίκηση της κληρονομικής διαδοχής τού ρωμαϊκού θρόνου, που άρχισε κατ’ αρχήν με την ανακήρυξή του από τον στρατό σε Αύγουστο της Δύσεως μετά τον θάνατο τού πατέρα του το 306, και στην συνέχεια σε μονοκράτορα της μεγάλης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά τις διαδοχικές εντυπωσιακές νίκες του επί τού Μαξεντίου στην Δύση και τού Λικινίου στην Ανατολή, που αποδόθηκαν σε θεϊκή συμμαχία και ενθάρρυνση με την εμφάνιση τού σημείου τού Σταυρού και ενίσχυσαν αποφασιστικά την στροφή του προς τον Χριστιανισμό.
Από τον πατέρα του Κωνστάντιο φαίνεται πως κληρο­νόμησε ακόμη ο Κωνσταντίνος δύο σημαντικά στοιχεία, που προσδιόρισαν την κατοπινή πορεία του. Κάποια συμπάθεια αρχική προς τους σκληρά διωκομένους Χριστιανούς, που φά­νηκε στην περίπτωση τού πατρός του στην αποφυγή εφαρ­μογής στην Δύση των αποφάσεων του Διοκλητιανού που όρι­ζαν να διώκονται οι Χριστιανοί, όπως αυτό εφαρμόσθηκε πι­στά στην Ανατολή, σε επίπεδο δε θρησκευτικής πίστεως στην απόρριψη της χονδροειδούς ειδωλολατρίας και την υιοθέ­τηση τού συγκρητιστικού ενοθεϊσμού, που ασφαλώς ευκολότερα μπορούσε να οδηγήσει ή να προδιαθέσει ενοϊκά για την υιοθέτηση του χριστιανικού μονοθεϊσμού. Οι ευνοϊκές αυτές προϋποθέσεις της στροφής του προς τον Χριστιανισμό επισημαίνονται από τους ερευνητάς.
Για την οποιαδήποτε συμμετοχή της μητέρας του Ελένης στην πνευματική διεργασία τού ψυχικού κόσμου τού Μ. Κων­σταντίνου δεν έχομε από τις πηγές σοβαρές ενδείξεις. Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Αγία Ελένη δεν ήταν Χριστιανή4. Το συμπέρασμα μάλιστα αυτό δεν είναι αυθαίρετο αλλά στηρίζεται σε αξιοπρόσεκτη και σαφέστατη μαρτυρία τού Ευσεβίου, τού οποίου είναι γνωστοί οι προσω­πικοί δεσμοί με τον Μ. Κωνσταντίνο, σύμφωνα με την οποία, ανάμεσα στα πολλά για τα οποία πρέπει κανείς να μακαρί­ζει τον Κωνσταντίνο είναι και η αφοσίωση προς την μητέρα του, την οποία κατέστησε ο ίδιος τόσο θεοσεβή, ενώ δεν ήταν προηγουμένως, ώστε να φαίνεται ότι είχε γίνει Χριστιανή από την παιδική ηλικία. «ον προς τοίς άπασι και της εις την γειναμένην οσίας μακαρίζειν άξιον, ούτω μεν αυτήν Θεοσεβή καταστήσαντα, ούκ ούσαν πρότερον, ως αυτώ δοκεί εκ πρώ­της τω κοινώ σωτήρι μεμαθητεύσαι».
Με βάση αυτήν την σαφέστατη και μοναδική μαρτυρία μπορούμε να συναγάγουμε ότι η Αγία Ελένη με το έντονο μητρικό της ενδιαφέρον συμμετείχε στις εσωτερικές πνευ­ματικές διεργασίες που επισυνέβαιναν στην ψυχή τού μοναχογιού της, και η δεκτική θρησκευτικών μηνυμάτων γυναι­κεία φύση της συγκλονίσθηκε ασφαλώς από τις διηγήσεις της θαυμαστής εμφανίσεως του σημείου του Τίμιου Σταυρού, στην ενίσχυση τού οποίου οφείλονταν οι νίκες και η επικράτηση του υιού της επί των άλλων διεκδικητών τού ρωμαϊκού θρόνου. Η ενθουσιώδης ανάληψη της προσπαθείας για την εύρεση του Τίμιου Σταυρού ασφαλώς συνδέεται με το αίσθημα ευγνωμοσύνης γι’ αυτήν την ενίσχυση. Ακολούθησε λοιπόν η Αγία Ελένη την προς τον Χριστιανισμό πορεία τού Μ. Κωνσταν­τίνου και ελκύσθηκε από τον υιό της προς αυτήν, χωρίς αυτό να μειώνει την θεοσέβεια και θρησκευτική της ευαισθησία, που εμφανίζεται έτσι όχι ως κληρονομημένο αγαθό, αλλά ως συνειδητή επιλογή του.
Απομένει στην ίδια η τιμή και η δόξα, γιατί ως μητέρα προσέφερε στους ανθρώπους τόσο μεγάλο αγαθό, τον Κων­σταντίνο, «τοσούτον αγαθόν τω των ανθρώπων διηκονήσατο βίω», εβλάστησε «υπερφυές και παράδοξο φυτό», προσελκυσθείσα δε η ίδια από τον μεγάλο Ισαπόστολο υιό της στην χριστιανική θεοσέβεια έγινε όχι απλώς θεοφιλούς βασιλέως θε­οφιλής μήτηρ6, αλλά με νεανικό ζήλο στην γεροντική της ηλι­κία επετέλεσε και η ίδια αποστολικό έργο με την εύρεση τού Τιμίου Σταυρού και την Ανάδειξη των ιερών προσκυνημάτων.
Υπάρχει βέβαια και αντίθετη ιστορική πληροφορία, στην οποία μάλλον στηρίζονται όσοι υποστηρίζουν ότι η Αγία Ελέ­νη συνετέλεσε, ως Χριστιανή, στην στροφή τού Μ. Κων­σταντίνου προς τον Χριστιανισμό, προερχόμενη από τον Θε­οδώρητο, ο οποίος στην εισαγωγή του σχετικού κεφαλαίου που αναφέρεται στην δραστηριότητα της Αγίας Ελένης στα Ιεροσόλυμα, γράφει ότι το όλο σχέδιο και πρόγραμμα τού βασιλέως και τις επιστολές προς τον Μακάριο Ιεροσολύμων εκόμισεν «αυτή τού βασιλέως η μήτηρ, η καλλίπαις εκείνη, και παρά πάντων αδομένη των ευσεβών, η τον μέγαν τούτον φωστήρα τεκούσα και την της ευσεβείας αυτώ προσενεγκούσα τροφήν»7Κατά τον Θεοδώρητο, που δεν διαθέτει βέβαια την αμεσότητα και εγγύτητα που έχει ο Ευσέβιος, η Αγία Ελέ­νη, η καλλίπαις, δεν εγέννησε μόνο, αλλά και ανέθρειμε χρι­στιανικά τον Μ. Κωνσταντίνο.
Πριν περάσουμε τώρα στην σύντομη παρουσίαση του καλά μαρτυρημένου και πολυσήμαντου έργου της στα Ιεροσόλυμα, ταιριάζει εδώ να επισημάνουμε ότι, αν η στροφή του Μ. Κωνσταντίνου προς τον Χριστιανισμό δεν προσδιορίσθηκε από την μητέρα του, γιατί φαίνεται πως η ίδια δεν ήταν αλλά έγινε Χριστιανή, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ενίσχυση τού Ελληνισμού, τον οποίο κατέστησε έναν από τους τρεις βασικούς παράγοντες, μαζί με την ρωμαϊκή διοίκηση και την χριστιανική πίστη, της νέας πλέον και αλλαγμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η Ελένη ήταν και παρέμεινε Ελληνίδα, με­τέδωσε δε και στον υιό της Μ. Κωνσταντίνο, που φυλετικά ή­ταν κατά το ήμισυ Έλλην εκ μητρός, την αγάπη προς την ελλη­νική καταγωγή του και παράδοση. Ομιλούσε ο ίδιος ελληνικά8. Επί δώδεκα χρόνια ως μέλος της ακολουθίας τού Διοκλητιανού, που είχε ορίσει ως έδρα του στην Ανατολή την Νικομήδεια, την πρωτεύουσα της ελληνικής Βιθυνίας, της γενέ­τειρας της μητέρας του, έζησε σε ελληνικό χώρο και ελληνικό περιβάλλον και ενίσχυσε έτσι επίκτητα τις κληρονομικές από την μητέρα του ελληνικές καταβολές. Η απόφασή του να με­ταφέρει την πρωτεύουσα από την λατινική Δύση στην ελλη­νική Ανατολή, στο Βυζάντιο, δίπλα στην Βιθυνία, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του, προσδιορίσθηκε βέβαια από γεω­πολιτικές και στρατηγικές εκτιμήσεις, σίγουρα όμως ενθαρρύνθηκε συναισθηματικά και ψυχολογικά από την οικειότητα που ένοιωθε προς τον ελληνικό χώρο τού τόπου καταγωγής της μητέρας του. Σε μικρό χρονικό διάστημα η εκχριστιανι­σμένη από τον ίδιο ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που αποτελεί κατά τους ιστορικούς την μεγαλύτερη μεταρρύθμιση της ιστορίας, θα εξελληνισθεί τελείως. η Ρωμαία των Κωνσταντίνων, για να χρησιμοποιήσουμε την φράση τού Κωστή Παλαμά, ως ελληνική πλέον Ρωμανία, ως Ρωμιοσύνη, επέζησε και εμεγαλούργησε κάτω από το λάβαρο των Ελλήνων. Η Ελληνίδα της Βιθυνίας Αγία Ελένη δια τού υιού της Μ. Κωνσταν­τίνου προσδιόρισε αποφασιστικά και αμετάκλητα την από τό­τε μέχρι σήμερα πορεία τού Ελληνισμού.
Από: «Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου»
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

 

 

Ένας σύγχρονος νεομάρτυρας στις ΗΠΑ

http://2.bp.blogspot.com/_20kpKGz31MU/TLBV1hB-ewI/AAAAAAAAAco/BxwBLQ-b0K0/s1600/%CE%86%CE%B3.+%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%A3%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1+%CE%9A%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B6.jpg
Η μνήμη του τιμάται στις 19 Μαΐου και είναι παραμονή της εορτής του Αγίου Νικο­λάου της ανακομιδής των Ιερών Λειψάνων Του. Θα συνεορτάζεται μαζί με τον Άγιο Νικόλαο γιατί από παιδί αγαπούσε πολύ τον Άγιο Νικόλαο. Την Ευλογία Του να έχουμε όλοι μας.

η συνέχεια εδώ