Το Ιακωβάκι

Φωτογραφία του Павел Белобрицкий.

Τον Άγιαννανίτη πατέρα Ιάκωβο, τον όποιο για τον βραχύ και λεπτοκαμωμένο τού αναστήματος του, όλοι τον αποκαλούσαν «τον Ίακωβάκι», τον συναντούσα εύτελοαπασχολούμενον σε περιοχές και αυλές καλυβών συνασκητών του ή ανεβοκατεβαίνοντας τον κεντρικό της Σκήτης μονοπάτι, με ξερόκλαδα για προσανάμματα στην αγκάλη του ή προσφοιτώντα στους βοηθητικούς χώρους τού Κυριακού κατά τις εόρτιες ιδίως συναθροίσεις των πατέρων πάντα δέξεσκούφωτον, αχτένιστον, ρυπαρό, ρακένδυτο, ξυπόλυτο χειμώνα καλοκαίρι

Έκανε μικροθελήματα και βοηθούσε σε ότι του εμπιστευόταν ό Δίκαιος της Σκήτης και οι λοιποί διακονηταί πατέρες. Εύκολα τον «απόπαιρνε» και τον επιτιμούσε ό καθένας τον έσπρωχνε στο πλάι, τον εμπόδιζε να πλησιάζει εκεί, πού νόμιζε πώς δεν του άρμοζε, και ‘κεϊνος υπάκουε αγόγγυστα κι’ αδιαμαρτύρητα και χαμογελούσε με άκρα ακακία. Και όλα αυτά είχαν εύκολη την εξήγηση και την κοινή παραδοχή· γιατί τον είχαν για «λειψό»· ελάχιστοι δεν ήσαν εκείνοι, πού έτρεμαν και συγκλονίζονταν στην σκέψη, μήπως είχαν απέναντι τους ένα σύγχρονο φαινόμενο ηθελημένης και κρυπτομένης διά Χριστόν σαλότητος. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Άγιος Ιωάννης ο Νάννος ο Θεσσαλονικεύς

“Kαι Nάννος ώφθη χαριτώνυμος νέος,

Mάρτυς Kυρίου· ω άκρας ευδοξίας!”

Αποτέλεσμα εικόνας για νεομαρτυς ναννος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, 
δάσκαλο, συγγραφέα
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΦΑ: Ο Νεομάρτυς Νάννος ή Ιωάννης μαρτύρησε στη Σμύρνη στα 1802 σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Μακεδόνες. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Αβρέτ-Ισσάρ, σήμερα παλαιό Γυναικόκαστρο του Κιλκίς, τριάντα χιλιόμετρα βόρεια της Θεσσαλονίκης, στην κοιλάδα του Αξιού, ενώ η μητέρα του από το χωριό Λόκοβι της Χαλκιδικής, [Ταξιάρχης]. Γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικούσαν, δημιούργησαν οικογένεια κι απέκτησαν δύο αγόρια, τον πρωτότοκο Θεόδωρο και τον Ιωάννη, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Νάννο, για να διακρίνεται από τον ομώνυμο πατέρα του Ιωάννη1. Οι ευσεβείς και πιστοί στο Χριστό γονείς, μετέδωσαν τη φλόγα της πίστης και στα παιδιά τους. Ο Θεόδωρος ήξερε λίγα γράμματα, ο Νάννος δεν ήξερε. Νωρίς ο πατέρας πήρε τα παιδιά στη δουλειά του και τους έκανε βοηθούς του στο τσαγκάρικό του [κάλφες].

Ήταν η εποχή που ο Νάννος αρεσκόταν να ακούει να του διαβάζει ο Θεόδωρος βίους αγίων, κυρίως νεομαρτύρων, ίσως από το “Νέον Μαρτυρολόγιον”, που είχε εκδόσει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το1794 τυπωμένο στη Βενετία. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος (27 Μαΐου)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ: Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος γεννήθηκε το 1690 στη Νότια Ρωσία (σημερινή Ουκρανία). Οι γονείς του, πιστοί χριστιανοί οι ίδιοι, βάπτισαν τον γιο τους χριστιανό και τον μεγάλωσαν με νουθεσία Κυρίου. Έτσι ο Ιωάννης από μικρός έγινε θερμός χριστιανός. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, ο Άγιος Ιωάννης κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Την εποχή εκείνη, επί μοναρχίας του τσάρου Πέτρου, μαινόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1711-8). Στις μάχες για την ανακατάληψη του Αζώφ, αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Απ’ εκεί στο Προκόπιο, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, στην κατοχή ενός Αγά που διατηρούσε στρατόπεδο των Γενιτσάρων. Ο Τούρκος αξιωματούχος προσπάθησε, όπως συνηθιζόταν τότε, να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος αντιστάθηκε σθεναρά σε όλες τις προσπάθειες του Τούρκου.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Η αγία Ελένη

Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης
Μετά την διευκρίνηση των περί της κοινής τιμής και μνή­μης των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης ας δούμε τώρα τα βασικά στοιχεία της προσφοράς της Αγίας Ελένης που την καταξίωσαν στην συνείδηση της Εκκλησίας, ώστε να τιμάται ως αγία και ισαπόστολος.
Μελετώντας κανείς τα κείμενα των ιστορικών πηγών αλλά και την υμνογραφία της Εκκλησίας διαπιστώνει ότι το πρώτο στοιχείο που προβάλλει την αξία της Αγίας Ελένης είναι η γέννηση τέτοιου βλαστήματος, η προσφορά στην Εκκλησία και στον κόσμο του όντως Μεγά­λου Κωνσταντίνου. Δεν πρόκειται βέβαια εδώ να ασχοληθούμε με την αξιολόγηση τού έργου του Μ. Κωνσταντίνου ούτε να λάβουμε μέρος στον επιστημονικό διάλογο της πλούσιας για το πρόσωπο και το έργο του βιβλιογραφίας, η οποία στην συν­τριπτική της πλειοψηφία συμφωνεί εις το ότι με την διορατική πολιτική του ικανότητα και την στρατηγική του μεγαλοφυΐα άλλαξε τον ρού της παγκόσμιας ιστορίας, μεταφέροντας το κέντρο βάρους της κραταιάς ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από την λατινική Δύση, που δεν είχε πια προοπτική, στην ελληνι­κή Ανατολή, και καθιστώντας το μικρό αλλά φυσικά οχυρό ελληνικό Βυζάντιο πρωτεύουσα της μοναδικής σε χρονική διάρκεια και πολιτιστική καρποφορία «βυζαντινής» αυτοκρατορίας, με ενοποιά στοιχεία την χριστιανική πίστη, της οποίας τον δυναμισμό με θεία επίνευση και κατά θεία πρόνοια αντελήφθη και ενεκολπώθη, την ρωμαϊκή διοίκηση και την ελλη­νική γλώσσα.
Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία τού Μ. Κωνσταντί­νου ουσιαστικά αποτελεί συνέχεια της ελληνικής αυτοκρα­τορίας τού Μ. Αλεξάνδρου, που και αυτή προετοίμασε με τον ελληνικό πολιτισμό την απαραίτητη πολιτιστική και πνευμα­τική ενότητα για την διάδοση τού Ευαγγελίου, τού λόγου τού Σταυρού, ο οποίος αποκτά στο πρόσωπο τού Κωνσταντίνου ανέλπιστο προστάτη και υπερασπιστή, μετά τους σκληρούς εναντίον των Χριστιανών διωγμούς των προκατόχων του. Η αναγνώριση τού διωκομένου πριν Χριστιανισμού ως επίση­μης θρησκείας και η προνομιακή θέση της Εκκλησίας στην νέα χριστιανική πολιτεία δεν εξηγούνται με βάση ανθρώπινα κριτήρια και ιστορικοπολιτικές εκτιμήσεις, που ήσαν όλα εις βάρος των Χριστιανών, με εξαίρεση την φοβερή εντύπωση που προκάλεσε η αντοχή τους στους διωγμούς και το πλή­θος των μαρτύρων.
Κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην επιστημονική έρευ­να συζητήθηκε ευρέως το πρόβλημα της προσχωρήσεως τού Κωνσταντίνου στον Χριστιανισμό, ιδιαίτερα μάλιστα το αν αυτή προήλθε από εσωτερική θρησκευτική πίστη ή οφειλό­ταν σε καθαρά πολιτικούς υπολογισμούς. Οι παλαιοί ιστορι­κοί Λακτάντιος και Ευσέβιος συνδέουν, ως γνωστόν, την στροφή του αυτοκράτορος στο Χριστιανισμό με το θαυμαστό όραμα τού σημείου του Σταυρού και την επιγραφή Εν τούτω νίκα που προηγήθηκε της νίκης εναντίον τού Μαξεντίου. Έκτοτε επήλθε μία εσωτερική μεταβολή στον εσωτερικό κό­σμο τού Κωνσταντίνου και σταθερή στροφή προς τον Χρι­στιανισμό, η οποία ενισχύθηκε ασφαλώς, κατά το ανθρώπινο, και από τα ευνοϊκά πολιτικά δεδομένα, η εκτίμηση των οποίων όμως χωρίς την προηγηθείσα εσωτερική αλλαγή δεν είναι βέβαιο αν θα γινόταν κατά τον ίδιο τρόπο.
Εν πάση περιπτώσει για την συνείδηση της Εκκλησίας και την πλειονότητα των ιστορικών η στροφή τού Κωνσταν­τίνου προς τον Χριστιανισμό οφείλεται σε θεϊκή επέμβαση, ήταν θεϊκή κλήση, όπως είχε γίνει και στην περίπτωση τού αποστόλου Παύλου. Εκείνος εκλήθη ως απόστολος για την διάδοση τού Ευαγγελίου εις τα έθνη, ο Κωνσταντίνος εκλήθη τώρα να συναγάγη τα έθνη σε μία νέα χριστιανική πολιτεία ως ισαπόστολος και εν βασιλεύσιν απόστολος, όπως άριστα εκφράζει το απολυτίκιον της εορτής των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. «Τον Σταύρον σου τον τύ­πον εν ουρανώ θεασάμενος και ως ο Παύλος την κλήσιν ουκ εξ ανθρώπων δεξάμενος ο εν βασιλεύσιν απόστολός σου Κύριε».
Στην πορεία αυτή και αλλαγή του Κωνσταντίνου που και πως τοποθετείται η Αγία Ελένη; Έχει κάποιο μερίδιο συμ­μετοχής και θετικής επιδράσεως; Ήταν μήπως η ίδια Χριστιανή και με την δική της χριστιανική παρουσία και πίστη επηρέασε και έστρεψε και τον υιό της προς τον Χριστιανι­σμό, όπως γράφουν λαϊκοί βίοι για την Αγία Ελένη και άλλα δημοσιεύματα, που κυκλοφορούν εσχάτως; Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει με ασφάλεια ούτε από τις ιστορικές πηγές, ούτε από τα αγιολογικά κείμενα, αλλά ούτε και από την υμνογραφία, εκτός μιας εξαιρέσεως στην οποία προφανώς στη­ρίζεται αυτή η παράδοση.
Αυτά που γνωρίζομε για την Αγία Ελένη, εκτός των περί της συμμετοχής της στην εύρεση του Τιμίου Σταυρού είναι, όπως ελέχθη, ελάχιστα.
Ελληνίδα στην καταγωγή, όπως φαί­νεται και από το όνομά της, γεννήθηκε το 247 στην ελληνική Βιθυνία, στην πόλη Δρέπανο, με τις ακμάζουσες από την εποχή τού Μ. Αλεξάνδρου πόλεις Νικομήδεια και Νίκαια. Ήταν ταπεινής κατά κόσμον καταγωγής. Ο πατέρας της διατηρούσε στο Δρέπανο ξενοδοχείο, εκεί δε την εγνώρισε ο Κωνστάντιος Χλωρός, αξιωματικός τού ρωμαϊκού στρατού και από­γονος οικογένειας ευγενών του Ιλλυρικού. η μητέρα του Κλαυδία ήταν θυγατέρα τού Κρίσπου, αδελφού του αυτοκράτορος Μάρκου Κλαυδίου τού Γοτθικού. Από τον γάμο του ευγενούς Ρωμαίου Κωνσταντίου Χλωρού και της λαϊκής προελεύσεως Ελληνίδος Ελένης γεννήθηκε ο Μ. Κωνσταντίνος στην Ναϊσό, την σημερινή Νύσσα (Niss) της Σερβίας μεταξύ των ετών 272 και 275. Γρήγορα εξ αιτίας πολιτικών σκοπιμοτήτων, ο γάμος του Κωνσταντίου και της Ελένης οδηγήθηκε σε διά­λυση το 293, γιατί κατ’ απαίτηση τού αυτοκράτορος Διοκλητιανού, προκειμένου να διορισθεί ο Κωνστάντιος καίσαρ της Δύσεως, έπρεπε να νυμφευθεί την ανεψιά τού Αυγούστου της Δύσεως Μαξιμιανού, Θεοδώρα. Η ασφαλώς επώδυνη και αναγκαστική αυτή χηρεία της μητέρας του ενίσχυσε την αγά­πη τού νεαρού Κωνσταντίνου προς αυτήν, συγχρόνως όμως τού άνοιξε τον δρόμο για την διεκδίκηση της κληρονομικής διαδοχής τού ρωμαϊκού θρόνου, που άρχισε κατ’ αρχήν με την ανακήρυξή του από τον στρατό σε Αύγουστο της Δύσεως μετά τον θάνατο τού πατέρα του το 306, και στην συνέχεια σε μονοκράτορα της μεγάλης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετά τις διαδοχικές εντυπωσιακές νίκες του επί τού Μαξεντίου στην Δύση και τού Λικινίου στην Ανατολή, που αποδόθηκαν σε θεϊκή συμμαχία και ενθάρρυνση με την εμφάνιση τού σημείου τού Σταυρού και ενίσχυσαν αποφασιστικά την στροφή του προς τον Χριστιανισμό.
Από τον πατέρα του Κωνστάντιο φαίνεται πως κληρο­νόμησε ακόμη ο Κωνσταντίνος δύο σημαντικά στοιχεία, που προσδιόρισαν την κατοπινή πορεία του. Κάποια συμπάθεια αρχική προς τους σκληρά διωκομένους Χριστιανούς, που φά­νηκε στην περίπτωση τού πατρός του στην αποφυγή εφαρ­μογής στην Δύση των αποφάσεων του Διοκλητιανού που όρι­ζαν να διώκονται οι Χριστιανοί, όπως αυτό εφαρμόσθηκε πι­στά στην Ανατολή, σε επίπεδο δε θρησκευτικής πίστεως στην απόρριψη της χονδροειδούς ειδωλολατρίας και την υιοθέ­τηση τού συγκρητιστικού ενοθεϊσμού, που ασφαλώς ευκολότερα μπορούσε να οδηγήσει ή να προδιαθέσει ενοϊκά για την υιοθέτηση του χριστιανικού μονοθεϊσμού. Οι ευνοϊκές αυτές προϋποθέσεις της στροφής του προς τον Χριστιανισμό επισημαίνονται από τους ερευνητάς.
Για την οποιαδήποτε συμμετοχή της μητέρας του Ελένης στην πνευματική διεργασία τού ψυχικού κόσμου τού Μ. Κων­σταντίνου δεν έχομε από τις πηγές σοβαρές ενδείξεις. Η έρευνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Αγία Ελένη δεν ήταν Χριστιανή4. Το συμπέρασμα μάλιστα αυτό δεν είναι αυθαίρετο αλλά στηρίζεται σε αξιοπρόσεκτη και σαφέστατη μαρτυρία τού Ευσεβίου, τού οποίου είναι γνωστοί οι προσω­πικοί δεσμοί με τον Μ. Κωνσταντίνο, σύμφωνα με την οποία, ανάμεσα στα πολλά για τα οποία πρέπει κανείς να μακαρί­ζει τον Κωνσταντίνο είναι και η αφοσίωση προς την μητέρα του, την οποία κατέστησε ο ίδιος τόσο θεοσεβή, ενώ δεν ήταν προηγουμένως, ώστε να φαίνεται ότι είχε γίνει Χριστιανή από την παιδική ηλικία. «ον προς τοίς άπασι και της εις την γειναμένην οσίας μακαρίζειν άξιον, ούτω μεν αυτήν Θεοσεβή καταστήσαντα, ούκ ούσαν πρότερον, ως αυτώ δοκεί εκ πρώ­της τω κοινώ σωτήρι μεμαθητεύσαι».
Με βάση αυτήν την σαφέστατη και μοναδική μαρτυρία μπορούμε να συναγάγουμε ότι η Αγία Ελένη με το έντονο μητρικό της ενδιαφέρον συμμετείχε στις εσωτερικές πνευ­ματικές διεργασίες που επισυνέβαιναν στην ψυχή τού μοναχογιού της, και η δεκτική θρησκευτικών μηνυμάτων γυναι­κεία φύση της συγκλονίσθηκε ασφαλώς από τις διηγήσεις της θαυμαστής εμφανίσεως του σημείου του Τίμιου Σταυρού, στην ενίσχυση τού οποίου οφείλονταν οι νίκες και η επικράτηση του υιού της επί των άλλων διεκδικητών τού ρωμαϊκού θρόνου. Η ενθουσιώδης ανάληψη της προσπαθείας για την εύρεση του Τίμιου Σταυρού ασφαλώς συνδέεται με το αίσθημα ευγνωμοσύνης γι’ αυτήν την ενίσχυση. Ακολούθησε λοιπόν η Αγία Ελένη την προς τον Χριστιανισμό πορεία τού Μ. Κωνσταν­τίνου και ελκύσθηκε από τον υιό της προς αυτήν, χωρίς αυτό να μειώνει την θεοσέβεια και θρησκευτική της ευαισθησία, που εμφανίζεται έτσι όχι ως κληρονομημένο αγαθό, αλλά ως συνειδητή επιλογή του.
Απομένει στην ίδια η τιμή και η δόξα, γιατί ως μητέρα προσέφερε στους ανθρώπους τόσο μεγάλο αγαθό, τον Κων­σταντίνο, «τοσούτον αγαθόν τω των ανθρώπων διηκονήσατο βίω», εβλάστησε «υπερφυές και παράδοξο φυτό», προσελκυσθείσα δε η ίδια από τον μεγάλο Ισαπόστολο υιό της στην χριστιανική θεοσέβεια έγινε όχι απλώς θεοφιλούς βασιλέως θε­οφιλής μήτηρ6, αλλά με νεανικό ζήλο στην γεροντική της ηλι­κία επετέλεσε και η ίδια αποστολικό έργο με την εύρεση τού Τιμίου Σταυρού και την Ανάδειξη των ιερών προσκυνημάτων.
Υπάρχει βέβαια και αντίθετη ιστορική πληροφορία, στην οποία μάλλον στηρίζονται όσοι υποστηρίζουν ότι η Αγία Ελέ­νη συνετέλεσε, ως Χριστιανή, στην στροφή τού Μ. Κων­σταντίνου προς τον Χριστιανισμό, προερχόμενη από τον Θε­οδώρητο, ο οποίος στην εισαγωγή του σχετικού κεφαλαίου που αναφέρεται στην δραστηριότητα της Αγίας Ελένης στα Ιεροσόλυμα, γράφει ότι το όλο σχέδιο και πρόγραμμα τού βασιλέως και τις επιστολές προς τον Μακάριο Ιεροσολύμων εκόμισεν «αυτή τού βασιλέως η μήτηρ, η καλλίπαις εκείνη, και παρά πάντων αδομένη των ευσεβών, η τον μέγαν τούτον φωστήρα τεκούσα και την της ευσεβείας αυτώ προσενεγκούσα τροφήν»7Κατά τον Θεοδώρητο, που δεν διαθέτει βέβαια την αμεσότητα και εγγύτητα που έχει ο Ευσέβιος, η Αγία Ελέ­νη, η καλλίπαις, δεν εγέννησε μόνο, αλλά και ανέθρειμε χρι­στιανικά τον Μ. Κωνσταντίνο.
Πριν περάσουμε τώρα στην σύντομη παρουσίαση του καλά μαρτυρημένου και πολυσήμαντου έργου της στα Ιεροσόλυμα, ταιριάζει εδώ να επισημάνουμε ότι, αν η στροφή του Μ. Κωνσταντίνου προς τον Χριστιανισμό δεν προσδιορίσθηκε από την μητέρα του, γιατί φαίνεται πως η ίδια δεν ήταν αλλά έγινε Χριστιανή, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την ενίσχυση τού Ελληνισμού, τον οποίο κατέστησε έναν από τους τρεις βασικούς παράγοντες, μαζί με την ρωμαϊκή διοίκηση και την χριστιανική πίστη, της νέας πλέον και αλλαγμένης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Η Ελένη ήταν και παρέμεινε Ελληνίδα, με­τέδωσε δε και στον υιό της Μ. Κωνσταντίνο, που φυλετικά ή­ταν κατά το ήμισυ Έλλην εκ μητρός, την αγάπη προς την ελλη­νική καταγωγή του και παράδοση. Ομιλούσε ο ίδιος ελληνικά8. Επί δώδεκα χρόνια ως μέλος της ακολουθίας τού Διοκλητιανού, που είχε ορίσει ως έδρα του στην Ανατολή την Νικομήδεια, την πρωτεύουσα της ελληνικής Βιθυνίας, της γενέ­τειρας της μητέρας του, έζησε σε ελληνικό χώρο και ελληνικό περιβάλλον και ενίσχυσε έτσι επίκτητα τις κληρονομικές από την μητέρα του ελληνικές καταβολές. Η απόφασή του να με­ταφέρει την πρωτεύουσα από την λατινική Δύση στην ελλη­νική Ανατολή, στο Βυζάντιο, δίπλα στην Βιθυνία, τον τόπο καταγωγής της μητέρας του, προσδιορίσθηκε βέβαια από γεω­πολιτικές και στρατηγικές εκτιμήσεις, σίγουρα όμως ενθαρρύνθηκε συναισθηματικά και ψυχολογικά από την οικειότητα που ένοιωθε προς τον ελληνικό χώρο τού τόπου καταγωγής της μητέρας του. Σε μικρό χρονικό διάστημα η εκχριστιανι­σμένη από τον ίδιο ρωμαϊκή αυτοκρατορία, που αποτελεί κατά τους ιστορικούς την μεγαλύτερη μεταρρύθμιση της ιστορίας, θα εξελληνισθεί τελείως. η Ρωμαία των Κωνσταντίνων, για να χρησιμοποιήσουμε την φράση τού Κωστή Παλαμά, ως ελληνική πλέον Ρωμανία, ως Ρωμιοσύνη, επέζησε και εμεγαλούργησε κάτω από το λάβαρο των Ελλήνων. Η Ελληνίδα της Βιθυνίας Αγία Ελένη δια τού υιού της Μ. Κωνσταν­τίνου προσδιόρισε αποφασιστικά και αμετάκλητα την από τό­τε μέχρι σήμερα πορεία τού Ελληνισμού.
Από: «Ο σημερινός Ελληνισμός και η κληρονομιά του Μεγάλου Κωνσταντίνου»
Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

 

 

Ένας σύγχρονος νεομάρτυρας στις ΗΠΑ

http://2.bp.blogspot.com/_20kpKGz31MU/TLBV1hB-ewI/AAAAAAAAAco/BxwBLQ-b0K0/s1600/%CE%86%CE%B3.+%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%A3%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1+%CE%9A%CF%81%CE%BF%CF%85%CE%B6.jpg
Η μνήμη του τιμάται στις 19 Μαΐου και είναι παραμονή της εορτής του Αγίου Νικο­λάου της ανακομιδής των Ιερών Λειψάνων Του. Θα συνεορτάζεται μαζί με τον Άγιο Νικόλαο γιατί από παιδί αγαπούσε πολύ τον Άγιο Νικόλαο. Την Ευλογία Του να έχουμε όλοι μας.

η συνέχεια εδώ

 

Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος, Ειρήνη: Περπατώντας ανάμεσα στους ανθρώπους…(Η κρυμμένη ιστορία!!!)

«Μόλις τον είδε 
(η Αγία Ειρήνη…), σηκώθηκε.Φορούσε ένα μακρύ ευρύχωρο άσπρο φόρεμα…
~ Πάρε αυτόν τον Σταυρό και να γυρίσεις σε όλο το χωριό, να φωνάξεις:
Αυτή είναι η πίστη μας!» 
Σχετική εικόνα

Ένας υπέροχος κόσμος Αγίων που πηγαινοέρχονταν στα ενύπνια, 
στο ξύπνιο και στα οράματα των ανθρώπων της Θέρμης,τα επόμενα χρόνια.
Σχετική εικόνα
(Η ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΡΑΛΛΗ ΣΤΗΝ + 500 ΕΤΩΝ ΕΛΙΑ ΤΟΥ ΛΑΣΚΑΡΗ
 ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΡΑΦΑΗΛ…)
Ο Άγιος που αυτοσυστήνεται, 
λέει μόνος του το όνομά του Ραφαήλ, 
ουράνιοι καλόγεροι και παπάδες που έρχονται -για όσο αντέχει το πεπερασμένο των ανθρώπων- και χάνονται πριν το εξαίσιο γίνει ανυπόφορο για το νου των βροτών και παραφρονήσουν.
Μαρτυρίες, ενυπόγραφες, ανθρώπων -που κάποιοι ζουν ακόμη- για τον Άγιο που ήθελε πια, αφού το παραχώρησε ο Κύριος- να φανερωθεί και τους είπε λεπτομέρειες του δικού του μαρτυρίου αλλά και των άλλων συναθλητών του. Τους έδειξε πού ήταν τα οστά, οι τάφοι, το αίμα, η δόξα του Κυρίου, τελικά, καθώς ήρθε η ώρα να γίνει ολόφωτα εμφανής και να καταδειχθεί η αγιοσύνη του καταξιωμένου -ως φιλοξενούντος αποτυπώματα δοξαστικού θανάτου- τόπου.
Ένας τόπος σε αναβρασμό, άνθρωποι ακροβατούντες ανάμεσα στην καθημερινότητα την δική τους και εκείνη των μαρτύρων, την πάντα νουν υπερέχουσα.
Έδωσε ο Θεός και αποκαλύφθηκαν όλοι οι Άγιοι, εκείνης της σφαγής….

Ραφαήλ, Νικόλαος, η μικρούλα Ειρήνη. Από κοντά ο δάσκαλος, ο προεστός, η μάνα, το μωρό.
Η κρυμμένη ιστορία έλαμπε τώρα ανάμεσα σε δικεροτρίκερα, θυμιάματα, ικεσίες, καινούργιες φιλίες ανάμεσα στους ανθρώπους της γης και εκείνους της Νέας Ιερουσαλήμ: 

Αδιαχώρητο συναισθημάτων και η Χάρις να ξεχύνει τα περισσεύματα από τις ψυχές στα περβόλια, στις ελιές, στις οικίες, στα μάνταλα – που ευχαρίστως αυτοακυρώνονταν για να ανοίξουν οι πόρτες στο ανεμπόδιστο μεγαλείο-, στις ρύμες και τις οδούς.
Κάπως έτσι μυρώνονται οι τόποι των θνητών και σημειώνονται με το σημείο του Τιμίου Σταυρού που θριαμβεύει επί των εναντίων δυνάμεων…..

Μαρτυρίες
«Έριξε τρεις κασμαδιές και άνοιξε ένα μεγάλο χάσμα, από το οποίο βγήκε μια εκτυφλωτική λάμψη. Από το άνοιγμα ο Κανέλλος μπήκε στην Εκκλησία. Στη μέση της Εκκλησίας είδε τον τάφο του αγίου Ραφαήλ και στα πόδια του τάφου ξαπλωμένη την αγία Ειρήνη.
Μόλις τον είδε 
( η Αγία Ειρήνη…), σηκώθηκε.
Φορούσε ένα μακρύ ευρύχωρο άσπρο φόρεμα. 
Σε μια δίπλα του φορέματος της έκρυβε ένα Σταυρό κι ένα μικρό στρογγυλό εικόνισμα.
Του έδωσε τον Σταυρό και του είπε 
«Πάρε αυτόν τον Σταυρό και να γυρίσεις σε όλο το χωριό, να φωνάξεις:
Αυτή είναι η πίστη μας! Πάρε κι αυτό το εικόνισμα κι έλα να σκάψεις σε αυτό το μέρος που στέκομαι, κάτω από τις πλάκες».
 Ήταν μια μικρή εικόνα του Χριστού που έμοιαζε με σφραγίδα.
Τρίτη 1 Αυγούστου 1961.
Πολύς κόσμος ανέβηκε στις Καρυές.
Ο π. Ευθύμιος από το πρωί είχε αρχίσει την Ακολουθία στο προσωρινό Εκκλησάκι.
Οι εργάτες έβγαλαν τις πλάκες, κομματιασμένες δυστυχώς, και άρχισαν προσεκτικά την ανασκαφή. Δεν είχαν περάσει ούτε δέκα λεπτά, όταν ξεχώρισε ένας σβώλος χώμα, και μέσα κάτι έλαμπε.
Ο Τσολάκης το πήρε στα χέρια του νομίζοντας ότι ήταν σπασμένο καντήλι, αλλά, καθαρίζοντας τα χώματα, είδε ότι ήταν μια μικρή στρογγυλή εικόνα του Χριστού ανάγλυφη.
Μαζί με αυτήν βρέθηκαν και μερικά κομμάτια από ξύλο εικόνας και λίγα φύλλα, μάλλον από Ευαγγέλιο η άλλο λειτουργικό βιβλίο, τα οποία όμως θρυμματίσθηκαν με το πρώτο φύσημα του αέρα. Φώναξαν τον π. Ευθύμιο, ο οποίος συγκινημένος σταμάτησε την Ακολουθία, πήρε το εικόνισμα και το τοποθέτησε πάνω στην αγία Τράπεζα.
Έδωσε αμέσως εντολή να χτυπήσουν χαρμόσυνα οι καμπάνες στο χωριό και να ειδοποιήσουν τον Πρωτοσύγκελλο.
Πολύς κόσμος πληροφορήθηκε το γεγονός και ανέβηκε γιά να προσκυνήσει το εικόνισμα.
Ανάμεσα τους και μια Παμφιλιώτισσα, η Εύστρατία Μιχέλλη. 
Είχε δεί αποβραδίς να κατεβαίνει από τον ουρανό ο Δεσπότης Χριστός και να στέκεται στο ιερό της αρχαίας Εκκλησίας των Καρυών. Τον περιέβαλλαν άγγελοι και στο πλάι Του ο Άγιος Ραφαήλ, κρατούσε ένα αναμμένο τρικέρι.
Ήρθε λοιπόν πρωί πρωί στη Θερμή και το διηγήθηκε σε γνωστούς της με την βεβαιότητα ότι κάτι σπουδαίο θα συνέβαινε στις Καρυές.
Όταν άκουσε την καμπάνα και έμαθε γιά την ανεύρεση του εικονίσματος, κλαίγοντας από συγκίνηση, ανέβηκε ξυπόλυτη στις Καρυές και το προσκύνησε.
Σε λίγη ώρα έφθασε και ο Πρωτοσύγκελλος.
Έπλυνε το μικρό εικόνισμα με το άγιασμα και είπε σε όλους ότι επρόκειτο γιά ένα ασημένιο εγκόλπιο που απεικόνιζε τον Παντοκράτορα Χριστό με το Ευαγγέλιο στο χέρι.
Η μυσταγωγία των Αγίων
 
Το ίδιο βράδυ μετά την εύρεση, αγρύπνησαν στις Καρυές ο Δούκας Τσολάκης, ο Θεοχάρης Κυριλής, ο Νικόλαος Φύκιας, ο Ευστράτιος Πλιάκας, ο Ζαχαρίας Παφλιώτης, η Βιργινία Αδάμ, η Μαρία Κουνέλη, η εγγονή της Αγγελική Κουνέλη και η Μαρία Τσολάκη με τα παιδιά της Μένη, Παναγιώτη, Δημήτρη και Μανώλη.
Είχαν αποφασίσει να μείνουν μέχρι το Δεκαπενταύγουστο εκεί πάνω, να «δεκαπεντίσουν» όπως λένε στη Λέσβο, τιμώντας την Παναγία.
 Θα ήταν  9  το βράδυ, όταν ο Κυριλής μαζί με τον Μανωλάκη βρίσκονταν λίγο πιο πέρα από το Εκκλησάκι.
Ξαφνικά το παιδί λέει στον Κυριλή: 
«Γιά δες δύο παπάδες που ήρθαν».
Ήταν πραγματικά δύο κληρικοί, ένας μεγαλόσωμος και ένας κοντός.
Από αμηχανία ο Κυριλής φώναξε τη μητέρα του μικρού, τη Μαρία. Εκείνη ανυποψίαστη πλησίασε, έφθασε μπροστά στο Εκκλησάκι και, μόλις τους είδε, αναγνώρισε ότι ήταν οι άγιοι και άρχισε να φωνάζει 
«Τρέξτε! Οι Άγιοι! Οι Άγιοι!».
Πλησίασαν όλοι σε απόσταση δέκα μέτρων, γονάτισαν με δάκρυα και έλεγαν ό,τι προσευχή ήξεραν. Τότε είδαν πάλι ένα υπερκόσμιο φως, μέσα στη λάμψη του οποίου διακρίνονταν καθαρά τα πάντα.
Οι Άγιοι μπήκαν στο Εκκλησάκι και μονομιάς εμφανίσθηκαν με άμφια.
Ο Άγιος Ραφαήλ φορούσε λευκό φαιλόνιο με θαλασσί σειρήτια και σταυρό και μπλε επιτραχήλιο, κι ο Άγιος Νικόλαος φορούσε θαλασσί διακονική στολή με χρυσαφί σειρήτια.
Κάποια στιγμή, ο Άγιος Νικόλαος βγήκε και θύμιασε, βαστώντας στον αριστερό του ώμο μια μικρή εκκλησία.
Μετά, φαινόταν μόνο ο Άγιος Ραφαήλ.
Έβγαινε έξω, σκύβοντας μάλιστα γιά να περάσει από τη χαμηλή είσοδο· ευλογούσε, έκανε υπόκλιση κι έπειτα έμπαινε πάλι μέσα και στεκόταν μπροστά στις λειψανοθήκες, όπου είχαν τοποθετήσει το εγκόλπιο του Παντοκράτορος.
Στην Αγία Τράπεζα ήταν ανοιχτό ένα λειτουργικό βιβλίο. Γύρω στα μεσάνυχτα χάθηκαν οι άγιοι.
Διαπίστωσαν τότε ότι τα καντήλια είχαν σβήσει, και ο Τσολάκης μαζί με τον Πλιάκα και τον Κυριλή πήγαν και τα άναψαν.
 Ύστερα όλοι προχώρησαν πιο πέρα σε κάτι πρόχειρες σκηνές που είχαν στήσει γιά να μένουν εκείνες τις μέρες.
Καθώς πήγαιναν, η Μαρία Τσολάκη και ο Πλιάκας άκουσαν βήματα και είδαν λίγο πιο μακριά δύο σκιές να προχωρούν προς την Εκκλησία.
Φώναξαν τότε στον Δούκα που είχε μείνει πιο πίσω, κι εκείνος στρέφοντας το βλέμμα του βλέπει ξανά τους δύο Αγίους και μαζί την αγία Ειρήνη. 
«Παιδιά, τους φωνάζει, ελάτε από κοντά να δείτε,
που ήρθε και η Ρηνούλα!»
Ξαναγύρισαν όλοι και βλέπουν την Αγία έξω από το Εκκλησάκι.
Η μορφή της έλαμπε και φαίνονταν ολοκάθαρα τα χαρακτηριστικά της.
Το πρόσωπο της ήταν κατάλευκο με λίγες φακίδες, τα μαλλιά της χωρίστρα στη μέση, κατέληγαν σε δύο ξανθές πλεξούδες ριγμένες μπροστά.
Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος ραφαηλ μυτιληνη θαυματα
Φορούσε ένα μακρύ κίτρινο φόρεμα, που έφθανε έως κάτω.
Σήκωνε τα χέρια και προσευχόταν, μετά έκανε τον σταυρό της, τα σταύρωνε στο στήθος, γονάτιζε και τους κοίταζε κατάματα έναν εναν.
Γεννήθηκε 5-3-1450 και μαρτύρησε 7-4-1463
Οι άλλοι δύο άγιοι, ιεροφορεμένοι όπως και πρίν, συνέχισαν την Ακολουθία.
Ο άγιος Νικόλαος με το ένα χέρι βαστούσε τρικέρι και με το άλλο την άκρη από το ωράριο.
Ο άγιος Ραφαήλ έβγαινε και θυμίαζε, άλλοτε ευλογούσε κι άλλοτε πάλι ύψωνε τα χέρια και το βλέμμα του στον ουρανό, έκανε υπόκλιση και έμπαινε μέσα στο Εκκλησάκι.
Τις δύο-τρείς φορές που βγήκε έξω, πλησίαζε κοντά του η Αγία προσευχόμενη με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, χωρίς να μπαίνει μέσα στο Εκκλησάκι.
Γύρω στις τρεις το πρωί, εμφανίσθηκε ένα πλήθος μοναχών.
Ο άγιος Ραφαήλ μπροστά θυμιάζοντας και οι μοναχοί από πίσω σε δύο σειρές, έκαναν τρείς φορές λιτανεία γύρω από το Εκκλησάκι κι έπειτα όλοι χάθηκαν μέσα στα ερείπια…»
https://amfoterodexios.blogspot.gr/search?updated-max=2017-04-20T21:50:00%2B03:00&max-results=20&start=38&by-date=false

 

 

«»Εσύ που διαβάζεις τούτα που γράφω, μη με βαρεθείς και πεις πως ολοένα σου λέγω τα ίδια, για το Χριστό, για την απλότητα, για την ταπείνωση…»

 

Όποιος δεν γνώρισε την ειρήνη,

δεν γνώρισε τη χαρά…

«Εσύ που διαβάζεις τούτα που γράφω, 
μη με βαρεθείς και πεις πως ολοένα σου λέγω 
τα ίδια, για το Χριστό, 
για την απλότητα, για την ταπείνωση. 
Άμα μπορέσει να καταλάβει η καρδιά σου 
την γέψη τους, 
θα δεις πως θα μου δώσεις δίκιο. 
Σου τα λέω και τα ξαναλέω από τον πόθο 
που έχω να σου μεταδώσω 
την μια και μόνη αληθινή χαρά, 
που κ’ εγώ άργησα να τη βρω, 
μα που τη βρήκα με τη βοήθεια του Θεού· 
και η αγάπη σε σένα με κάνει να μην σου κρύψω
 αυτό το μονοπάτι που μ’ έβγαλε σ’ ένα έμορφο 
περιβόλι που δεν το υποπτευόμουνα…»
Τα Ρημοκκλήσια του Μαρουσιού (απόσπασμα) 
Φώτης Κόντογλου
 

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΧΗ ΜΕ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΝΕΙΛΟΥ (ΘΕΟΔΩΡΟΥ) ΤΟΥ ΑΓΙΟΦΑΡΑΓΓΙΤΟΥ…


Του Αρχιμ. Αντωνίου Φραγκάκη, Ιεροκήρυκος Ι.Μ. Γορτύνης και Αρκαδίας 

Ήταν μεσημέρι Μεγάλης Τρίτης 2016.
Φευγαλέα λόγω της εργασιακής πληρότητας που επέβαλλαν οι ρυθμοί των Άγιων ημερών, επισκεφθήκαμε στο κρεβάτι του πόνου τον παλαίμαχο αγωνιστή της ερήμου Γέροντα Νείλο (Θεόδωρο) τον Αγιοφαραγγίτη.
Τον βρήκαμε καταπονημένο σωματικά, σχεδόν ξέπνοο, εξουθενωμένο από την βαριά και επίπονη νόσο που ταλαιπώρησε το αραχνώδες χοϊκό του περίβλημα αλλά ωρίμασε απόλυτα την γενναία του και εν-Χριστωμένη ψυχή.
Παρά την σωματική ταλαιπωρία ήταν θαλερότατος ψυχικά, σε μάχιμη ετοιμότητα και με την συνήθη υψιπετούσα καρδιά και πνευματική
ακμαιότητα. H άνεση που μας χορηγούσε ο στενότατος πνευματικός σύνδεσμος που είχε αναπτυχθεί ανάμεσά μας τώρα και αρκετά χρόνια, έδινε για μια άλλη φορά την δυνατότητα να ρουφήξουμε κάτι από το νέκταρ της ερήμου, τώρα που κατασταλαγμένο και συνολικό ξεχυνόταν από τον κρατήρα της άσκησης και του πόνου, στην περίλαμπρη δεξαμενή της αιωνιότητας.

Κάποια στιγμή παρατήρησα ότι ο Γέροντας ολοπόρφυρος στο πρόσωπο και με κάποια εναγώνια επιμονή, έφτυνε μέσα από την μάσκα του οξυγόνου και κάτι ψιθύριζε. H μεταξύ μας αγάπη μου έδωσε την άνεση του ερωτήματος:

– Γέροντα, γιατί προσπαθείς να φτύνεις συνέχεια μέσα από την μάσκα του οξυγόνου;

Γέροντας: – Φτύνω τον αόρατο.. νά ‘ξερες τί μου κάνει; Έχω να κοιμηθώ πέντε μερόνυχτα…

– Τί σου κάνει Γέροντα;

Γέροντας: Είναι συνεχώς απέναντί μου. Με βρίζει και με απειλεί… Η μορφή του είναι τόσο απαίσια που αν δεν ενδυναμώσει ο Θεός, δεν αντέχει ο άνθρωπος την αγριότητα της παρουσίας του…

–        Πώς είναι Γέροντα;

– Σαν χοίρος με χονδρές – αδρές τρίχες (έτσι τον έβλεπε κι ο Γέροντας
Αναστάσιος). Βρωμάει απαίσια… Αλλάζει όψεις… Δεν μπορείς να τον
περιγράψεις… Βγάζει τη γλώσσα του, που είναι τεράστια… από το στόμα του εξέρχονται κοκκινωπές φωτιές…

– Σου μιλάει Γέροντα;

Γέροντας: Αν μου μιλάει; Προσπαθεί να με αποθαρρύνει… Και τι δεν μου λέει… Εγώ -λέει- σού ‘φαγα την σάρκα… εγώ σου λάβωσα τα πνευμόνια… Εγώ έβαλα και σε καταδίωκαν μία ζωή. Εγώ σού έκανα το
τάδε και το τάδε.. Εγώ σ’ έφερε σε αυτή την κατάσταση. Όποιους βάλω στα δίχτυα μου, τους περιποιούμαι καλά… Δικός μου είσαι ρε… Δικός μου… Ακούς;

– Εσύ πώς αντιδράς Γέροντα;

– Γέροντας: Απαντώ με το Χρυσοστομικό λόγιο: 

«Ανέστη Χριστός και πεπτώκασι δαίμονες». 
  Και τον φτύνω συνέχεια…
Αυτός μου λέει: «Το περιποιήθηκα καλά και το Χρυσοστομάκι σας, που μου πήγαινε κόντρα και τά ‘γραψε αυτά (εννοούσε τον Άγιο Ιωάννη τον
Χρυσόστομο). Τον συγύρισα χειρότερα από σένα. Έβαλα τους δικούς μου και τον διέλυσαν στην εξορία… Αφεντάδες και Δεσποτάδες… Ακούς ρε; Εγώ σας κατευθύνω και τώρα… Θα τ’ αλλάξω όλα στα μπλα μπλα σας (στην διδασκαλία σας)… Όποιος μου πάει κόντρα τον περιποιούμαι καλά… Έλα τώρα να σε… δροσίσω…». Βγάζει την απαίσια γλώσσα
του, την τεντώνει αν και βρίσκεται σε απόσταση κάποια μέτρα μακριά, την κάνει σαν προβοσκίδα ελέφαντα, με ακουμπά σε διάφορα σημεία του προσώπου μου και με καίει αφόρητα… Και συνεχίζει σαρκαστικά: «Αυτό το δώρο από την γλώσσα μου επειδή εσύ με έψηνες με την δική του την γλώσσα… Μπορείς να μου πεις γιατί δίδασκες; Αφού ερχόμουνα και σού ‘λεγα ότι δεν ήταν δουλειά σου να
διδάσκεις και να δίνεις κατευθύνσεις στον κόσμο. Να διδάσκουν οι θεολόγοι, οι δεσποτάδες, μάλιστα… Αλλά όχι κι εσύ να με βαράς… Το ξύλο το απελέκητο!».
Άλλοτε γίνεται τεράστιο φίδι, περιτυλίγει και σφίγγει το σώμα μου και αντιμετωπίζω αφόρητο μαρτύριο. Επιμένω στο «Χριστός Ανέστη και πεπτώκασι δαίμονες» και στο φτύσιμο… Τα είχα αυτά και στην έρημο αλλά και πιο αραιά και νικηφόρα… Ξεκίνησαν εντατικότερα τις τελευταίες ημέρες… Επιμένει και δεν φεύγει…

– Ξέρετε, του είπα,  ο Γέροντας Εφραίμ ο Αριζονίτης γράφει, ότι το υφίστανται αυτό προ του τέλους οι μεγάλοι αθλητές για να αποκομίσουν και μαρτυρικό στεφάνι.
Γράφει συγκεκριμένα για την Οσία Μητέρα του Γερόντισσα Θεοφανώ, ότι έβλεπε ο Γέροντας τον Άγγελό της, λίγες ημέρες προ της μακαρίας τελευτής της να αποσύρεται διακριτικά και να παρακολουθεί τον αγώνα της, χωρίς να επεμβαίνει. Την άφηνε μόνη της να παλεύει για να αυξηθεί ο μισθός του αγώνα και της υπομονής. Εκείνη αντιστέκονταν  αδιάλειπτα με δύο λέξεις: 

«Ιησού – Παναγία μου». 
Τον έβλεπε και κρατούσε στιλέτο και την σημάδευε με άγριες διαθέσεις… Τώρα και εσείς ευρίσκεσθε στην πύλη… Γι’ αυτό συμβαίνουν αυτά… Μήπως και ο Όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης δεν γράφει στην Κλίμακα ότι οι τελευταίοι πειρασμοί των μεγάλων αγωνιστών είναι της απιστίας και της απελπισίας; Μήπως ο σύγχρονος αναγεννητής του Αγιωνύμου Άθωνος Όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής δεν απεκάλυψε στα πνευματικά του παιδιά ότι δέχθηκε τέτοια επίθεση από τον πονηρό στις οριακές ημέρες προ του τέλους, που πάσχιζε με λυσσώδη μανία να του κηρύξει φανταστικές και άκυρες όλες του τις αγιοπνευματικές εμπειρίες;

Μήπως και ο Όσιος Φιλόθεος ο Ζερβάκος όταν πήγε να πληροφορήσει τον επιστήθιο φίλο του, Όσιο Αθανάσιο τον Χαμακιώτη για το επερχόμενο τέλος του δεύτερου, δεν του επέστησε την προσοχή, λέγοντάς του: 

«Πρόσεξε, αδελφέ, μη σε πειράξει την τελευταία στιγμή ο παγκάκιστος;». 
Κάτι που βεβαίως έγινε, αλλά ο Γέροντας Αθανάσιος με τα σημερινά ζωομύριστα και μυρίπνοα οστά, εξήλθε τροπαιούχος και από αυτή την τελευταία πνευματική γυμνασία που του παραχώρησε ο αγωνοθέτης Θεός…
     Μήπως και ο εμπνευστής και ομόψυχος αδελφός σας, ο Μέγας Αναστάσιος ο Κουδουμιανός, μικρό προ της θριαμβευτικής μεταχωρήσεώς του στην αιωνιότητα, δεν μας φανέρωσε, ότι είχε φοβερή συμπλοκή με τους δαίμονες, κάτι όχι ασυνηθιστο για τον εμπειροπόλεμο πυγμάχο της ασκητικής κονίστρας; Τον έσυραν στο έδαφος, του κατάφεραν δύο περίεργα εγκαύματα στην πλάτη, τα οποία, βέβαια, μετά από παρέλευση ολίγιστου χρόνου, θαυματουργικώς εξαλείφθησαν.

Και ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος, από τους σπάνιους σε χριστοκεντρικότητα και απόθεμα αγιότητος Ιεράρχες, την ημέρα που
εκοιμήθη αιφνιδίως, δέχθηκε επίθεση από σμήνος δαιμόνων… Κατάπληκτος και αναμαλλιασμένος βγήκε στον εξώστη του μοναχικού του ενδιαιτήματος και φώναζε: «Γιατί αφήσατε τους μαύρους να περάσουν, τους μασσώνους που ανέβηκαν επάνω; Μου έκαναν άγρια επίθεση… Τους αντιμετώπισα αλλά ζορίστηκα…». Αυτό έγινε εκείνη την ημέρα δύο φορές.
Έχουμε και πολλά άλλα παραδείγματα Γέροντα. Κάνε κουράγιο…

Ο Γέροντας με πρόδηλη απορία αποτυπωμένη στην έκφραση του προσώπου του, μου απάντησε:

– «Μα εγώ δεν ανήκω στους μεγάλους αθλητές. Υπήρξα ισόβιος ζητιάνος του ελέους τους Θεού στην έρημο διά της μετανοίας… Είμαι ρεμάλι… Μεγάλος αμαρτωλός. Ζητούσα συνεχώς έλεος… Δεν είναι αυτά για ‘μένα. Δεν ανήκω σε αυτούς…».

– Αυτά, απάντησα, Γέροντα, ο Θεός τα ξέρει…

Με ιλαρό πρόσωπο έγνεψε ότι συμφωνεί και έκλεισε τα ολόλαμπρα μάτια του από εξάντληση, περατώνοντας κάθε συζήτηση.
Άλλωστε ασθμένων και με πολύ κόπο, σχεδόν ψιθυριστά, μέχρι εκείνη την ώρα ανταποκρινόταν στον διάλογο. Απόρησα πού βρήκε την δύναμη να μετάσχει τόσο ευκρινώς στη διαγενόμενη συζήτηση.
Ήταν προφανώς ενδυνάμωση Θεού, προκειμένου να αφήσει σαν παρακαταθήκη και την τελευταία του αυτή συγκλονιστική εμπειρία, στην βιωματική φιλοκαλία της Εκκλησίας.

Αυτή η διήγηση ήταν και ο τελευταίος μας διάλογος επί γης…

Ο Γέροντας από την Μεγάλη Τετάρτη το βράδυ είχε πλέον ηρεμήσει απόλυτα και περίμενε με γαλήνη το επικείμενο τέλος.
Είχε λήξει η τελευταία φοβερή μάχη με τον δαίμονα. Νικητής ο παλαίμαχος αθλητής της ερήμου έβλεπε τους παλαιούς Αγιοφαραγγίτες Πατέρες να τον περιστοιχίζουν και τις επουράνιες αγγελικές ταξιαρχίες να υπερίπτανται εμφανώς, να επιστατούν γύρω από την κλίνη του, να λαμβάνουν πρωτοβουλίες και να ετοιμάζουν την έξοδό του.
Εκστατικός έμενε να κοιτάζει και δόξαζε τον Θεό! Έκανε με απροκάλυπτη δυσκολία άπειρες φορές τον σταυρό του.
Το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης ψέλλισε: «Όλα τελείωσαν. Σήμερα φεύγω. Επίκειται η ώρα. Να ειδοποιηθεί ο Αντώνης για την άμεση μεταφορά μου με το ασθενοφόρο στο Κεφάλι (Ερημιτήριο όπου ζούσε στα νοτιοδυτικά Αστερούσια). Θέλω να παραδώσω την ψυχή μου εκεί… Οπωσδήποτε πρέπει να βρεθώ στο Ασκητήριό μου από το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης έως το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής». Λίγο αργότερα είπε ξέπνοα αλλά καθαρά: «Ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος»

Όταν πριν λίγες ημέρες τον είχε επισκεφθεί ζωντανά στο σπίτι που ενοσηλεύετο στις Μοίρες, η κοιμηθείσα κόρη του Σταυρούλα, την ρώτησε ο Γέροντας: «Πώς είναι παιδί μου ο Παράδεισος», και εκείνη απάντησε: «Όπως μου τον περιέγραφες, σεβαστέ μου πατέρα». «Εξήγησέ μου περισσότερο», επέμεινε εκείνος και αυτή συμπλήρωσε:
«Δεν μου έλεγες, όταν σε ρωτούσα εγώ πριν φύγω, ότι εκεί «ουκ έτσι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος; Τελικά αυτό είναι πατέρα».

Τώρα ο Γέροντας προγευόμενος τα έπαθλα του αγωνοθέτη Θεού, τελείωνε τους επίπονους ισόβιους άθλους επαναλαμβάνοντας τούτα τα λόγια και ένα λεπτό αδιόρατο χαμόγελο σφράγιζε την μυστηριώδη έκσταση του θανάτου. Βαριανάσαινε και ατάραχος περίμενε. Το ουράνιο ταξίδι είχε πλέον άμεσα δρομολογηθεί.

Ήταν Μεγάλη Πέμπτη λίγο πριν τα μεσάνυχτα 28-4-2016. Η ένδοξη κοίμησή του υπήρξε «μυστήριο κραυγής όπερ εν ησυχία Θεού διεπράχθη» (Άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος) όπως άλλωστε και όλη η
θαυμαστή και πνευματέμφορος βιοτή του.
Μόλις ακούμπησε το κατάστικτο και οσίαθλο σώμα στην ασκητική του κλίνη, αμέσως φτερούγισε η ολόφωτη και θεοτερπής ψυχή του στα άφθαρτα σκηνώματα της δόξης του Χριστού, τον οποίον με μανικό έρωτα αγάπησε και με αδιάλειπτη ησυχαστική στοχοθεσία,
χαρισματικώς προσαπόκτησε.

Ήταν η πανίερη και φοβερή βραδιά που εμυσταγωγείτο το Θείο Πάθος στις καρδιές των πιστών. Και η εσταυρωμένη επίγεια διαδρομή του μαρτυρικού Γέροντος, έπρεπε να βρει εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές την νοηματοδότηση και καταξίωσή της, από Εκείνον που καλεί τους φίλους Του ενεργά στο Σταυρό, προκειμένου να τους αναγνωρίσει δικούς Του και να τους εντάξει πανηγυρικά και στους άληκτους αναβαθμούς της Αναστάσεως..

Aιωνία η μνήμη του. Να έχουμε την ευχή του.

Πηγή: Εφημερίδα Αντίλαλος της Μεσαράς