ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ «ΚΥΡΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ» ΚΕΡΚΥΡΑΣ 1910-1979 – Θαυμαστά περιστατικά από τον βίον της…

1) Μαρτυρία Ηγουμένης Αναστασίας Καστρινού († 2004)
Ένα βράδυ η Γερόντισσα αισθανόταν αγωνία. Περί τας 03.00 π.μ. εισήλθε στον ναόν με το κομβοσχοινάκι της στα χέρια και μετ’ ολίγον εξήλθεν. 
«Διαβάσατε μόνες σας την ακολουθίαν· πάω γρήγορα να σώσω δύο ψυχές», 
είπε στις μοναχές. 
Επήρε αξημέρωτα το πρώτο πρωινό λεωφορείο για την πόλι. 

Συνέχεια ανάγνωσης

 

O Συναξαριστής της ημέρας.

Αποτέλεσμα εικόνας για λαζαρος

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ. Υπατίου επισκόπου Γαγγρών, Ακακίου ομολογητού, επισκόπου Μελιτηνής.

Αυτό το Σάββατο τιμάμε την υπό του Χριστού Ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου.

Αναγράφει το «Ωρολόγιο»: «Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία που τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ. ι΄, 38-40, Ιωαν. ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα περίπου δύο μίλια. Λίγες μέρες προ του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: «Αισθάνομαι Πόσο Έντονα Εργάζονται Μυστικά Για Την Καταστροφή Της Ελλάδος…»

Άγιος Πορφύριος

«Αντίχριστοι πολλοί γεγόνασι. Αισθάνομαι πόσο έντονα εργάζονται μυστικά για την καταστροφή της Ελλάδος.
Αρχίσανε με την γλώσσα. Όσο ξεπέφτει η γλώσσα τόσο ξεπέφτει ο λαός.
Λένε ότι θέλουν να ευκολύνουν τα παιδιά. Αλλ’ αυτό δεν είναι σωστό. Τα παιδιά και πάλι δεν θα μάθουν γράμματα, γιατί άλλο είναι το αίτιο. Το αίτιο είναι η ορφάνια, η έλλειψη του πατέρα. Η απομάκρυνση από τον Θεό. Αυτή δίνει τόπο στον παλαιό άνθρωπο που μπερδεύεται με τον νέο και κάνει μπερδεμένη την ψυχή.»
Ο άσωτος όταν κατάλαβε την απελπιστική κατάστασή του είπε μέσα του «Θα σηκωθώ να πάω στον πατέρα μου».
Για να το ειπεί όμως αυτό αισθανόταν ότι είχε πατέρα, γιατί μόνο ένας άνθρωπος που έχει πατέρα μπορεί να ειπεί «θα γυρίσω στον πατέρα μου».
Γι’ αυτό, ο διάβολος ή ο παλαιός μέσα μας άνθρωπος προσπαθεί να μας πείσει ότι δεν έχουμε πατέρα, ότι είμεθα ορφανοί και γι’ αυτό δεν έχουμε που να επιστρέψουμε. Άρα μας οδηγεί στην απελπισία και στην αυτοκτονία. Θυμηθείτε ότι ο Ιούδας κατάλαβε ότι αμάρτησε με το να παραδώσει αίμα αθώο, αλλά δεν αισθανόταν ότι είχε πατέρα και δεν είχε πιά νόημα γι’ αυτόν η ζωή και έτσι απηγχονίσθη μόνος του.
Η έλλειψη νοήματος στην ζωή, που αποτελεί πρόβλημα για εκατομμύρια ανθρώπους έχει θεμέλιο και αιτία της το γεγονός ότι….
όλοι αυτοί δεν γνωρίζουν η δεν πιστεύουν ότι έχουν πατέρα και μάλιστα ότι έχουν πατέρα τον ίδιο τον Θεό που είναι έτοιμος να τους υποδεχθεί με ανοιχτή αγκαλιά.
Ο άσωτος δεν απελπίστηκε, διότι είχε πατέρα ο οποίος τον περίμενε, όπως πίστευε, παρ’ όλο που αισθανόταν ότι δεν είναι άξιος να είναι γυιός του. Ο Ιούδας αυτοκτόνησε, γιατί δεν πίστευε πιά ότι είχε πατέρα, αφού τον πρόδωσε για τριάκοντα αργύρια.
Το βασικό, λοιπόν, αίτιο της κακοδαιμονίας μας είναι ότι αισθανόμαστε ότι είμαστε ορφανοί (κατά την αντίληψή μας) και έτσι μας κάνει ο παλαιός άνθρωπος να πιστεύουμε και να ζούμε στην ορφάνια και στην απελπισία της ορφάνιας.
Απόσπασμα από το βιβλίο: «Από το Σημειωματάριο ενός Υποτακτικού, τ. Α΄»
 

Ἐδῶ εἶσαι λοιπόν; Τώρα θὰ δεῖς τί θὰ πάθεις.

«Ἐπιδιόρθωνα τὰ δωμάτια τῆς Μονῆς. Κάποια ἡμέρα λίγο πρὶν τὸ μεσημέρι ἐπειδὴ κουράστηκα ξάπλωσα σ’ ἕνα κρεβατάκι ἑνὸς δωματίου, τοῦ ὁποίου διόρθωνα τὸ ταβάνι, γιὰ νὰ ξεκουραστῶ λιγάκι. Ξαφνικὰ ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ μπῆκε μέσα βίαια ἕνας στρατιώτης μὲ κάτι παλιὲς γκέτες.

Εἶχε ἕνα μόνο μάτι στὸ μέτωπο καὶ φώναζε ἀγριεμένος:

– Ἐδῶ εἶσαι λοιπόν; Τώρα θὰ δεῖς τί θὰ πάθεις.

Καὶ μαζὶ μὲ’ αὐτὸν μπῆκαν στὸ δωμάτιο περίπου δεκαοκτὼ δαίμονες μὲ διάφορες μορφὲς διάφορες σὰν ἄνθρωποι, σὰν πίθηκοι κ.λ.π. Ὄρμηξαν ἐπάνω μου κι ἄρχισαν νὰ μὲ χτυποῦν καὶ νὰ μὲ βασανίζουν. Ἐγὼ προσπάθησα νὰ κάω τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἀλλὰ τρεῖς ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ κρατοῦσαν τὸ χέρι κι ἕνας μου ἄνοιγε τὰ δάχτυλα, ὥστε νὰ μὴ μπορέσω νὰ σχηματίσω μὲ τὰ τρία δάχτυλά μου τὸ σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ.

Τὰ χτυπήματα καὶ τὰ βάσανα ποὺ ὑπέφερα δὲν περιγράφονται. Ἀπὸ τὸ στόμα μου καὶ ἀπὸ τὴ μύτη μου ἔτρεχαν αἵματα, τὰ χείλη… μου πρησμένα, τὰ γένειά μου καὶ τὰ μαλλιά μου μαδημένα, τὰ ράσα μου ἀνοιγμένα καὶ τὸ παντελόνι μου κατεβασμένο, γιατί ἀκόμη καὶ στὰ ἀπόκρυφα μέρη μου ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς νὰ μὲ βασανίσουν. Τὰ δάχτυλά μου στραμπουληγμένα, ὁ ὦμος μου σχεδὸν βγαλμένος, τ’ αὐτιά μου ν’ ἀκοῦν τὰ γεμάτα μίσος λόγια τους. Ὁ ἕνας μου ἔλεγε:

– Μὲ βλέπεις ἐμένα; Ἐγὼ εἶμαι ποὺ σὲ πιάνω ἀπὸ τὸ λαιμὸ καὶ δὲν σ’ ἀφήνω νὰ διαβάζεις καθαρά. Ὁ ἄλλος:

– Ἐγὼ εἶμαι πού σου κάνω τὸ τάδε κ.λ.π.

Ὁ καθένας μου ἀνέφερε καὶ τοὺς πειρασμοὺς πού μου προξενοῦσε. Κάποια στιγμὴ ἐπιτέλους μπόρεσα κι ἀπελευθέρωσα τὸ χέρι μου κι ἔκανα τὸ Σταυρό μου. Οἱ δαίμονες ἀμέσως τότε πήδηξαν ἀπὸ τὸ παράθυρο καὶ ἔφυγαν ἀφήνοντας μὲ μισοπεθαμένο. Μάζεψα τὰ ροῦχα μου καὶ κατέβηκα, ὅπως μπόρεσα κάτω στὴν κουζίνα, ὅπου ἦταν μία γιαγιὰ προσκυνήτρια. Μόλις μὲ εἶδε τρόμαξε.

– Δὲν ἀνέβηκες πάνω γιαγιὰ νὰ μὲ βοηθήσεις, οἱ δαίμονες μὲ σκότωσαν στὸ ξύλο τῆς εἶπα.

– Ἄκουγα πάτερ Ἰάκωβε τὰ χτυπήματα καὶ τὸ θόρυβο, ἀλλὰ νόμιζα ὅτι ἐργαζόσουν καὶ χτυποῦσες ἐσύ, μοῦ εἶπε ἐκείνη».

 

(Ἕνας ἅγιος Γέροντας ὁ μακαριστὸς π. Ἰάκωβος, ἔκδοση τῶν Πατέρων τῆς Ι.Μονῆς Ὁσίου Δαβίδ, σέλ.42-43)

 

† ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ … ΕΠΙΣΤΟΛΗ…

Αποτέλεσμα εικόνας για xrysostomow smyrnhw
«Εν Σμύρνη
Τη 25 Αυγούστου 1922
Αγαπητέ φίλε και αδελφέ  κ. Ελευθέριε Βενιζέλε,
Επέστη η μεγάλη ώρα της μεγάλης εκ μέρους σας χειρονομίας. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το Ελληνικόν Κράτος αλλά και σύμπαν το Ελληνικόν Έθνος καταβαίνει πλέον εις τον Άδην από του οποίου καμμία πλέον δύναμις δεν θα δυνηθή να το αναβιβάση και το σώση.
Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής βεβαίως αίτιοι είναι οι πολιτικοί και προσωπικοί σας εχθροί, πλην και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος δια δύο πράξεις Σας.
Πρώτον διότι αποστείλατε εις Μ. Ασίαν ως Ύπατον Αρμοστήν ένα παράφρονα και εγωιστήν. Και δεύτερον διότι πρωτού αποπερατώσητε το έργον σας και θέσητε την κορωνίδα και το επιστέγασμα επί του ανεγερθέντος αφαντάστως ωραίου και μεγαλοπρεπούς δημιουργήματός Σας, της καταθέσεως των θεμελίων της περικλεεστάτης ποτέ Βυζαντινής μας Αυτοκρατορίας, είχατε την ατυχή και ένοχον έμπνευσιν να διατάξητε εκλογάς κατ’ αυτάς ακριβώς τας παραμονάς της εισόδου Σας εις Κωνσταντινούπολιν και της καταλήψεως αυτής υπό του Ελληνικού Στρατού προς εκτέλεσιν – οίμι –δια παντός καταστραφείσης Συνθήκης των Σεβρών.
Αλλά γέγονεν ο γέγονεν.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

«Και πώς τα λέγατε, αφού είναι στο Όρος»;

!

~ Νυχτερινή… επίσκεψη του Αγίου Παϊσίου στη Βιέννη

Το 1982, παραμονές Χριστουγέννων, χτύπησε το τηλέφωνο· ήταν ο Μιxάλης ο Μάλης, από τη Βιέννη. «Γεια σου, φίλε!» είπε. «Χτες βράδυ, ήταν εδώ ο Γέροντας και τα λέγαμε. Θα ήθελα να σε παρακαλέσω να πας στο Όρος και να του δώσεις κάτι εξετάσεις μου να τις δει. Θα σου τις στείλω εξπρές». Εγώ έμεινα με το στόμα ανοικτό. «Μιχάλη, τι είναι αυτά που μου λες; Ο Γέροντας είναι στη Βιέννη»; «Όχι είναι στο Όρος». «Και πώς τα λέγατε, αφού είναι στο Όρος»; «Θα καταλάβεις αργότερα, αδερφέ μου», μου είπε. «Τέλος πάντων», του είπα, «αν κι έχει κακοκαιρία, για την αγάπη και των δυο σας, θα πάω»!

Την παραμονή των Χριστουγέννων έλαβα το φάκελο· το βράδυ της επομένης, πήρα το αυτοκίνητό μου και ξεκίνησα μόνος για Ουρανούπολη.
Την άλλη μέρα, έφτασα κάποια στιγμή στο Γέροντα, στάζοντας ολόκληρος. Είxαν ανοίξει, στο μεταξύ, οι ουρανοί, κι εγώ ήμουν χωρίς ομπρέλα, καθώς έφυγα βιαστικά από το Κουτλουμούσι, για να το προλάβω ανοιχτό στο γυρισμό.
Όταν με είδε ο Γέροντας έτσι, μου είπε: 
 
«Βρε, παλαβέ! Καλά, αυτός (ο Μάλης) είναι 
παλαβός· εσύ, ήταν ανάγκη να τον ακούσεις και να έρθεις με τέτοιον καιρό; Πριν λίγες μέρες του είπα ό,τι ήθελε. Γιατί σε έστειλε να μου φέρεις τις εξετάσεις»; 
 
Σημειωτέον ότι ο Γέροντας δεν είxε τηλέφωνο, και δε θα μπορούσε να έχει επικοινωνήσει τηλεφωνικά με το Μιχάλη. Παρόλα αυτά, μου είπε ό,τι μου είχε πει κι ο Μάλης, κι επίσης γνώριζε το λόγο της επίσκεψής μου!
 
Με έβαλε κοντά στη σόμπα, άνοιξε το φάκελο και απαντούσε παράλληλα στις ερωτήσεις μου. 
 
Όταν βεβαιώθηκα για την παρουσία του στη Βιέννη, άρχισα να νιώθω παράξενα, συνειδητοποιώντας ότι βρισκόμουν μπροστά σε κάποιον που είxε υπερβεί τους φυσικούς νόμους, σε ένα ζωντανό άγιο! 
 
Έβαλα τα κλάματα. 
 
Εκείνος συγκινήθηκε και μου χάρισε τέσσερα ψήγματα Τιμίου Ξύλου, που, όπως είπε, ήταν από το Γέροντά του, π. Τύχωνα [Ρώσος ιερομόναχος (1884-1968)]. 
 
Φεύγοντας, με κατέβασε μέχρι την κάτω εξώπορτα και μου είπε: 
 
«Ό,τι ώρα με χρειαστείς, να μη διστάσεις να μου τηλεφωνήσεις»! 
 
Εγώ, ο ανεκδιήγητος, και πάλι δεν κατάλαβα, και του είπα: 
 
«Πώς, Γέροντα, αφού δεν έχεις τηλέφωνο»; Μου έδωσε ένα μικρό χτύπημα στο κεφάλι, και τότε κατάλαβα! Του έβαλα μετάνοια κι έφυγα.
 
 
Μαρτυρία του γιατρού-θεολόγου, Λουκά Ι. Λουκά, από το βιβλίο “Μαρτυρίες Προσκυνητών – Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης 1924-1994”, τόμος Α’, των εκδόσεων Αγιοτόκος Καππαδοκία.
 
https://amfoterodexios.blogspot.gr/

 

 

Αγία Υπομονή, η αυτοκράτειρα που έγινε μοναχή και προστάτιδα των φτωχών….

Ήταν η μητέρα του τελευταίου υπερασπιστή του Βυζαντίου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Το προσκύνημα στο Λουτράκι.
 Η Αγία Υπομονή, κατά κόσμον Ελένη Δραγάση – Παλαιολόγου, ήταν κόρη του Σέρβου δεσπότη Κωνσταντίνου Δραγάση και σύζυγος του βυζαντινού αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου. Ως αυτοκράτειρα, επέδειξε συνέπεια, δικαιοσύνη και μεγάλη υπομονή. Με τον σύζυγο της προσπάθησαν να βρουν τρόπους σωτηρίας του Βυζαντίου καθώς και συμμάχους για την αυτοκρατορία που ψυχορραγούσε. Η Ελένη Δραγάση απέδειξε ότι είχε απόλυτη συναίσθηση της θέσης της. Την χαρακτήρισαν «μάνα του λαού», διότι αφουγκραζόταν κάθε τους δυσκολία και προσπαθούσε να τους ενισχύσει. Είχε 8 παιδιά. Έξι αγόρια και δυο κορίτσια, που έχασε σε μικρή ηλικία.
Από τα αγόρια, τα δύο ανέβηκαν στον αυτοκρατορικό θρόνο – πρώτος ο Ιωάννης Η΄ και δεύτερος ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος, ο τελευταίος αυτοκράτορας του Βυζαντίου. Τα υπόλοιπα παιδιά τους, ο Θεόδωρος, ο Δημήτριος και ο Θωμάς διετέλεσαν δεσπότες του Μυστρά και ο Ανδρόνικος της Θεσσαλονίκης. Τα μεγάλωσε με το χριστιανικό πνεύμα της υπακοής και της ενάρετης ζωής. Ιδιαίτερη ήταν η αγάπη της για τα μοναστήρια. Εκεί αναπαυόταν και αντλούσε δύναμη και κουράγιο για τη συνέχεια.
Ο σύζυγός της Μανουήλ Β’ Παλαιολόγος, αφού παρέδωσε τον θρόνο στον πρωτότοκο Ιωάννη, δύο μήνες πριν τον θάνατό του (29 Μαρτίου 1425), απεσύρθη στη Μονή του Παντοκράτορος στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε μοναχός με το όνομα Ματθαίος. Μετά το θάνατο του συζύγου της έγινε μοναχή (1425) στη Μονή της κυράς Μάρθας, με το όνομα Υπομονή, χαρακτηριστικό όνομα για την υπομονή που επέδειξε σε όλη της την ζωή. Και τρία από τα παιδιά τους επίσης έγιναν μοναχοί, ο Θεόδωρος και ο Ανδρόνικος (μ. Ακάκιος) στη Μονή του Παντοκράτορος και ο Δημήτριος (μ. Δαυίδ) στο Διδυμότειχο. Στην Κωνσταντινούπολη είχε συνδεθεί με την Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Πέτρας, όπου φυλαγόταν το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου του θαυματουργού, στον οποίο η Αγία Υπομονή έτρεφε ιδιαίτερο σεβασμό. Με την συμβολή της αγίας, ιδρύθηκε στη Μονή γηροκομείο με την επωνυμία «Η ελπίς των απελπισμένων».
Η Αγία Υπομονή πέθανε στις 13 Μαρτίου του 1450, τρία χρόνια πριν η Κωνσταντινούπολη πέσει στα χέρια των Οθωμανών, έπειτα από μακρά πολιορκία. Στην πτώση της Κωνσταντινούπολης ο αυτοκράτορας γιος της, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος έπεσε ηρωικά πάνω στη μάχη.
Το σκήνωμα του Αγίου Παταπίου μέσα στο μοναστήρι
Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453, ο Αγγελής Νοταράς, συγγενής του αυτοκράτορα και ανιψιός της Αγίας Υπομονής, μετέφερε στο βουνό Γεράνια στη νότια Ελλάδα (κοντά στην Αθήνα) και έκρυψε το λείψανο του Αγίου Παταπίου σε μια σπηλιά, κοντά στην πόλη Θέρμαι (το σημερινό Λουτράκι Κορινθίας) που ήταν ήδη ασκητήριο μοναχών από τον 11ο αιώνα. Στο σπήλαιο αυτό βρέθηκε βυζαντινή αγιογραφία της Αγίας Υπομονής και η αγία κάρα της (το κρανίο της). Στο σπήλαιο αυτό χτίστηκε το 1952 από τον γέροντα Νεκτάριο Μαρμαρινό το μοναστήρι του Αγίου Παταπίου, όπου και φυλάσσεται η κάρα της Αγίας Υπομονής….

www.mixanitouxronou.gr/

 

Ο παπα-Δημήητρης και ο Αρχάγγελος Μιχαήλ (Από το βίο του δικού μας Αγίου ιερέως Δημητρίου Γκαγκαστάθη).

Διηγείται σχετικά ό π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης:
«Στίς 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωϊ, μόλις κτύπησα τήν καμπάνα τής Εκκλησίας, περικύκλωσε τό χωριό αντάρτικος στρατός μέ εντολή εκκαθαρίσεων…

Άρχισαν νά ρίχνουν πυρά πρός εκφοβισμό. Εγώ μόλις είχα μπεί στήν Εκκλησία, έκανα τόν σταυρό μου, παρακάλεσα τόν Άγιο Νικόλαο νά μάς φυλάξει καί σηκώθηκα νά φύγω. Μού ρίχνανε μέ τό πυροβόλο ταμπουρωμένοι σ΄ ένα φυλάκιο, όμως καμμιά σφαίρα δέν μέ εκτύπησε. Τόν Απόστολο Κατσιμπίρη πού ήταν δίπλα μου τόν έρριξαν κάτω. Έμεινα μόνος καί ακολουθώντας ένα ρέμα μέ έχασαν…



Όμως, κοντά στά σύνορα τών χωριών Ριζώματος – Βασιλικής μέ έφτασαν πάλι.

Ήσαν 10 άτομα καί μέ τόν αρχηγό 11 , τρέχοντας πάνω σέ άλογα γιά νά μέ πιάσουν. Έβριζαν καθώς μέ κυνηγούσαν, καί έρριχναν μέ τά Στέν, χωρίς νά μπορούν νά μέ σκοτώσουν. Οί σφαίρες τρύπαγαν τά ράσα μου, τίς καταλάβαινα, αλλά κυλούσαν στό χώμα χωρίς νά μέ τραυματίζουν…

Μέ πλησίασαν στά 50 μέτρα γύρω – γύρω, μέ περικύκλωσαν φωνάζοντας,

«κερατά τράγο, πού θά μάς πάς ; » βρίζοντάς με χυδαία…



Καί τότε εγώ, ευρισκόμενος έν μέσω κινδύνου ζωής καί θανάτου, σταμάτησα, σήκωσα τά χέρια μου πρός τόν ουρανό, καί από τό βάθος τής ψυχής μου φώναξα,

«Μιχαήλ Αρχιστράτηγε τών Αγγέλων, σώσε με, κινδυνεύω !…»

Καί ώ τού θαύματος !

Σάν αστραπή παρουσιάσθηκε ό Αρχάγγελος Μιχαήλ στόν αρχηγό. Είδε έναν νέο μέ σπαθί, όπως ομολογούσε κι΄ ό ίδιος αργότερα, πού κόβοντας μέ μιά σπαθιά τά σχοινιά από τήν σέλα του, τόν έρριξε κάτω σπάζοντας τήν σπονδυλική στήλη του. Οί υπόλοιποι δέκα, έμειναν ακίνητοι, κεραυνόπληκτοι !…

Οί ενορίτες τού χωριού Βασιλική φύγανε από τήν Εκκλησία καί βγαίνοντας έξω κοιτάζανε τί θά γίνει.

Ακούω μιά φωνή. Ήταν τού αρχηγού τους,

«Νά μάς συγχωρέσεις παπά μου, είπε, καί νά πάς στό καλό. Έχεις όριο ζωής καί υψηλούς προστάτες…»

Ευχαριστώ, τούς απάντησα. Τούς συγχώρεσα, καί τούς ευχήθηκα ό Θεός νά τούς φωτίσει, νά μετανοήσουν καί νά γίνουν καλοί άνθρωποι. Νά λέτε τήν αλήθεια, τούς είπα, καί νά έχετε τόν Θεό βοήθεια. Πήραν τόν τραυματισμένο συντροφό τους καί έφυγαν μαζεμένοι…

Μού έκαναν μεγάλη υποδοχή οί χωριανοί σάν έφτασα στήν Εκκλησία.

Τούς λέγω, πρώτα νά προσκυνήσουμε καί νά ευχαριστήσουμε τόν Θεό, πού μέ έσωσε από τόν μεγάλο αυτό κίνδυνο. Είμαστε ευτυχείς, πού ή θρησκεία μας είναι ζωντανή…»

+ π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης

 

Παπα-Εφραίμ Κατουνακιώτης και Γέρων Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

https://1.bp.blogspot.com/-RQzB8Y1-bOg/WqNsAmrFnmI/AAAAAAABi1A/jETGuXlFa40HVZ3Du2NGrjkmGkOtZCpRQCLcBGAs/s1600/Efraim%2Bieromonahos%2BKatounakiotis17.jpg

«Πάτερ Προκόπιε ο παππούς ο Εφραίμ έρχεται άρρωστος!»

Στο πρώτο μέρος της αποκλειστικής του συνέντευξης στην Πεμπτουσία, ο ιερομόναχος π. Εφραίμ Σιμωνοπετρίτης διηγείται την αρχή της γνωριμίας του με τον Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη. Μία γνωριμία που έμελλε να εξελιχθεί σε βαθύτατη πνευματική σχέση και φιλία.

Στο δεύτερο μέρος της αποκλειστικής συνεντεύξεώς του στην Πεμπτουσία ο π. Εφραίμ Σιμωνοπετρίτης περιγράφει μέσα από τις προσωπικές του εμπειρίες την ιδιαίτερη πνευματική σχέση μεταξύ των δύο Γερόντων: Εφραίμ Κατουνακιώτη και Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη.

 

https://1.bp.blogspot.com/-P-3HbUZA-Po/WqNsA-I-FFI/AAAAAAABi1E/_R1anNchNPEdYitFFIHtRRfVPdWjySQMgCLcBGAs/s1600/Efraim%2Bieromonahos%2BKatounakiotis18.jpg

 

 

 

Ο ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ Ο ΕΝ ΔΡΑΜΑ (1901-1959)+4 Νοεμβρίου

Πρεσβείες του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών Γεωργίου του Ομολογητού Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ελέησον ημάς. 

 
 

Σε μία εποχή πού επικρατεί τόσο βαθύ σκοτάδι με έντονη διαφθο­ρά και υποκρισία, ή άγια μας Ορ­θόδοξη Εκκλησία δεν παύει τα­πεινά και αθόρυβα να καλλιεργεί πνευ­ματικά τα μέλη της, νά τα οδηγεί και νά τα μορφώνει εν Χριστώ και νά δημι­ουργεί τελικά τούς άγιους της. Αυτούς πού στηρίζουν και αρωματίζουν με τη ζωή τους τη μολυσμένη ατμόσφαιρα της κοινωνίας μας. Όχι μόνο κατά τούς παλαιούς χρόνους άλλά και σήμερα ή Εκκλησία μας συνεχίζει το έργο αυτό. Ιδιαίτερα καυχάται για τούς οσίους και ομολογητές της. Ένας από αυτούς και σύγχρονος είναι και ο ιερομόναχος και ομολογητής π. Γεώργιος Καρσλίδης από τον Πόντο, τον οποίο λίγους μήνες πριν – στις 18 Μαρτίου 2008 – ή άγια μας Εκκλησία με ειδική Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη ενέταξε επίσημα στο Εορτολόγιο της με τον τίτλο του οσίου και αγίου. Και πλέον θα τον τιμούμε κάθε χρόνο στις 4 Νοεμβρίου, ήμερα τής έκδημίας του. Εφέτος ο πρώτος ε­πίσημος εορτασμός τής μνήμης του τε­λέστηκε με ξεχωριστή λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια στην Ιερά Γυναικεία Μονή τής Αναλήψεως του Σωτήρος στο χωριό Σίψα τής Δράμας, την οποία είχε ο ίδιος ιδρύσει και όπου έζησε τα τελευταία 30 χρόνια τής ζωής του και όσιακά έκοιμήθη και ετάφη.


Ό όσιος και ομολογητής Γεώργιος Καρσλίδης είχε την καταγωγή του από τα αγιασμένα χώματα τής Ανατολής. Γεννήθηκε στις αρχές του 20οΰ αιώ­να, το 1901, στην Αργυρούπολη του μαρτυρικού μας Πόντου. Έζησε συνο­λικά 58 χρόνια ομολογίας, θυσίας και προσφοράς έχοντας ως σύνθημα τής ζωής του «νά μη ζει για τον εαυτό του άλλά για τον Θεό και τούς ανθρώπους». Γονείς είχε τούς ευλαβείς Σάββα και Σοφία. Από αυτούς διδάχθηκε τη θε­οσέβεια. Νωρίς όμως έμεινε ορφανός και από τούς δύο γονείς του – ο πα­τέρας του σκοτώθηκε σε κάποια μάχη. Έτσι τον μικρό Αθανάσιο (αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Άγιου) ανέλαβε νά τον προστατέψει ή πιστή γιαγιά του. Αυτή του ενέπνευσε την αγάπη προς τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας και τη συνειδητή πνευματική ζωή. Με αυτή την ευλαβέστατη γιαγιά του σε ηλικία 7 ετών ο Αθανάσιος επισκέπτεται για πρώτη φορά την ιστορική Μονή της Παναγίας στον Σουμελά του Πόντου. Και εκεί το μικρό παιδί εναποθέτει την ελπίδα της ζω­ής του. Σύντομα ό­μως και ή γιαγιά του άνεχώρησε για τον ουρανό αφήνοντας του πολύτιμη κλη­ρονομιά μαζί με τη θεοσέβεια και μία φιλντισένια εικόνα τής Παναγίας – σε μορφή επιστήθιου εγκολπίου – την ό­ποια πλέον έφερε πάντα πάνω του ως οικογενειακό κειμή­λιο ευλάβειας και προστασίας.

Ή σκληρή και βά­ναυση συμπεριφο­ρά του μεγαλυτέρου αδελφού του τον ανάγκασαν μαζί με τον παππού του νά φύγουν για τη Θεοδοσιούπολη τής Μεγάλης Αρμενίας. Δεν θα παραμείνει όμως για πολύ εδώ.

Αισθάνεται μέσα του βαθιά δίψα για τον Θεό. Αυτόν ποθεί και σ’ Αυτόν ε­πιθυμεί ν’ αφιερωθεί. Ξεκινά λοιπόν μό­νος το μεγάλο του ταξίδι με όπλο του την πίστη, έχοντας μαζί του έκτος από την εικόνα τής Παναγίας, ένα σταυρό, ένα θυμιατό και το πιστοποιητικό τής γεννήσεως του. Διήνυσε περιπετειώδη πορεία μέσα από δύσβατα μονοπάτια και χιονισμένες εκτάσεις του Καυκάσου. Ό Κύριος τον προστάτευε συνεχώς. Αλλά και οι Άγιοι πού έπεκαλεΐτο και τούς ονόμαζε φίλους του, ήταν πάντα κοντά του και τον συνόδευαν, και κυρί­ως ο άγιος Γεώργιος.


Έφθασε στην Τιφλίδα τής Γεωργίας. Και από εκεί ή θεία Πρόνοια οδήγησε τα βήματα του σε γειτονικό μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής. Με ευγνωμοσύ­νη προς τον άγιο Θεό εισήλθε στον ά­γιο αυτό χώρο. Στο­λισμένος με την α­θωότητα, τη σύνε­ση, την αδιάκριτη πί­στη και τον φόβο του Θεού απέσπασε την αγάπη και τον σε­βασμό των συμμοναστών του. Στα διακονήματα πού του ανέθεσαν, τής ρα­πτικής, τής υφαντι­κής και τής μαγειρι­κής, υπήρξε υποδει­γματικός με ζηλευτή φιλεργία και αποδο­τικότητα. Αγαπούσε όμως πολύ και την αυστηρή άσκηση στον εαυτό του και την κακοπάθεια. Ζούσε για τον Θεό και χαιρόταν για ό­σα απολάμβανε εκεί. Και έλεγε: «Εγώ έτσι θα περάσω στη ζωή μου».

Στις 20 Ιουλίου 1919 ο Αθανάσιος κείρεται μοναχός και λαμβάνει το όνο­μα Συμεών. Κατά την ιερή εκείνη ώρα τής κουράς του οι καμπάνες τής Μο­νής κτύπησαν από μόνες τους. Και θε­ωρήθηκε αυτό το γεγονός θείο σημείο τής εύνοιας του Θεού προς τον πιστό δούλο του, τον μελλοντικό Άγιό του. Ό μοναχός Συμεών πλημμυρισμένος από τη χάρη του Θεού συνεχίζει τώρα την άσκηση του ακόμη πιο υπεύθυνα, τηρώντας με ακρίβεια τις ιερές υπο­σχέσεις πού έδωσε στην κουρά του για αυστηρή παρθενία, αδιάκριτη υπακοή και πλήρη ακτημοσύνη.


Όμως από το 1917 στη Ρωσία άρ­χισε νά μαίνεται ισχυρός ο άνεμος των διωγμών εναντίον τής Εκκλησίας του Χριστού από το αθεϊστικό καθε­στώς. Ό Χριστός «ξανασταυρώνεται» με τόσο σκληρά διατάγματα και διαγ­γέλματα, ώστε νά λένε: «Εμείς θα δι­ορθώσουμε τα λάθη του Διοκλητιανού και του Νέρωνος». Εκκλησίες βεβηλώ­νονται ή ισοπεδώνονται. Μοναστήρια πυρπολούνται ή κατεδαφίζονται. Μο­ναχοί και ιερωμένοι άλλά και λαϊκοί φυλακίζονται και βασανίζονται σκλη­ρά, γιατί παραμένουν πιστοί στην ορ­θόδοξη πίστη. Οι πρώτοι μάρτυρες κα­ταγράφονται στα Μαρτυρολόγια τής Ρωσικής Εκκλησίας. Ήρθε όμως και ή σειρά τής Γεωργίας. Το Μοναστήρι τής Ζωοδόχου Πηγής λεηλατήθηκε. Οι μοναχοί συνελήφθησαν. Τούς έκλει­σαν σε υγρή και σκοτεινή φυλακή, ό­που ήταν αναγκασμένοι νά ξαπλώ­νουν σε μία σανίδα κάτω ακριβώς από την όποια αναδύονταν οι οσμές ακα­θαρσιών από διερχόμενο υπόνομο.

Ό ηγούμενος τής Μονής δεν άντεξε. Υπέ­κυψε και πέθανε μέσα στη φυλακή. Τον μοναχό Συμεών τον διαπόμπευσαν κάποια μέρα στους δρόμους και τον περιέφεραν δεμένο και χωρίς ρούχα, φωνάζοντας ειρωνικά γι’ αυτόν: «Νά ο προφήτης!». Σταθεροί στην πίστη οι έγκλειστοι μοναχοί θέλησαν κάποιο Πάσχα και έψαλαν δυνατά μέσα στη φυλακή όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Ό διοικητής εξαγριωμένος διέταξε την καταδίκη τους. Αφού τούς φόρεσαν λευκούς χιτώνες, τούς οδήγησαν δεμέ­νους στην άκρη απόκρημνων βράχων. Και από εκεί τούς γκρέμισαν, Αφοί προηγουμένως τούς πυροβολούσαν ασταμάτητα. Ό μοναχός Συμεών δέ­χθηκε τρεις σφαίρες. Μία τον χτύπησε στο σιδερένιο περίβλημα τής εικόνας τής Παναγίας πού φορούσε, ή άλλη τον πήρε επιδερμικά στο λαιμό και ή τρίτη στα πόδια. Ό Όσιος σώθηκε θαυ­ματουργικά. Και τελικά του χάρισαν τη ζωή, γιατί υπήρχε νόμος πού έλεγε: «Νά αθωώνεται κάθε κατάδικος πού δέχεται τρεις σφαίρες όχι θανάσιμες».
Όμως oi εχθροί της πίστεως δεν ησύχασαν. Απαιτούσαν από τον Άγιο να αρνηθεί την Ορθοδοξία του. Και ο Συμεών απάντησε με έντονη φωνή χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι του διοικητή: «Εσύ δεν έχεις εξουσία περισσότερη από τον Θεό». Γι’ αυτό φυλάκισαν τον Όσιο και πάλι, τώρα σε σκληρότερες και πιο απάνθρωπες συνθήκες. Εκεί μέσα στη φυλακή ο Άγιος ασθένησε βαριά, του έπεσαν τα δόντια και υπέφερε φρικτά στα πόδια του.


Ό πανάγιος Θεός όμως επεμβαίνει θαυματουργικά, και με παρέμβαση ευ­γενών ανθρώπων τής περιοχής εκείνης αποφυλακίζει τον δούλο του. Εξέρχεται ο Όσιος με τα «στίγματα» του μάρτυ­ρος και του όμολογητού. Με μορφή κα­ταπονημένη άλλά φωτεινή. Περιφέρεται τώρα ως διωκόμενος μοναχός. Ζει με εράνους…

Ό Κύριος καλεί τώρα τον πιστό δούλο του στο υπούργημα τής ίερωσύνης.

Χειροτονείται πρώτα διάκονος και στις 8 Σεπτεμβρίου 1925 χειροτονείται ιερεύς στον Άγιο Μηνά στη Γρούζια Σχέτα λαμβάνοντας το νέο του όνομα: Γεώρ­γιος. Με το όνομα αυτό θα δοξάσει τον Θεό τον υπόλοιπο χρόνο τής ζωής του. Ό όσιος ιερεύς π. Γεώργιος ήταν για όλους τούς ανθρώπους φως, δύναμη και παρηγοριά. Προικισμένος με το χά­ρισμα τής διορατικότητος απεκάλυπτε τα προβλήματα των ανθρώπων. Έδινε σοφές συμβουλές σε όλους και τούς καθοδηγούσε προς τον Χριστό. Ή φή­μη του ως άγιου άρχισε από εκεί νά α­πλώνεται… Και όταν από την Τιφλίδα ήρθε στο Σοχούμ, και εδώ ο κόσμος τον αγάπησε πολύ. Δεν έπαυσε δε ο όσιος Γεώργιος παρά τη φιλάσθενη κράση του νά συνεχίζει την ασκητική του ζωή μέσα στην πόλη μένοντας σε ένα απέριττο δωμάτιο πάμφτωχος και απαρνούμενος τις περιποιήσεις του κόσμου. Παρέμενε φτωχός άλλά ήταν πάντα πλούσιος σέ αγάπη και σε κα­λοσύνη, πού αντλούσε από τον μεγάλο Διδάσκαλο της αγάπης, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό!

Το 1929 ο όσιος Γεώργιος έρχεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, πού τόσο αγαπούσε και επιθυμούσε. Αποβιβά­ζεται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.

Και το 1930 εγκαθίσταται μόνιμα στο χωριό Σίψα (σήμερα Ταξιάρχες) της Δράμας. Εδώ ο πολύπαθος όσιος και ομολογητής ιερομόναχος π. Γεώργι­ος θα παραμείνει μέ­χρι το τέλος της ζωής του βαστάζοντας «έν τω σώματι του τά στί­γματα του Ιησού Χρι­στού».

Το 1939 έχτισε το τα­πεινό μοναστήρι του με τον ιερό ναό της Αναλήψεως και ένα φτωχό κελλάκι γι’ αυ­τόν. Το 1941 τον συν­έλαβαν οι Βούλγαροι και τον οδήγησαν σε εκτέλεση. Τον άφησαν όμως ελεύθερο και έ­φυγαν έντρομοι, κα­θώς τον έβλεπαν εξαϋλωμένο νά προσ­εύχεται πριν τον θανατώσουν.

Οι διώξεις της Εκκλησίας από το άθεο καθεστώς της επανάστασης του 1917 και οι φυλακίσεις, τον ανάγκασαν να ΄΄ερθει το 1929 στην Ελλάδα. Φωτογραφίζεται ως λαϊκός κατ΄ανάγκη στην ηλικία των 28 ετών κατά την αναχώρησή του από την Ρωσία.

 
 

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, στη συν­είδηση των ανθρώπων ο ιερομόναχος π. Γεώργιος Καρσλίδης έπαιρνε τη θέ­ση τού οσίου και του αγίου. Πλήθος κό­σμου, πολλοί μάλιστα από τη Δράμα, βαδίζοντας με τα πόδια έφθαναν στο Μοναστήρι τής Αναλήψεως. Άλλά και από πολλά μέρη τής Μακεδονίας και τής Θράκης κατέφθαναν εκεί άλλοι για νά ζητήσουν την ευχή τού Γέροντα και άλλοι νά αναπαυθούν κοντά του στο Μυστήριο τής ιεράς Εξομολογήσεως. Φωτισμένος από το Πανάγιον Πνεύμα, εξαγνισμένος από τη μακροχρόνια ά­σκηση και το μαρτύριο στον Πόντο, «πλημμυρισμένος από γνήσια και κα­θαρά αισθήματα αγάπης προς τον συν­άνθρωπο», μπορούσε νά καθοδηγεί με ασφάλεια τον απλό και κουρασμένο κόσμο και νά τον οδηγεί στη σωτηρία. Μιλούσε άπλά και σταθερά. Και φύτευε στις καρδιές των ανθρώπων την αγάπη προς τον Χριστό και την Εκκλησία. Ιδιαίτερα τόνιζε την άξια τής συγχωρητικότητος. Χτυπούσε κάθε μορφή διχόνοιας και καλούσε τούς αν­θρώπους νά συμφι­λιωθούν μεταξύ τους και με τον Θεό. Στον λόγο του πάντα συν­δύαζε την αυστηρότη­τα με την αγάπη χωρίς νά έχει ποτέ αστεία. Ή­ταν βαθιά ταπεινός στο φρόνημα του, άκακος και πραότατος.


Καλλιεργούσε το φιλακόλουθο πνεύμα τε­λώντας με ακρίβεια και ιεροπρέπεια κάθε ιε­ρή Ακολουθία τής Εκκλησίας μας. Κα­τά την ώρα τής θείας Λειτουργίας ήταν πάντα μεταρσιωμένος και συμβούλευε τούς πιστούς «νά είναι απερίσπαστοι και προσηλωμένοι στα τελούμενα, για νά αξιώνονται νά βλέπουν τα μεγαλεία τού Θεού».

Το κύριο χαρακτηριστικό τού Αγίου ήταν ή αγάπη. Γι’ αυτό τον ονόμαζαν «ο άνθρωπος τής αγάπης». Ήταν ο ελεήμων και ο φιλόξενος. Συμμετείχε στα πένθη με παρήγορο και ενισχυτικό λόγο, διένεμε φαγητό σε φτωχούς, κάποτε ύφαινε ο ίδιος με τα χέρια του ρούχα για τούς άπορους.

Μαζί δε με αυτά δεν παρέλειπε ποτέ και την προσωπική του άσκηση και την κακοπάθεια, τη νηστεία του και τη μακρά και θερμή προσευχή του, παρ’ όλο πού ήταν φιλάσθενος και έπασχε από χρόνια κρυολογήματα.


Ήρθε όμως και ή μεγάλη ώρα για νά αναχωρήσει ο Άγιος από τον κόσμο αυτό. Προαισθάνθηκε το τέλος του. Γα­λήνιος και ειρηνικός, αφού προσέφερε όλο τον εσωτερικό του πλούτο στους ανθρώπους, γεμάτος από την παρουσία του Θεού και αφού ατένισε με ευλάβεια την εικόνα τής Παναγίας και τής είπε: «Τής ευσπλαχνίας την πύλην άνοιξον ήμίν, ευλογημένη Θεοτόκε», άφησε την πνοή του στον Πλάστη του και πέταξε στον ουρανό στις 4 Νοεμβρίου 1959. Είχε διανύσει ο Άγιος 58 ολόκληρα χρόνια μαρτυρίας, ομολογίας, ασκή­σεως, αγάπης, αυτοθυσίας…

Κηδεύθηκε στη Μονή του με δάκρυα από τον πολυπληθή και ευγνώμονα λαό του Θεού. Και ετάφη δίπλα στον Ιερό Ναό τής Αναλήψεως πού ο Ίδιος εκεί με κόπο είχε κτίσει. Στις 9 Φεβρουαρίου 2006 έγινε ή ανακομιδή των ιερών χα­ριτόβρυτων λειψάνων του από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Δράμας κ. κ. Παύλο, τα όποια ετέθησαν σε ιερή λει­ψανοθήκη για τον αγιασμό των πιστών. Πάμπολλα είναι τα θαύματα πού ο Κύριος με τις πρεσβείες του επιτελεί. Εκατοντάδες είναι οι προσκυνητές πού καταφθάνουν για νά αφήσουν στον Άγιο ικετευτικές δεήσεις για τα θέματα τους και ευχαριστήριες προσευχές για τα θαύματα του.

Ή ζωή του νέου Όσιου μας και όμολογητού άγιου Γεωργίου του Καρσλίδη συνεχίζει και στις μέρες μας νά μας συγκινεί και νά μάς διδάσκει. Μας καλεί νά βαδίσουμε και μείς τον δρόμο τής άγιότητος όπως ακριβώς και εκείνος τον έβάδισε μέσα από τον αγώνα τής ασκήσεως, την ομολογία τής πίστεως και τής έμπρακτης αγάπης. Αυτό μάς ζητεί ο Άγιος. Μην του το αρνηθούμε. Αυτό θέλει και από μάς ο Θεός μας.


Βιβλιογραφία: Μοναχού Μωυσέως Άγιορείτου, Ό μακάριος γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης (1901-1959), Έκδοσις Ί. Μονής Αναλήψεως του Σωτήρος, Ταξιάρχαι (Σίψα) Δράμας.