» Επι τη γεννήσει αυτού πολλοί χαρήσονται»

Δεν είναι τυχαίο οτι η εκκλησία μας γιορτάζει μόνο τα γενέθλια-την γέννηση.
Της Παναγίας και του Ιωάννου του Προδρόμου.
Γιατί;
Επειδή η είσοδός τους στον κόσμο αποτελεί ευλογία για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και αξίζει να αγωνίζεται κανείς να μιμείται, όσο μπορεί, την αγιότητά τους που φαίνεται από την βρεφική τους ηλικία.
Βέβαια, ο Ιωάννης, ήταν χοϊκός, απλός άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα ήταν κολοσσός αγιότητος. Τόσο άγιος, που η Εκκλησία μας αισθάνεται την ανάγκη παντού και πάντοτε, όπου τον ζωγραφίζει, να τον φτιάχνει με φτερά.

Όχι πως είχε φτερά ο Τίμιος Πρόδρομος στην επίγεια ζωή του, αλλά για να μη ξεχνάμε εμείς που βλέπομε την εικόνα του, ότι παρ’ ότι είχε σάρκα όμοια με μας, δεν έζησε τη ζωή που κάνουμε όλοι εμείς.

Αλλά έζησε επάνω στη γη πραγματικά αγγελική ζωή.
Σήμερα που εορτάζομε τη γέννηση του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του μεγαλυτέρου Προφήτου και του αγιωτέρου ανθρώπου που πέρασε από τον κόσμο, ας φροντίσομε να μάθωμε δύο διδάγματα.
Πρώτο, ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τη λογική του Θεού, το λόγο και το θέλημα του Θεού, με τη λογική τη δική μας που είναι διαμορφωμένη από τα δεδομέμα του κόσμου τούτου.
Σε όσα σημεία η λογική μας έρχεται σ ἀντίθεση με το λόγο και το θέλημα του Θεού, θέλει διόρθωση, γιατί διαφορετικά είναι λογική διεστραμμένη. Είναι λογική αλλοιωμένη. Είναι λογική τυφλωμένη από την ενέργεια του διαβόλου.
Και το δεύτερο είναι, ότι πρέπει να φροντίζομε να αποκτάμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο Θεό και στο λόγο του, που μας λέγει:
«Η βασιλεία του Θεού είναι κοντά σας».

Από τότε που ήλθε ο Χριστός στο κόσμο, η βασιλεία του Θεού είναι κοντά μας. Όποια ώρα θέλουμε απλώνομε τα χέρια μας και την πιάνομε.
«Ήγγιγεν η βασιλεία των ουρανών· μετανοείτε», διορθωθείτε, τρέξτε να την απολαύσετε.

 Αποσπάσματα απο την ομιλία του μακαριστού μητρ. Μελετίου

 

 

» Ὁ Θεός μοῦ το είπε, για να σοῦ το πῶ.!»

Φωτογραφία του Γιάννης Τσιτλακίδης.

Κάποια φορὰ ὁ Γέρων Πορφύριος ξεκίνησε μαζὶ μὲ τρία πνευματικὰ τέκνα του νὰ πᾶνε σ’ ἕνα μοναστήρι, γιὰ νὰ τελέσουν ἕνα Ἑσπερινό.
Ἀρχικά, εἶπαν νὰ πᾶνε μὲ τὰ πόδια. Ἀφοῦ, ὅμως, περπάτησαν κάποια ἀπόσταση κι ἐπειδὴ ὁ Γέρων Πορφύριος ἦταν κουρασμένος, σκέφτηκαν, μιὰ καὶ τὸ μοναστήρι ἐκεῖνο ἦταν κάπως μακριά, νὰ βροῦν ἕνα μεταφορικὸ μέσον, ἀντὶ νὰ πᾶνε μὲ τὰ πόδια. Ἐκείνη τὴν ὥρα φάνηκε ἀπὸ μακριὰ ἕνα ταξί. Εἶπαν τότε στὸν Γέροντα οἱ συνοδοί του – καὶ οἱ τρεῖς λαϊκοί, ὄχι κληρικοί – νὰ κάνουν ἕνα νεῦμα στὸ ταξὶ νὰ σταματήσει, γιὰ νὰ ρωτήσουν τὸν ὁδηγὸ ἂν μποροῦσε νὰ τοὺς μεταφέρει στὸ μοναστήρι.
«Μὴ φοβᾶστε», τοὺς εἶπε, «θὰ σταματήσει μόνος του ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί. Ἀλλά, ὅταν θὰ μποῦμε στὸ ταξί, νὰ μὴ μιλήσει κανένας σας στὸν ὁδηγό, μόνο ἐγὼ θὰ τοῦ μιλήσω».

Ἔτσι κι ἔγινε. Σταμάτησε ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί, χωρὶς αὐτοὶ νὰ τοῦ κάνουν νεῦμα, μπῆκαν μέσα καὶ ὁ πατὴρ Πορφύριος εἶπε στὸν ὁδηγὸ τὸν προορισμό τους.
Μόλις ξεκίνησαν, ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξὶ ἄρχισε νὰ καταφέρεται ἐναντίον τῶν κληρικῶν καὶ νὰ τοὺς κατηγορεῖ γιὰ χίλια δυὸ πράγματα. Καὶ κάθε φορά, ποὺ ἔλεγε κάτι, ἀπευθυνόταν στοὺς τρεῖς λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι κάθονταν στὸ πίσω μέρος τοῦ ταξὶ καὶ τοὺς ρωτοῦσε: «Ἔτσι δὲν εἶναι, βρὲ παιδιά; Τί λέτε κι ἐσεῖς;».

 Ἐκεῖνοι, ὅμως, τσιμουδιά ∙ δὲν ἔλεγαν τίποτε, κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος. Ἀφοῦ εἶδε κι ἀπόειδε ὁ ὁδηγὸς ὅτι δὲν τοῦ ἀπαντοῦσαν οἱ ἄλλοι, στράφηκε στὸν Γέροντα Πορφύριο καὶ τοῦ εἶπε:

«Ἔτσι δὲν εἶναι, παππούλη; Τί λὲς κι ἐσύ; Δὲν εἶναι ἀλήθεια αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ τὰ γράφουν κι οἱ ἐφημερίδες;».

Τοῦ λέει τότε ὁ Γέρων Πορφύριος: «Παιδί μου, θὰ σοῦ πῶ μιὰ μικρὴ ἱστορία, θὰ σοῦ τὴν πῶ μιὰ φορά ∙ δὲν θὰ χρειαστεῖ δεύτερη». Κι ἄρχισε νὰ τοῦ ἀφηγεῖται:
«Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ τάδε μέρος (ὁ Γέροντας τὸ ἀνέφερε), ποὺ εἶχε ἕνα ἡλικιωμένο γείτονα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἕνα μεγάλο κτῆμα. Μιὰ νύκτα τὸν σκότωσε καὶ τὸν ἔθαψε. Στὴ συνέχεια, μὲ διάφορα πλαστὰ χαρτιά, πῆρε τὸ κτῆμα τοῦ γείτονά του καὶ τὸ πούλησε. Καὶ ξέρεις τί ἀγόρασε μὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πῆρε πουλώντας αὐτὸ τὸ κτῆμα; Ἀγόρασε ἕνα ταξί».

Μόλις ἄκουσε αὐτὴ τὴν ἀφήγηση ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί, τόσο πολὺ συγκλονίστηκε, ποὺ σταμάτησε τὸ αὐτοκίνητο στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ φώναξε: «Μὴ πεῖς τίποτε, παππούλη ∙ μόνο ἐγὼ τὸ ξέρω αὐτὸ κι ἐσύ».
«Τὸ ξέρει κι ὁ Θεός», τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέρων Πορφύριος.

«Ἐκεῖνος μοῦ τὸ εἶπε, γιὰ νὰ σοῦ τὸ πῶ. Καὶ νὰ φροντίσεις ἀπ’ ἐδῶ κι ἐμπρὸς ν’ ἀλλάξεις ζωή».

Διήγηση τοῦ Παν. Σωτήρχου. Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Κλείτου Ἰωαννίδη «Ὁ Γέρων Πορφύριος. Μαρτυρίες καὶ Ἐμπειρίες».
 

Ο επίκαιρος βίος του θαυμαστού Χατζηφλουρέντζου

Ομιλία του Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου με θέμα τον επίκαιρο βίο του θαυμαστού Γέροντος Χατζηφλουρέντζου από τη Μηλιά Αμμοχώστου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Λευκονοίκου στο Πλατύ Αγλαντζιάς στις 9 Ιουνίου 2017. Στην ομιλία παρευρέθηκαν η Αδελφή Ελισάβετ, κόρη του Γέροντος Χατζηφλουρέντζου, η Δήμαρχος Λευκονοίκου Ζήνα Λυσάνδρου, ο Κοινοτάρχης Μηλιάς Αμμοχώστου Αντώνης Καραντώνης και άλλοι συγχωριανοί που γνώρισαν από κοντά κατά τα παιδικά τους χρόνια τον άνθρωπο του Θεού  Χατζηφλουρέντζο.

 

Σήμερα τιμούμε την μνήμη του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Γεννήθηκε στην Σερβία στις 25/3/1894.

Εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των πατέρων της Εκκλησίας καθώς πίστευε πως «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις.

Η Ορθοδοξία είναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα οσία βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής, χάριτος, η οποία δεν έχει τίποτε από την νέκρα του σχολαστικισμού και τον ορθολογισμό του προτεσταντισμού. Η Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδαγωγική, τους Βίους των Αγίων».

Τον διέκρινε η αγάπη του για το πρόσωπο του “Θεανθρώπου Χριστού”. Συνέχεια ανάγνωσης

 

– Νά, μοῦ λέ­ει στό αὐ­τί ψι­θυ­ρι­στά. Ἐ­μεῖς, παιδί μου, ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά­».

Η πνευματική επικοινωνία του Αγίου Παϊσίου με τον Άγιο Γέροντα Ιάκωβο…

Μαρ­τυ­ρί­α ἱε­ρο­μο­νά­χου Ἰ­α­κώ­βου:

 «Ἤ­μουν λα­ϊ­κός ἀ­κό­μη, φοι­τη­τής στό Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό Λύκειο Λαμί­ας, τό ἔ­τος 1986 μέ τό ὄ­νο­μα Ἰ­ω­άν­νης. Ἀ­νέ­βη­κα στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος καί ἐ­πι­σκέφ­τη­κα, μετά ἀ­πό εὐ­λογί­α πού εἶ­χα ἀ­πό τόν γέ­ροντά μου π. Ἰάκωβο Τσα­λί­κη, τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σι­ο, γιά νά τόν συμ­βου­λευ­τῶ ἄν πρέ­πη νά γίνω μο­να­χός ἤ ὄχι.
 Ὁ γέ­ρον­τας Ἰάκωβος εὐ­λα­βεῖ­το τό γε­ρο-Πα­ΐ­σι­ο καί ὅ­ταν πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σε νά τοῦ δώ­σω κά­τι γιά εὐ­λο­γί­α, καί πρό­σθε­σε:
 ”Νά πῆς στόν γε­ρο–Παΐ­σι­ο, ὅ­ταν βγῆ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἄς ἔλ­θη νά μᾶς δῆ. Ἐ­γώ, Γι­αν­νά­κη μου, εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά δῶ τόν Γέροντα, γι­α­τί πρέ­πει νά πε­ρά­σω βου­νά, λαγ­κά­δι­α, θά­λασ­σα, πού δέν τό ἐ­πι­τρέ­πει ἡ ὑ­γε­ί­α μου καί ἐ­ξ ἄλλου ὁ γε­ρο–Πα­ΐ­σι­ος εἶ­ναι ἅ­γι­ος, ἐ­γώ ἁ­μαρ­τω­λός καί ἀ­νά­ξι­ο­ς”.
Μοῦ ἔ­δω­σε τό­τε καί 5.000 δραχ­μές νά ἀ­νά­ψω κε­ρί στό ἐκ­κλη­σά­κι του. Ὅ­ταν πῆ­γα στό Ὄ­ρος, συ­νάν­τη­σα τόν Γέ­ροντα ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν πόρ­τα του· μό­λις μᾶς εἶ­δε –ἤ­μουν μα­ζί μέ κά­ποι­ο ἱ­ε­ρο­μό­να­χο–, μᾶς λέ­ει:
”Βρέ, κα­λῶς τους, βρέ, κα­λῶς τους!”. 
Πήραμε εὐ­χή καί λέ­ει σέ μέ­να:
– Βρέ, τί λές; Θά σέ κά­νου­με κα­λό­γε­ρο;
– Γέροντα, τοῦ λέ­ω, ἔ­χω πρό­βλη­μα ἀ­πό το­ύς γονεῖς μου.
– Ἄ­κου­σε νά σοῦ πῶ, ἄ­φη­σε το­ύς γο­νεῖς νά κλά­ψουν ἕ­να-δυ­ό μῆ­νες, γιά νά μήν κλαῖς ἐ­σύ αἰ­ω­νίως, καί πήγαι­νε πρίν χά­σης τόν θη­σαυ­ρό (ἐν­νο­οῦ­σε τόν γέ­ρον­τα Ἰάκωβο, χω­ρίς νά….τοῦ πῶ ποῦ σκεπτόμουν νά πά­ω γι­ά νά μο­νά­σω).- Γέροντα, ἔ­χε­τε τήν εὐ­χή τοῦ π. Ἰ­α­κώ­βου ἀ­πό τόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ.
– Ἄχ, παι­δί μου, αὐ­τοί εἶ­ναι σή­με­ρα οἱ ἅ­γι­οι πού ἀ­γω­νί­ζον­ται καί προ­σε­ύ­χον­ται ἔ­χον­τας τα­πε­ί­νω­ση καί ἀγά­πη. Ἐ­γώ δέν εἶ­μαι ἄ­ξι­ος νά δῶ αὐ­τόν τόν γί­γαν­τα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἀλ­λά εἶ­ναι καί μακριά πο­λύ γιά νά τόν συ­ναν­τή­σω, χρει­ά­ζε­ται ἀ­γώ­νας καί κό­πος πο­λύς. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός μᾶς ἔ­χει δώ­σει ἀ­γά­πη καί ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά με­τα­ξύ μας.

Ἀ­φοῦ μᾶς εἶ­πε πολ­λά πνευ­μα­τι­κά καί συμβου­­λές, στό τέ­λος τοῦ λέ­ω:
– Γέροντα, εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο νά προ­σκυ­νή­σω στό ἐκ­κλη­σά­κι σας γιά εὐ­λο­γί­α;
Καί ὁ Γέροντας μοῦ λέ­ει:
– Ὄ­χι, δέν χρει­ά­ζε­ται.
– Γέροντα, κάν­τε ἀ­γά­πη, γιά εὐ­λο­γί­α.
– Ὄ­χι, παι­δί μου, για­τί μπο­ρεῖ ὁ γε­ρω–Ἰάκωβος νά σοῦ ἔ­χη δώ­σει κα­νέ­να πεν­το­χί­λια­ρο καί με­τά τί θά τό κά­νω ἐ­γώ, πού εἶ­μαι κα­λό­γε­ρος;

Δέν μέ ἄ­φη­σε νά προ­σκυ­νή­σω. Μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να κομ­πο­σχοι­νά­κι καί ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι νά τά δώ­σω στόν Γέροντα. Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψα στό Μο­να­στή­ρι, μέ δέχ­τη­κε ὁ Γέροντας μέ χα­ρά. Καί τοῦ ἔ­δω­σα τά δῶρα ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Παΐσι­ο καί ἀ­μέ­σως μοῦ λέ­ει:

-”Τό πεν­το­χί­λι­α­ρο πού δέν πῆ­ρε ὁ γέ­ρον­τας Παΐσι­ος καί δέν σᾶς ἄ­φη­σε νά προσκυ­νή­σε­τε, πάρ­το δι­κό σου γιά τά ἔ­ξο­δα στήν Σχο­λή στήν Λα­μί­α”. Ἐ­γώ ἔ­μει­να ἄ­ναυ­δος.
– Γέροντα, ποῦ τό ξέ­ρε­τε ἐ­σεῖς;
– Νά, μοῦ λέ­ει στό αὐ­τί ψι­θυ­ρι­στά. Ἐ­μεῖς, παιδί μου, ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά­».

ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ  ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ

 

 

Η ανταμοιβή της ευσπλαχνίας…

(Διδακτική ιστορία)

Κάποτε ήρθε στο κελί του Αγίου Νήφωνα ένας χριστιανός να τον συμβουλευθεί. Μετά τον συνήθη χαιρετισμό, ρώτησε τον Όσιο:
-Σε παρακαλώ, πάτερ, πες μου τί ωφέλεια έχουν αυτοί που μοιράζουν την περιουσία τους στους φτωχούς;

–Δεν άκουσες τί λέει το ευαγγέλιο; του απάντησε εκείνος. Πολλά άκουσα και διάβασα, αλλά θα ήθελα ν’ ακούσω κάτι και από το στόμα σου. Τότε ο Νήφων του είπε:
– Ο Θεός του Ουρανού και της Γης να σε διδάξει κατά την πίστη σου. Γιατί εγώ είμαι αδύνατος και ανάξιος. Αφού όμως ήρθες για ν’ ακούσεις κάτι, πρόσεξε και ο Θεός, καθώς είπα, θα σε φωτίσει. Σώπασε λίγο κι έπειτα άρχισε: «Στις ημέρες του επισκόπου των Ιεροσολύμων Κυριακού ζούσε ένας πολύ ελεήμων άνθρωπος, ονόματι Σώζων.
Περνώντας κάποια μέρα απ’ την πλατεία της πόλεως, βλέπει ένα
φτωχό πού ήταν γυμνός και τουρτούριζε από το κρύο. Τον πόνεσε ή ψυχή του. Έβγαλε λοιπόν το ιμάτιο του και το έδωσε στο φτωχό. Σε λίγο επέστρεψε σπίτι του. Ήταν σούρουπο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Βλέπει τότε στο όνειρο του ότι βρέθηκε σ’ ένα θαυμαστό κήπο που φωτιζόταν με καθαρό άυλο φως. Πλήθος λουλούδια – ρόδα και κρίνα – και ψηλόκορμα δένδρα τον στόλιζαν, που ξέχυναν απ’ την κορφή ως τις ρίζες μια υπέροχη ευωδία, ενώ τα δένδρα ήταν κατάφορτα με ωραιότατους καρπούς, ώστε τα κλαδιά τους έγερναν ως τη γη. Το καθένα είχε ξεχωριστή ομορφιά. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολυάριθμα πουλιά απ’ όλα τα είδη και τα χρώματα και κελαηδούσαν μελωδικά.
Το κελάηδημά τους ήταν τόσο θεϊκό, ώστε νόμιζες ότι ερχόταν απ’ τον ουρανό. Όλα τα δένδρα, τα φυτά και τα λουλούδια κυμάτιζαν με πολλή χάρη. Βλέποντας και ακούγοντάς τα, δοκίμαζε ο άνθρωπος εκείνος απερίγραπτη γλυκύτητα και ανέκφραστη ηδονή. Καθώς παρατηρούσε εκστατικός, έρχεται ένας νέος και του λέει, «ακολούθησέ με».
Άρχισε να βαδίζει πίσω του και σε λίγο έφτασαν σ’ ένα χρυσοκάγκελο φράχτη. Έριξε το βλέμμα του πέρα, ανάμεσα απ’ τα κενά που σχημάτιζαν τα χρυσά κάγκελα και είδε μιαν αυλή και στο βάθος ένα θαυμάσιο παλάτι, που άστραφτε. Καθώς κοιτούσε ο Σώζων, βγαίνουν απ’ το ανάκτορο δέκα έξι άνθρωποι φτερωτοί, που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Μετέφεραν ανά τέσσερις από ένα χρυσοστόλιστο κιβώτιο. Καθώς διέσχιζαν το παραμυθένιο εκείνο προαύλιο οι άγγελοι αυτοί του Θεού, ο Σώζων κατάλαβε ότι κατευθύνονταν προς αυτόν. Μόλις πλησίασαν στα χρυσά κάγκελα, ακριβώς απέναντι του, στάθηκαν, κατέβασαν τα κιβώτια απ’ τους ώμους και τα ακούμπησαν στη γη. Φαίνονταν τώρα σαν να περίμεναν κάποιον μεγάλο να έρθει. Και πράγματι, σε λίγο βλέπει ο Σώζων να κατεβαίνει από τα ανάκτορα ένας πανέμορφος άνδρας και να έρχεται προς το μέρος των αγγέλων.

Διαβάστε εδώ:  Τί κάνω τώρα Θεέ μου; (Αληθινή Ιστορία)

«Ανοίξτε τα κιβώτια», τους διέταξε, «και δείξτε σ’ αυτόν τον άνθρωπο τί του φυλάω για το ιμάτιο πού μού δάνεισε προ ολίγου διά μέσου του φτωχού». Αμέσως άνοιξαν το ένα χρυσό κιβώτιο και άρχισαν να βγάζουν χιτώνες και ιμάτια βασιλικά, άλλα κατάλευκα κι άλλα πλουμιστά, όλα πανέμορφα. Τα άπλωναν μπροστά του ρωτώντας τον :
– Σου αρέσουν, Σώζων; Και εκείνος είπε με δέος: -Δεν είμαι άξιος να δω ούτε τη σκιά τους! Συνέχιζαν ωστόσο να του δείχνουν λαμπρούς, καταστόλιστους και ολόχρυσους χιτώνες, ώσπου ανέβηκε ο αριθμός τους στους χίλιους. Όταν πια με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος των αγγέλων του έδωσε να καταλάβει τι σημαίνει το «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει», του είπε: – Βλέπεις, Σώζων, πόσα αγαθά σου ετοίμασα, επειδή με είδες γυμνό και με σπλαγχνίσθηκες και μ’ έντυσες; Πήγαινε λοιπόν και συνέχισε να κάνεις το ίδιο. Αν δώσεις στο φτωχό ένα ιμάτιο, εγώ θα σού ετοιμάσω εκατονταπλάσια.
Ακούγοντας αυτά ο Σώζων ρώτησε με δέος αλλά και με χαρά τον Κύριο: – Κύριε μου, το ίδιο θα κάνεις και σ’ όλους όσους βοηθούν τούς φτωχούς; Τούς φυλάς εκατονταπλάσια αγαθά και την αιώνια ζωή: Κι Εκείνος του αποκρίθηκε: – Όποιος θα θυσιάσει σπίτια ή χωράφια ή πλούτη ή δόξα ή πατέρα ή μητέρα ή αδελφούς ή αδελφές ή γυναίκα ή παιδιά ή οποιοδήποτε αγαθό της γης, «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει».

Γι αυτό, ποτέ μη μετανιώσεις για μία σου ελεημοσύνη εξευτελίζοντας τον φτωχό πού του έδωσες κάτι! Μη τυχόν αντί για ανταμοιβή πάθεις διπλή ζημιά. Διότι αυτός πού κάνει ένα καλό κι έπειτα μετανιώνει ή εξευτελίζει τον φτωχό, χάνει και τον μισθό του, αλλά βρίσκεται και ένοχος την ημέρα της Κρίσεως. Υστέρα από αυτά τα λόγια ο Σώζων ξύπνησε γεμάτος θαυμασμό για το όραμα. Σηκώθηκε αμέσως απ’ το κρεβάτι του και έδωσε και το άλλο του ιμάτιο σε κάποιον που ήξερε πως το είχε ανάγκη. Τη νύχτα βλέπει πάλι το ίδιο όραμα και το πρωί, χωρίς καθυστέρηση μοίρασε όλη του την περιουσία, απαρνήθηκε τον κόσμο και έγινε ένας θαυμάσιος μοναχός». Αυτό να το έχεις κι εσύ, παιδί μου, στο νου σου από δω και μπρος, συμβούλευσε τον επισκέπτη του ο άγιος Νήφων και να κάνεις ότι μπορείς για να θησαυρίσεις εκατονταπλάσια στον Ουρανό!

Πηγή: Ο Άγιος Νήφων Κωνσταντιανής «Ένας ασκητής επίσκοπος».

 

 

Το Ιακωβάκι

Φωτογραφία του Павел Белобрицкий.

Τον Άγιαννανίτη πατέρα Ιάκωβο, τον όποιο για τον βραχύ και λεπτοκαμωμένο τού αναστήματος του, όλοι τον αποκαλούσαν «τον Ίακωβάκι», τον συναντούσα εύτελοαπασχολούμενον σε περιοχές και αυλές καλυβών συνασκητών του ή ανεβοκατεβαίνοντας τον κεντρικό της Σκήτης μονοπάτι, με ξερόκλαδα για προσανάμματα στην αγκάλη του ή προσφοιτώντα στους βοηθητικούς χώρους τού Κυριακού κατά τις εόρτιες ιδίως συναθροίσεις των πατέρων πάντα δέξεσκούφωτον, αχτένιστον, ρυπαρό, ρακένδυτο, ξυπόλυτο χειμώνα καλοκαίρι

Έκανε μικροθελήματα και βοηθούσε σε ότι του εμπιστευόταν ό Δίκαιος της Σκήτης και οι λοιποί διακονηταί πατέρες. Εύκολα τον «απόπαιρνε» και τον επιτιμούσε ό καθένας τον έσπρωχνε στο πλάι, τον εμπόδιζε να πλησιάζει εκεί, πού νόμιζε πώς δεν του άρμοζε, και ‘κεϊνος υπάκουε αγόγγυστα κι’ αδιαμαρτύρητα και χαμογελούσε με άκρα ακακία. Και όλα αυτά είχαν εύκολη την εξήγηση και την κοινή παραδοχή· γιατί τον είχαν για «λειψό»· ελάχιστοι δεν ήσαν εκείνοι, πού έτρεμαν και συγκλονίζονταν στην σκέψη, μήπως είχαν απέναντι τους ένα σύγχρονο φαινόμενο ηθελημένης και κρυπτομένης διά Χριστόν σαλότητος. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Άγιος Ιωάννης ο Νάννος ο Θεσσαλονικεύς

“Kαι Nάννος ώφθη χαριτώνυμος νέος,

Mάρτυς Kυρίου· ω άκρας ευδοξίας!”

Αποτέλεσμα εικόνας για νεομαρτυς ναννος

από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, 
δάσκαλο, συγγραφέα
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΙΟΣ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΦΑ: Ο Νεομάρτυς Νάννος ή Ιωάννης μαρτύρησε στη Σμύρνη στα 1802 σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη από γονείς Μακεδόνες. Ο πατέρας του καταγόταν από το χωριό Αβρέτ-Ισσάρ, σήμερα παλαιό Γυναικόκαστρο του Κιλκίς, τριάντα χιλιόμετρα βόρεια της Θεσσαλονίκης, στην κοιλάδα του Αξιού, ενώ η μητέρα του από το χωριό Λόκοβι της Χαλκιδικής, [Ταξιάρχης]. Γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου κατοικούσαν, δημιούργησαν οικογένεια κι απέκτησαν δύο αγόρια, τον πρωτότοκο Θεόδωρο και τον Ιωάννη, που τον φώναζαν χαϊδευτικά Νάννο, για να διακρίνεται από τον ομώνυμο πατέρα του Ιωάννη1. Οι ευσεβείς και πιστοί στο Χριστό γονείς, μετέδωσαν τη φλόγα της πίστης και στα παιδιά τους. Ο Θεόδωρος ήξερε λίγα γράμματα, ο Νάννος δεν ήξερε. Νωρίς ο πατέρας πήρε τα παιδιά στη δουλειά του και τους έκανε βοηθούς του στο τσαγκάρικό του [κάλφες].

Ήταν η εποχή που ο Νάννος αρεσκόταν να ακούει να του διαβάζει ο Θεόδωρος βίους αγίων, κυρίως νεομαρτύρων, ίσως από το “Νέον Μαρτυρολόγιον”, που είχε εκδόσει ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης το1794 τυπωμένο στη Βενετία. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο άγιος Ιωάννης ο Ρώσος (27 Μαΐου)

του Κωνσταντίνου Αθ. Οικονόμου, δασκάλου

Η ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ: Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος γεννήθηκε το 1690 στη Νότια Ρωσία (σημερινή Ουκρανία). Οι γονείς του, πιστοί χριστιανοί οι ίδιοι, βάπτισαν τον γιο τους χριστιανό και τον μεγάλωσαν με νουθεσία Κυρίου. Έτσι ο Ιωάννης από μικρός έγινε θερμός χριστιανός. Όταν έφτασε στην κατάλληλη ηλικία, ο Άγιος Ιωάννης κατετάγη στο ρωσικό στρατό. Την εποχή εκείνη, επί μοναρχίας του τσάρου Πέτρου, μαινόταν ο ρωσοτουρκικός πόλεμος (1711-8). Στις μάχες για την ανακατάληψη του Αζώφ, αιχμαλωτίστηκε και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη.

Απ’ εκεί στο Προκόπιο, κοντά στην Καισάρεια της Καππαδοκίας της Μ. Ασίας, στην κατοχή ενός Αγά που διατηρούσε στρατόπεδο των Γενιτσάρων. Ο Τούρκος αξιωματούχος προσπάθησε, όπως συνηθιζόταν τότε, να τον πείσει να αλλαξοπιστήσει. Ο Άγιος αντιστάθηκε σθεναρά σε όλες τις προσπάθειες του Τούρκου.

Συνέχεια ανάγνωσης