Η Εκκλησία εἶναι τό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ. Ὀφείλετε μέ προσοχή πολλή νά διερευνᾶτε καί νά ψάχνετε τούς γύρω σας, μήπως εἰσχώρησε στίς τάξεις μας κάποιος ἀλλόφυλος (αἱρετικός ἤ ἀσεβής).

Ὑπόδειγμα Ἐπισκόπου

Τρεῖς φορές διώχθηκε καί ἐξορίστηκε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἀπό τήν ‘’ἐπίσημη ἐκκλησία’’. Τήν τελευταία του πνοή, στήν ἐξορία τήν ἄφησε.

Ὁ Μεγάλος μας Ἱεράρχης, ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, δέν χαρίστηκε σέ κανέναν ἀπό τούς τότε ἰσχυρούς καί ὑπερήφανους. Ἀντιστάθηκε μέ αὐταπάρνηση στίς αὐθαιρεσίες τῶν δυναστῶν, ἤλεγξε μέ αὐστηρότητα τήν αὐτοκρατορική φαυλότητα, ἀπέβαλε ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κάθε ἀνάξιον ἐπίσκοπο καί προπαντός ὕψωσε τεῖχος ὑψηλό καί ἀπροσπέλαστο ἀπέναντι στήν αἵρεση καί τήν ἀσέβεια.

Οἱ διδαχές του πάνω σέ θέματα διαφύλαξης τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν μάστιγα τῶν αἱρέσεων εἶναι σαφεῖς καί ἄκρως ἐπίκαιρες. Γράφει σχετικά:

‘’Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ. Ὀφείλετε μέ προσοχή πολλή νά διερευνᾶτε καί νά ψάχνετε τούς γύρω σας, μήπως εἰσχώρησε στίς τάξεις μας κάποιος ἀλλόφυλος (αἱρετικός ἤ ἀσεβής). Καί νά τόν φανερώνετε ἀμέσως. Ὄχι φυσικά γιά νά τόν φονεύσουμε ἤ νά τόν τιμωρήσουμε, ἀλλά γιά νά τόν ἀπαλλάξουμε ἀπό τήν πλάνη καί τήν ἀσέβεια καί νά τόν καταστήσουμε ἐξ ὁλοκλήρου δικό μας. Διότι ὅποιος ξέρει αὐτόν πού κάνει τό κακό καί τόν ἀνέχεται καί τόν ἀποκρύπτει, εἶναι σάν νά τοῦ δίνει τήν ἄδεια νά διαπράττει μέ μεγαλύτερη θρασύτητα τό κακό’’.(*)

Μέ φρόνημα ὑποδειγματικῆς ποιμαντικῆς εὐθύνης, ὁ Χρυσορρήμων Ἰωάννης διαβλέποντας τούς κινδύνους ἀπό τήν συγκάλυψη τῶν αἱρετικῶν, συμβουλεύει τούς πιστούς καί λέει: Ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ. Βάλτε τριγύρω της ἐπισκόπους, φύλακες προσεχτικούς καί ἄγρυπνους. Τά μάτια σας δεκατέσσερα, μή τυχόν καί σᾶς ξεφύγει κανένας αἱρετικός καί περάσει ἀνενόχλητος μέσα στό στρατόπεδο.

Μόλις ἀντιληφθείτε αἱρετικόν ἤ ἀσεβή νά παραβιάζει τά συρματοπλέγματα καί νά μπαίνει παρανόμως στόν χῶρο τοῦ στρατοπέδου, χτυπῆστε ἀμέσως συναγερμό. Πρῶτον, γιατί χρειάζεται ὁ ἴδιος ὁ αἱρετικός βοήθεια -ἀπαλλαγή καί σωτηρία ἀπό τήν πλάνη- καί δεύτερον, νά προλάβουμε, μή τυχόν καί κάνει κακό στούς στρατιῶτες μας.

Προσέξτε καλά. Ὅποιος φρουρός ἐπισκοπών ἐπιτρέπει τήν εἰσοδο αἱρετικοῦ ἐντός τοῦ στρατοπέδου καί δέν τόν ξεμπροστιάζει, ἀλλά ἀντιθέτως συντρώγει μαζί του καί τόν περιποιεῖται, εἶναι σάν νά βάζει φωτιά στό στρατόπεδο τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή στήν Ἐκκλησία Του.

……………………………………………………………………………………………………………………………

(*) ’’Στρατόπεδόν ἐστε τοῦ Χριστοῦ. Μετά ἀκριβείας ἐρευνᾶτε καί περιεργάζεσθε, εἴ τις τῶν ἀλλοφύλων ὑμῖν ἀναμέμικται καί ποιεῖτε δῆλον, οὐχ ἵνα ἀποκτείνωμεν οὐδ’ ἵνα κολάσωμεν καί τιμωρησώμεθα, ἀλλ’ ἵνα αὐτόν ἀπαλλάξωμεν τῆς πλάνης καί τῆς ἀσεβείας καί ἡμέτερον ἐξ ὁλοκλήρου ποιήσωμεν. Ὁ γάρ συνειδώς τῷ τά πονηρά πράττοντί τινι, καί περιστέλλων αὐτόν καί ἀποκρύπτων, πλείονα αὐτῷ παρέχει ραθυμίας ὑπόθεσιν καί μετά μείζονος ἀδείας παρασκευάζει τήν πονηρίαν ἐργάζεσθαι’’. (Ε.Π.Ε. 34, 118)

(Ἀπό τό ‘’Χρυσοστομικό λεξικό’’ τοῦ π. Δανιήλ Ἀεράκη, σελ. 135)

Φώτης Μιχαήλ
Ἰατρός

 

 

Κοιμήθηκε το Σάββατο 22/4/2017 ο π. Σεραφείμ Αγιαννανίτης, Γέροντας της Καλύβης του Αγίου Σεραφείμ της Ιεράς Σκήτεως Αγίας Θεοπρομήτωρος Άννης.


=================================
Κοιμήθηκε το Σάββατο 22/4/2017 ο π. Σεραφείμ Αγιαννανίτης, Γέροντας της Καλύβης του Αγίου Σεραφείμ της Ιεράς Σκήτεως Αγίας Θεοπρομήτωρος Άννης. Η Εξόδιος ακολουθία εψάλλη στο Κυριακό της Σκήτης, παρουσία των πατέρων της Σκήτης και άλλων αγιορειτών μοναχών. Άφησε μνήμη αγαθού ανδρός, ο οποίος δίδαξε με τη βιοτή του την υπακοή, την ησυχία την ταπείνωση, ακολουθώντας τα προστάγματα της μοναχικής πολιτείας. Αξίζει να σημειώσουμε ότι κατά την εξόδιο ακολουθία ο κεντρικός πολυέλεος κουνιόταν κυκλικώς και με σταθερή φορά, σημείο της θεϊκής ευαρέσκειας για τον εκλιπόντα μοναχό
===========================================
Τον είχα γνωρίσει πριν από 21 χρόνια, όταν έμεινα για 2 ημέρες στη Σκήτη της Αγίας Άννας. Δεν τον είχα ξαναδεί από τότε, αλλά ούτε και τον είχα ξεχάσει. Δεν είχα μάθει τίποτα για εκείνον και δεν φανταζόμουν ότι θα μπορούσα να ακούσω ποτέ για αυτόν, τον ταπεινό, τον πένητα και αγαθό μοναχό που είχα γνωρίσει εκεί. Ένας άσημος και αφανής μοναχός με τριμμένο και ξασπρισμένο ράσο, ούτε λόγιος, ούτε προβεβλημένος Ηγούμενος. Και όμως διάβασα χθες με έκπληξη στο διαδίκτυο την παραπάνω είδηση για αυτόν και συγκινήθηκα. Ειδικά για τη θεοσημεία που συνέβη στην Εξόδιο του. Ο π. Σεραφείμ έφτασε με τους αγώνες του σε μεγάλα ύψη.

Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Νιώθω ότι για κάποιον λόγο έπρεπε να πληροφορηθώ το οσιακό τέλος του, όπως και το πληροφορήθηκα και μάλιστα από έναν ιστότοπο που δε συνηθίζει τέτοιες ειδήσεις.
Ανακαλώ με συγκίνηση από το Ημερολόγιο μου την ευτυχή συγκυρία της συνάντησης μου με τον π. Σεραφείμ, όπως την κατέγραψα εκείνες τις ημέρες. Μου είναι αδύνατο να επιλέξω ένα μικρό μόνο απόσπασμα, χωρίς να καταστρέψω τον ρυθμό της αφήγησης και την εντύπωση που μου άφησε. Όποιος έχει ενδιαφέρον, θα πρέπει να αφιερώσει 5′ για να το διαβάσει.
================================================
.ΜΑΡ-13-1996-Τετάρτη-Ιερά Σκήτη Αγίας Άννας- Άγιο Όρος
Λίγο αργότερα στον εξώστη του Κυριακού είχαμε ακόμη μια μικρή κουβέντα με το νέο μοναχό από το Αιγάλεω. Ένας άλλος μεσήλικος μοναχός άπλωνε κάτι χαλιά πλυμένα για να στεγνώσουν, ενώ ξεσκόνιζε κάποια άλλα χτυπώντας τα με ένα χοντρό ραβδί. Κάποια στιγμή μας πλησίασε για να ρωτήσει κάτι το συνομιλητή μας και καθώς το έφερε η κουβέντα, αναφερθήκαμε στον Όσιο Σεραφείμ του Σάρωφ το βιογραφικό βιβλίο του οποίου είχα στα χέρια μου. Ο π. Σεραφείμ, αυτό ήταν το όνομα του, είχε σε μεγάλη εκτίμηση και ευλάβεια τον Όσιο που τον θεωρούσε ως έναν από τους μεγαλύτερους Ρώσους Αγίους. Είχε τόσο ενθουσιασμό με το βιβλίο, που το φυλλομετρούσε στα όρθια, λέγοντας ότι ήταν πολύ δύσκολο να βρει ρωσικό βιβλίο στο Όρος. Μου ήταν τόσο συμπαθής που μου έκανε χαρά να του το προσφέρω και έτσι του ζήτησα να το κρατήσει. Αρνήθηκε ευγενικά και μου το επέστρεψε, έχοντας κοκκινίσει. «Όχι κ. Γεράσιμε, ευχαριστώ». «Πάρε το π. Σεραφείμ», του έλεγα εγώ αντιπροτείνοντάς το, «μου κάνει χαρά να στο δώσω, άλλωστε το βιβλιοπωλείο είναι δίπλα μου, δεν είναι τίποτα για μένα». «Όχι κ. Γεράσιμε μου», επέμενε εκείνος. Σ’ αυτό το επίμονο πάρε-δεν παίρνω, καθώς και οι δύο είμαστε ανυποχώρητοι, του είπα και εγώ: «Για όνομα του θεού, π. Σεραφείμ, από αγάπη στο δίνω, από αγάπη πάρτο και εσύ». Τελικά και με την ενθάρρυνση των υπολοίπων που ήταν παρόντες, δέχτηκε συνεσταλμένα να το κρατήσει, λες και του είχαν δωρίσει ένα θησαυρό. Η χαρά του έμοιαζε με χαρά μικρού παιδιού. Τα μάτια του έλαμπαν και το χαμόγελό του άφησε να φανούν τα λιγοστά του δόντια. Έσκυψα να φιλήσω το χέρι του και να πάρω την ευχή του, φαίνεται όμως ότι τον αιφνιδίασα και δεν πρόλαβε να τραβήξει το χέρι του. Σε ανταπόδοση της πράξης μου, έσκυψε και εκείνος ευκίνητα και αιφνιδίασε και εμένα φιλώντας το δικό μου χέρι. Έμεινα άφωνος και συγκινημένος για το μάθημα ταπεινότητας που είχα πάρει. Είχαμε κερδίσει τη συμπάθεια του και εκείνος τη δική μας. Από εκείνη τη στιγμή ο π. Σεραφείμ έκανε ό,τι μπορούσε για να μας ευχαριστήσει. Του φαινόταν αδιανόητο απλά να κρατήσει ένα μικρό βιβλίο, χωρίς να ανταποδώσει αυτή τη φιλοφρόνηση. «Κύριε Γεράσιμε, θα σας πάω να δείτε την καλύβη του Αγίου Σεραφείμ που μου την άφησε ο γέροντας μου. Δεν πηγαίνω άλλους εκεί, εσείς όμως θέλω να έρθετε».
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, ο Χρήστος και εγώ, ακολουθώντας έξω από το Κυριακό τον υπερβολικά ευκίνητο για την ηλικία του π. Σεραφείμ. Λίγο μετά το Κυριακό, σταματήσαμε μπροστά σε ένα μικρό οίκημα δίπλα στο οποίο υπήρχε ένας μικρός κήπος με δύο-τρεις απέριττους τάφους μοναχών. Ο π. Σεραφείμ άρχισε να ψάχνει μέσα σε μια αρμαθιά κλειδιών, που έβγαλε από την τσέπη του τριμμένου και χιλιομπαλωμένου ζωστικού του. Βρήκε το κλειδί που έψαχνε και άνοιξε την βαριά ξύλινη πόρτα. Μπήκε πρώτος και τον ακολουθήσαμε, όταν με έκπληξη συνειδητοποιήσαμε ότι βρισκόμαστε μέσα στο οστεοφυλάκιο της σκήτης, για την φύλαξη του οποίου ήταν υπεύθυνος. Εκατέρωθεν του μακρόστενου δωματίου υπήρχαν μεγάλα και ψηλά ράφια πάνω στα οποία ήταν τοποθετημένα με εμφανή τάξη και επιμέλεια, περίπου δύο εκατοντάδες ανθρώπινα κρανία. Το καθένα από αυτά είχε γραμμένο στο μέτωπο με καλλιγραφικά βυζαντινά γράμματα, το όνομα, την ιδιότητα και την ημερομηνία θανάτου του νεκρού. Ο π. Σεραφείμ πήρε με προσοχή στα χέρια του ένα από τα κρανία, το ασπάστηκε με ευλάβεια και μας είπε χαμηλόφωνα: «Αυτός είναι ο γέροντας μου». Βλέποντας πόσο σημαντικό ήταν εκείνο το κρανίο για αυτόν, το πήραμε διαδοχικά στα χέρια μας και το ασπαστήκαμε επίσης. Ο π. Σεραφείμ ήταν ολοφάνερο, ότι εκεί μέσα ένιωθε όπως ανάμεσα σε φίλους. Κοιταχθήκαμε σιωπηλά με τον Χρήστο, νιώθοντας επίσης εκείνο το συναίσθημα πληρότητας που δίνει η απρόσμενη και σπάνια ευκαιρία. Είμαστε βέβαιοι, ότι ο π. Σεραφείμ μας τιμούσε με τον καλύτερο δυνατόν τρόπο, καθώς ελάχιστοι κοσμικοί είχαν διαβεί αυτή την πόρτα. «Είναι μερικές φορές, κύριε Γεράσιμε, που κάποια από αυτές τις κάρες ευωδιάζει, μέχρι το Κυριακό φτάνει η ευωδία που είναι καλύτερη και από το καλύτερο λιβάνι. Αυτό είναι σημείο, ότι ο Κύριος αξίωσε να τιμήσει τον μεταστάντα δούλο του με την αγιότητα. Ερχόμαστε τότε όλοι εδώ, για να βρούμε ποια είναι αυτή η κάρα, ώστε να αναδειχθεί ο άγιος. Βέβαια, δεν είναι κάτι που γίνεται συχνά. Η οικονομία του θεού είναι ανεξιχνίαστη. Κάποια φορά που νιώσαμε την ευωδία αυτή, που όμοια της δεν υπάρχει, ήρθαμε εδώ, αλλά δεν μπορέσαμε να βρούμε ποια ήταν η κάρα που αγίασε. Ο ένας έλεγε είναι αυτή, ο άλλος κάποια άλλη, λες και ευωδίαζαν όλες μαζί». Σε ένα μικρό πεζούλι, βρίσκονταν τοποθετημένες ξεχωριστά από τις υπόλοιπες, τρεις κάρες. Πλησίασα εκεί και είδα, ότι η μία από αυτές ανήκε στον φημισμένο παπά Σάββα τον Πνευματικό, μια από τις θρυλικές μορφές του Όρους για τον οποίο τόσα είχα διαβάσει σε αφηγήσεις και ιστορίες για τον Άθωνα. Η διπλανή ανήκε στον π. Ιωακείμ επίσης γνωστό για τις αρετές και την αγωνιστικότητά του. «Αυτός, έγινε μοναχός στην Αμερική, όπου είχε πάει να σπουδάσει και ύστερα χειροτονήθηκε. Δεν είχε πολλά γένια εκ φύσεως και λυπόταν γι’ αυτό. Προσευχήθηκε, λοιπόν, στην Παναγία να του χαρίσει άφθονα γένια και η προσευχή του εισακούστηκε. Ήρθε στην Αγία Άννα στη συνοδεία του γέροντα Αναστασίου και φαινόμενο μοναδικό, απόκτησε τόσο μακριά γενειάδα που έφτανε μέχρι τα δάχτυλα των ποδιών του. Τον πρόλαβα και εγώ, ας έχουμε την ευχή του».
Όλες αυτές οι κάρες, περιποιημένες και καθαρές, βαλμένες με τάξη πάνω στα ράφια, αποτελούσαν ένα σκηνικό αλησμόνητης φθοράς και συνάμα αφθαρσίας. Αφθαρσίας, επειδή στην ακλόνητη πίστη κάποιων ανθρώπων, όπως ο π. Σεραφείμ, οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν πεθάνει ποτέ, παρά μόνο εξέλειψαν βιολογικά. Και αυτό ήταν κάτι που δεν γινόταν αποδεκτό ως θάνατος. Στεκόμασταν στοχαστικοί ανάμεσα στα παρατεταγμένα ανθρώπινα κρανία, που έμοιαζαν με στρατιώτες με γραμμένα τα μητρώα τους, έτοιμους να ξεκινήσουν στους πρώτους ήχους της σάλπιγγας. Καμιά φρικιαστική αποκρουστικότητα, όπως αυτή των ανθρωποφάγων νεκροταφείων των μεγάλων πόλεων, που η αφροντισιά και η αδιαφορία απέναντι στα λείψανα των νεκρών, μοιάζει να είναι μια ανευλάβεια χειρότερη και από τον ίδιο τον θάνατο. Στις πόλεις πασχίζουμε να κρύψουμε τον θάνατο, να τον καταχωνιάσουμε όπως όπως, να γλιτώσουμε σαν τις στρουθοκαμήλους από την αναπόφευκτη ύπαρξη του, στριμώγνοντας τον σε μια άκρη της πόλης ή έξω από αυτήν, όπως τα σκουπίδια μας. Όμως εδώ, νιώθεις ότι συνυπάρχουν αρμονικά δύο κοινότητες, μια αυτή των ζωντανών και η άλλη των μεταστάντων αδελφών. Αδελφών, πόση ομορφιά και τι βαθιά νοήματα κρύβει αυτή η λέξη. Εδώ οι μεν επισκέπτονται τους δε, θέλουν να τους κρατούν όχι στο περιθώριο αλλά στο κέντρο της σκήτης. Έτσι ο θάνατος, δεν είναι πια αυτό που οι περισσότεροι από εμάς νομίζουμε ότι είναι, αλλά η αλυσίδα με τους άσπαστους κρίκους αγάπης που γεφυρώνει το χθες με το σήμερα και το αύριο.
Ο π. Σεραφείμ μας επανέφερε από τους συλλογισμούς μας. «Πάμε, κύριε Γεράσιμε μου, για να προλάβουμε πριν κλείσει ο Δικαίος». Βγήκαμε από το οστεοφυλάκιο και ακολουθώντας τον πάντα, πήραμε ένα μονοπάτι δεξιά από το Κυριακό, περάσαμε ορισμένες καλύβες και περιβόλια, ενώ ο ευκίνητος π. Σεραφείμ που προπορευόταν με το ζωστικό του να ανεμίζει, σαν αγριοκάτσικο στους οικείους του βράχους, μας περίμενε να τον προφτάσουμε. Πέντε λεπτά αργότερα, φτάσαμε στη μεγάλη αλλά ξεχαρβαλωμένη καλύβη την αφιερωμένη στο όνομα του Αγίου Σεραφείμ. Είχε κατώϊ και πρώτο όροφο, ανεβήκαμε μια ετοιμόρροπη ξύλινη σκάλα και μπήκαμε μέσα. «Αυτή είναι η καλύβη που μου άφησε ο γέροντας μου, κύριε Γεράσιμε. Κοιμήθηκε πριν μερικά χρόνια και τώρα μένω μόνος εδώ. Χρησιμοποιώ ένα μικρό της μέρος μόνο. Ελάτε». Τον ακολουθήσαμε μέσα από κάποια δωμάτια και διαδρόμους όπου υπήρχε μια αίσθηση εγκατάλειψης και κάποιας αταξίας. Μας οδήγησε στην άκρη της καλύβης, όπου μερικά σκαλοπάτια ανέβαζαν στο ενσωματωμένο εκκλησάκι του Αγίου Σεραφείμ. Ήταν πανέμορφο, με κυκλικό σχήμα και θόλο με γύψινες διακοσμήσεις, είχε δε πολλές εικόνες, κηροστάσια και αναλόγια. Ο χώρος ήταν αρκετός ώστε να χωράει γύρω στα δέκα ξυλόγλυπτα στασίδια, σημάδι ότι εδώ κάποτε εγκαταβίωνε μια ανθηρή συνοδεία. Προσκυνήσαμε τις εικόνες και περιεργαστήκαμε τον όμορφο χώρο. «Την καλύβη αυτή την είχε αφήσει στο γέροντα μου ο δικός του γέροντας και πριν από εκείνον άλλος. Είναι 300 χρόνων αυτό που βλέπετε, εδώ μέσα έχουν ζήσει πολλοί, ανάμεσά τους και μερικοί φημισμένοι για την αγιότητά τους μοναχοί. Δυστυχώς, κύριε Γεράσιμε μου, εγώ απόμεινα μόνος γιατί ο γέροντας μου δεν είχε άλλους υποτακτικούς. Θέλω να την επιδιορθώσω αλλά μόνος μου δεν μπορώ, ούτε χρήματα έχω για να πάρω εργάτες». Η ενθύμηση των προβλημάτων και η δυνατότητα να μιλήσει για αυτά σε κάποιους τον έκαναν να δακρύσει. «Φοβάμαι ότι κάποια μέρα θα πέσει και θα με πλακώσει ενώ θα κοιμάμαι. Η υγρασία και οι βροχές έχουν σαπίσει τα ξύλινα δοκάρια στο κατώϊ, έκανα μερικές μικρο-επισκευές αλλά είναι μάταιο. Λυπάμαι, ύστερα από τόσα χρόνια να την εγκαταλείψω και να φύγω. Οι υπόλοιποι και ο Δικαίος υποσχέθηκαν ότι θα με βοηθήσουν, αλλά τα χρήματα που απαιτούνται είναι πολλά. Βλέπετε, όλα τα υλικά ανεβαίνουν με τα μουλάρια και ο βουρδουνάρης ζητάει πολλά. Έγραψα και σε δύο-τρεις σεβασμιώτατους, αν μπορούν να με βοηθήσουν, αλλά απάντηση δεν έχω πάρει. Μερικοί μου έστειλαν ότι μπορούσαν, μα δεν φτάνουν». Μας πήγε έπειτα στο σκοτεινό κατώϊ και με το φως ενός φακού μας έδειξε τα ξύλινα υποστηλώματα που πραγματικά έσταζαν νερό. Ανήμποροι και εμείς να τον βοηθήσουμε να σώσει την καλύβη, ευχηθήκαμε να δώσει ο θεός να γίνει δυνατό. Από την πλευρά μου ανέλαβα να μεταφέρω δύο-τρεις επιστολές σε ενοριακούς ιερείς και μητροπολίτες της περιοχής μας. Από σύμπτωση γνώριζε τον παπά- Άγγελο της δικής μου ενορίας. «Είχε έρθει εδώ κάποτε, γνώριζε τον γέροντα μου, στην πλάτη μου τον είχα κουβαλήσει (ο π. Άγγελος είναι χωλός) μας είχε λειτουργήσει κιόλας. Πες του το και θα με θυμηθεί. Ο γέροντας μου είχε μεγάλη φήμη στο Όρος, έφτιαχνε και το καλύτερο λιβάνι μου έμαθε και εμένα τη συνταγή. Περιμένετε λίγο». Μπήκε σ’ ένα δωμάτιο και βγήκε κρατώντας κάνα-δύο πακέτα που μας έβαλε στα χέρια. «Να, λιβάνι τριαντάφυλλο που έχω φτιάξει μόνος μου, πάρτε το για ευλογία είναι το καλύτερο στο Όρος». Η ώρα του εσπερινού είχε φτάσει πια. Τον ρωτήσαμε, αν θα μπορούσαμε να τον παρακολουθήσουμε κάπου και μας απάντησε ότι στη σκήτη ο καθένας κάνει στην καλύβη του τη λατρεία. Θα μπορούσε να μας πάει στην καλύβη των Καρτσωναίων, αλλά θα αργούσαμε στην επιστροφή και ο Δικαίος θα έκλεινε την πόρτα μόλις έπεφτε το πρώτο σκοτάδι. Ως εκ τούτου, έπρεπε να βιαστούμε για να επισκεφτούμε και το σπήλαιο του αγίου Γεράσιμου, πριν επιστρέψουμε στο Κυριακό.
Πήραμε πάλι το μονοπάτι και ύστερα από μερικές δεκάδες μέτρα το συναντήσαμε στη ρίζα ενός βράχου. Ο π. Σεραφείμ ξεκλείδωσε μια μικρή πόρτα και κατεβήκαμε 4-5 απότομα σκαλοπάτια. Βρεθήκαμε σε ένα χώρο εμβαδού δύο περίπου μέτρων, όπου υπήρχε ένα μανουάλι και μερικές εικόνες του αγίου Γερασίμου με καντήλι. Προσκύνησα με ιδιαίτερη συγκίνηση την εικόνα του προστάτη μου αγίου, που ασκήτεψε σ’ αυτό το μικρό σπήλαιο για τέσσερα ολόκληρα χρόνια, πριν μεταβεί στο νησί της Κεφαλονιάς όπου βρίσκεται το ολόσωμο λείψανο του. Αφήσαμε το σπήλαιο και λίγο αργότερα περνούσαμε την πόρτα του αυλόγυρου γύρω από το Κυριακό. Εκεί ο π. Σεραφείμ μας χαιρέτισε: «Πηγαίνετε για φαγητό τώρα που σας περιμένει ο Δικαίος, μη μας μαλώσει που αργήσαμε, και αύριο το πρωί πριν φύγετε θα έρθω να σας βρω».
ΜΑΡ-14-1996-Πέμπτη-Ιερά Μονή Σίμωνος-Πέτρας- Άγιο Όρος
Νωρίς το πρωί ακόμη ο π. Σεραφείμ με περίμενε έξω από τον ξενώνα. Πήραμε χαρτί και στυλό και συντάξαμε μαζί το περιεχόμενο της επιστολής που του είχα υποσχεθεί να διακομίσω. Με μεγάλη ταπεινότητα εξέθετε το πρόβλημα του ζητώντας από τους παραλήπτες την παραμικρή βοήθεια. Στο τέλος του ζήτησα να προσεύχεται για μένα, πήρα την ευχή του, φιλώντας το χέρι του κι εκείνος φίλησε το δικό μου. «Είθε ο άγιος Σεραφείμ να σας φωτίζει και να σας οδηγεί».
================================================
Αιώνια του η μνήμη, Καλό Παράδεισο.
Γ.Γ.Γ.

μας τόστειλε το mail

 

 

Ο άγιος Πορφύριος περί…Ερντογάν!

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ
Μέσα στις απομαγνητοφωνημένες συζητήσεις του αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτου που υπάρχουν στο Μοναστήρι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Μίλεσι Ωρωπού Αττικής υπάρχει και συζήτηση σχετική με την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα.
Ο άγιος και διορατικός γέροντας, που έβλεπε μέσα στην Χάρη του Θεού τα μέλλοντα ως παρόντα, περιγράφει πριν από 30 και πλέον χρόνια με τα μελανώτερα χρώματα το σημερινό κατάντημα. Μιλούσε για ένα κατήφορο χωρίς σταματημό, για καταστάσεις πολύ επικίνδυνες που θα ακολουθήσουν την οικονομική καταστροφή. Κατέληγε στην προόραση ότι από την καταστροφή θα μας σώσει ένας αλλοδαπός, ένας ξένος, ένας Τούρκος όπως συμπεραίνουν άνθρωποι που τον άκουσαν και έζησαν κοντά το μέγα αυτό πνευματικό ανάστημα της Παγκόσμιας Ορθοδοξίας.
Κάποια πνευματικά παιδιά του αγίου κάνουν την υπόθεση ότι αυτή η μεγάλη προφητεία πραγματοποιήθηκε όταν τον προηγούμενο Ιούλιο, μετά το Πραξικόπημα στην Τουρκία, ο Ερντογάν φυλάκισε μεγάλο αριθμό υψηλόβαθμων στρατιωτικών που σκόπευαν να κάνουν πόλεμο με την Ελλάδα με απώτερο σκοπό να διασπάσουν το εσωτερικό μέτωπο της Τουρκίας.
Άλλοι ισχυρίζονται ότι η προφητεία δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Όλοι συμφωνούν ότι αυτό το πρόσωπο που θα σώσει την Ελλάδα από την καταστροφή πιθανόν είναι ο πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας Ταγίπ Ερντογάν. Το πότε και το πως  θα το μάθουμε στο μέλλον. Ένα είναι σίγουρο: Το χάρισμα της προφητείας που είχε ο άγιος Γέροντας ποτέ δεν λάθεψε γιατί , όπως έλεγε και ο ίδιος, τα Χαρίσματα του Θεού ποτέ δεν λαθεύουν!

https://nomokanon.blogspot.gr/2017/04/blog-post_23.html

 

Ὁ Ἅγιος Παΐσιος εἶχε μεγάλη ὀρθόδοξη εὐαισθησία, γι΄ αὐτὸ δὲν δεχόταν συμπροσευχὲς καὶ κοινωνία μὲ πρόσωπα μὴ ὀρθόδοξα

Ἱερομονάχου Ἰσαὰκ «Βίος Ὁσίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου»

Ὁ Γέροντας ἦταν μοναχὸς μὲ ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα καὶ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση. Οἱ ἐκκλησιολογικὲς του ἀπόψεις ἦταν ὀρθοδοξότατες. Πίστευε ὅτι ἡ Ἐκκλησία κατέχει τὸ πλήρωμα τῆς ἀποκαλυφθείσης Ἀλήθειας. Ἔλεγε: «Ὅ,τι ἔχει ἡ Ἐκκλησία εἶναι λαμπικαρισμένο». Ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων κατορθώνεται στὴν Ἐκκλησία. Αἰσθανόταν ὅτι ἀποτελεῖ μέλος της. Ὑπέτασσε τὸ θέλημά του καὶ θυσιαζόταν γιὰ τὸ καλό της. Ἀκόμη καὶ ἡ ἄσκησή του εἶχε ἐκκλησιαστικὴ ἀναφορά. Πίστευε ὅτι, «ὅταν διορθώσω τὸν ἑαυτό μου, διορθώνεται ἕνα κομμάτι τῆς Ἐκκλησίας». Ἡ ἀγάπη του γιὰ αὐτὴν ἦταν πολὺ μεγάλη. Γιὰ τὴν εὐστάθειά της ὑπέμεινε κόπους καὶ θυσίες, γιὰ τὴν δόξα της προσευχόταν συνεχῶς. Γιὰ τὴν ἑνότητά της ἀγωνίστηκε πολυτρόπως. Ἔγραφε: «Δὲν εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κάνει τὴν Ὀρθόδοξον τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν κόμμα. Ἀγαπῶ τοὺς καλοὺς ἐργάτας τοῦ Χριστοῦ καὶ βοηθῶ ὅσο μπορῶ». Συνέχεια ανάγνωσης

 

Μνήμη Οσίου Ιωάσαφ του Μετεωρίτου

20 Απριλίου

Μνήμη Οσίου Ιωάσαφ του Μετεωρίτου

Δεύτερος κτήτορας της μονής του Μεγάλου Μετεώρου και διάδοχος του Οσίου Αθανασίου υπήρξε ο «Ιωάννης Ούρεσης Παλαιολόγος, ο δια του θείου και αγγελικού σχήματος επικληθείς Ιωάσαφ μοναχός». Δυστυχώς δεν ευρέθηκε βιογραφία του Αγίου Ιωάσαφ του Μετεωρίτου και όλες οι πληροφορίες που έχουμε γι αυτόν τις αντλούμε από την βιογραφία του Οσίου Αθανασίου και από διάφορα επίσημα έγγραφα.

Ο Ιωάννης- Ιωάσαφ ο Μετεωρίτης ήταν υιός του Ελληνο-σέρβου βασιλέως Ηπείρου και Μεγάλης Βλαχίας, δηλαδή Θεσσαλίας, με έδρα τα Τρίκαλα, Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου (1359-1370). Η μητέρα του, Θωμαΐς, ήταν θυγατέρα του Δεσπότου της Ηπείρου Ιωάννου Β΄ Ορσίνη (1323- 1335) και αδελφή του μετέπειτα δεσπότου της Ηπείρου Νικηφόρου Β΄ Ορσίνη.

Ο Ιωάννης γεννήθηκε κατά το 1349-1350. Από την μητέρα του συγγένευε με τη βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων, εκ των οποίων διατήρησε και το επώνυμο. Η γιαγιά του, η Μαρία Παλαιολογίνα, δισέγγονη του βυζαντινού αυτοκράτορος Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259- 1282) από τον πατέρα της Ιωάννη Παλαιολόγο, και εγγονή από την μητέρα της Ειρήνη, του υψηλού αξιωματούχου Θεόδωρου Μετοχίτη, κτίτορος της περιώνυμης μονής της Χώρας της Κωνσταντινουπόλεως, είχε νυμφευθεί τον παππού του Ιωάννου- Ιωάσαφ, το Σέρβο βασιλέα Στέφανο Γ΄ Ούρεση (1321- 1331). Συνέχεια ανάγνωσης

 

Άγιος Αθανάσιος Μετεωρίτης


Άγιος Αθανάσιος Μετεωρίτης

Ὁ Ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Με­τε­ω­ρί­της συγ­κα­τα­λέ­γε­ται στίς ἐ­πι­βλη­τι­κές μορ­φές τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου μο­να­χι­σμοῦ καί ἀ­σκη­τι­σμοῦ. Ὑ­πῆρ­ξε μέ­γας ἀ­να­χω­ρη­τής καί ἡ­συ­χα­στής, Κτί­το­ρας καί Κα­θη­γη­τής τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ὁ εἰ­ση­γη­τής καί θε­με­λι­ω­τής τοῦ κοι­νο­βια­κοῦ ἁ­γι­ο­με­τε­ω­ρί­τι­κου μο­να­χι­σμοῦ.

Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ Βί­ου του, κα­τά τά τέ­λη τοῦ 14ου καί τίς ἀρ­χές τοῦ 15ου αἰ­ώ­να, εἶ­ναι ὁ πε­ρί­που σύγ­χρο­νός του με­τε­ω­ρί­της μο­να­χός Νεῖ­λος Σταυ­ρᾶς (κώδ. 3 τῆς Ἐ­θνι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Ἑλ­λά­δος, αὐ­τό­γρα­φος τοῦ Νεί­λου, προ­ερ­χό­με­νος ἀ­πό τήν Μο­νή τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, καί κώδ. 404 τῆς Μο­νῆς τοῦ Με­γά­λου Με­τε­ώ­ρου, ἀν­τί­γρα­φο τοῦ ἔ­τους 1570).

Ὁ ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ὁ Με­τε­ω­ρί­της γεν­νή­θη­κε πε­ρί τό ἔ­τος 1302 στή με­σαι­ω­νι­κή πό­λη τῶν Νέ­ων Πα­τρῶν, τή ση­με­ρι­νή Ὑ­πά­τη, καί τό κο­σμι­κό του ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ἀν­δρό­νι­κος. Οἱ γο­νεῖς του ἀ­νῆ­καν σέ ὑ­ψη­λή κοι­νω­νι­κή τά­ξη: «γο­νέ­ων ἐ­πι­φα­νῶν υἱ­ός καί τῆς πα­τρί­δος αὐ­τοῦ τῶν πολ­λῶν ὑ­πε­ρε­χόν­των». Στή βρε­φι­κή του ἡ­λι­κί­α ὁ μι­κρός Ἀν­δρό­νι­κος, με­τέ­πει­τα μο­να­χός Ἀ­θα­νά­σιος, ἔ­χα­σε καί τούς δύ­ο γο­νεῖς του καί ἔ­μει­νε ὀρ­φα­νός. Τήν ἐ­πι­μέ­λειά του ἀ­νέ­λα­βε τό­τε κά­ποι­ος θεῖ­ος του.

Ὅ­ταν τό ἔ­τος 1319 ἡ Νέ­α Πά­τρα (Ὑ­πά­τη) κα­τα­λή­φθη­κε ἀ­πό τούς Κα­τα­λα­νούς ὑ­πό τόν Φράγ­κο εὐ­πα­τρί­δη δόν Ἀλ­φόν­σο Φα­δρί­γο τόν Ἀ­ρα­γω­νι­κό, ὁ νε­α­ρός Ἀν­δρό­νι­κος – Ἀ­θα­νά­σιος, ἡ­λι­κί­ας 16-17 ἐ­τῶν αἰχ­μα­λω­τί­στη­κε καί, με­τά τή δι­α­φυ­γή καί ἀ­πό­δρα­σή του κα­τέ­φυ­γε, μα­ζί μέ τόν θεῖ­ο του, στή Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που τόν ἴ­διο ἤ τόν ἑ­πό­με­νο χρό­νο, ἀ­πε­βί­ω­σε ὁ θεῖ­ος του στή Μο­νή τοῦ Ἀ­κα­πνί­ου.

Στή Θεσ­σα­λο­νί­κη ἡ με­γά­λη φι­λο­μά­θειά του, «ὁ ἔ­ρως τῆς θύ­ρα­θεν μα­θή­σε­ως», τόν ὁ­δη­γεῖ σέ δι­δα­σκά­λους γιά τήν μόρ­φω­σή του καί τήν ἀ­πό­κτη­ση παι­δεί­ας. Ἡ τά­ση του πρός τόν ἀ­σκη­τι­σμό καί ἡ ἀ­γά­πη του πρός τόν Θε­ό τόν ὁ­δη­γοῦν γιά πρώ­τη φο­ρά στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ὅ­που ὅ­μως, ὡς ἀ­νή­λι­κος ἀ­κό­μη, δέν γί­νε­ται δε­κτός ἀ­πό τούς πα­τέ­ρες γιά νά πα­ρα­μεί­νει ἐ­κεῖ.

Φύ­ση ἀ­νή­συ­χη, δυ­να­μι­κή καί φι­λο­πε­ρί­ερ­γη ὁ Ἀν­δρό­νι­κος, ρί­χνε­ται σέ νέ­ες πε­ρι­πλα­νή­σεις καί ἀ­να­ζη­τή­σεις. Με­τα­βαί­νει στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ὅ­που ἀ­σπά­ζε­ται τούς ἱ­ε­ρούς να­ούς καί τά τί­μια λεί­ψα­να τῶν ἁ­γί­ων, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να γνω­ρί­ζε­ται καί συ­να­να­στρέ­φε­ται μέ κο­ρυ­φαί­ους θε­ο­λό­γους καί σπου­δαί­ους λό­γιους ἐκ­κλη­σι­α­στι­κούς ἄν­δρες, ὅ­πως τόν Γρη­γό­ριο Σι­να­ΐ­τη, τόν ἐ­πι­φα­νῆ πα­τέ­ρα τῆς μυ­στι­κῆς καί νη­πτι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, τόν με­τέ­πει­τα Οἰ­κου­με­νι­κό Πα­τριά­ρχη Ἰ­σί­δω­ρο, τόν Δα­νι­ήλ τόν ἡ­συ­χα­στή καί ἄλ­λες ἐ­ξέ­χου­σες μορ­φές τῆς μο­να­στι­κῆς κοι­νό­τη­τας. Ἀ­π’ αὐ­τούς μυ­εῖ­ται στά μυ­στι­κά τῆς ἡ­συ­χα­στι­κῆς ζω­ῆς καί «ὡς μέ­λιτ­τα συλ­λέ­γει τά καί­ρια».

Γιά βι­ο­πο­ρι­στι­κούς ἴ­σως λό­γους με­τα­βαί­νει γιά λί­γο στή βε­νε­το­κρα­τού­με­νη Κρή­τη καί πε­ρί τό ἔ­τος 1332, σέ ἡ­λι­κί­α τριά­ντα χρό­νων, ἐ­πι­στρέ­φει πά­λι στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τήν κο­σμι­κή ζω­ή καί νά ἀ­σπα­σθεῖ τόν «μο­νό­τρο­πον καί μο­νή­ρη» βί­ο.

Στό Ἅ­γιον Ὄ­ρος κεί­ρε­ται μο­να­χός ἀ­πό τόν γέ­ρον­τά του Γρη­γό­ριο καί με­το­νο­μά­ζε­ται Ἀν­τώ­νιος, ἐ­νῶ δέν ἀρ­γεῖ νά γί­νει με­γα­λό­σχη­μος, ὁ­πό­τε παίρ­νει τό νέ­ο καί ὁ­ρι­στι­κό πιά μο­να­χι­κό του ὄ­νο­μα Ἀ­θα­νά­σιος, μέ τό ὁ­ποῖ­ο ἔ­μελ­λε νά γί­νει γνω­στός καί νά λά­βει προ­έ­χου­σα θέ­ση με­τα­ξύ τῶν ὁ­σί­ων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας καί τῶν με­γά­λων μορ­φῶν τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξου ἀ­σκη­τι­σμοῦ.

Κα­τά τό δι­ά­στη­μα τῆς ἐ­κεῖ πα­ρα­μο­νῆς του ὁ ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ἀ­σκή­θη­κε στήν προ­σευ­χή, στήν ὑ­πα­κο­ή καί ὑ­πο­τα­γή, στίς κα­κου­χί­ες καί γε­νι­κό­τε­ρα στήν κα­τά Θε­όν ἀ­ρε­τή. Οἱ ἀν­τί­ξο­ες ὅ­μως πε­ρι­στά­σεις τῶν και­ρῶν, κυ­ρί­ως οἱ ἐ­πι­δρο­μές καί δη­ώ­σεις τῶν Ὀ­θω­μα­νῶν Τούρ­κων τόν ἐ­ξα­ναγ­κά­ζουν, μα­ζί μέ τόν Γέ­ρον­τά του Γρη­γό­ριο καί τόν μο­να­χό Γα­βρι­ήλ νά ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τό Ἅ­γιον Ὄ­ρος.

Κα­θ’ ὑ­πό­δει­ξη τοῦ ἐ­πι­σκό­που Σερ­βί­ων Ἰ­α­κώ­βου, ἐγ­κα­θί­σταν­ται στόν Στύ­λο τῶν Στα­γῶν, πι­θα­νό­τα­τα τόν ση­με­ρι­νό βρά­χο τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων. Ὁ ἱ­ε­ρο­μό­να­χος Γρη­γό­ριος πα­ρέ­μει­νε ἐ­κεῖ ὡς στυ­λί­της ἐ­πί μί­α δε­κα­ε­τί­α, ἐ­νῶ τά τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια του πέ­ρα­σε στήν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη.

Ὁ αὐ­στη­ρός ἀ­να­χω­ρη­τής καί φι­λέ­ρη­μος Ἀ­θα­νά­σιος, ἀ­πο­ζη­τών­τας πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­πο­μό­νω­ση καί γα­λή­νη (ἡ­συ­χί­α), δι­ά­λε­ξε ἄλ­λον βρά­χο, «τό­πον ἀ­να­χω­ρη­τι­κόν, πέ­τραν εἰς αἰ­θέ­ριον ὕ­ψος ἠρ­μέ­νην», ὅ­που κα­τέ­φυ­γε, πε­ρί τό ἔ­τος 1340, καί πα­ρέ­μει­νε ὁ­ρι­στι­κά πιά. Πρό­κει­ται γιά τόν λε­γό­με­νο Πλα­τύ λί­θο ἤ Πλα­τύ­λι­θο, πού ὁ ἴ­διος ἀ­πε­κά­λε­σε «Με­τέ­ω­ρο», ὀ­νο­μα­σί­α ἡ ὁ­ποί­α ἔ­μελ­λε νά κα­θι­ε­ρω­θεῖ ἔ­κτο­τε, νά δι­α­τη­ρη­θεῖ διά μέ­σου τῶν αἰ­ώ­νων καί νά γε­νι­κευ­θεῖ ἀρ­γό­τε­ρα στό σύ­νο­λο τῶν γύ­ρω μο­να­στη­ρι­ῶν καί βρά­χων.

Ἐ­κεῖ ὁ ὅ­σιος Ἀ­θα­νά­σιος ἔ­κτι­σε τό ἀ­σκη­τι­κό του κα­τα­φύ­γιο καί ὀρ­γά­νω­σε τήν πρώ­τη συ­στη­μα­τι­κή μο­να­στι­κή κοι­νό­τη­τα τῶν Ἁ­γί­ων Με­τε­ώ­ρων. Στήν ἀρ­χή οἰ­κο­δό­μη­σε στόν βρά­χο να­ό τῆς Θε­ο­μή­το­ρος, τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Με­τε­ω­ρί­τισ­σας Πέ­τρας, στήν ὁ­ποί­α ἀ­φι­έ­ρω­σε καί τή μο­νή. Ἀρ­γό­τε­ρα, με­τά τό ἔ­τος 1359, μέ τή συν­δρο­μή τοῦ Τρι­βαλ­λοῦ (δηλ. Σέρ­βου) το­πι­κοῦ ἄρ­χον­τα, πι­θα­νό­τα­τα τοῦ Συ­με­ών Οὔ­ρε­ση Πα­λαι­ο­λό­γου, ἀ­νή­γει­ρε ἄλ­λον να­ό πρός τι­μήν τοῦ Με­ταμορ­φω­θέν­τος Σω­τῆ­ρος Χρι­στοῦ, πού ἀ­πε­τέ­λε­σε τό κα­θο­λι­κό τῆς μο­νῆς, στήν ὁ­ποί­α ἔ­δω­σε καί τή μέ­χρι σή­με­ρα ἐ­πω­νυ­μί­α της (τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως).

Ταπεινός στό ἔπακρο ὅπως ἦταν, παρέμεινε σ’ ὅλη τή ζωή του ἁπλός μοναχός: «Ταπεινοφροσύνης δέ ὑπόδειγμα ὅτι, ἄξιος ὤν θρόνου μεγάλου ἀρχιερωσύνης λαβέσθαι, οὐδόλως βαθμοῦ ἱερωσύνης ἥψατο». Λόγῳ τῆς ταπεινώσεώς του, ὅταν καθόταν στήν Τράπεζα ἔβαζε πάντοτε κάποιον ἄλλο ἀδελφό νά εὐλογήσει.

Ἡ ζωή του ὑπῆρξε «ἀειφυγία», ἡ δέ μοναστική του ξενιτεία ἦταν τόσο τέλεια, ὥστε οὐδέποτε ἀνέφερε σέ κανένα τό ὄνομά του παρότι καταγόταν ἀπό εὐγενεῖς γονεῖς.

Ἡ ἀδιάλειπτη εὐχή καί ἡ αὐτομεμψία εἶχαν ἐμφυτεύσει διαρκές πένθος στήν καρδιά του καί ἡ καθημερινή μνήμη θανάτου -ἡ ἀληθινή φιλοσοφία- συμπλήρωνε τόν κανόνα τῶν εὐχῶν καί τῆς ἐργασίας.

Ὅλη του ἡ ζωή κύλισε μέ βραχύτατη μονοφαγία καί ἡ φιλοκτημοσύνη καί ἡ προσκόλληση στήν ὕλη οὐδόλως τόν ἤγγιζε.

Ἡ στάση του στήν Ἐκκλησία ἦταν ἀπόδειξη διηνεκοῦς βίας. Ἀνύστακτος, ἀκίνητος, «ὥσπερ ἀνδριάς καί στύλος», προσευχόταν μέ ἔνταση στίς ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες.

Ἀσκητής, ἡσυχαστής –κατά τόν βιογράφο του, μόνο δύο σύγχρονοί του Ἁγιορεῖτες Πατέρες μποροῦσαν νά θεωρηθοῦν ἰσοστάσιοί του στήν ἐργασία τῆς νοερᾶς προσευχῆς-, ἄγρυπνος Ποιμένας ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος, ἔλαβε ἀπό τό Θεό μεγάλα χαρίσματα. Χάρισμα νά προλέγει τά μέλλοντα καί χάρισμα νά θαυματουργεῖ.

Μέ τήν συγκέντρωση, σύν τῷ χρόνῳ, πολλῶν ἀδελφῶν στή μονή (ὁρισμένοι ἦλθαν καί ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος), ὁ ὅσιος Ἀθανάσιος ὀργάνωσε τό μοναστήρι σέ συστηματικό κοινόβιο: «ἐβουλήθη οὖν τούς ὑπ’ αὐτοῦ ἐν κοινοβιακῷ τύπῳ καί κανόνι συνάψαι». Ὁ ἴδιος διατύπωσε καί ἰδιοχείρως ἔγραψε τόν «κανονικόν τύπον», δηλαδή τίς τυπικές διατάξεις τοῦ κοινοβίου.

Λίγο πρίν τήν κοίμησή του, ὅρισε διάδοχό του τόν μοναχό Ἰωάσαφ, πρώην βασιλέα, Ἰωάννη Οὔρεση Παλαιολόγο. Μετά ἀπό σύντομη ἀσθένεια τῆς χολῆς καί τοῦ ἥπατος, ὁ Ἀθανάσιος κοιμήθηκε ἤρεμα καί εἰρηνικά, σέ ἡλικία 78 ἐτῶν, περί τό 1380. Ἡ Ἐκκλησία τόν κατέταξε μεταξύ τῶν ὁσίων της καί ἡ μνήμη του ἑορτάζεται, ἀπό κοινοῦ μέ τή μνήμη τοῦ δεύτερου κτίτορα τῆς μονῆς ὁσίου Ἰωάσαφ, στίς 20 Ἀπριλίου.

http://meteoronlithopolis.gr/gr/8-meteora-saints/7

 

 

Ο Χιλιανός νεομάρτυρας Χοσέ (Ιωσήφ) Μουνιόθ-Κορτέζ (1997)

Νεομάρτυρες της Ορθοδοξίας στον 20ό και 21ο αιώνα

Φωτογραφία της Αννα Γριβα.
Πόσοι γνωρίζουμε το μαρτύριο που έζησε αυτός ο ΄άνθρωπος στην Ελλάδα ;

Ο Νεομάρτυρας Χοσέ Μουνιόθ-Κορτέζ γεννήθηκε το 1950 στη Χιλή της Νότιας Αμερικής. Η οικογένειά του ήταν βαθιά θρησκευόμενη αλλά ανήκε στη παπική πλάνη.

Σε ηλικία 12 ετών γνώρισε τον Ορθόδοξο Επίσκοπο Χιλής Λεόντιο, ο οποίος τον ενέπνευσε να γνωρίσει την Αληθινή Εκλησία και  να βαπτιστεί Ορθόδοξος δύο χρόνια αργότερα.
Τον εντυπωσίαζε ο τρόπος ζωής των μοναχών και παρότι ζούσε μέσα στην πόλη, προσπαθούσε να εφαρμόζει όσα έκαναν η μοναχοί. Επιδόθηκε σε νηστείες, προσευχή, αγρυπνίες. Κάποια στιγμή, έφυγε από τη Χιλή και μετακόμισε στον Καναδά. Εκεί εργάστηκε ως δάσκαλος ζωγραφικής στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ. Παράλληλα ο ίδιος θέλησε να μάθει Βυζαντινή Αγιογραφία.
Το 1982 ο Χοσέ επισκέφθηκε το Άγιον Όρος. Εκεί μελέτησε πολλές βυζαντινές εικόνες στα πλαίσια των αγιογραφικών του σπουδών. Ιδιαίτερη εντύπωση του έκανε ένα αντίγραφο της Παναγίας της Πορταΐτισσας, που υπήρχε σε μία σκήτη. Ο Χοσέ θέλησε να την αγοράσει, αλλά στεναχωρήθηκε όταν έμαθε ότι δεν ήταν προς πώληση. Καθώς έφευγε όμως, ο Δικαίος της Σκήτης του χάρισε την εικόνα. Ο ευλαβής προσκυνητής απέδωσε το γεγονός σε θαύμα της Θεοτόκου.


Επιστρέφοντας στο Μόντρεαλ, ο Χοσέ διάβαζε κάθε βράδυ τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μπροστά στην εικόνα. Μετά από κάποιες εβδομάδες στο δωμάτιο όπου είχε την εικόνα άρχισε να ευωδιάζει μια ευχάριστη και έντονη μυρωδιά. Τότε παρατήρησε ότι η εικόνα έβγαζε μύρο από τα χέρια της Θεοτόκου. Για τα επόμενα 15 χρόνια η εικόνα εξακολούθησε να μυροβλύζει. Ο Χοσέ γύρισε σχεδόν όλο τον κόσμο με την εικόνα για να δείξει το θαύμα στους ανθρώπους και να δοξαστεί το όνομα της Παναγίας.


Στις 31 Οκτωβρίου 1997 και ενώ βρισκόταν στην Αθήνα για να παρουσιάσει το θαύμα, δολοφονήθηκε από σατανιστές, αφού πρώτα βασανίστηκε φρικαλέα μέσα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου διέμενε. Οι εχθροί της Πίστεως δεν άντεχαν να τον βλέπουν να βροντοφωνάζει σε όλο τον κόσμο το θαύμα, δοξάζοντας το Χριστό και την Παναγία

 

 

 

Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα»

 

Μητρ. Ναυπάκτου  Ἱεροθέου 

Θά ἤθελα νά σᾶς πῶ μία διήγηση ἀπό ἕναν σύγχρονο ἁγιορείτη μοναχό, ὁ ὁποῖος ἔζησε σέ ἕνα Φιλοθεϊτικό Κελλί τοῦ Ἁγίου Ὄρους καί ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στήν Ρωσία, στήν Πολτάβα, τό 1882, καί κοιμήθηκε τό 1965 στό Ἅγιον Ὄρος, στήν ἰδιόρρυθμη τότε Μονή Φιλοθέου.

Λεγόταν Αὐγουστῖνος μοναχός, γιά τόν ὁποῖο γράφει ὁ ἅγιος Παΐσιος στό βιβλίο πού συνέγραψε γιά τούς Γέροντες πού συνάντησε στά Μοναστήρια καί στίς Σκῆτες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ὁ Γέροντας αὐτός, ὁ π. Αὐγουστῖνος, ζοῦσε μέσα στό πνεῦμα αὐτό πού σᾶς εἶπα προηγουμένως, γι’ αὐτό καί τό ἀναφέρω…

Τό διακόνημά του ἦταν νά συγκεντρώνη ὅλα τά γέρικα ζῶα τῆς περιοχῆς, τά ὁποῖα οἱ ἄλλοι μοναχοί –δέν εἶχαν αὐτοκίνητα τότε στό Ἅγιον Ὄρος, τουλάχιστον τότε, καί ὅλες οἱ ἐργασίες γίνονταν μέ τά μουλάρια– ὅταν αὐτά γερνοῦσαν καί δέν μποροῦσαν νά προσφέρουν καμμία ἐργασία, τά ἄφηναν στό δάσος νά τελειώσουν μόνα τους καί πολλές φορές κατασπαράσσονταν ἀπό τά θηρία καί ἀπό τούς λύκους κλπ.

Ἐκεῖνος, λοιπόν, λυπόταν αὐτά τά ζῶα, τά συγκέντρωνε καί τά γηροκομοῦσε…Ἦταν γηροκόμος καί νοσοκόμος τους. Τό ἔκανε ἀπό ἀγάπη καί εὐγνωμοσύνη, γιατί τόσα χρόνια ἐξυπηρετοῦσαν τούς μοναχούς στά ἔργα τους. Καί ὅταν ἀργότερα οἱ δυνάμεις του δέν τοῦ ἐπέτρεπαν νά ἀνταποκριθῆ στό ἔργο αὐτό καί χρειάστηκε ὁ γερο-Αὐγουστῖνος νά πάη στό γηροκομεῖο τῆς Μονῆς, ζήτησε νά ἀναλάβη κάποιος ἀπό τούς μοναχούς τό διακόνημα αὐτό.
Ἐπίσης, αὐτός ἔδειχνε πολύ μεγάλη ἀγάπη σέ κάθε προσκυνητή.

Εἶχε πολύ μεγάλη εὐαισθησία ἐσωτερική καί κάθε ἕναν πού συναντοῦσε τοῦ ἔκανε ἐδαφιαία, στρωτή μετάνοια. Καί ὅταν τοῦ ἔλεγαν: «Γιατί, Γέροντα, βάζεις ἐδαφιαία μετάνοια στούς λαϊκούς;» ἐκεῖνος ἀπαντοῦσε: «Γιατί ἔχουν τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος». Δηλαδή, ἔβλεπε σέ κάθε ὀρθόδοξο Χριστιανό τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος καί γι’ αὐτό τόν τιμοῦσε…
Φυσικά, δέν ἀρκεῖ νά ἔχη κανείς τήν Χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, θά πρέπει αὐτή ἡ Χάρη νά εἶναι ἐνεργής, ζωντανή. Ἐκεῖνος, ὅμως, ἔβλεπε αὐτή τήν δυνατότητα τήν ὁποία ἔχει ὁ κάθε ὀρθόδοξος Χριστιανός νά γίνη ἅγιος, καί ὅσο ἁμαρτωλός καί ἄν εἶναι, μπορεῖ νά σωθῆ…
Κοινωνοῦσε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων μέ πολλή ἀγάπη καί ζῆλο. Μάλιστα μία φορά αἰσθάνθηκε τήν θεία Κοινωνία ὡς σάρκα καί αἷμα, τόσο πολύ, πού τήν μασοῦσε γιά πολλή ὥρα. Καί ἐνῶ τήν μασοῦσε, συγχρόνως αἰσθανόταν μεγάλη ἀγαλλίαση στήν καρδιά του καί ἔκλαιγε ἀπό μεγάλη χαρά.
Ἀκόμη, τό βράδυ διάβαζε τόν κανόνα του καί τά βιβλία χωρίς νά χρησιμοποιῆ φῶς, γιατί φώτιζε τό κελλί του τό Φῶς τοῦ Θεοῦ.

Γι’ αὐτό τό κελλί του τά μεσάνυχτα μετατρεπόταν σέ μέρα…

Ἐπίσης, εἶχε ἐπισκέψεις ἁγίων. Πολλές φορές εἶδε ἁγίους, ἀγγέλους καί τήν ἴδια τήν Παναγία. Καί ὅταν μάλιστα ἦταν στό Γηροκομεῖο, ἔβλεπε τούς ἀγγέλους καί τούς ἁγίους καί σκουντοῦσε τούς ἄλλους Γέροντες μοναχούς νά σηκωθοῦν. Ἔλεγε: «Ἡ Παναγία», «ὁ Ἄγγελος». Ὁ γηροκόμος τόν θεωροῦσε πλανεμένο.
«Σηκωθεῖτε, ἦλθε ὁ τάδε ἅγιος», καί οἱ ἄλλοι δέν ἔβλεπαν τίποτα καί τόν θεωροῦσαν ὅτι εἶναι σαλός. Ὁ ἅγιος Παΐσιος πού ἦταν ἕνα διάστημα στήν Μονή τοῦ ἁγίου Φιλοθέου γράφει γιά τόν γερο-Αὐγουστῖνο:
«Ἡ μορφή τοῦ Γέροντα ἦταν φωτεινή, γιατί τόν εἶχε ἐπισκιάσει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Καί μόνο νά τόν ἔβλεπες, ξεχνοῦσες κάθε στενοχώρια γιατί σκορποῦσε χαρά μέ τήν ἐσωτερική του καλοσύνη. Ἡ ἐξωτερική του φορεσιά, τό ζωστικό του τό καταμπαλωμένο, ἦταν χειρότερο ἀπό τό ροῦχο πού κρεμάει ὁ κηπουρός ὡς σκιάχτρο γιά τίς κουροῦνες. Ἐάν τύχαινε νά τοῦ δώση κανείς κανένα καλό πράγμα, τό ἔδινε καί αὐτός σέ ἄλλον…

Ἔτσι χαρούμενος μέ τήν πολλή καλοσύνη του, δοξολογώντας τόν Θεό καί προσευχόμενος ἀδιαλείπτως, πέρασε ἤ μᾶλλον ἔζησε παραδεισένια ζωή στό Περιβόλι τῆς Παναγίας. Μέσα του εἶχε τόν Χριστό, ἡ καρδιά του ἦταν Παράδεισος, καί ἀξιώθηκε νά δῆ καί ἀπό δῶ Ἀγγέλους καί Ἁγίους, ἀκόμα καί τήν Παναγία, καί στήν συνέχεια νά ἀγάλλεται αἰώνια.

Τήν ὥρα πού θά ἔφευγε ἡ ψυχή τοῦ Γερο-Αὐγουστίνου τό πρόσωπο του ἄστραψε τρεῖς φορές! Οἰκονόμησε δέ ὁ Θεός νά βρίσκεται ἐκεῖ δίπλα του καί ὁ Γηροκόμος, ὁ ὁποῖος θαύμασε καί βεβαιώθηκε γιά τίς θεῖες ἐπισκέψεις πού εἶχε ὁ Γέροντας».

Αὐτά εἶναι λόγια τοῦ ἁγίου Παϊσίου καί φυσικά τά ἀποδεχόμαστε πλήρως, ὄχι γιατί τά πληροφορήθηκε ἀπό κάποιον ἄλλον, ἀλλά τά εἶδε ὁ ἴδιος καί τά περιγράφει, εἶναι αὐτόπτης καί αὐτήκοος μάρτυς τῆς ζωῆς τοῦ εὐλογημένου αὐτοῦ μοναχοῦ.
Τό ἀπόσταγμα ὅλων αὐτῶν πού ἔζησε ὁ Γέροντας αὐτός, ὁ π. Αὐγουστῖνος ὁ Φιλοθεΐτης, ἦταν μία φράση τήν ὁποία ἔλεγε. Ξέρετε, ὅταν πάη κανείς στό Ἅγιον Ὄρος καί βλέπη μοναχούς, ρωτᾶ: «Γέροντα, πές μου κάτι». Καί οἱ Γέροντες λένε ἀνάλογα μέ αὐτά πού ζοῦν, καί ὄχι αὐτά πού ἔχουν διαβάσει. Ἐκεῖνος ζοῦσε πολλά, ἀλλά ὅλα αὐτά, ὅλη ἡ ζωή του ἦταν κλεισμένη σέ μία φράση:

Τί ἔλεγε; Ἦταν Ρῶσος στήν καταγωγή, μιλοῦσε σπαστά ἑλληνικά καί ἔλεγε:

«Καρδιά Πάσχα, νοῦς λάμπα, μάτια δάκρυα».
Εἶναι καταπληκτικό! Ὅταν τό διάβασα γιά πρώτη φορά, –δέν ἔτυχε νά τόν γνωρίσω, γιατί τό 1966 πῆγα γιά πρώτη φορά στό Ἅγιον Ὄρος, δέν ἔτυχε νά τόν γνωρίσω– ἐνθουσιάσθηκα, γιατί αὐτό εἶναι τό ἀπόσταγμα μιᾶς ζωῆς. Τί δίδασκε καί τί ἔλεγε: Στήν καρδιά σας νά ζῆτε τό Πάσχα, στόν νοῦ σας νά ἔχετε τό φῶς -λάμπα, στά μάτια σας δάκρυα.
Ἄν αὐτό τό ἀναστρέψουμε καί ποῦμε «στά μάτια δάκρυα-μετάνοια, στόν νοῦ φῶς-λάμπα, καί στήν καρδιά Πάσχα», τότε καταλαβαίνουμε πῶς προχωρεῖ κανείς στήν πνευματική του ζωή…

Εἶναι αὐτό πού οὐσιαστικά λένε οἱ Πατέρες: κάθαρσις, φωτισμός, θέωσις.

Τό νά ζῆ κανείς μέσα στήν καρδιά του τό Πάσχα, δηλαδή τήν ἀγαλλίαση, τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν χαρά –ὄχι τήν συναισθηματική χαρά, ἀλλά αὐτή τήν χαρά πού εἶναι καρπός τοῦ Παναγίου Πνεύματος– τόν Χριστό, αὐτό δέν ἔρχεται εὔκολα. Προηγεῖται τό Φῶς μέσα στόν νοῦ, δηλαδή ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπαλλάσσεται ἀπό τόν σκοτασμό, τήν σύγχυση, τούς πολλούς λογισμούς, καί προσεύχεται καθαρά στόν Θεό, καί φυσικά ὑπάρχουν τά δάκρυα τῆς μετανοίας.
Ποιός δέν θέλει νά ζήση τό Πάσχα στήν καρδιά του; Ποιός δέν θέλει νά ἔχη φωτισμένο νοῦ καί νά μήν ἔχη σύγχυση; Ναί, αὐτό ἀρχίζει ἀπό τά δάκρυα τῆς μετανοίας…
Γιατί πέρα ἀπό τήν θεία Λειτουργία πού ἔχουμε στούς Ναούς καί τίς ἀκολουθίες, ὑπάρχει καί ἡ ἐσωτερική ἀκολουθία, ἡ ἐσωτερική λειτουργία μέσα στήν καρδιά, αὐτή ἡ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ καρδιακή, ἡ ἀγρυπνία ἡ ἐσωτερική μέσα στήν καρδία, στό θυσιαστήριο τῆς καρδιᾶς.
πηγή(Ὁμιλία κατά τόν πρῶτο Κατανυκτικό Ἑσπερινό, ἀπόσπασμα)