Ο θάνατος του Φώτη Κόντογλου και η θαυμαστή «πληροφορία» από τον Άγιο Εφραίμ…

Ο Φώτης Κόντογλου γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας 
στις 8 Νοεμβρίου 1895 και πέθανε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 1965. 

Το παρακάτω περιστατικό αναφέρεται στις τελευταίες του στιγμές 
στο νοσοκομείο και την θαυμαστή πληροφορία που είχε η γυναίκα 
του από τον Άγιο Εφραίμ τον θαυματουργό.

-Περνούσε δύσκολες ημέρες στο νοσοκομείο ο αείμνηστος Φώτης 
Κόντογλου, και η γυναίκα του Μαρία Κόντογλου, ήταν γονατιστή 
και προσευχόταν για την θεραπεία του, επικαλούμενη τον Μεγάλο 
μας Άγιο Εφραίμ. 
Ας μην ξεχνάμε, ότι η αγιασμένη χείρα του χαρισματούχου 
αγιογράφου, είχε φιλοτεχνήσει την πρώτη εικόνα του Αγίου μας! 
Η Μαρία Κόντογλου περίμενε λοιπόν από τον Άγιο κάτι.

Και τι μεγαλύτερη βοήθεια θα μπορούσε να βρει απ’ αυτή, 
το να δει εκείνη ακριβώς την ώρα που προσηύχετο, την ψυχή του 
Φώτη Κόντογλου να την κρατά ο Άγιος Εφραίμ, και μέσα σε τόση 
δόξα να την οδηγεί στον Ουρανό!
Παραξενεύτηκε βλέποντας όλα αυτά! Τι τάχα να σήμαιναν; 
Κείνη την ώρα λοιπόν διέλυσε την απορία της κάποιο τηλεφώνημα
νοσοκομείο, που της ανακοίνωνε ότι ο άνδρας της πέταξε 
ανάλαφρα στον Ουρανό! 
Ο Άγιος ήταν στ’ αλήθεια ο συνοδός του!

Από το βιβλίο: 
«Οπτασίαι και Θαύματα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Εφραίμ του Θαυματουργού» 
– Γ΄τόμος (Έκδοση Ι.Μ. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου – 
Όρος Αμώμων Αττικής).
πηγή/αντιγραφή
 

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς: Ένας οικουμενικός Ιεράρχης

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς: Ένας οικουμενικός Ιεράρχης

Νίκος Σακαλάκης, ΜαθηματικόςΣχετική εικόνα

Πανίσχυρες ήταν οι θείες ενέργειες και δυνά­μεις, τις οποίες η χάρις του Τριαδικού θεού δώρισε στον άγιο Ιωάννη Μαξίμοβιτς, (1896-1966) επίσκοπο Σαγγάης και Σαν Φρανσίσκο, του οποίου τη μνήμη επιτελούμε στις 2 Ιουλίου.

Στο συναξάρι της ημέρας αυτής, μεταξύ άλλων, διαβάζουμε: «Ήταν Ρώσος στην καταγωγή και χει­ροτονήθηκε επίσκοπος για τη ρωσική εκκλησία της διασποράς στη Σαγγάη το 1934. Το 1951 ορίστηκε Αρχιεπίσκοπος Δυτικής Ευρώπης με έδρα αρχικά το Παρίσι και στη συνέχεια τις Βρυξέλλες.

Το 1962 τον τοποθέτησαν στο Σαν Φρανσίσκο, ε­κεί όπου υπέμεινε αγόγγυστα πολλές δοκιμασίες και κα­τηγορίες.

Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 2 Ιουλίου (νέο ημερολό­γιο) το 1966 μετά την τέλεση της Θείας Λειτουρ­γίας.

Δοξάστηκε από το Θεό με την αφθαρσία και μυροβλυσία του αγίου λειψάνου του.

Υπάρχουν δύο σπουδαίες εκδόσεις – μεταφράσεις στα ελληνικά για τη ζωή του αγίου. Δύο βιβλία, που μιλούν στις καρδιές των Ελλήνων για το μεγάλο ά­γιο των καιρών μας.

Υπάρχει κίνδυνος με τα πολλά εγκώμια να τον υποτιμήσουμεήνα τον υπερτιμήσουμε, παρά να τον τιμήσουμε όπως αρμόζει στα όρια της Εκκλησίας. Γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε να τον προσεγγίσου­με, ιστορώντας σαφώς τους κεντρικούς άξονες της ζωής του. Το πνευματικό του παιδί, ο μακαριστός ιερομόναχος π. Σεραφείμ Ρόουζ, γράφει σχετικά: «Ο Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης κατάφερε στη ζωή του να ενώσει τρία είδη χριστιανικών ιδιοτήτων, που σπάνια συναντώνται μαζί: Πρώτον ήταν τολμηρός και διακεκριμένος ηγέτης της Εκκλησίας. Δεύτερον, ασκητής, συνεχιστής της παράδοσης των στυλιτών αγίων, καθώς υπέβαλε τον εαυτό του σε σκληρές, μέχρι θανάτου κακουχίες και τρίτον έλε­γε «Σαλός» για χάρη του Χριστού».

Η ζωή του ήταν ένα οδοιπορικό μέσα στον κόσμο της ορθόδοξης θεολογίας και ζωής. Ό,τι έχει αποθησαυριστεί στην παράδοση, ό,τι έχει βιωθεί από την ορθόδοξη εκκλησία στο διάβα των αιώνων, για τον επίσκοπο π. Ιωάννη Μαξίμοβιτς είχε πρωταρ­χική και θεμελιώδη θέση στη ζωή του.

«Ήταν ο αυστηρότερος όλων, σε ό,τι είχε σχέση με τα δόγματα της Ορθοδοξίας», σημειώνει ο π. Σε­ραφείμ Ρόουζ.

Αβίαστα, μας θυμίζει τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, που τόνισε: «ιδικόν μου μεν δεν θα είπω τί­ποτε απολύτως, αυτό δε που έχω διδαχθή από τους πατέρας, αυτό λέγω».

Το ίδιο έλεγε και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός: «Στώμεν εν τη πέτρα της πίστεως, και τη παραδόσει της εκκλησίας, μη μεταίροντες όρια, α έθεντο οι άγιοι Πατέρες ημών, μη διδόντες τόπον τοις βουλομένοις καινοτομείν, και καταλύειν την οικοδομήν της αγίας του Χριστού καθολικής (=Ορθοδό­ξου) και αποστολικής εκκλησίας».

Να υπογραμμίσουμε, ότι ως Αρχιεπίσκοπος Δυτι­κής Ευρώπης, αποκατέστησε την ευλάβεια και το σεβασμό στους αγίους της Γαλλίας, που έζησαν προ του σχίσματος.

Στην ασκητική ζωή του αγίου Ιωάννη και αυτή του αγίου Μελετίου Λεόντοβιτς, παρατηρούμε τρεις ο­μοιότητες:

α) Είναι γνωστό ότι ο Άγιος Ιωάννης είχε σαράντα χρόνια να κοιμηθεί σε κρεβάτι, β) γνώριζε την ημέ­ρα του θανάτου και γ) σήμερα, το άγιο λείψανό του είναι άφθαρτο.

Αναμφίβολα, στο πρόσωπο και τη ζωή του Αγίου Ιωάννη ανατράπηκε η λογική του κόσμου τούτου. Του είχε δοθεί από το θεό το προορατικό χάρισμα και οι δυνατές προσευχές, που έφερναν ιάσεις, θεραπείες και λύτρωση από πειρασμούς.

Στο Παρίσι γράφτηκε γι’ αυτόν το εξής:

«Ζει πέρα από το δικό μας επίπεδο ύπαρξης. Δεν είναι τυχαίο πως σ’ ένα ναό του Παρισιού, που υπάγεται στη Ρώμη, ένας παπικός ιερέας, απευθυνόμενος στους νέους είπε:

«Ζητάτε αποδείξεις; Λέτε ότι πια δεν υπάρχουν ού­τε θαύματα, ούτε άγιοι. Γιατί χρειάζεστε θεωρητι­κές αποδείξεις, όταν ένας ζωντανός άγιος περπα­τά στους δρόμους του Παρισιού, ο Άγιος Ιωάννης ο Ανυπόδητος!».

Επίσης, ο επίσκοπος Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, είπε με απόλυτη κατηγορηματικότητα:

«Αν θερμά επιθυμείς να δεις ένα ζωντανό άγιο, πή­γαινε στο Μπίτολ (επισκοπή Αχρίδας) στον π. Ιω­άννη».

Τέλος, ας θυμηθούμε ότι «στα έσχατα χρόνια μας κάθε Χριστιανός είναι υπεύθυνος για το σύνολο της Χριστιανοσύνης» (Αγ. Ιωάννης Μαξίμοβιτς).

ΝΙΚΟΣ Ε. ΣΑΚΑΛΑΚΗΣ

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ

 

Η Γερόντισσα Άννα απο την Δράμα

Αποτέλεσμα εικόνας για γεροντισσα ασκητρια
Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από γονείς πολύ ευλαβείς, τον Ιωάννη και την Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, μετά από ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν. Συνέχεια ανάγνωσης

 

» Επι τη γεννήσει αυτού πολλοί χαρήσονται»

Δεν είναι τυχαίο οτι η εκκλησία μας γιορτάζει μόνο τα γενέθλια-την γέννηση.
Της Παναγίας και του Ιωάννου του Προδρόμου.
Γιατί;
Επειδή η είσοδός τους στον κόσμο αποτελεί ευλογία για ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και αξίζει να αγωνίζεται κανείς να μιμείται, όσο μπορεί, την αγιότητά τους που φαίνεται από την βρεφική τους ηλικία.
Βέβαια, ο Ιωάννης, ήταν χοϊκός, απλός άνθρωπος, αλλά ταυτόχρονα ήταν κολοσσός αγιότητος. Τόσο άγιος, που η Εκκλησία μας αισθάνεται την ανάγκη παντού και πάντοτε, όπου τον ζωγραφίζει, να τον φτιάχνει με φτερά.

Όχι πως είχε φτερά ο Τίμιος Πρόδρομος στην επίγεια ζωή του, αλλά για να μη ξεχνάμε εμείς που βλέπομε την εικόνα του, ότι παρ’ ότι είχε σάρκα όμοια με μας, δεν έζησε τη ζωή που κάνουμε όλοι εμείς.

Αλλά έζησε επάνω στη γη πραγματικά αγγελική ζωή.
Σήμερα που εορτάζομε τη γέννηση του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του μεγαλυτέρου Προφήτου και του αγιωτέρου ανθρώπου που πέρασε από τον κόσμο, ας φροντίσομε να μάθωμε δύο διδάγματα.
Πρώτο, ότι δεν μπορούμε να συγκρίνουμε τη λογική του Θεού, το λόγο και το θέλημα του Θεού, με τη λογική τη δική μας που είναι διαμορφωμένη από τα δεδομέμα του κόσμου τούτου.
Σε όσα σημεία η λογική μας έρχεται σ ἀντίθεση με το λόγο και το θέλημα του Θεού, θέλει διόρθωση, γιατί διαφορετικά είναι λογική διεστραμμένη. Είναι λογική αλλοιωμένη. Είναι λογική τυφλωμένη από την ενέργεια του διαβόλου.
Και το δεύτερο είναι, ότι πρέπει να φροντίζομε να αποκτάμε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στο Θεό και στο λόγο του, που μας λέγει:
«Η βασιλεία του Θεού είναι κοντά σας».

Από τότε που ήλθε ο Χριστός στο κόσμο, η βασιλεία του Θεού είναι κοντά μας. Όποια ώρα θέλουμε απλώνομε τα χέρια μας και την πιάνομε.
«Ήγγιγεν η βασιλεία των ουρανών· μετανοείτε», διορθωθείτε, τρέξτε να την απολαύσετε.

 Αποσπάσματα απο την ομιλία του μακαριστού μητρ. Μελετίου

 

 

» Ὁ Θεός μοῦ το είπε, για να σοῦ το πῶ.!»

Φωτογραφία του Γιάννης Τσιτλακίδης.

Κάποια φορὰ ὁ Γέρων Πορφύριος ξεκίνησε μαζὶ μὲ τρία πνευματικὰ τέκνα του νὰ πᾶνε σ’ ἕνα μοναστήρι, γιὰ νὰ τελέσουν ἕνα Ἑσπερινό.
Ἀρχικά, εἶπαν νὰ πᾶνε μὲ τὰ πόδια. Ἀφοῦ, ὅμως, περπάτησαν κάποια ἀπόσταση κι ἐπειδὴ ὁ Γέρων Πορφύριος ἦταν κουρασμένος, σκέφτηκαν, μιὰ καὶ τὸ μοναστήρι ἐκεῖνο ἦταν κάπως μακριά, νὰ βροῦν ἕνα μεταφορικὸ μέσον, ἀντὶ νὰ πᾶνε μὲ τὰ πόδια. Ἐκείνη τὴν ὥρα φάνηκε ἀπὸ μακριὰ ἕνα ταξί. Εἶπαν τότε στὸν Γέροντα οἱ συνοδοί του – καὶ οἱ τρεῖς λαϊκοί, ὄχι κληρικοί – νὰ κάνουν ἕνα νεῦμα στὸ ταξὶ νὰ σταματήσει, γιὰ νὰ ρωτήσουν τὸν ὁδηγὸ ἂν μποροῦσε νὰ τοὺς μεταφέρει στὸ μοναστήρι.
«Μὴ φοβᾶστε», τοὺς εἶπε, «θὰ σταματήσει μόνος του ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί. Ἀλλά, ὅταν θὰ μποῦμε στὸ ταξί, νὰ μὴ μιλήσει κανένας σας στὸν ὁδηγό, μόνο ἐγὼ θὰ τοῦ μιλήσω».

Ἔτσι κι ἔγινε. Σταμάτησε ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί, χωρὶς αὐτοὶ νὰ τοῦ κάνουν νεῦμα, μπῆκαν μέσα καὶ ὁ πατὴρ Πορφύριος εἶπε στὸν ὁδηγὸ τὸν προορισμό τους.
Μόλις ξεκίνησαν, ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξὶ ἄρχισε νὰ καταφέρεται ἐναντίον τῶν κληρικῶν καὶ νὰ τοὺς κατηγορεῖ γιὰ χίλια δυὸ πράγματα. Καὶ κάθε φορά, ποὺ ἔλεγε κάτι, ἀπευθυνόταν στοὺς τρεῖς λαϊκούς, οἱ ὁποῖοι κάθονταν στὸ πίσω μέρος τοῦ ταξὶ καὶ τοὺς ρωτοῦσε: «Ἔτσι δὲν εἶναι, βρὲ παιδιά; Τί λέτε κι ἐσεῖς;».

 Ἐκεῖνοι, ὅμως, τσιμουδιά ∙ δὲν ἔλεγαν τίποτε, κατὰ τὴν ἐντολὴ τοῦ Γέροντος. Ἀφοῦ εἶδε κι ἀπόειδε ὁ ὁδηγὸς ὅτι δὲν τοῦ ἀπαντοῦσαν οἱ ἄλλοι, στράφηκε στὸν Γέροντα Πορφύριο καὶ τοῦ εἶπε:

«Ἔτσι δὲν εἶναι, παππούλη; Τί λὲς κι ἐσύ; Δὲν εἶναι ἀλήθεια αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ τὰ γράφουν κι οἱ ἐφημερίδες;».

Τοῦ λέει τότε ὁ Γέρων Πορφύριος: «Παιδί μου, θὰ σοῦ πῶ μιὰ μικρὴ ἱστορία, θὰ σοῦ τὴν πῶ μιὰ φορά ∙ δὲν θὰ χρειαστεῖ δεύτερη». Κι ἄρχισε νὰ τοῦ ἀφηγεῖται:
«Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ τάδε μέρος (ὁ Γέροντας τὸ ἀνέφερε), ποὺ εἶχε ἕνα ἡλικιωμένο γείτονα, ὁ ὁποῖος εἶχε ἕνα μεγάλο κτῆμα. Μιὰ νύκτα τὸν σκότωσε καὶ τὸν ἔθαψε. Στὴ συνέχεια, μὲ διάφορα πλαστὰ χαρτιά, πῆρε τὸ κτῆμα τοῦ γείτονά του καὶ τὸ πούλησε. Καὶ ξέρεις τί ἀγόρασε μὲ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα πῆρε πουλώντας αὐτὸ τὸ κτῆμα; Ἀγόρασε ἕνα ταξί».

Μόλις ἄκουσε αὐτὴ τὴν ἀφήγηση ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί, τόσο πολὺ συγκλονίστηκε, ποὺ σταμάτησε τὸ αὐτοκίνητο στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου καὶ φώναξε: «Μὴ πεῖς τίποτε, παππούλη ∙ μόνο ἐγὼ τὸ ξέρω αὐτὸ κι ἐσύ».
«Τὸ ξέρει κι ὁ Θεός», τοῦ ἀπάντησε ὁ Γέρων Πορφύριος.

«Ἐκεῖνος μοῦ τὸ εἶπε, γιὰ νὰ σοῦ τὸ πῶ. Καὶ νὰ φροντίσεις ἀπ’ ἐδῶ κι ἐμπρὸς ν’ ἀλλάξεις ζωή».

Διήγηση τοῦ Παν. Σωτήρχου. Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Κλείτου Ἰωαννίδη «Ὁ Γέρων Πορφύριος. Μαρτυρίες καὶ Ἐμπειρίες».
 

Ο επίκαιρος βίος του θαυμαστού Χατζηφλουρέντζου

Ομιλία του Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου με θέμα τον επίκαιρο βίο του θαυμαστού Γέροντος Χατζηφλουρέντζου από τη Μηλιά Αμμοχώστου, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Δημαρχείο Λευκονοίκου στο Πλατύ Αγλαντζιάς στις 9 Ιουνίου 2017. Στην ομιλία παρευρέθηκαν η Αδελφή Ελισάβετ, κόρη του Γέροντος Χατζηφλουρέντζου, η Δήμαρχος Λευκονοίκου Ζήνα Λυσάνδρου, ο Κοινοτάρχης Μηλιάς Αμμοχώστου Αντώνης Καραντώνης και άλλοι συγχωριανοί που γνώρισαν από κοντά κατά τα παιδικά τους χρόνια τον άνθρωπο του Θεού  Χατζηφλουρέντζο.

 

Σήμερα τιμούμε την μνήμη του αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς

Γεννήθηκε στην Σερβία στις 25/3/1894.

Εντρύφησε εμπειρικά στα έργα των πατέρων της Εκκλησίας καθώς πίστευε πως «η Ορθοδοξία δεν είναι βιβλιοθήκη, την οποία μπορείς να μελετήσεις, αλλά βίωμα το όποιο καλείσαι να ζήσεις.

Η Ορθοδοξία είναι πρώτιστα βιοτή και μάλιστα οσία βιοτή και ύστερα διδαχή και μάλιστα διδαχή ζωής, χάριτος, η οποία δεν έχει τίποτε από την νέκρα του σχολαστικισμού και τον ορθολογισμό του προτεσταντισμού. Η Ορθοδοξία έχει την δική της μεθοδολογία και παιδαγωγική, τους Βίους των Αγίων».

Τον διέκρινε η αγάπη του για το πρόσωπο του “Θεανθρώπου Χριστού”. Συνέχεια ανάγνωσης

 

– Νά, μοῦ λέ­ει στό αὐ­τί ψι­θυ­ρι­στά. Ἐ­μεῖς, παιδί μου, ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά­».

Η πνευματική επικοινωνία του Αγίου Παϊσίου με τον Άγιο Γέροντα Ιάκωβο…

Μαρ­τυ­ρί­α ἱε­ρο­μο­νά­χου Ἰ­α­κώ­βου:

 «Ἤ­μουν λα­ϊ­κός ἀ­κό­μη, φοι­τη­τής στό Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κό Λύκειο Λαμί­ας, τό ἔ­τος 1986 μέ τό ὄ­νο­μα Ἰ­ω­άν­νης. Ἀ­νέ­βη­κα στό Ἅ­γι­ον Ὄ­ρος καί ἐ­πι­σκέφ­τη­κα, μετά ἀ­πό εὐ­λογί­α πού εἶ­χα ἀ­πό τόν γέ­ροντά μου π. Ἰάκωβο Τσα­λί­κη, τόν γέ­ρον­τα Πα­ΐ­σι­ο, γιά νά τόν συμ­βου­λευ­τῶ ἄν πρέ­πη νά γίνω μο­να­χός ἤ ὄχι.
 Ὁ γέ­ρον­τας Ἰάκωβος εὐ­λα­βεῖ­το τό γε­ρο-Πα­ΐ­σι­ο καί ὅ­ταν πῆ­γα, μοῦ ἔ­δω­σε νά τοῦ δώ­σω κά­τι γιά εὐ­λο­γί­α, καί πρό­σθε­σε:
 ”Νά πῆς στόν γε­ρο–Παΐ­σι­ο, ὅ­ταν βγῆ στήν Θεσ­σα­λο­νί­κη, ἄς ἔλ­θη νά μᾶς δῆ. Ἐ­γώ, Γι­αν­νά­κη μου, εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά δῶ τόν Γέροντα, γι­α­τί πρέ­πει νά πε­ρά­σω βου­νά, λαγ­κά­δι­α, θά­λασ­σα, πού δέν τό ἐ­πι­τρέ­πει ἡ ὑ­γε­ί­α μου καί ἐ­ξ ἄλλου ὁ γε­ρο–Πα­ΐ­σι­ος εἶ­ναι ἅ­γι­ος, ἐ­γώ ἁ­μαρ­τω­λός καί ἀ­νά­ξι­ο­ς”.
Μοῦ ἔ­δω­σε τό­τε καί 5.000 δραχ­μές νά ἀ­νά­ψω κε­ρί στό ἐκ­κλη­σά­κι του. Ὅ­ταν πῆ­γα στό Ὄ­ρος, συ­νάν­τη­σα τόν Γέ­ροντα ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πό τήν πόρ­τα του· μό­λις μᾶς εἶ­δε –ἤ­μουν μα­ζί μέ κά­ποι­ο ἱ­ε­ρο­μό­να­χο–, μᾶς λέ­ει:
”Βρέ, κα­λῶς τους, βρέ, κα­λῶς τους!”. 
Πήραμε εὐ­χή καί λέ­ει σέ μέ­να:
– Βρέ, τί λές; Θά σέ κά­νου­με κα­λό­γε­ρο;
– Γέροντα, τοῦ λέ­ω, ἔ­χω πρό­βλη­μα ἀ­πό το­ύς γονεῖς μου.
– Ἄ­κου­σε νά σοῦ πῶ, ἄ­φη­σε το­ύς γο­νεῖς νά κλά­ψουν ἕ­να-δυ­ό μῆ­νες, γιά νά μήν κλαῖς ἐ­σύ αἰ­ω­νίως, καί πήγαι­νε πρίν χά­σης τόν θη­σαυ­ρό (ἐν­νο­οῦ­σε τόν γέ­ρον­τα Ἰάκωβο, χω­ρίς νά….τοῦ πῶ ποῦ σκεπτόμουν νά πά­ω γι­ά νά μο­νά­σω).- Γέροντα, ἔ­χε­τε τήν εὐ­χή τοῦ π. Ἰ­α­κώ­βου ἀ­πό τόν ὅ­σι­ο Δαυ­ΐδ.
– Ἄχ, παι­δί μου, αὐ­τοί εἶ­ναι σή­με­ρα οἱ ἅ­γι­οι πού ἀ­γω­νί­ζον­ται καί προ­σε­ύ­χον­ται ἔ­χον­τας τα­πε­ί­νω­ση καί ἀγά­πη. Ἐ­γώ δέν εἶ­μαι ἄ­ξι­ος νά δῶ αὐ­τόν τόν γί­γαν­τα τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, ἀλ­λά εἶ­ναι καί μακριά πο­λύ γιά νά τόν συ­ναν­τή­σω, χρει­ά­ζε­ται ἀ­γώ­νας καί κό­πος πο­λύς. Ἀλ­λά ὁ Θε­ός μᾶς ἔ­χει δώ­σει ἀ­γά­πη καί ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά με­τα­ξύ μας.

Ἀ­φοῦ μᾶς εἶ­πε πολ­λά πνευ­μα­τι­κά καί συμβου­­λές, στό τέ­λος τοῦ λέ­ω:
– Γέροντα, εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νο νά προ­σκυ­νή­σω στό ἐκ­κλη­σά­κι σας γιά εὐ­λο­γί­α;
Καί ὁ Γέροντας μοῦ λέ­ει:
– Ὄ­χι, δέν χρει­ά­ζε­ται.
– Γέροντα, κάν­τε ἀ­γά­πη, γιά εὐ­λο­γί­α.
– Ὄ­χι, παι­δί μου, για­τί μπο­ρεῖ ὁ γε­ρω–Ἰάκωβος νά σοῦ ἔ­χη δώ­σει κα­νέ­να πεν­το­χί­λια­ρο καί με­τά τί θά τό κά­νω ἐ­γώ, πού εἶ­μαι κα­λό­γε­ρος;

Δέν μέ ἄ­φη­σε νά προ­σκυ­νή­σω. Μοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να κομ­πο­σχοι­νά­κι καί ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι νά τά δώ­σω στόν Γέροντα. Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψα στό Μο­να­στή­ρι, μέ δέχ­τη­κε ὁ Γέροντας μέ χα­ρά. Καί τοῦ ἔ­δω­σα τά δῶρα ἀ­πό τόν γέ­ρον­τα Παΐσι­ο καί ἀ­μέ­σως μοῦ λέ­ει:

-”Τό πεν­το­χί­λι­α­ρο πού δέν πῆ­ρε ὁ γέ­ρον­τας Παΐσι­ος καί δέν σᾶς ἄ­φη­σε νά προσκυ­νή­σε­τε, πάρ­το δι­κό σου γιά τά ἔ­ξο­δα στήν Σχο­λή στήν Λα­μί­α”. Ἐ­γώ ἔ­μει­να ἄ­ναυ­δος.
– Γέροντα, ποῦ τό ξέ­ρε­τε ἐ­σεῖς;
– Νά, μοῦ λέ­ει στό αὐ­τί ψι­θυ­ρι­στά. Ἐ­μεῖς, παιδί μου, ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με πνευ­μα­τι­κά­».

ΑΠΟΣΜΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ  ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΡΩΜΗΟΣΥΝΗΣ: Ο ΓΕΡΩΝ ΙΑΚΩΒΟΣ

 

 

Η ανταμοιβή της ευσπλαχνίας…

(Διδακτική ιστορία)

Κάποτε ήρθε στο κελί του Αγίου Νήφωνα ένας χριστιανός να τον συμβουλευθεί. Μετά τον συνήθη χαιρετισμό, ρώτησε τον Όσιο:
-Σε παρακαλώ, πάτερ, πες μου τί ωφέλεια έχουν αυτοί που μοιράζουν την περιουσία τους στους φτωχούς;

–Δεν άκουσες τί λέει το ευαγγέλιο; του απάντησε εκείνος. Πολλά άκουσα και διάβασα, αλλά θα ήθελα ν’ ακούσω κάτι και από το στόμα σου. Τότε ο Νήφων του είπε:
– Ο Θεός του Ουρανού και της Γης να σε διδάξει κατά την πίστη σου. Γιατί εγώ είμαι αδύνατος και ανάξιος. Αφού όμως ήρθες για ν’ ακούσεις κάτι, πρόσεξε και ο Θεός, καθώς είπα, θα σε φωτίσει. Σώπασε λίγο κι έπειτα άρχισε: «Στις ημέρες του επισκόπου των Ιεροσολύμων Κυριακού ζούσε ένας πολύ ελεήμων άνθρωπος, ονόματι Σώζων.
Περνώντας κάποια μέρα απ’ την πλατεία της πόλεως, βλέπει ένα
φτωχό πού ήταν γυμνός και τουρτούριζε από το κρύο. Τον πόνεσε ή ψυχή του. Έβγαλε λοιπόν το ιμάτιο του και το έδωσε στο φτωχό. Σε λίγο επέστρεψε σπίτι του. Ήταν σούρουπο και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Βλέπει τότε στο όνειρο του ότι βρέθηκε σ’ ένα θαυμαστό κήπο που φωτιζόταν με καθαρό άυλο φως. Πλήθος λουλούδια – ρόδα και κρίνα – και ψηλόκορμα δένδρα τον στόλιζαν, που ξέχυναν απ’ την κορφή ως τις ρίζες μια υπέροχη ευωδία, ενώ τα δένδρα ήταν κατάφορτα με ωραιότατους καρπούς, ώστε τα κλαδιά τους έγερναν ως τη γη. Το καθένα είχε ξεχωριστή ομορφιά. Ανάμεσά τους υπήρχαν πολυάριθμα πουλιά απ’ όλα τα είδη και τα χρώματα και κελαηδούσαν μελωδικά.
Το κελάηδημά τους ήταν τόσο θεϊκό, ώστε νόμιζες ότι ερχόταν απ’ τον ουρανό. Όλα τα δένδρα, τα φυτά και τα λουλούδια κυμάτιζαν με πολλή χάρη. Βλέποντας και ακούγοντάς τα, δοκίμαζε ο άνθρωπος εκείνος απερίγραπτη γλυκύτητα και ανέκφραστη ηδονή. Καθώς παρατηρούσε εκστατικός, έρχεται ένας νέος και του λέει, «ακολούθησέ με».
Άρχισε να βαδίζει πίσω του και σε λίγο έφτασαν σ’ ένα χρυσοκάγκελο φράχτη. Έριξε το βλέμμα του πέρα, ανάμεσα απ’ τα κενά που σχημάτιζαν τα χρυσά κάγκελα και είδε μιαν αυλή και στο βάθος ένα θαυμάσιο παλάτι, που άστραφτε. Καθώς κοιτούσε ο Σώζων, βγαίνουν απ’ το ανάκτορο δέκα έξι άνθρωποι φτερωτοί, που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Μετέφεραν ανά τέσσερις από ένα χρυσοστόλιστο κιβώτιο. Καθώς διέσχιζαν το παραμυθένιο εκείνο προαύλιο οι άγγελοι αυτοί του Θεού, ο Σώζων κατάλαβε ότι κατευθύνονταν προς αυτόν. Μόλις πλησίασαν στα χρυσά κάγκελα, ακριβώς απέναντι του, στάθηκαν, κατέβασαν τα κιβώτια απ’ τους ώμους και τα ακούμπησαν στη γη. Φαίνονταν τώρα σαν να περίμεναν κάποιον μεγάλο να έρθει. Και πράγματι, σε λίγο βλέπει ο Σώζων να κατεβαίνει από τα ανάκτορα ένας πανέμορφος άνδρας και να έρχεται προς το μέρος των αγγέλων.

Διαβάστε εδώ:  Τί κάνω τώρα Θεέ μου; (Αληθινή Ιστορία)

«Ανοίξτε τα κιβώτια», τους διέταξε, «και δείξτε σ’ αυτόν τον άνθρωπο τί του φυλάω για το ιμάτιο πού μού δάνεισε προ ολίγου διά μέσου του φτωχού». Αμέσως άνοιξαν το ένα χρυσό κιβώτιο και άρχισαν να βγάζουν χιτώνες και ιμάτια βασιλικά, άλλα κατάλευκα κι άλλα πλουμιστά, όλα πανέμορφα. Τα άπλωναν μπροστά του ρωτώντας τον :
– Σου αρέσουν, Σώζων; Και εκείνος είπε με δέος: -Δεν είμαι άξιος να δω ούτε τη σκιά τους! Συνέχιζαν ωστόσο να του δείχνουν λαμπρούς, καταστόλιστους και ολόχρυσους χιτώνες, ώσπου ανέβηκε ο αριθμός τους στους χίλιους. Όταν πια με αυτόν τον τρόπο ο Κύριος των αγγέλων του έδωσε να καταλάβει τι σημαίνει το «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει», του είπε: – Βλέπεις, Σώζων, πόσα αγαθά σου ετοίμασα, επειδή με είδες γυμνό και με σπλαγχνίσθηκες και μ’ έντυσες; Πήγαινε λοιπόν και συνέχισε να κάνεις το ίδιο. Αν δώσεις στο φτωχό ένα ιμάτιο, εγώ θα σού ετοιμάσω εκατονταπλάσια.
Ακούγοντας αυτά ο Σώζων ρώτησε με δέος αλλά και με χαρά τον Κύριο: – Κύριε μου, το ίδιο θα κάνεις και σ’ όλους όσους βοηθούν τούς φτωχούς; Τούς φυλάς εκατονταπλάσια αγαθά και την αιώνια ζωή: Κι Εκείνος του αποκρίθηκε: – Όποιος θα θυσιάσει σπίτια ή χωράφια ή πλούτη ή δόξα ή πατέρα ή μητέρα ή αδελφούς ή αδελφές ή γυναίκα ή παιδιά ή οποιοδήποτε αγαθό της γης, «εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει».

Γι αυτό, ποτέ μη μετανιώσεις για μία σου ελεημοσύνη εξευτελίζοντας τον φτωχό πού του έδωσες κάτι! Μη τυχόν αντί για ανταμοιβή πάθεις διπλή ζημιά. Διότι αυτός πού κάνει ένα καλό κι έπειτα μετανιώνει ή εξευτελίζει τον φτωχό, χάνει και τον μισθό του, αλλά βρίσκεται και ένοχος την ημέρα της Κρίσεως. Υστέρα από αυτά τα λόγια ο Σώζων ξύπνησε γεμάτος θαυμασμό για το όραμα. Σηκώθηκε αμέσως απ’ το κρεβάτι του και έδωσε και το άλλο του ιμάτιο σε κάποιον που ήξερε πως το είχε ανάγκη. Τη νύχτα βλέπει πάλι το ίδιο όραμα και το πρωί, χωρίς καθυστέρηση μοίρασε όλη του την περιουσία, απαρνήθηκε τον κόσμο και έγινε ένας θαυμάσιος μοναχός». Αυτό να το έχεις κι εσύ, παιδί μου, στο νου σου από δω και μπρος, συμβούλευσε τον επισκέπτη του ο άγιος Νήφων και να κάνεις ότι μπορείς για να θησαυρίσεις εκατονταπλάσια στον Ουρανό!

Πηγή: Ο Άγιος Νήφων Κωνσταντιανής «Ένας ασκητής επίσκοπος».