Ο τροπαιοφόρος της αγάπης – Μνήμη Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου († 23 Απριλίου)

Σχετική εικόνα

*Χρόνια πολλά με την ευχή ο Άγιος Γεώργιος να είναι πάντα κοντά μας και να πρεσβεύει στον Θεό για όλους και για την Ελλάδα μας. Άγιε μου Γεώργιε προστάτευε μας από κάθε κακό… Δοξασμένο το όνομα σου εις τους αιώνας των αιώνων! 

Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή

Σήμερα η Εκκλησία μας εορτάζει μαρτυρική εορτή. Εάν επιχειρήσομε να εκθειάσομε τον εορταζόμενο Άγιο, μάλλον θα τον μειώσομε. Ο Άγιος αυτός είναι η δόξα των Μαρτύρων, το καύχημα των Αγίων, η τιμή του ουρανού και της θριαμβευούσης Εκκλησίας. Είναι ο παμμέγιστος Γεώργιος. Δεν υπάρχει στόμα χριστιανικό από την νηπιακή ηλικία μέχρι του τελευταίου επιθανάτιου παλμού της καρδιάς, πού να μην επικαλεστεί το γλυκύτατο του όνομα. Δεν υπάρχει χώρα χριστιανική πού να μην υπάρχουν έστω και ερείπια ναού, πού εκτίσθη στην μνήμη του. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Όσιος Ιωάσαφ ο Μετεωρίτης

Ο άγιος Ιωάσαφ ήταν υιός τού ευσεβή ηγεμόνα της Ηπείρου και Θεσσαλίας Συμεών Ούρεση Παλαιολόγου (1359-1370), που καταγόταν από τον βασιλικό οίκο των Νεμάνια και ανακηρύχθηκε «τσάρος των Ελλήνων, των Σέρβων και των Αλβανών». Η μητέρα του Θωμαΐδα ήταν κόρη του δεσπότη της Ηπείρου Ιωάννη Β΄ Ορσίνη (1323-1335) και αδελφή του τελευταίου δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου Β΄ Ορσίνη (1338-1340, 1356-1359).

Ο κατά κόσμον Ιωάννης γεννήθηκε κατά το 1349-50. Η καταγωγή της μητέρας του ήταν άπό τή βυζαντινή αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων…. Η μητέρα της μητέρας του, η γιαγιά του Μαρία Παλαιολογίνα, ήταν δισέγγονη τού βυζαντινού αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282) άπό τον πατέρα της Ιωάννη Παλαιολόγο και εγγονή από τή μητέρα της Ειρήνη τού Θεόδωρου Μετοχίτη, πού ήταν κτίτορας της περίφημης μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη, και είχε παντρευτεί τον Σέρβο βασιληά Στέφανο Γ΄ Ούρεση (1321-1331), πού ήταν παππούς τού Ιωάννη. Ο Ιωάννης είχε ένα νεώτερο ετεροθαλή αδελφό, τον Στέφανο, τη Μαρία Αγγελίνα Κομνηνή Δούκαινα Παλαιολογίνα, πού ήταν παντρεμένη με τον δεσπότη των Ιωαννίνων Θωμά (+1384).

Το 1359-60 ο Ιωάννης αναγορεύθηκε στην Καστοριά συναυτοκράτορας με τον πατέρα του σε ηλικία μόλις δέκα ετών. Μετά δέκα έτη περίπου, πέθανε ο πατέρας του και τον διαδέχθηκε στην εξουσία. Η ευσεβής οικογένειά του τον βοήθησε από μικρό να έχει ένα ιδιαίτερο ζήλο για την πνευματική ζωή και όχι για τα κοσμικά πράγματα. Επισκεπτόταν συχνά τις εκκλησίες και τα μοναστήρια και συμμετείχε στις ιερές ακολουθίες και τις θείες λειτουργίες, ιδιαίτερα στις μονές τού Αγίου Όρους και των Μετεώρων. Κατά τον θάνατο τού πατέρα του βρισκόταν στο Άγιον Όρος. Επέστρεψε στα Τρίκαλα και παραχώρησε την εξουσία και τη διοίκηση της Θεσσαλίας στον συγγενή του Καίσαρα Αλέξιο Άγγελο Φιλανθρωπινό το 1372. Το έτος αυτό, στην ηλικία των 22 ετών, ο Ιωάννης Ούρεσης Παλαιολόγος, ο τελευταίος γόνος της ένδοξης δυναστείας των Νεμανιδών, κατέφυγε στην ιερά μονή τού Πλατυλίθου, της Μεταμορφώσεως τού Σωτήρος τού Μεγάλου Μετεώρου. Εκεί μετονομάσθηκε Ιωάσαφ από τον όσιο Αθανάσιο τον Μετεωρίτη (+1380), του οποίου υπήρξε πνευματικός πατέρας και καθοδηγός. Αυτός, προ της μακαρίας κοιμήσεώς του, του παραχώρησε «πάσαν την εξουσίαν και αρχήν» της μονής. Μετήλλαξε τή βασιλική πορφύρα με το μοναχικό τρίχινο ράσο.

Ο Ιωάσαφ, όταν εκοιμήθη ο Γέροντάς του όσιος Αθανάσιος ο Μετεωρίτης, απουσίαζε στη Θεσσαλονίκη και στο Άγιον Όρος. Μετά την εκδημία του, επέστρεψε στο Μεγάλο Μετέωρο και ανέλαβε τα καθήκοντά του ως διάδοχος, κατά τη διαθήκη τού οσίου πνευματικού του πατρός. Το 1381 υπογράφει «Ιωάννης Ούρεσης ο Παλαιολόγος ο δια του Θείου και αγγελικού σχήματος μετονομασθείς Ιωάσαφ μοναχός». Το 1384-85 ο Ιωάσαφ μεταβαίνει στα Ιωάννινα για να παρηγορήσει και ενισχύσει την πρόωρα χήρα αδελφή του Μαρία Αγγελίνα, πού ο σύζυγός της Θωμάς Πρελιούμποβιτς είχε δολοφονηθεί, και η δια είχε ανακηρυχθεί κυβερνήτρια τού δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο κίνδυνος της απειλής των Αλβανών ανάγκασε τή Μαρία να έλθει σε δεύτερο γάμο με τον κόμη Ιζαού Μπουντελμόντι από την Κεφαλλονιά, κατόπιν συνδρομής του Ιωάσαφ και να ειρηνεύσει το δεσποτάτο και να επιστρέψει ήσυχος στα Μετέωρα με δώρα άπό την αδελφή του, πού τα χρησιμοποίησε για τη μονή του, μαζί με μεταγενέστερες πλούσιες δωρεές, οι όποιες μεγάλυναν το Μεγάλο Μετέωρο και τον κατέστησαν δεύτερο κτίτορα.

Το 1393-1394 οι Τούρκοι κατέλαβαν τή Θεσσαλία και ο άγιος αναγκάσθηκε να αναχωρήσει για το Άγιον Όρος.

Μαζί του είχε τον ιερομόναχο Σεραπίωνα και τους μοναχούς Φιλόθεο και Γεράσιμο. Εγκαταστάθηκαν στη μονή Βατοπαιδίου, στην οποία προσέφεραν δώρα, χρήματα και ένα χρυσό σταυρό. Σε αυτούς παραχωρήθηκαν δύο κελλιά, όπως φαίνεται σε έγγραφο πού υπογράφουν και οι Βατοπαιδινοί πατέρες Θεοδώρητος Καθηγούμενος και Ιγνάτιος Προηγούμενος. Το 1394 ο Πρώτος τού Αγίου Όρους ιερομόναχος Ιερεμίας Διονυσιάτης έδωσε Κελλί στις Καρυές, για να κατοικεί ο Ιωάσαφ με τη συνοδεία του. Ο Πρώτος τού Αγίου Όρους Νεόφυτος Διονυσιάτης σε έγγραφό του αναφέρει ότι «ο κατά κόσμον ευγενέστατος και εν μοναχοίς οσιώτατος κυρ Ιωάσαφ» το 1396 αναχώρησε για τα Μετέωρα.

Ο μητροπολίτης Λαρίσης Ιωάσαφ τον ονομάζει «αειθαλές δένδρον και υψίκομον, τον κυρ Ιωάσαφ, όπερ θάλπει πάντας· τον άγιον, τον γλυκύν, τον πράον, τον ήσυχον, τον αγχίνουν…» σε επιστολή του, όπου αναφέρει ότι έχει και μεγάλη συνοδεία μοναχών.

Ο όσιος Ιωάσαφ εκοιμήθη το 1422-23 ως απλός μοναχός σε ένα μικρό κελλί τού Μεγάλου Μετεώρου, το όποιο αγάπησε και λάμπρυνε με πολλά έργα, μεγαλώνοντας το μικρό Καθολικό, πού το αγιογράφησε, συμπλήρωσε με απαραίτητες οικοδομές και αφιέρωσε κτήματα και χειρόγραφα. Ήταν ολόψυχα αφιερωμένος στό ιδεώδες τού μοναχικού βίου, ταπεινόφρων, υπάκουος, κοινοβιάτης μοναχός, ακούραστος ασκητής και γι΄ αυτό σεβαστός και αγαπητός απ΄ όλους.

Στην ωραία και αιθέρια ιερά μονή τού Μεγάλου Μετεώρου φυλάγεται η τίμια κάρα τού οσίου Ιωάσαφ σε αργυρά λειψανοθήκη και αποτελεί μαζί με τού αγίου Γέροντά του Αθανασίου πολύτιμο και ανεκτίμητο θησαυρό και σεβάσμιο προσκύνημα. Στό σκευοφυλάκιο της μονής φυλάγονται προσωπικά σκεύη τού οσίου, καθώς και φορητές εικόνες. Στη μονή τοιχογραφείται μαζί με τον όσιο Αθανάσιο.

Η ιερά ακολουθία του υπάρχει στους κώδικες της μονής του: 209 τού 1551 και 128 τού 17ου αιώνος και είναι ποίημα τού Ιουστίνου Δεκαδύο. Συνυμνείται με τον όσιο Αθανάσιο. Η ακολουθία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1788 στη Βενετία. Παρακλητικό Κανόνα και Χαιρετιστήριους Οίκους συνέθεσε πρόσφατα η μοναχή Θεοτέκνη.

Η μνήμη του τιμάται στις 20 Απριλίου.

πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Άγιοι Αγίου Όρους, Εκδόσεις Μυγδονία, Θεσσαλονίκη, 2007

 

 

Η αιχμαλωσία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στους Τούρκους, ήτοι το αναίμακτο μαρτύριό του

AGIOSGRIGORIOSPALAMAS

Του Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

(Κήρυγμα τήν Β’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, στόν Ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου Ἀντιρρίου, 4 Μαρτίου 2018)

Σήμερα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει ἕναν πολύ μεγάλο ἅγιο καί Πατέρα της, ἀλλά καί Ὁμολογητή τῆς πίστεως, τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ. Τό κανόνισε μάλιστα νά ἑορτάζεται τήν Β’ Κυριακή τῶν Νηστειῶν, μετά τήν Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, γιατί εἶναι ἡ συνέχειά της καί ὁ ἅγιος εἶναι ἕνας πολύ μεγάλος Ὁμολογητής καί ὑπερασπιστής τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καί τῆς Ὀρθοδόξου παραδόσεως.

Μετά ἀπό τούς Καππαδόκες Πατέρες καί τούς μεγάλους Πατέρας τῆς πρώτης χιλιετίας, ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἐκεῖνος πού συνόψισε ὅλη τήν πατερική θεολογία, καί κυρίως τήν διδασκαλία τοῦ ἱεροῦ ἡσυχασμοῦ πού εἶναι ἡ βάση τῆς ὀρθοδόξου θεολογίας, γι’ αὐτό καί εἶναι ὁ ἄριστος μεταξύ τῶν ἀρίστων.

Ὅταν διαβάση κανείς τόν βίο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, θά δῆ ὅτι ἦταν ἄριστο παιδί ἀπό…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 2.299 επιπλέον λέξεις

 

ΘΑΥΜΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ ΑΘΕΟΥ

 
 
 
Μαρτυρία του μοναχού Ιππολύτου, του Ερημητηρίου Ζοσιμόβοι, στην Μόσχα:
 
«Πριν από την είσοδό μου στην μονή, πήρα στο σπίτι των γονιών μου ένα πορτραίτο του αυτοκράτορα Νικολάου Β΄ και ένα της συζύγου του, Αλεξάνδρας Φεόντοροβνα. Οι γονείς μου, έχοντας διδαχθεί κατά την σοβιετική περίοδο να πιστεύουν ότι οι τσάροι ήταν τύραννοι, απόρησαν πολύ όταν άκουσαν πως γινόταν λόγος για αγιοκατάταξή τους και έβλεπαν σαστισμένοι τα δύο αυτά πορτραίτα να κρέμονται στις εξέχουσες θέσεις που τα τοποθέτησα. Η μητέρα μου, μορφωμένη γυναίκα, αμέσως θυμήθηκε την Ματωμένη Κυριακή του 1905 και την σφαγή των εργατών στον ποταμό Λένα, το 1912. Ωστόσο, όντας θεοφοβούμενη γυναίκα από την παιδική της ηλικία, η μητέρα μου συγκράτησε τον εαυτό της και δεν εξέφρασε πολλά ερωτήματα, παρά μόνο αναρωτήθηκε: “Πως είναι δυνατό αυτό;”. Ο πατέρας μου, δεδηλωμένος άθεος, δεν κράτησε για τον εαυτό του την αντίθετη γνώμη του. Ωστόσο, τρέφοντας εχθρικές διαθέσεις κατά των κομμουνιστών, εξέφρασε λύπη για το τέλος των βασιλομαρτύρων.
 
»Η τεταμένη ατμόσφαιρα στο οικογενειακό μας περιβάλλον, με τα διάφορα σχόλια κατά του τσάρου, επιδείνωσε περισσότερο την κρίσιμη κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι γονείς μου, η μάλλον ο πατέρας μου, για να είμαι πιο ακριβής. Ο πατέρας μου, εκείνη την περίοδο, κινδύνευε να καταδικασθεί σε φυλάκιση, διότι λόγω της απλότητας και της άγνοιάς του, έμπλεξε με μία ομάδα απατεώνων. Είχαν ήδη κατηγορηθεί για μία εγκληματική πράξη, έγιναν οι ανακρίσεις και είχε ορισθεί η ημερομηνία για την δίκη. Τότε, ο πατέρας μου είδε ένα όνειρο. Ο ίδιος ο τσάρος εμφανίστηκε σ’ αυτόν, φορώντας στολή αξιωματικού του αυτοκρατορικού στρατού και επωμίδες. Ήταν ψηλός, με γαλάζια μάτια και έλαμπε. Στεκόταν στραμμένος μερικώς προς τον πατέρα μου και κάποιος άλλος με μαύρη ενδυμασία είπε: “Τίμησέ τον ως άγιο και θα σε βοηθήσει”. Τότε ο πατέρας μου γονάτισε μπροστά στον τσάρο. Καθώς θυμάται ο πατέρας μου, γύρω από τον τσάρο στεκόταν η οικογένειά του.
 
»Μετά από αυτό το όνειρο, οι γονείς μου πήγαν σε μία μικρή εκκλησία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και πασών των Ουρανίων Ασωμάτων Δυνάμεων, σε κάποιο χωριό, και εκεί έκαναν μία δέηση στους βασιλομάρτυρες. Ο ιερέας του χωριού, όταν άκουσε το όνειρο του πατέρα μου, δεν έφερε αντίρρηση να κάνει την δέηση. Και τι συνέβη αργότερα; Μετά από τρεις η τέσσερις μέρες έλαβε χώρα το πραξικόπημα στην Μόσχα (1993). Αμέσως μετά, ακολούθησε πραξικόπημα στην τοπική κυβέρνηση και αντικαταστάθηκε ο επικεφαλής της κυβέρνησης, ο οποίος μισούσε τον πατέρα μου και ήθελε με κάθε τρόπο να τον κλείσει στην φυλακή. Η αντικατάσταση των αξιωματούχων έδωσε ελπίδες στον πατέρα μου ότι θα έβλεπαν την περίπτωσή του με επιείκεια. Σύντομα ακολούθησε η δίκη και στον πατέρα μου δόθηκε ένας χρόνος με αναστολή. Αργότερα του δόθηκε αμνηστία και ακυρώθηκε η καταδίκη του. Από τα έξι άτομα που καταδικάστηκαν, ο πατέρας μου ήταν ο μόνος που απαλλάχθηκε της καταδίκης του.
 
»Μετά από αυτό το γεγονός, η στάση του πατέρα μου απέναντι στον τσάρο άλλαξε και άρχισε να τον σέβεται. Έτσι, αυτός ο οποίος μέχρι τότε περιγελούσε τα άγια, κάθε φορά που συναντούσε την παραμικρή δυσκολία, έτρεχε πάλι σ’ αυτόν από τον οποίο είχε βρει αληθινή βοήθεια: στον τσάρο Νικόλαο Β΄ και τους άλλους βασιλομάρτυρες. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η ακόλουθη. Ο πατέρας μου είναι γεωργός. Κάποια φορά, έφθασε σε κατάσταση που δεν είχε τίποτα να σπείρει. Ο κίνδυνος από αυτό δεν ήταν μόνο το ότι θα μπορούσε να μείνει χωρίς λεφτά, αλλά θα έπρεπε να δώσει όλα τα υπάρχοντά του για να ξοφλήσει το χρέος του. Τότε, μαζί με την μητέρα μου, έκαναν στον ναό μία δέηση στους βασιλομάρτυρες Νικόλαο και την οικογένειά του. Αμέσως μετά από αυτό, ήλθε να δει τον πατέρα μου ο ηγούμενος ενός κοντινού μοναστηριού και του είπε ότι είχε κάποιο γνωστό, ο οποίος ήθελε να δώσει στον πατέρα μου σπόρους για καλλιέργεια. Σπάρθηκε όλη η γη του: 370 στρέμματα!».
 
Πηγή: R. Monk Zachariah (Liebmann), «The Life of Tsar-Martyr Nicholas II», The Orthodox Word, vol. 26, no. 4 (153), July-August, 1990.
 

https://www.romanovs.eu/blog/thayma-epistrofis-atheoy

 

Αγία Θωμαΐς της Αλεξάνδρειας (+14 Απριλίου), η έχουσα χάρη κατά των σαρκικών παθών και πειρασμών.

Αποτέλεσμα εικόνας για αγια θωμαις
Η Αγία Μάρτυς Θωμαΐς γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια και διακρινόταν για την ευσέβεια και την πνευματική της μόρφωση. Από μικρή ηλικία είχε επιδοθεί στα έργα της φιλανθρωπίας και του ελέους, συνοδεύοντας την μητέρα της. Τη διακονία (υπηρεσία) αυτή εξακολούθησε να την ασκεί ακόμα και όταν παντρεύτηκε.
Η Αγία είχε μία κατά πάντα ευλογημένη οικογένεια. Με τον σύζυγό της συνδεόταν με αληθινή και ανυπόκριτη αγάπη. Την ειρηνική τους όμως συνύπαρξη την φθόνησε ο εφευρέτης της κακίας, ο διάβολος, και θέλησε να τους χωρίσει, μάλιστα δε με τραγικό τρόπο.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

«ΣΕ ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΘΛΙΨΗ ΝΑ ΛΕΣ ΑΡΓΑ-ΑΡΓΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ: “ΘΑΝΑΤΟΥ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΝΕΚΡΩΣΙΝ”» (π. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης)

Ἔχεις δεῖ τώρα τήν ἄνοιξη;

τοῦ Γεωργίου Παπαζάχου, καρδιολόγου (†)

.           Ἀντί ἄλλης Πασχάλιας εὐχῆς θά σᾶς μεταφέρω τά χαρμόσυνα ἀναστάσιμα βιώματα τοῦ μακαριστοῦ γέροντα Πορφυρίου, ὅπως τά ἔζησα μιά Τρίτη Διακαινησίμου στό κελλάκι του.
.           Μετά τήν καρδιολογική ἐξέταση καί τό συνηθισμένο καρδιογράφημα, μέ παρεκάλεσε νά μή φύγω. Κάθησα στό σκαμνάκι κοντά στό κρεββάτι του. Ἔλαμπε ἀπό χαρά τό πρόσωπό του. Μέ ρώτησε:

– Ξέρεις τό τροπάριο πού λέει «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν…»;
– Ναί, γέροντα, τό ξέρω.
– Πές το.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Άγιος Ιάκωβος ο έν  Ευβοία
Μιά γυναῖκα λέει μιά φορά: «Πῆγα νά ἀνάψω τά καντήλια σέ ἕνα ᾿ξωκκλήσι καί λιβάνισα». Ξέρετε, καμμιά φορά ἔχουν οἱ γυναῖκες καί τήν περιέργεια νά μπαίνουν στό ἅγιο Βῆμα, στό Ἱερό, καί κοιτάζει πού λέτε αὐτή ἡ γυναῖκα ἀπό τό ἅγιο Βῆμα καί βλέπει ἕνα παλληκάρι μέ ξανθά μαλλιά, ἕναν λεβέντη μέ τά μαλλιά του, μέ συγχωρεῖτε, ἔτσι ἐδῶ ἀνοιγμένα καί τά γενάκια του ἐδῶ χωρισμένα καί τόν βλέπει πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα.
«Πιδήμ᾿, λέει, τί κάνεις ᾿δῶ μέσα στήν Ἁγία Τράπεζα; Στό ἅγιο Βῆμα; Βγές, πιδήμ᾿, ἔξω».
Καί τῆς λέει ἐκεῖνο: «Δική μου εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα καί ἐγώ τήν ὁρίζω».
Ξαφνικά, ὅπως τό κοίταζε ἡ γυναῖκα τό παιδί, τοῦ λέει:
«Πιδήμ᾿, δέν μοῦ λές; Ποιός σέ πλήγωσε καί τά χέρια σου εἶναι ἀπό καρφιά καί τρέχουν αἵματα; Βλέπω πληγές στά χέρια σου καί στά πόδια σου».
«Ἔδῶ στό πλευρό σου, παιδάκιμ᾿, λέει, στό σκότισ᾿ (συκώτι σου), παιδάκιμ᾿, στό πνευμόνι σου, ποιός σέ χτύπησε, πιδήμ᾿, μέ τό μαχαίρι κι πέρα;»
«Ποιός σέ πλήγωσε;» (Τοῦ ) ἔλεγε ἡ γυναἶκα, ( ἦταν ) μιά ἁπλή γυναικούλα. Ὅμως αὐτή εἶδε ζωντανό τόν ἴδιο τόν Θεό!…

 

«Ἐσύ μέ πλήγωσες», τῆς λέει, καί εἶμαι πληγωμένος.

Ἔκανε τόν σταυρό της ἡ γυναῖκα καί ἐφυγε, ἁπλή γυναῖκα ἀπό χωριουδάκι.

Ἔπειτα ἀπό παρέλευση ἑνός χρόνου, ἦρθε στήν Μονή καί μοῦ λέει: «ἔτσι καί ἔτσι, πάτερ μου. Τί εἶναι αὐτό τό «ἐσύ μέ πλήγωσες;» μπορεῖς νά μοῦ τό ἐξηγήσεις αὐτό; Αὐτό εἶναι μεγάλο, δέν θά μπορῆς νά μοῦ τό ἐξηγήσεις, θά πάω σέ κανέναν μεγάλο».
«Ἀκουσε, παιδί μου, νά σοῦ τό ἐξηγήσω», τῆς λέω.

«Ἐσύ μέ πλήγωσες» εἶναι οἱ ἁμαρτίες οἱ δικές σου, οἱ ἁμαρτίες οἱ δικές μου, οἱ ἁμαρτίες τοῦ κόσμου, πού μέ τίς ἁμαρτίες μας Τόν πληγώσαμε καί Τόν ἀνεβάσαμε πάνω στόν Σταυρό καί ἔχυσε τό Πανάγιο Του αἷμα»…

Από το βιβλίο: «Ο Γέρων Ιάκωβος» 
(διηγήσεις – νουθεσίες – μαρτυρίες), 
εκδ. «Ενωμένη Ρωμιοσύνη», σειρά: Ορθόδοξο Βίωμα 4,
 Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 66-67
 

Γερόντισσα Άννα: Αν μπορείς να προσεύχεσαι χαράματα, έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους…

livanistiri

Γερόντισσα Άννα: Ασκήτριες μέσα στον κόσμο!
Σήμερα, και «τώ καιρώ ετούτω», (όχι «τω καιρώ εκείνω…»)

Η μακαριστή γερόντισσα Άννα Γιοβάνογλου γεννήθηκε το 1903 στην Πάνορμο της Μικράς Ασίας από γονείς πολύ ευλαβείς, τον Ιωάννη και την Δήμητρα. Ήταν πρωτότοκη και είχε άλλα οκτώ αδέλφια. Στην βάπτιση της δόθηκε το όνομα Αναστασία. Με την ανταλλαγή των πληθυσμών, μετά από ταλαιπωρίες, εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πηγάδια Κυργίων Δράμας. Στα Πηγάδια ο πατέρας της έγινε κτηνοτρόφος. Αυτή ως μεγαλύτερη φρόντιζε για τα μικρότερα αδέλφια της, γιατί και η μητέρα της εργαζόταν.
Από μικρή αγαπούσε τον Χριστό. Όταν μιλούσε για τον Χριστό και την Παναγία έκλαιγε. Από μικρή κρατούσε όλες τις νηστείες και κρέας δεν έφαγε ποτέ. Όταν πήγαιναν στο χωριό της μοναχοί από τα Κύργια, αυτή πήγαινε κοντά τους και ήθελε να ακούη για τον Χριστό.
Δεν πήγε σχολείο, δεν ήξερε να διαβάζη. Προσευχόταν και μερικές νύχτες άκουγε Αγγελικές ψαλμωδίες…

+++++++++++++++++++++++ 

Διηγείτο: «Ήμασταν εννιά αδέλφια και μόνο κρατούσαμε (τηρούσαμε) του πατέρα μας τον λόγο. Αλλά ήρθε καιρός που να μην τον κρατήσω εγώ, γιατί ήμουν μεγαλύτερη τριάντα χρόνων κοπέλα και ήρθε καιρός να παντρευτώ και τ’ αδέλφια μου όλα μεγάλωσαν και ήταν για παντρειά και μουρμούριζαν (γόγγυζαν) εναντίον μου, πότε θα παντρευτείς; τι θα κάνεις;».
Παντρεύτηκε ένα νέο ονόματι Γιάννη που είχαν για βοσκό στα πρόβατά τους. Επειδή οι γονείς της δεν συγκατατέθηκαν, την έδιωξαν από το σπίτι. Ο σύζυγός της μια βδομάδα μετά από τον γάμο τους, πήγε στην Κοζάνη να δη τους δικούς του και δεν ξαναγύρισε ποτέ, ούτε και έμαθε τι απέγινε.
Η ίδια δεν γόγγυξε ποτέ, δεν τον κακολόγησε, δεν παραπονέθηκε. Τον συγχωρούσε και έλεγε να είναι καλά. Έλεγε: «Έτσι ήθελε ο Θεός και έτσι έγινε».
Η Αναστασία εγκαταλειμένη από όλους και περιμένοντας παιδάκι, απελπίστηκε και επιχείρησε να πέση σε μια λίμνη, να κάνη κακό στον εαυτό της. Τότε όπως διηγήθηκε: «Μπήκα μέσα στην λίμνη και όταν το νερό έφθασε μέχρι τον λαιμό, ένιωσα ένα φτερούγισμα πίσω από το σώμα μου και άκουσα μια φωνή: “Τέτοια ψυχή που θα την ρίξεις μεσ’ τον βούρκο” ( τής Κόλασης);
Μάλλον θα ήταν ο φύλακας άγγελός μου. Το άγγιγμα της φτερούγας ακόμα το θυμάμαι. Χαράχτηκε στην μνήμη μου».
Ύστερα κατέφυγε σε μια θεία της, την Σοφία η οποία την περιέθαλψε, την βοήθησε να γεννήση το παιδάκι και μετά το μεγάλωσαν μαζί, γιατί η Αναστασία εργαζόταν στα καπνά, στο Δοξάτο και στα Κύργια. Στενοχωριόταν για την κόρη της Βενέτα που δεν είχε πατέρα. Έλεγε: «Δεν πειράζει, βρε παιδάκι μου, έχεις εμένα, εγώ σε φροντίζω, εγώ και μάνα και πατέρας». Έκανε το παν να μην της λείψη τίποτε. Δούλευε νύχτα-μέρα διότι επιπλέον βοηθούσε τ’ αδέλφια της και γηροκόμησε την μητέρα της.
Εργαζόταν σκληρά όλη την ημέρα στα χωράφια και τη νύχτα προσευχόταν. Συνήθιζε, με άλλες γυναίκες του χωριού, να συγκεντρώνονται σε κάποιο σπίτι εκ περιτροπής, ενώπιον μιας θαυματουργής εικόνας του Αγίου Γεωργίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για όλον τον κόσμο. Και η ίδια ξυπνούσε πάντα πρωί για να προσεύχεται, γιατί πίστευε ότι ο Θεός τότε σ’ ακούει καλύτερα. Όταν πιστεύης και παρακαλάς, ο Θεός δεν σε ξεχνά.
Αγαπούσε πολύ τον Θεό. Ανέφερε την λέξη «Θεός μου», χαιρόταν η ψυχή της και έτρεχαν τα δάκρυά της. Έλεγε: «Αγαπάω τόσο πολύ τον Θεό. Θέλω να πάω στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσω».
Μάζευε δραχμή-δραχμή χρήματα για τα Ιεροσόλυμα. Πρώτα πήγε και προσκύνησε στην Τήνο. Εκεί, όπως έλεγε, είδε ζωντανή την Παναγία και άκουσε μια φωνή που της είπε «να πας στα Ιεροσόλυμα». Πήγε, προσκύνησε στους Αγίους Τόπους και εκεί γνώρισε τον γέροντα Αμφιλόχιο και την μοναχή Ελισάβετ στο Χοζεβά.
Βαπτίσθηκε στον Ιορδάνη Ποταμό και μετά από πολλή προσευχή και μεγάλη νηστεία έγινε μοναχή μικρόσχημη με το όνομα Άννα. Έκανε υπακοή στον π. Αμφιλόχιο, της έδωσε εντολές και κανόνα για να προετοιμασθή να πάρη αργότερα το μεγάλο Σχήμα.
Όταν επέστρεψε ήταν κατενθουσιασμένη, αν και κατάκοπη από την κούραση και τη νηστεία, δεν μπορούσε να περπατήση. Πήγε ύστερα και έμεινε σ’ ένα μοναστήρι της περιοχής για σαράντα ημέρες. Ήθελε να μείνη για πάντα εκεί, αλλά επειδή ήταν ηλικιωμένη δεν την κράτησαν. Ύστερα έμενε στο Δοξάτο μόνη της σ’ ένα μικρό και παλαιό κελλάκι, χωρίς φως με μια σομπούλα. Δεν θέλησε να μείνη στο σπίτι της κόρης της αλλά κοντά της, από ευαισθησία για να μην την επιβαρύνη, αλλά και για να έχη την ησυχία της να κάνη τα μοναχικά της καθήκοντα.
Είχε στρωμένες παλαιές μπαλωμένες κουρελούδες αλλά ολοκάθαρες. Πάνω στο κρεββατάκι της είχε μια βαλιτσούλα που μέσα είχε τα νεκρικά της φορέματα, κεράκια και σάβανο από τα Ιεροσόλυμα. Στον τοίχο πάνω από το κρεββάτι της είχε τα εικονίσματά της και ένα κανδήλι ακοίμητο.
Η γερόντισσα Άννα νήστευε και προσευχόταν νύχτα-μέρα. Ξυπνούσε στις 3 μετά τα μεσάνυχτα. Όταν την ρωτούσε η κόρη της γιατί ξυπνά τη νύχτα απαντούσε: «Δεν μπορώ να κοιμηθώ, παιδί μου. Άγγελος Κυρίου έρχεται και με ξυπνά και συνεχίζω την προσευχή». Αλληλογραφούσε με τον π. Αμφιλόχιο και έστελνε δέματα στην μοναχή Ελισάβετ. Προετοιμαζόταν να πάρη το μεγάλο Σχήμα.
Γι’ αυτό παρήγγειλε μία μοναχική ζώνη από το Άγιον Όρος με τον καθηγητή κ. Ραδή. Εκείνος δεν βρήκε ζώνη και φεύγοντας το ανέφερε σ’ έναν Ηγούμενο. Ο Ηγούμενος έδωσε την δική του που φορούσε. Την έφερε στο σπίτι του και κάποιες φίλες της γυναίκας του της είπαν να την κρατήση αυτή για ευλογία. Την άλλη μέρα ήρθε η αδελφή Άννα και λέει στην κυρία Ραδή:
«Κυρία Έλλη, η ζώνη μου ήρθε. Έβλεπα ένα καντηλάκι που ερχόταν από το Άγιον Όρος και από κάτω ήταν η ζώνη».Εξεπλάγη η κ. Έλλη. Της έδωσε την ζώνη και εκείνη την πήρε με λαχτάρα.
Την πέμπτη φορά που πήγε η γερόντισσα Άννα στα Ιεροσόλυμα, ο γέροντας Αμφιλόχιος, ηγούμενος του Χοζεβά, την έκειρε μεγαλόσχημη μοναχή, το έτος 1972. Από τότε έβλεπαν και ένιωθαν οι γνωστοί της μια ιδιαίτερη χάρη στην γερόντισσα Άννα, αλλά και η ίδια έλεγε: «Στα Ιεροσόλυμα που πήγα κάτι έλαβε η ψυχή μου από τον Θεό μου και δεν μπορώ να κάνω κακό ούτε στον εαυτό μου ούτε σε άλλους. Έχω ευλογία επάνω μου. Δεν νιώθω κούραση ούτε οι νηστείες με εξαντλούν, πετάω». Τα ράσα της μοσχοβολούσαν.
Όποιος την επισκεπτόταν ένιωθε κοντά της χαρά και χάρη. Κερνούσε τους επισκέπτες καφέ, κανένα αυγουλάκι και απαντούσε στις ερωτήσεις τους μεταδίδοντας την χάρη και τα βιώματα της. Τα βαθυγάλαζα μάτια της έλαμπαν και ακτινοβολούσαν από καλωσύνη.
Θυμίαζε τις εικόνες στο κελλάκι της, αλλά τη νύχτα έβγαινε στον δρόμο και θυμίαζε τους ανθρώπους που πήγαιναν στα καπνά. Θυμίαζε όλο το Δοξάτο και προσευχόταν για τον κόσμο.
Διηγείται η κυρία Έλλη Ραδή-Ταμπουλίδου, στην οποία η γερόντισσα Άννα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός: «Όταν ερχόταν στο σπίτι μου άναβε το θυμιατό και θυμίαζε όλο το σπίτι λέγοντας προσευχές. Με συμβούλευε να το κάνω και εγώ αυτό διότι έτσι δεν μπορεί να με πλησιάση ο διάβολος. Μάλιστα έλεγε να θυμιάζω τα παιδιά και, πριν κοιμηθούν, να σταυρώνω τα παιδιά και τα προσκέφαλά τους. Όταν προσευχόταν, είχε σκυμμένο το κεφάλι και αναστέναζε. Όταν σηκωνόταν τις νύχτες για να προσευχηθή, την άκουγαν τα παιδιά και μου έλεγαν ότι αυτή η γιαγιά όλη τη νύχτα τραγουδάει (ψέλνει, προσεύχεται). Αυτή έψελνε όλη τη νύχτα στον Χριστό, όπως έλεγε, και τα δάκρυά της έβρεχαν το πάτωμα. Ευχόταν για όλους τους ανθρώπους».
Συμβούλευε: «Να προσεύχεσαι χαράματα και έξω από το σπίτι με τα χέρια στον ουρανό. Τότε σε ακούει ο Θεός, βλέπεις και τους Αγγέλους. Όταν παρακαλάς, να παρακαλάς πρώτα τον Χριστό και έπειτα τους Αγίους, όσους θυμάσαι, όχι μόνον έναν.
Και αυτά τα παρακάλια τα παίρνουν οι Άγιοι και τα πάνε στην Παναγία και η Παναγία τα δίνει στον Χριστό. Εγώ μια φορά παρακαλούσα και ξέχασα τον άγιο Θεόδωρο. Εμφανίστηκε, λοιπόν, και μου λέει: “Όλους τους παρακαλάς και μένα με ξέχασες”. “Ποιος είσαι”, λέω, “δεν σε γνώρισα”. “Ο άγιος Θεόδωρος είμαι”, λέει. Από τότε κάθε φορά τον παρακαλάω».
Έλεγε με απλότητα στην προσευχή της: «Η αδελφή Άννα σας παρακαλεί: “Άγιε Αλέξιε, άγιε Παντελεήμων”» και μνημόνευε πολλούς Αγίους που είχε σε ευλάβεια, και όσων Αγίων είχε εικονάκια.
Ήταν φυσική η επικοινωνία της Γερόντισσας με τους Αγίους. Δεχόταν απλά και απερίεργα τις εμφανίσεις των Αγίων με πίστη, χωρίς να περνούν λογισμοί κενοδοξίας. Όταν πήγαινε η κόρη της στο κελλάκι της, η Γερόντισσα την απέτρεπε να κάθεται με την πλάτη προς την Ανατολή, γιατί εκεί έβλεπε να στέκεται κάποιος Άγιος και το θεωρούσε ασέβεια.
Την συμβούλευε να κάνη πάντα προσευχή πριν από κάθε της έργο για να πετύχη. Στις δυσκολίες έλεγε στην κόρη της: «Μη στενοχωριέσαι. Θα κάνω προσευχή και όταν έρθη η ώρα θα γίνει (ξεπεραστή). Εάν δεν θέλη ο Θεός, δεν γίνεται. Εκείνος ξέρει. ξέρω κι εγώ γιατί δεν γίνεται;».
Κάποια χρονιά, Κυριακή της Ορθοδοξίας, η Γερόντισσα κρατούσε εικόνα στην λιτανεία και έβλεπε τον εικονιζόμενο Άγιο να προπορεύεται.
Η γερόντισσα Άννα είχε τέτοια απλότητα, ώστε δεν της περνούσε λογισμός υπερηφάνειας, διότι τα θεωρούσε όλα φυσικά. Με την μακάρια απλότητα, την ευλάβεια, την καθαρότητα και τον φιλότιμο αγώνα της, αξιώθηκε να έχη πολλές αγιοφάνειες. Είδε τον προφήτη Ηλία και του ασπάσθηκε το χέρι.
Τον Τίμιο Πρόδρομο και μάλιστα παρατήρησε το σημάδι της αποτομής από το ξίφος στον λαιμό του! Τους Αγίους Θεοδώρους τους έβλεπε συχνά να περνούν τις νύχτες με τα άλογα και τις στολές τους μέσα από το Δοξάτο. Υπάρχει εξωκκλήσι των Αγίων Θεοδώρων και αυτοί προστατεύουν το χωριό. Είδε και τον άγιο Βασίλειο σε ώρα θείας Λειτουργίας.
Ζήτησε να γνωρίση και το Άγιο Πνεύμα, όπως διηγήθηκε η ίδια. «Είχα απορία, δεν μπορούσα να καταλάβω πως είναι το Άγιο Πνεύμα. Ήθελα να ξέρω όλα τα Άγια». Έκανε προσευχή και το είδε εν είδει περιστεράς.
Κάποτε η Γερόντισσα ηρπάγη στον Παράδεισο, όπως διηγήθηκε η ίδια: «Η Χάρις με πήρε… πααίνομε σ’ ένα δρόμο, καλός ο δρόμος, (περνούσε) μέσα από χωράφια που είχαν και αγκάθια. Μετά ανοίξαμε μια πόρτα και αρχίσαμε να πααίνομε σε κήπο. Μπήκαμε μέσα κανά δυό βήματα και άρχισα να βλέπω καλά πράγματα. Είχε πράγματα για φαγώσιμο. Είδα τα μούρα, να τα λιμπίζεσαι. “Να φθάσω ένα μούρο”; “όχι δεν είναι δικά σ’”, μου είπε “θα ‘ρθή η ώρα να είναι δικά σ’”. Γυρίσαμε πίσω, δεν προχωρήσαμε άλλο μέσα στον Παράδεισο».
«Μια άλλη φορά», διηγήθηκε, «μια καλωσύνη έκανα, αλλά δεν θυμάμαι τι, όμως θυμάμαι με ανέβασε μια και μια στον ουρανό. Ανέβηκα και έβλεπα τους ανθρώπους να περπατάν σαν μυρμήγκια. Πώς να κατέβω εγώ από δω; Σκεύομαι, σκεύομαι… μοναχή ήμουν εκεί. Τα πουλιά πετούσαν εκεί κάτ’, τάβλεπα. Ύστερα ήρθε ένας αγέρας δυνατός και εφθάσαμε κάτ’. Αλλά λέω πού είμαι τώρα, πού να είμαι; Τότε κατάλαβα ότι πατούσα στη γη, ότι είμαι στον κόσμο που γνωρίζω, διότι εκείνον τον κόσμο δεν τον γνωρίζω. Ακόμα θυμούμαι τα πουλιά που ήταν από κάτω μου».
Κάποτε άκουσε μια φωνή που της είπε: «Η αρετή σου περίσσεψε», και ταυτόχρονα αισθάνθηκε και μια χάρι. Η μακαρία και απλούστατη γερόντισσα Άννα ενώ ζούσε την αρετή, δεν ήξερε τι είναι «αρετή» και ρωτούσε κάποιον: «Είχα μια γειτόνισσα στα Κύργια που την έλεγαν Αρετή και πέθανε. Πού με θυμήθηκε τώρα μετά από χρόνια και ήρθε στον ύπνο μου;»!
Έλεγε ότι όταν κοινωνούσε ένιωθε τον Κύριό μας μέσα της επί μια εβδομάδα και αισθανόταν τα μέλη της μέλη Χριστού. Μετά που πήγαινε στο σπίτι της κόρης της και έπινε τον καφέ, πρώτα έπινε λίγο νερό για να κατεβή η θεία Κοινωνία. Μετά ξέπλυνε το ποτήρι του καφέ και έριχνε τα νερά στην γλάστρα. Τιμούσε και πρόσεχε πολύ την θεία Κοινωνία.
Στην Εκκλησία πήγαινε από τις 6 η ώρα, πριν από τον παπά. Έλεγε: «Θα πάει ο Χριστός πριν από μας και μεις θα πάμε μετά;». Στο πρόσωπο του κάθε ιερέως έβλεπε τον Χριστό.
Συνήθιζε να πηγαίνη και σε μακρινά εξωκκλήσια, να προσκυνάη και να προσεύχεται. Με τα πόδια πήγαινε αλλά συνήθως κάποιος βρισκόταν και την έπαιρνε στο αυτοκίνητο.
Εργαζόταν για να οικονομήση τα προς το ζην, να σπουδάση την κόρη της και να φροντίση και την μητέρα της. Έπαιρνε την σύνταξη του ΟΓΑ, 15.000 δραχμές και έλεγε: «Βασίλισσα είμαι». Αν της έδιναν χρήματα, τα έδινε στην Εκκλησία, ενώ τα τρόφιμα τα μοίραζε σε φτωχούς.
Η γερόντισσα Άννα επισκεπτόταν και το μοναστήρι της Αναλήψεως στην Σήψα. Οι αδελφές την αγαπούσαν και χαίρονταν να την φιλοξενούν. Η σημερινή γερόντισσα Πορφυρία ενθυμείται και σημειώνει για την γερόντισσα Άννα: «Του Αγίου Χαραλάμπους, το 1992, μετά από μια αγρυπνία η γερόντισσά μας Ακυλίνα, μας έστειλε τρεις αδελφές στο Δοξάτο να δούμε την γερόντισσα Άννα και να της πάμε ξύλα και άλλες ευλογίες.
»Ήταν μια σκηνή από αρχαίο Γεροντικό. Το σπίτι παμπάλαιο, εγκαταλελειμμένο, πάμπτωχο. Η γερόντισσα
Άννα κυρτωμένη, αδύνατη, με δύο γαλανά ματάκια που λάμπανε από το φως του Χριστού, μας είπε πολλά: “Για σας που νέα κορίτσια φύγατε από τα σπίτια σας και ζήτε μέσα στα βουνά που είναι το Μοναστήρι σας, που δώσατε την ζωή σας, που είστε παιδιά του θεού και το Άγιο Πνεύμα είναι κρυμμένο μέσα σας, αργότερα με τα χρόνια θα σας φανερώση ο Θεός τα μυστικά Του”. Ήταν τότε αυτός ο λογισμός που πολύ με απασχολούσε, αν δηλ. η μοναχική μου ζωή θα είχε ποτέ καρπούς. “Εγώ”, μας έλεγε με μία φοβερή απλότητα, “τώρα τα βλέπω αυτά που βλέπω και είμαι τόσο μεγάλη στην ηλικία”.
»Ευωδίαζε ολόκληρη. Μας σταύρωσε μία μία και στην κάθε μία έλεγε χείμαρρο από ευχές που ήταν ότι η κάθε μια είχε ανάγκη.
»Είπε ότι είχε δει ένα όραμα με τρία κορίτσια. Το ένα λεγόταν νερό, το άλλο φωτιά, το άλλο τιμή. “Η τιμή”, είπε, “αν την χάσης δεν την ξαναβρίσκεις, την φωτιά την βρίσκεις, το νερό επίσης”.
»Κάποια στιγμή που βρεθήκαμε μόνες, μας λέει ξαφνικά: “Εγώ πολλά πέρασα αλλά τα κράτησα μέσα μου και ζυμώθηκαν μέσα μου και γίναν ένα με μένα και το Άγιον Πνεύμα”.
– Δηλαδή να μην μιλάμε Γερόντισσα;
-Ε! μοναχούτσικες είσαστε (μοναχούλες δηλαδή). Να μιλάτε και λίγο αλλά να λέτε πάντα τα καλά όχι τα στραβά.
»Όταν είχαμε κάποια μεγάλη δυσκολία, ξαφνικά η γερόντισσα Άννα εμφανιζόταν στο Μοναστήρι μας απροειδοποίητα. Σκυφτή, γαλήνια, με τα γαλανά ματάκια της γεμάτα αγάπη. Στήριζε τις αδελφές, φερόταν με απέραντο σεβασμό στην Γερόντισσά μας , καθόταν δυο-τρεις μέρες και έφευγε πάλι. Τις νύχτες την άκουγαν οι αδελφές από τα γειτονικά κελλιά να σηκώνεται και να προσεύχεται με δοξολογία, ευχαριστία, δάκρυα, γεμάτη θείο έρωτα. Έμπαιναν στο κελλί της και ούτε τις καταλάβαινε. Έλεγε ότι τα δάκρυα της προσευχής να μην τα σκουπίζουμε με μαντήλια αλλά με την φούντα από το κομποσχοίνι, διότι τα δάκρυα αυτά είναι ιερά.
»Ένα πρωινό, (τότε τις καθημερινές Ακολουθίες τις κάναμε στην Ανάληψη), όταν έφθασε η ώρα που προσκυνάμε τις εικόνες, η γερόντισσα Άννα έτυχε να στέκεται δίπλα μου. Την βάζαμε να χαιρετάη μετά την Γερόντισσα και ουδέποτε και για τίποτε δεν είχε φέρει αντίρρηση. Εκείνο το πρωί την έβλεπα να μην κουνιέται. Της λέω σιγά: “Πάτε να προσκυνήσετε”. Μου έκανε εντύπωση που δεν μου έδωσε σημασία. Της το ξαναείπα. Όλες οι αδελφές την περίμεναν. Μ’ έπιασε αγωνία και την σκούντησα ελαφρά. Ντρεπόμουν κι όλας, ήμουν η τελευταία στην σειρά ρασοφόρα και την σεβόμουνα πολύ. Η Γερόντισσα άγαλμα. Δεν κουνιόταν. Οι αδελφές πήγαν στην σειρά τους και χαιρέτησαν. Τελείωσε η πρώτη ώρα, πήραμε ευχή και φύγαμε. Η γερόντισσα Άννα μετά την πρωινή τράπεζα ζήτησε να μιλήση στην Γερόντισσά μας. Της είπε λοιπόν ότι εκεί δίπλα της στο παγκάρι της Αναλήψεως ανάμεσά μας στεκόταν ο γέροντας Γεώργιος Καρσλίδης και αυτή από το δέος δεν κουνιόταν. “Με σκουντούσαν”, είπε, “με έλεγαν να πάω να προσκυνήσω. Καλά, δεν βλέπανε τον Γέροντα”;».
Και άλλη αδελφή σημειώνει: «Το έτος 1994 ήταν η χρονιά που για πρώτη φορά επισκέφθηκε και φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι μας η γερόντισσα Άννα. Η χάρις ήταν διάχυτη στο πρόσωπό της, χαρίζοντας στην όλη μορφή της μια μυστηριώδη γλυκύτητα που είλκυε τον κάθε πνευματικό άνθρωπο προς αυτήν. Αυτή η γλυκύτητά της, προξένησε και σ’ εμένα την επιθυμία να την πλησιάσω και να συνομιλήσω μαζί της με πνεύμα μαθητείας στα όσα θα είχε τυχόν να με διδάξη. Η γερόντισσα Άννα ήταν πολύ γνωστή και είχε φήμη αγίας γυναικός, αλλά παρόλ’ αυτά δεν έτυχε ποτέ να φθάση κάτι στ’ αυτιά μου γι’ αυτήν, γι’ αυτό και την πλησίασα, έχοντας το μυαλό μου καθαρό και ανεπηρέαστο από εντυπώσεις τρίτων. Έσκυψα, πήρα ταπεινά την ευχή της και σηκώνοντας το κεφάλι μου συγκλονίστηκα ολόκληρη, καθώς το βλέμμα έπεσε στα βαθυγάλανά της μάτια που με διαπερνούσαν ολόκληρη και βυθίζονταν στο είναι μου. Πνευματική ακτινογραφία, σκέφτηκα.
»Το όλο της παρουσιαστικό θύμιζε παλαιά ασκήτρια. Ένα μικρό άνθος της ερήμου. Τα φτωχικά της μοναχικά ενδύματα, το εξαϋλωμένο της παρουσιαστικό από τις αέναες νυχθήμερες προσευχές της, τα βαθουλωμένα της μάτια, σου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι βρισκόσουν μπροστά σε μια ασκήτρια του όρους της Νιτρίας. Προπαντός δε η ασκητική ευωδία που ανέπεμπε στην όλη ατμόσφαιρα γύρω της. Ακόμη θυμάμαι το ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία κομποσχοίνι της που έφερνε ατέλειωτους γύρους στα ροζιασμένα της δάκτυλα, λέγοντας την αγαπημένη της μονολόγιστη ευχή.
»Στην Εκκλησία ήταν πάντοτε όρθια, σπανίως θα καθόταν, και αυτό μόνο αν η δική μας Γερόντισσα ήταν καθιστή. Όταν δε η ακολουθία ετελείτο στο μικρό εκκλησάκι του γέροντος Γεωργίου Καρσλίδη, την Ανάληψη, την βλέπαμε, αν ήταν καθιστή να πετάγεται πάνω, ή όταν ήταν όρθια, να μένη αποσβολωμένη και να κοιτάη με επιμονή προς μια κατεύθυνση.
Κατόπιν, γύριζε έκπληκτη προς εμάς και μας ρωτούσε με απορία: «Καλά, εσείς δεν είδατε τον Γέροντα; Τόση ώρα βρισκόταν ανάμεσα σας και σας κοίταζε!». Τέτοια καθαρότητα είχαν τα μάτια της ψυχής της ώστε έβλεπαν τους ουράνιους επισκέπτες. Αυτή όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήση αυτό λόγω της μεγάλης της απλότητας.
»Η γερόντισσα Άννα φιλοξενούμενη στο μοναστήρι μας, διέμενε πλησίον στο ναΐδριο του Γέροντα. Πολλές φορές τα πρωινά μας έλεγε με θαυμασμό: “Πω, πω! τι αγρυπνία ήταν αυτή που είχατε απόψε! Μα τι ψαλμωδίες ήταν αυτές!”. Και πάλι στις δικές μας αντιρρήσεις ότι δεν είχαμε αγρυπνία εκείνο το βράδυ, αδυνατούσε να συνειδητοποιήση ότι δεν ήταν ανθρώπινες ψαλμωδίες εκείνες που άκουσε.
Παρόμοιο περιστατικό μας διηγήθηκε μια κυρία που γνώριζε την Γερόντισσα. Δίπλα από το σπίτι της γερόντισσας Άννας υπήρχε το κτίριο του ΟΤΕ. Κάθε νύχτα άκουγε απ’ εκεί ψαλμωδίες. “Μα τι καλά παλληκάρια είναι αυτά”; διηγόταν στην κυρία. “Όλη μέρα δουλεύουν και κάθε βράδυ αγρυπνία. Μπράβο τους! Ο Θεός να τα ευλογή”. Φυσικά, εννοείται ότι το βράδυ το κτίριο ήταν κυριολεκτικά βυθισμένο στην σιωπή για όλους τους άλλους γείτονες.
»Η γερόντισσα Άννα προσευχόταν αδιαλείπτως. Κάθε φορά που πήγαινα στο κελλί, όποια ώρα και να ήταν πρωί ή βράδυ, την εύρισκα να προσεύχεται, είτε καθιστή είτε όρθια με το κομποσχοίνι της και τα μάτια της πάντα γεμάτα δάκρυα. Έτσι την βρήκα και μια μέρα που πήγα να της πάω το δίσκο για μεσημεριανό φαγητό. Σηκώθηκε όρθια, μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και μου ευχήθηκε στοργικά. Την ρώτησα:
-Γερόντισσα, τι να κάνω όταν μ’ ενοχλούν κακοί λογισμοί;
-Να κάνης κομποσχοίνι. Πιο αργά θα φύγουν αυτά. Πιο αργά όμως.
»Μετά κοίταξε το μέτωπό μου, άστραψε όλη η μορφή της και είπε με χαρά:
-Α! Αυτός ο σταυρός που έχεις στο κάλυμμά σου, και μου σταύρωσε το κεφάλι λέγοντάς μου: “Ο Θεός να σου δώση αυτά που ποθεί η ψυχή σου”.
»Είχε καταλάβει όλες μου τις πνευματικές επιθυμίες.
-Ο Θεός σ’ αγαπάει, μου είπε ξανά. Να τον προσκυνάς τον Χριστό. Ν’ απολαύσης αυτήν την ζωή (την μοναχική). Σε καλό μέρος είσαι εδώ. Ο Θεός σ’ έπλασε για να τον αγαπάς και γεννήθηκες μόνο για Εκείνον, για να Τον αγαπάς. Θα ζήσεις πολλά χρόνια και πολύ μεγάλη θα πεθάνεις.
»Άλλοτε σε μια συζήτηση την ρώτησα:
-Πώς ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό;
-Να τον κλαίτε τον Χριστό. Να σκέφτεστε συνέχεια το πάθος Του. Να κλαίτε. Και αν δεν μπορήτε να κλαίτε, ας πονάη η καρδιά σας· τα δάκρυα θάρθουν μετά και θα είναι και καλύτερα. Είσαι ακόμα μικρή. Να ξεχάσης αυτά που έχεις στον νου σου. Να κοιτάς τον Χριστό στον Σταυρό, Εκείνον που πέθανε για μας, για όλους μας. Και τότε θα έρθει η αγάπη για Εκείνον.
»Μου διηγήθηκε ότι όταν ήταν στα Ιεροσόλυμα, είδε σε όραμα την Παναγία να ψάχνη τον Υιόν της (τον Όποιο είχαν τότε φυλακισμένο) και να ρωτάη μέσα στον πόνο και την αγωνία της τους στρατιώτες και κανείς να μην της απαντάη. Αυτά όλα τα έλεγε μέσα σε λυγμούς και βρισκόταν ακόμη και εκείνη την στιγμή μπροστά ίσως στο ίδιο θέαμα. Τόσο με μαγνήτισε η μορφή της εκείνη την στιγμή που δεν ήθελα να φύγω από κοντά της.
»Άλλη φορά της είπα: “Γερόντισσα, πονώ όταν σκέφτωμαι τον Χριστό”, και μου απάντησε: “Αυτό θα σε σώσει”. Σε ερώτησή μου πώς να γίνω καθαρή, μου απάντησε: “Αυτό θάρθει μετά από χρόνια”. Όταν της είπα ότι έχω κακούς λογισμούς, μου είπε: “Να φέρνης πάντοτε τον Χριστό μπροστά σου και να Τον έχης μέσα στην καρδιά σου. Ζήτα Του να μην χάσης αυτά που έχεις και όλα τα κακά θα φύγουν. Να φωνάζης την Αγία Τριάδα. Ποτέ να μην απομακρύνης τον Χριστό από την σκέψη σου. Εγώ πάντα Τον έχω μέσα μου, Ιησού Χριστό Εσταυρωμένο. Και εσύ να έχης πάντοτε τον Χριστό μπροστά σου και να μην στενοχωριέσαι, γιατί ο διάβολος μας πολεμά όλους”.
»Πολύ την αγάπησα την γερόντισσα Άννα γιατί αγαπούσε με όλο της το είναι τον Χριστό. Ήταν η ζωή της, δεν σκεφτότανε τίποτα άλλο. Ζούσε σε άλλο κόσμο, τον δικό Του κόσμο. Τα μάτια της, αυτά τα ωραία μάτια, πίστευες ότι βλέπανε τα πάντα, ορατά και αόρατα. Είχε μια αγάπη, μια στοργή για όλους, προσευχόταν για όλον τον κόσμο και μνημόνευε τα ονόματα που της έδιναν. Λάτρευε κυριολεκτικά τον Θεό με όλη την ύπαρξή της. Δεν έτρωγε, δεν κοιμότανε, για να τα δώση όλα στην προσευχή. Ζούσε πάμπτωχη. Δεν είχε καμμία άνεση. Το σπίτι της ερείπιο. Δεν την πείραζε και ούτε ποτέ έκανε παράπονο για τίποτα. Δεν ήθελε τίποτα. Η μόνη μέριμνά της ήταν να κρατάη τον Χριστό».
Το φτωχικό κελλάκι της γερόντισσας Άννας συγκέντρωνε πολλούς πονεμένους και διψασμένους πνευματικά ανθρώπους και αυτή η ευλογημένη μετέδιδε παρηγοριά και ειρήνη. Ανάλογα με τις πνευματικές ανάγκες του καθενός, συμβούλευε απλά και πρακτικά από την πείρα και την Χάρι που είχε:
«Να πας (για προσκύνημα) στα Ιεροσόλυμα, εκεί είναι όλοι οι Άγιοί μας».
«Πρέπει να τυραννήσης την ψυχή σου για να σε ακούση ο Θεός».
«Σ’ αυτή την ζωή είμαστε προσωρινοί. Ήρθαμε και φεύγομε. Μόνο τα βουνά μένουν στην θέση τους».
«Έκανε ο άλλος λάθος, άρρωστος είναι. Η αμαρτία είναι αρρώστια. Να τους λυπώμαστε τους ανθρώπους που κάνουν αμαρτίες».
«Όλοι θα πεθάνουμε, αλλά είναι δύσκολος ο θάνατος».
«Εδώ (σ’ αυτή την ζωή) είναι το βαρύ (δύσκολο). Πώς να ελαφρώσουμε την ψυχή μας. Εκεί πάνω είναι όλα τελειωμένα».
«Ο καθένας να νηστέψη κατά την κράση του, όσο βαστάει (αντέχει) το πνεύμα του. Εκείνα τα πολλά που θα νηστέψουμε δεν μας τα γνωρίζει (λαμβάνει υπ’ όψη του) ο Θεός. Ο Θεός γνωρίζει την ψυχή μας. Με την ελιά ξημερωνόμουνα και, όταν ήταν να κοινωνήσω, και την ελιά βαστούσα (νήστευα). Δεν με έβλαπτε. Η πολλή νηστεία όμως δυσκολεύει την ψυχή και δεν μπορεί να προσευχηθή. Δεν μπορεί να κατεβάση το μυαλό όταν είναι νηστικό, όταν είναι ταλαιπωρημένο, δεν μπορεί ν’ ακούση την ψυχή».
«Να υπηρετής τον εαυτό σου και αυτούς που έχεις στο σπίτι σου. Εγώ και μ’ ένα μπουκάλι νερό περνούσα την μέρα, δεν πάθαινα τίποτα, αλλά το βράδυ έτρωγα κανά κρεμμύδι. Καθάριζα το χωράφι, αλλά να σε πω δεν πάθαινα τίποτε. Με τη νηστεία δεν παθαίνεις τίποτα, αλλά άμα περάση η ηλικία, όλα σε βρίσκουν. Αδυνατούν μέσα τα όργανα και δεν μπορείς. Τώρα έχω σταυρό, αλλά πολεμώ να κάνω τη νηστεία μου. Κρέας δεν τρώω».
«Όταν παρακαλήτε την Παναγία για κάτι, θέλει να σας ακούση αλλά θέλει και την δική σας υπομονή και θέληση. Να βαστάζετε Τετάρτη και Παρασκευή νηστεία. Γενικά την θέλει η Παναγία τη νηστεία. Χαίρεται και μπορεί να μεσιτεύση στον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν».
«Οποιαδήποτε στενοχώρια να την σηκώνουμε με υπομονή. Δεν θα μαραίνουμε την ψυχή μας, κακό λόγο δεν θα πούμε, ούτε στον Θεό ούτε σε κείνον που προξενεί την στενοχώρια. Θα την κρατούμε σαν δικό μας βίο (βίωμα). Για μας ήρθε, ο Θεός θα την πάρει και θα φέρει καλύτερα. Και να παραπονεθούμε και να στενοχωρηθούμε, θα το βάλουμε στον τόπο του (θα το διορθώσουμε); Εμείς και να στενοχωριώμαστε και να σφιγγώμαστε χαλνάμε (ζημιώνουμε) τον εαυτό μας. Εμείς θα κάνουμε το ανθρώπινο και τάλλα στον Θεό. Η υπομονή άκρα (όρια) δεν έχει».
«Όλα τα δοκίμασα, μόνο η υπομονή με βοήθησε. Δόξα τω Θεώ».
«Ότι θέλετε δεν μπορείτε να το ζητήσετε από τον Θεό, άμα δεν κρατάτε τις νηστείες και την δικαιοσύνη. Ελεημοσύνες όσο μπορείτε να δίνετε. Που τάχουμε όλα, να δοξάζουμε τον Θεό. “Δόξα τω Θεώ”, να το λέμε. Γιατί θυμάσαι και το χαίρεσαι. Εκείνη την χαρά την αναλαβαίνει ο Θεός».
«Να παρακαλάμε πρώτα τον Χριστό, υστέρα Αγγέλους, Αγίους. Όσους βάλεις στο μυαλό σου, όποιους θέλεις. Όχι μόνο κάποιον συγκεκριμένον. Γιατί όλοι προσπαθούν για μας. Και τη νύχτα κι όλας. Τη νύχτα όπως και μεις προσευχώμαστε και κείνοι τα παίρνουν εκείνα και τα πααίνουν στην Παναγία και η Παναγία τα πααίνει στον Χριστό».
«Όσο προσπαθούμε και μας έρχεται η ευλάβεια, θέλουμε πιο πολύ να δυσκολευτούμε. Και (για) κείνο μας δοκιμάζει ο Θεός. Λίγο να δη, θα μπορούμε να το βαστάξουμε; Θα κάνουμε υπομονή. Και καλό να είναι θα το βαστάξουμε και κακό να είναι θα το βαστάξουμε. Γιατί όλα ο Θεός εδώ τα έδωσε».
«Την τιμή (σήμερα) που να την βρούμε; Έφυγε, πέταξε, δεν υπάρχει. Η τιμή που είναι στον άνθρωπο στολίδι και στην ζωή του και στον θάνατο. Και που θα πεθάνουμε θα μας ζητήσουν την τιμή μας».
«Καμμιά φορά με έρχεται μια στενοχώρια χωρίς να θέλω. Όμως δεν απελπίζομαι. Ας έρθη και αυτή. Ο καιρός τα φέρνει, ο καιρός τα παίρνει. Να τα περάσουμε όλα, διότι είμαστε υποχρεωμένοι στον Θεό. Ο Θεός όπως τα δίνει, θα τα πάρει. Και άλλο καλύτερο δεν έχουμε από την υπομονή. Μην απελπιζώμαστε. Όσο περισσότερο βαστήξει, τόσο περισσότερη χαρά θα έχουμε».
«Να κρατάς τόσο πολύ τον εαυτό σου (το νου σου) στην ψυχή σου (συγκεντρωμένο), μην την βάζεις την λογική μέσα, να φέρης (σκέφτεσαι) άγια πράγματα, και να σκέφτεσαι ποιος Άγιος θα σε βοηθήσει. Ότι και να κάνης, Άγιοι θα σε εξυπηρετήσουν».
Σε πολλούς νέους έδινε την ευχή της να παντρευτούν και είχαν ευτυχισμένο γάμο. Σε άλλους προέλεγε την γέννηση των παιδιών τους και μάλιστα έλεγε πόσα θα είναι.
Σε κάποιον νέο προείπε ότι θα περάσει στην σχολή που επιθυμεί, στην αρχή θα δυσκολευτή και μετά θα είναι καλά, όπως και έγινε.
Σε κάποια κυρία που είχε πολλά παιδιά και δεν μπορούσε να τ’ αφήση για να πάη στους Αγίους Τόπους, ενώ το ήθελε πολύ, η Γερόντισσα της προείπε ότι θα εκπληρωθή ο πόθος της και μάλιστα στο σημείο που βρέθηκε ο Τίμιος Σταυρός, θα κλάψει όπως συνέβη.
Στον Αντίγονο Γανιτίδη που την ρώτησε αν θα πρέπει να παντρευτή μία κοπέλλα που την πρότειναν οι δικοί του και που ήταν πολύ της Εκκλησίας, η Γερόντισσα απάντησε: «Όχι, όχι, δεν θα την πάρεις για γυναίκα σου. Εσύ θα πάρεις μια γυναίκα που θα είναι πολύ δεμένη με την μάννα της». Πράγματι έτσι έγινε.
Σε κάποια παντρεμένη που την επισκέφθηκε, της είπε όταν έφευγε ότι θα κάνει αγοράκι. Αυτή δεν κατάλαβε, γιατί δεν ήξερε ότι είναι έγκυος, πράγμα που η Γερόντισσα το είχε δεί πνευματικά.
Μερικές φορές, ενώ προσευχόταν στο κελλί της και χτυπούσε κάποιος την πόρτα, αυτή τον καλωσόριζε με το όνομά του πριν να τον δη. Βάδιζε στους δρόμους της Δράμας, και ενώ περνούσαν πολλά αυτοκίνητα, αυτή, χωρίς να παρατηρή τ’ αυτοκίνητα, φώναζε κάποιον γνωστό της και τον χαιρετούσε από μακρυά, ενώ ήταν μέσα σε αυτοκίνητο. Ανθρωπίνως δεν ήταν δυνατόν ούτε το αυτοκίνητο να ξεχωρίση, αλλά αυτή τα έβλεπε διαφορετικά και διέκρινε ακόμη και τα γνωστά της πρόσωπα από μακρυά.
Κάποτε την ρώτησε η κυρία Έλλη Ραδή-Ταμπουλίδου: «Γερόντισσα, έχω χοληστερίνη και οι γιατροί μου είπαν να ελαττώσω την τροφή. Δεν είμαι καλά. Από την δίαιτα εξαντλήθηκα, δεν μπορώ να σηκώσω το χέρι μου». Απάντησε η Γερόντισσα: «Δεν τρως, παιδί μου. Η ζωή απ’ το φαΐ έρχεται. Μην ακούς τους γιατρούς. Ν’ αρχίσης να τρως». Μου είπε να γονατίσω στα εικονίσματα, και αυτή προσευχόταν μαζί μου: «…και την Έλλη… να μην αρρωστήση, τι θα κάνει τα έξι παιδάκια της. Πάρε από μένα και δώσε δύναμη σ’ αυτήν». Σηκώθηκε η κυρία Έλλη και ήταν καλά.
Η γερόντισσα Άννα πολλές φορές έλαβε πείρα δαιμόνων αλλά η μακαρία απλότητά της και η ταπείνωσή της σαν θώρακες την προστάτευαν από την κακία του διαβόλου. Την ρώτησε κάποιος: «Σου παρουσιάζονται δαίμονες;». Απάντησε: «Τους στέλνει ο άλλος, αλλά δεν έχουν δικαίωμα νάρθουν κοντά μου. Έχουν τον φόβο».
Διηγήθηκε: «Πήγα να προσευχηθώ και έρχεται ένας και μου δίνει ένα χαστούκι εδώ και βρωμίθησεν (αισθάνθηκα δυσωδία). Σηκώνομαι και σκεύομαι… Μόλις με χτύπησε ήρθε Άγγελος Κυρίου, τον είδα τον Άγγελο Κυρίου, και είπε: “Τι δικαίωμα έχεις και πας σ’ αυτήν; Αυτή στεφάνι φοράει στο κεφάλι της”. Εξαφανίστηκε. Το χαστούκι που με πόνεσε το θυμάμαι».
Την ρώτησε ο Αντίγονος Γανιτίδης από το Δοξάτο Δράμας για τα τελώνια και η Γερόντισσα τον μάλωσε λέγοντάς του ότι είναι μικρός και να μην ασχολήται μ’ αυτά. Και ύστερα του διηγήθηκε: «Κάποιο καλοκαίρι, ήταν βράδυ και καθόμουν σ’ αυτό το καμαράκι. Ήρθαν δύο άσχημοι άντρες (δαίμονες) με κόκκινα μάτια και με χτυπήσανε και με ρίξανε κάτω από το κρεββάτι, αλλά μετά ήρθαν οι δικοί μας (Άγγελοι) και τους έκαναν “με τα κρεμμυδάκια”. Το πρωί με βρήκε ο εγγονός μου κάτω πεσμένη, χτυπημένη και με πήγανε στο Νοσοκομείο Δράμας. Γι’ αυτό σου λέω μην ασχολήσαι με τα τελώνια».
Κάποια που την γνώρισε μαρτυρεί: «Όταν γνώρισα την γερόντισσα Άννα, ήταν πάνω από ενενήντα χρόνων. Την ένιωσα όχι σαν ηλικιωμένη αλλά σαν μικρό απίστευτα χαρούμενο παιδάκι. Ήταν ανάλαφρη και αθώα, και ο χρόνος θαρρείς πως δεν την είχε αγγίξει. Ήταν το ομορφότερο και γλυκύτερο πρόσωπο που είχα δει στην ζωή μου. Αναπαύομαι και αισθάνομαι παρηγοριά ακόμη και τώρα, όταν μόνο σκέφτωμαι την γλυκύτητα και την χάρη του προσώπου της γερόντισσας Άννας».
Εκοιμήθη το έτος 1998 σε ηλικία 95 ετών. Όταν ξεψυχούσε, επικαλείτο όλους τους γνωστούς της Αγίους και ιδιαίτερα τον άγιο Αλέξιο που τον είχε σε ξεχωριστή ευλάβεια.
Αιωνία η μνήμη της γερόντισσας Άννας. Να έχουμε την ευχή της. Αμήν.
(Από το βιβλίο «Ασκητές μέσα στον κόσμο», 5η διήγηση. Κεντρική διάθεση βιβλίου: Ιερόν Ησυχαστήριον «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής)

 

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ

«Ήρθε απόγευμα εδώ στο κελλί μου. Η αδελφή Γερασίμη είχε διακόνημα κάτω στον ναό. Ήταν μια δύσκολη περίοδος. Διωγμός , συκοφαντίες, ύβρεις. Έκλαιγα και παρακαλούσα συνεχώς τον άγιό μου να μας στηρίξει και να τους δώσει μετάνοια. Το ίδιο κάνω και σήμερα γι’ αυτούς που ακολουθούν την ίδια τακτική.

Ήρθε ως καλόγερος. Πρώτα μπήκε μέσα στον ναό. Η Γερασίμη μόλις είχε καθίσει στην καρέκλα της και αποκοιμήθηκε κρατώντας το κομποσχοινάκι της.

Την ξύπνησε λέγοντάς την: «Κοιμάσαι, αδελφή Γερασίμη;». Αυτή τρόμαξε στη θέα του άγνωστου μοναχού και άρχισε να δικαιολογείται: «Να, γέροντα, το κομποσχοινάκι μου κάνω». Προχώρησε, πήγε κατευθείαν στο τέμπλο και άρχισε με πολλή ευλάβεια να προσκυνά μία-μία τις εικόνες. Την δική του όμως την προσπέρασε, δεν την προσκύνησε. Πετάγεται η Γερασίμη και του λέει: Συνέχεια ανάγνωσης