Φοβερές αλήθειες λέγει ο Γέροντας

Αποτέλεσμα εικόνας για Γέροντας Γρηγόριος ,Καθηγούμενος Ι.Μ.Δοχειαρίου Αγίου όρους 

Γέροντας Γρηγόριος  ,Καθηγούμενος Ι.Μ.Δοχειαρίου  Αγίου όρους

 
Οἱ παλιοὶ ἀνθρῶποι, παρατηρώντας τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν ἀπὸ χρόνο σὲ χρόνο, γίνονταν οἱ πιὸ καλοὶ καὶ οἱ πιὸ σωστοὶ μετεωρολόγοι. Ἂς εἶχε ὁ τόπος τους ἡλιοφάνεια καὶ καλοκαιρία. Παρακολουθώντας γύρω-γύρω τὰ ἄκρα τῆς γῆς, ποὺ τὰ ὠνόμαζαν κόρφους, ἔλεγαν «ὅπου εἶναι ἔρχεται βροχή, ἔρχεται κακοκαιρία καὶ στὸν δικό μας τόπο· μαζέψτε τὰ γενήματά σας, ποὺ κινδυνεύουν ἀπὸ τὴν κακοκαιρία». Ἡ μάννα ἔλεγε «δὲν θὰ ἁπλώσουμε ἀπόψε μπουγάδα, γιατὶ ἔρχεται βροχή». Καὶ ὁ βοσκὸς μάζευε τὰ ζῶα του στὸν στάβλο.
– Πατέρα, καλὸς εἶναι ὁ καιρός.
– Παιδί μου, δὲν ἀκοῦς τὸ ποδοβολητὸ τῆς βροχῆς;
Ἴσως ἐκεῖ στὸ μοναστήρι ποὺ σύχναζε ἄκουσε τὸν Ἠλία νὰ λέγη «Δὲν ἀκοῦτε τὰ πόδια τῆς βροχῆς;».
Ὁ γερο-ψαρᾶς ἔλεγε στὰ παιδιά του:
– Τραβᾶτε τὴν βάρκα ἔξω· ἔρχεται κακοκαιρία.
Ὅλοι τὰ ἤξεραν τὰ σημεῖα τῶν καιρῶν. Ὄχι μόνον οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ τὰ ζῶα. Προτοῦ χαράξη, ὁ μύρμηγκας ἀγωνιζόταν νὰ συνάξη καὶ νὰ προστατεύση τὰ γενήματά του. Αὐτὸ τὸ μικρὸ ζωάκι ἔχει φοβερὲς αἰσθήσεις καὶ ἀμύνεται γιὰ τὰ ἐπερχόμενα δεινά.
Ὁ σημερινὸς πεπαιδευμένος ἄνθρωπος δὲν τὰ βλέπει; Τί ἔρχεται καὶ ρωτᾶ τὸν καλόγερο στὸ Ἅγιον Ὄρος:
– Πῶς πᾶν τὰ πράγματα; Πῶς βλέπεις τὴν κατάσταση; Τί ἀκοῦτε ἐσεῖς ποὺ ζῆτε σ᾽ αὐτὸν τὸν ἅγιο τόπο;
– Ὅ,τι ἀκοῦτε καὶ ὅ,τι βλέπετε ἔξω.
Ἡ Ἐκκλησία ἀγκαλιάζει καὶ σφιχταγκαλιάζει τοὺς ἄθεους κρατοῦντες. Ἐδῶ τρῶνε, μαζὶ πίνουνε καὶ χαριεντίζονται σὰν τὰ παιδιὰ ποὺ φτιάχναν στὴν ἄμμο πόλεις καὶ ὀχυρά. Κανεὶς δὲν ἔχει ἐλεύθερη ἔκφραση. Λὲς καὶ βρισκόμαστε σὲ ὁλοκληρωτικὰ καθεστῶτα. Ὁ ρασοφόρος βλέπει τὸν σταυρὸ πεταμένο στὸν δρόμο καὶ δὲν σκύβει νὰ τὸν πάρη νὰ τὸν φιλήση. Μόνον οἱ εὐλαβεῖς σκουπιδιάρηδες μαζεύουν τὶς εἰκόνες τῆς Παναγιᾶς καὶ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὰ σκουπίδια.
– Ποῦ τὸ βρῆκες πάλι αὐτό, μπαρμπα-Μιχάλη;
– Ἀπὸ τὰ σκουπίδια τὸ ἀνέσυρα, γιατὶ πονεῖ ἡ ψυχή μου.
Ἡ εὐλάβειά μας, ἡ παρηγοριά μας νὰ πετιέται στὸν δρόμο;
Γιὰ νὰ μὴ χάσουν σήμερα οἱ παπάδες τὶς «καλὲς» σχέσεις μὲ τὸ ποίμνιό τους, βαπτίζουν τὰ παιδιὰ τῶν ἀστεφάνωτων οἰκογενειῶν καὶ τίθεται τὸ ἐρώτημα «Αὐτοὶ τὴν Ἐκκλησία τὴν παραμέρισαν. Πῶς θὰ ἐμπιστευθοῦμε χριστιανικὴ ἀνατροφὴ σὲ γονεῖς ἐκτὸς Ἐκκλησίας;».
– Γιατί, παπᾶ, ἔβαλες κουμπάρο ἀστεφάνωτο;
– Γιατὶ, ὅταν θὰ πάω στὸν δεσπότη, θὰ πρέπει νὰ κουβαλάω μαζί μου κι ἕνα τορβά, γιὰ νὰ μοῦ βάλη τὸ κεφάλι.
Οἱ πιέσεις τῶν ἐπισκόπων ἀρχίζουν ἀπὸ θέματα πίστεως μέχρι θέματα οἰκονομικά. Ἕνας δεσπότης ζητᾶ ἀπὸ κάθε ἐνορία 70 εὐρώ, γιὰ νὰ ἐπισκευάση τὴν χέστρα του! Σιγά-σιγὰ πρέπει νὰ καταπιαστοῦμε καὶ μὲ τὴν καζάνα τοῦ δεσπότη. Φόβος και τρόμος κατέχει τοὺς παπάδες, τοὺς ἄμισθους, τοὺς παραγκωνισμένους, τοὺς ἀπαράκλητους. Στὰ χωριὰ ποὺ ζοῦνε πίσω ἀπὸ τὸν Θεό, κανένας δὲν τοὺς ρωτᾶ «Ἔχεις νὰ ταΐσης τὴν οἰκογένειά σου;» παρὰ μόνον «Ἔχεις νὰ μοῦ δώσης;». Ρώτησα ἐφημέριο ἐν μέσῳ Ἀθηνῶν:
– Γιατί δὲν πῆγες τὸ παιδί σου ἐγκαίρως στὸν γιατρό;
– Δὲν εἶχα (!)
Ὁ ἐφημεριακὸς κλῆρος, ποὺ εἶναι οἱ βασικοὶ λειτουργοὶ τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι παρηγκωνισμένος. Ὁ μακαριστὸς ὅσιος Ἀμφιλόχιος σκεπτότανε πολὺ τὸν ἐφημεριακὸ κλῆρο καὶ ζητοῦσε τὴν ἐνίσχυσή τους:
– Χωρὶς ἐφημερίους δὲν μπορεῖ νὰ λειτουργήση ἡ Ἐκκλησία. Ἂς μὴ γνωρίζη γράμματα. Ὅταν ἔχη εὐλάβεια, ἀναπληρώνονται ὅλα. Χωρὶς παπᾶ, τὸ χωριὸ εἶναι χωρὶς νερό, χωρὶς σημεῖο ἀναφορᾶς, χωρὶς παράκληση καὶ παρηγοριά.
Ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ σεβίζη μπροστὰ στὸν ἐφημέριο, γιατὶ αὐτὰ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ κάνη αὐτός, τὰ κάνει ὁ παπᾶς. Αὐτὸς εἶναι κοντὰ στὸν κόσμο, αὐτὸς διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, αὐτὸς ἁγιάζει τὰ σπίτια, αὐτὸς πίνει νερὸ στὴν ὑγειὰ τοῦ χωριοῦ. Μιὰ παχειὰ καλημέρα τοῦ παπᾶ στὸν ἐνορίτη εἶναι ὅ,τι σπουδαῖο μπορεῖ νὰ δώση ἡ Ἐκκλησία στὸν λαὸ κάθε μέρα. Βοηθῆστε τὸν παπᾶ νὰ κάθεται κοντὰ στὸ ποίμνιό του. Νὰ μὴν ἔχης, δεσπότη, τὴν ἀπαίτηση ὁ παπᾶς νὰ παίζη τὴν φλογέρα ἀπὸ τὴν πόλη καὶ νὰ βόσκουν τὰ πρόβατα στὸ χωριό. Βοηθῆστε τον, βοηθῆστε τον. Μὴ τὸν τρομοκρατῆτε. Ἔχετε τὴν χατζάρα ὑψωμένη γιὰ τὸν ἄθεο, τὸν σκανδαλοποιὸ καὶ τὸν ἀνήθικο.
Ἂχ ἐφημέριε, μὲ τὸ τριμμένο ράσο καὶ τὸ παπούτσι ποὺ σηκώνει φτέρνα καὶ μύτη, σὲ λατρεύω, σὰν τὴν ζύμη τῆς πίστης καὶ τοῦ ἔθνους.
Ἂς πᾶμε τώρα καὶ στοὺς κρατοῦντες. Δὲν βλέπετε σημεῖα καὶ τέρατα, καὶ ρωτᾶτε ἐμένα τὸν μοναχό, ποὺ ζῶ στὴν ἀποκλείστρα μου καὶ δῶθε-κεῖθε μοῦ μεταφέρουνε τὸν χαλασμὸ τοῦ ἔθνους καὶ τῆς πίστης ἀπὸ τὴν τάχατες κυβέρνηση, ποὺ τὰ δίνει ὅλα γιὰ τὸν λαό; Δίνει ἕνα ψίχουλο γιὰ τὸν λαὸ καὶ μιὰ ὁλόκληρη φραντζόλα ἀπὸ τὸν φοῦρνο τοῦ διαβόλου. Οἱ ἄθεοι μέρα-νύχτα ζυμώνουν, ὄχι τὸ ψωμὶ ποὺ τὸ βρίσκαμε κάτω καὶ τὸ παίρναμε στὸ χέρι μας καὶ τὸ φιλούσαμε, ἀλλὰ τὸ ψωμὶ ποὺ δὲν θρέφει τὸν λαό, ἀλλὰ τὸν δηλητηριάζει.
Ρωτᾶς γιὰ πολέμους, ρωτᾶς, Ἕλληνα, γιὰ χαλασμούς. Καλά, δὲν βλέπεις αὐτοὺς ποὺ κάθε μέρα κατεβαίνουν ἀπὸ τοὺς κόρφους; Δὲν εἶναι πιὰ οἱ κόρφοι ἐκεῖ ποὺ ἑνώνεται ἡ γῆ μὲ τὸν οὐρανό, ἀλλὰ ἡ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἔχει κανένα εὐεργέτημα γιὰ τὸν λαό, τὸν ὀρθόδοξο λαό; Ἔχει κανένα εὐεργέτημα γιὰ τὴν μάννα τὴν πολύτεκνη καὶ γιὰ τὸν γέρο ποὺ φυλάει τὸ ἐρημωμένο χωριό; Ἡ ἀδιαφορία, ἡ ἀνεργία, ἡ ἀποστροφὴ τῆς ὑπαίθρου μάζεψε τὴν νεολαία στὶς μεγαλοπόλεις, καὶ τὰ ὄμορφα χωριά μας κατήντησαν θέρετρα, καὶ ὄχι τόποι παραγωγικοί, τόποι ποὺ βοηθοῦν τὴν οἰκονομία τοῦ κράτους. Στὸν ὁρίζοντα, Ἕλληνα, θὲς νὰ δῆς ὅτι πωλοῦνται τὰ πάντα, καὶ τὸ ἀεροδρόμιο καὶ τὸ λιμάνι καὶ ἡ ΔΕΗ καί, τὸ πιὸ φοβερὸ ἀπ᾽ ὅλα, τὸ νεράκι τοῦ Θεοῦ; Τὶς πηγὲς τοῦ τόπου μας, ποὺ πραγματικὰ ἁγιάσματα εἶναι, ἁγιάσματα ἀναβλύζουν, ἁγιασμένα νερὰ μᾶς δίνουν, θὰ τὶς κουμαντάρουνε οἱ ξένοι ἐπιχειρηματίες. Φοβᾶμαι ὅτι καὶ τὰ δάση μας θά ᾽χουν τὴν ἴδια τύχη. Κι ἀπ᾽ τοὺς καθάριους βυθοὺς τῆς θαλάσσης, θὰ ἀφαιρέσουν τὰ βότσαλα καὶ τὴν ὀμορφιά τους. Σημεῖα τῶν καιρῶν ζητᾶς;
Ὅλοι οἱ μεγάλοι κοσμοκράτορες ἔχουν τὸ χέρι τους στὴν σκανδάλη καὶ τοὺς λένε: «Πολλοὶ εἴμαστε στὴν γῆ· πρέπει νὰ θάψουμε, γιὰ νὰ λιγοστέψουμε». Μήπως ἐσεῖς ἀκούσατε κανένα λόγο παρηγοριᾶς; Μήπως σᾶς κόψανε κανένα φόρο; Μήπως σᾶς αὐξήσανε κάποιο μισθὸ ποὺ σᾶς εἶχαν περικόψει; Μήπως ἑτοιμάζονται οἱ πηγάδες τοῦ Μελιγαλᾶ καὶ τὰ φαράγγια, γιὰ νὰ τὰ βοθρίσουνε μὲ πτώματα, μὲ σώματα μαρτύρων καὶ ἁγίων; Γυναίκα, φόρεσε μαῦρο μαντήλι, κι ἂν σὲ ρωτήσουνε, πὲς ὅτι πενθεῖς τὴν Ἐκκλησία καὶ τὸ Ἔθνος. Μαυροπένθησε ἡ Ἐκκλησία. Τί τὰ θὲς τὰ ἄσπρα καὶ τὰ λευκά, ἀφοῦ ἀνάσταση δὲν βλέπεις; Ζῆς μέσα σὲ μιὰ ἀτέλειωτη Μεγάλη Παρασκευή. Ὅταν ἀκούω ὅτι ἀρχιερεῖς ζητοῦνε συνδρομὲς ἀπὸ τὶς ἐνορίες, γιὰ νὰ κάνουν πλούσια τραπέζια σ᾽ ὅλους αὐτοὺς ποὺ θεωροῦνται μεγάλοι, νερουλιάζει τὸ αἷμα μου καὶ θὰ ἤθελα νὰ πάω νὰ βάλω στὸ καζάνι τους κατασταλαγή. Ποιός δεσπότης λέει σήμερα: «Θὰ σὲ φιλέψουμε μὲ τὸ βρισκούμενο»; Ποιός κρατᾶ ταπεινὴ τράπεζα στὶς ἐπισκέψεις τῶν ἀλλοτρίων τῆς πίστεως, τῶν πολεμίων τῆς Ἐκκλησίας; Ποιός δεσπότης κάλεσε τὶς μαννάδες σὲ τραπέζι καὶ τοὺς φτωχοπατεράδες τοὺς χειρώνακτες σὲ συνεστίαση; Ποιός ἔβρασε σιτάρι, γιὰ νὰ παραθέση τράπεζα;
Δεῖξτε μου τὰ καλὰ σημεῖα τῶν καιρῶν, γιατὶ μ᾽ ἔφαγε ἡ ἀγωνία, ὁ τρόμος τῆς ἄλλης ἡμέρας, τὸ ἀβέβαιο τὶ θὰ ξημερώση αὔριο. Θὰ χτυπήση καμπάνα; Θὰ γίνη λειτουργία; Θὰ κυματίση ἡ σημαία; Θὰ φανῆ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ στὶς ράχες καὶ στὰ βουνά;
Βοσκέ, κόψε ἕνα ξύλο καὶ κάνε ἕνα σταυρὸ καὶ στῆσε τον στὴν ραχούλα ποὺ βόσκεις τὰ κοπάδια σου. Κι ἐσένα θὰ φυλάξη καὶ τὴν ποίμνη σου. Μάννα, στῆσε ἕνα σταυρὸ στὴν αὐλή σου καὶ σύ, ἀγρότη, στὶς καλλιέργειές σου. Φυγάδεψε τὰ δαιμόνια καὶ κοίτα τοὺς κόρφους τὶ σημεῖα καὶ τέρατα μᾶς φέρνουν κάθε μέρα. Εἶναι ἀρκετὰ μεγάλος ὁ χῶρος σου, μπορεῖς νὰ βλέπης καὶ νὰ γίνεσαι προφήτης, διδάσκαλος, εὐαγγελιστής, ξορκιστὴς τῶν κακῶν. Ἀμήν.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

 

 

Τα τελευταία λόγια του Ντιρέμ

Του Κώστα Παναγόπουλου

Με λένε Ντιρέμ.

Γεννήθηκα μέσα σε αγίους και πεθαίνω μέσα σε πορτοκαλιές. Η δική μου ζωή είχε ενδιάμεσα φωτιές, αλλά ωραία τέλη και αρχές.

Εμ, μοσχοβολιά μου, τι τα θες;

Έπρεπε έτσι να ισιώσει η αμέλεια μου. Μου έλειψε κάποτε η άσκησις, η εγκράτεια – καλώς ήλθαν, όμως, σώζοντάς με οι θλίψεις του ενδιάμεσου καιρού. Κουράστηκα στα χρόνια του κακού, του πόνου, του ισιώματος. Όμως, μετά εορτάστηκα.

Τα δένδρα μου, τώρα, είναι γεμάτα πορτοκάλια. Τόσα πολλά, που πέφτουνε και χάμω σαν μικρά χρωματιστά ξεφούσκωτα μπαλόνια. Έκλαιγα, καμιά φορά, όταν θυμόμουν τους γονείς μου, εδώ που έπινα νερό και καφεδάκι μέσα στο δάσος της πορτοκαλιάς. Συνέχεια ανάγνωσης

 

ΜΑ ΤΙ ΔΙΑΒΟΛΟ ΜΑΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ;

Άρθρο του Francesco Lamendola  
Μετάφραση: Ιωάννης Αυξεντίου 
Έργο του Iman Maleki
Μερικές φορές, αναζητoύμε τις απαντήσεις στα βιβλία ή στη φιλοσοφία ή ποιός ξέρει που άλλού, ενώ αυτές υπάρχουν μπροστά μας, κάτω από τη μύτη μας. Επίσης, σκεπτόμαστε πάντα ότι οι απαντήσεις σε μία δύσκολη ερώτηση πρέπει να είναι, και αυτές, εξαιρετικά δύσκολες. Ενώ αντίθετα, μπορεί οι απαντήσεις να είναι απλές. Ακριβώς επειδή κανείς δεν σκέφτεται ότι έτσι μπορεί να είναι, όλοι περνούν δίπλα τους χωρίς να τις αντιληφθούν, χωρίς να καταδέχονται να τους ρίξουν ένα βλέμμα, αν και βρίσκονται ακριβώς εκεί, καθαρές και προφανείς. Φθάνει μόνο να βγάλουν τον κεφαλόδεσμο από τα μάτια τους. Διότι είναι ο κεφαλόδεσμος που έχουμε στα μάτια μας που δεν μας επιτρέπει να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι στην πραγματικότητα. Πρόκειται για το “νοητικό μπλοκάρισμα” από το οποίο υποφέρουμε και μας εμποδίζει να εξάγουμε τα λογικά συμπεράσματα από όλα εκείνα τα γεγονότα που το μυαλό μας είναι σε θέση να καταγράψει. Με άλλα λόγια, έχουμε υποστεί μια κατάσταση σε βαθμό εξάρτησης που μας κάνει να μην σκεπτόμαστε με το μυαλό μας, αλλά να αφήνουμε σε κάποιους άλλους να σκέπτονται για εμάς. Προγραμματιστήκαμε ώστε να βλέπουμε μόνο τα πράγματα που είναι βολικά σε κάποιους άλλους και να μην βλέπουμε καθόλου τα πράγματα που θα ήταν ωφέλιμα σε εμάς. Κοπιάζουμε για να καταλάβουμε την ιστορική στιγμή που ζούμε, ωστόσο συνεχώς δεν πετυχαίνουμε το στόχο μας αυτό, γιατί δεν έχουμε το κλειδί ή για να είμαστε πιο ακριβείς, διότι το χάσαμε.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο Γέρων Γρηγόριος της Δοχειαρίου για την περιφορά της Αγίας Ζώνης και λοιπών κειμηλίων

Αποτέλεσμα εικόνας για αγια ζωνη στον ανδρεα παπανδρεου
ΤΑ ΚΕΙΜΗΛΙΑ
Τὰ κειμήλια εἶναι πολύτιμα ἀντικείμενα τοῦ παρελθόντος, ποὺ φυλάσσονται στὸ κειμηλιαρχεῖο κάθε λαοῦ καὶ μᾶς ἀφήνουν, ὁσάκις τὰ περιεργαζώμαστε, εἴτε ἐθνικὲς εἴτε ἐκκλησιαστικὲς ἀναμνήσεις.Βέβαια καὶ σ᾽ αὐτὰ ὑπάρχει ὑπερβολή. Παλιοὶ γεροντάδες μοῦ κατέθεταν ὅτι σὲ μεγάλη Μονὴ ὑπάρχει τὸ στέμμα καὶ ἡ ἀρματωσιὰ τοῦ Δαρείου, τοῦ βασιλιᾶ τῆς Περσίας· καὶ ἀλλοῦ τὸ γάλα τῆς Παναγίας καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ! Μερικὰ πρέπει νὰ τὰ ἀποσιωποῦμε καὶ ἄλλα ἂς τὰ δεχώμαστε ὅπως μᾶς τὰ παρέδωσαν οἱ πρόγονοί μας, χωρὶς μικροσκοπικὸ ἔλεγχο (Εἶναι-δὲν εἶναι; Ἀπὸ πότε εἶναι; Ποῦ βρέθηκε; Ποιός τὸ ἀφιέρωσε;).

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Τὰ ψέματα ἔγιναν βουνά

«ΠΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΨΕΥΣΤΗΣ» ΛΕΓΕΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΔΑΫΙΔ
Τὰ ψέματα ἔγιναν βουνά, λὲς καὶ χάθηκαν οἱ ἀλήθειες ἀπὸ τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων. Πιὸ ψηλὰ κι ἀπὸ τὰ φυσικὰ βουνά, ποὺ εἴτε εἴδαμε εἴτε ἀκούσαμε γι᾽ αὐτὰ εἴτε τὰ φανταστήκαμε. Καὶ εἶναι τόσο ἀπατηλά, ποὺ γιορτὲς κάνουμε γι᾽ αὐτά, πανηγύρια ὁλόκληρα θεσπίζουμε. Καὶ ὅμως εἶναι ψέματα.
Τί ἦταν αὐτὸ τὸ Κιλελὲρ ποὺ ξεσήκωνε τὸν πονεμένο κόσμο καὶ τὸν μάζευε σ᾽ ἕνα ὕψωμα θεσσαλικοῦ λόφου; Μὲ τὰ μάτια μου ἔβλεπα τὰ λεωφορεῖα κατάμεστα κόσμου, γιὰ νὰ γιορτάση τὸ Κιλελέρ. Ὁ κόσμος αὐτὸς ἦταν αὐτοὶ ποὺ τοὺς χάρισε ὁ Παπαδόπουλος τὰ χρέη τὰ ἀγροτικὰ καὶ πῆγε στὰ χωριά τους δρόμους, φῶς καὶ νερό. Καὶ τώρα συνάζεται νὰ γιορτάση τάχατες ἐργατικὴ γιορτή, ἀπὸ τὴν ὁποία ποτὲ δὲν εἶδε μηδὲ νερό, μηδὲ φῶς, μηδὲ δρόμο, μηδὲ ἐξόφληση τῶν ἀπέραντων χρεωστουμένων στὶς τράπεζες καὶ δῶθε-κεῖθε. Καὶ ὅμως, πλανεμένος ἀπὸ τὸν μεγάλο πλάνο, φώναζε Κιλελὲρ στὰ χωριά του, Κιλελὲρ στὶς πόλεις του, Κιλελὲρ στοὺς δρόμους του, καὶ δὲν ἐκτιμοῦσε τὴν ἀπαλλαγή του ἀπὸ τὸ μεγάλο βάρος τῶν ἀγροτικῶν χρεῶν καὶ ὅλες τὶς εὐκολίες ποὺ ἀπήλαυσε στὴν ἀγροτικὴ ζωή. Ἔλεγα καθ᾽ ἑαυτόν: «῍Η ὁ πλάνος εἶναι μεγάλος ἢ ὁ κόσμος εἶναι ἐκτροχιασμένος καὶ δὲν καταλαβαίνει τὶ κάνει καὶ ποῦ πορεύεται. Ψηλὰ τὰ βουνὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης».

Ἄλλο ψέμα πιὸ μεγάλο (ποὺ ἄνθρωπος δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ δώση στὸν κόσμο τόσο πιστευτό) εἶναι οἱ ἀγῶνες τοῦ Πολυτεχνείου γιὰ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν χούντα. Στῆλες ὁλόκληρες στήθηκαν μὲ ὀνόματα ἀπὸ τὰ λεγόμενα θύματα τοῦ Πολυτεχνείου. Τὰ στεφάνια ποὺ κατατέθηκαν πάνω σ᾽ αὐτὲς τὶς στῆλες δὲν κατατέθηκαν στοὺς ἥρωες τοῦ ᾽21, τοῦ ᾽12 καὶ τοῦ ᾽40. Ὅλα αὐτὰ ψήλωσαν τόσο πολύ, ποὺ κάλυψαν ὅλους τοὺς ἐθνικοὺς πολέμους! Ναί, ἦταν ὥρα, ἦταν ὥριμα τὰ πράγματα νὰ μποῦμε στὴν μηδέποτε ὑπάρχουσα στὸν κόσμο δημοκρατία, ἀλλ᾽ ὄχι μὲ ψευτιὲς καὶ ψευτοεπαναστάσεις. Μᾶς ἔδωσαν νὰ φᾶμε κουλούρια, ποὺ κανένας φοῦρνος δὲν τὰ ζύμωσε οὔτε τὰ ἔψησε. Αὐτὰ εἶναι τὰ λουλούδια ποὺ ἔρραναν στὸν κόσμο αὐτοὶ ποὺ ποτὲ δὲν κουράστηκαν, δὲν πολέμησαν, δὲν βοήθησαν τὸν λαό. Ἔρραναν τάφους χωρὶς νεκροὺς καὶ ἔψαλαν πάνω ἀπὸ τάφους ποὺ δὲν ὑπῆρχαν σήματα.

Κάποτε πρέπει νὰ τὰ ποῦμε. Κάποτε πρέπει νὰ βγάλουμε τὰ κάστανα ἔξω ἀπὸ τὴν φωτιά. Ἂς ζεματιστοῦνε τὰ χέρια μας. Δὲν καῖμε κανένα. Δὲν φαρμακώνουμε κανένα. Τὴν ἀλήθεια λέμε. Οἱ κομματικοποιημένες γιορτὲς εἶναι σὰν τὰ ἄγουρα φροῦτα, ποὺ ὅποιος τὶς δοκιμάζει παθαίνει αὐτὸ ποὺ ὠνόμαζε ὁ λαὸς θέρμη. Ἂς βγοῦμε ἀπὸ τὴν θέρμη αὐτήν. Ἀρκετὰ χρόνια τὴν ὑποφέραμε, ἀλλὰ δὲν τὴν ἀντέξαμε. Εἶναι τρομερά, εἶναι δυσβάστακτα αὐτὰ ποὺ κατεργάζονται τὰ κόμματα. Τὰ κόμματα εἶναι σὰν τὰ λουλούδια τοῦ διαβόλου. Φαίνονται ὄμορφα, ἀλλὰ δὲν εὐωδιάζουν ποτέ. Φαίνονται χρήσιμα, ἀλλὰ δὲν ὠφελοῦνε κανένα. Κι ἂν τὰ περιδιαβῆ κανείς, πτωμαΐνη μυρίζουνε. Ἀνώφελα πλουμιὰ θὰ τὰ χαρακτηρίσουμε πιὸ ξεκάθαρα. Δὲν βράζονται, δὲν πίνονται. Εἶναι σὰν τὰ λουλούδια ποὺ θέλουν τώρα νὰ φυτέψουν στὶς αὐλὲς καθ᾽ ὑπόδειξιν τῆς κυβέρνησης.
Ὅ,τι ἀνθρώπινο στήνεται χωρὶς τὴν συνεργία τοῦ Θεοῦ, γρήγορα θὰ μηδενιστῆ, θὰ εἶναι ἕνα τίποτα μέσα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου.
Μεριάστε ἀπὸ τὸ ψέμα. Τρῶμε κι ἐμεῖς ψωμάκι. Ἕως πότε θὰ τρῶμε σανό; Ἕως πότε τὰ βουτήματά μας θά ᾽ναι ἀπὸ ἄχυρα; Οἱ ἄκαρπες καὶ ἀνωφελεῖς κομματικὲς γιορτὲς καὶ πανηγύρεις μοιάζουν μὲ βοῦρλα ποὺ φυτρώνουν στὰ τέλματα. Σταματᾶτε νὰ μᾶς βουρλίζετε. Σταματᾶτε νὰ φτιάχνετε τυροβόλια γιὰ τὴν ἄνεργη νεολαία μας, ἀφοῦ δὲν ἔχει τυρὶ νὰ βάλη μέσα καὶ κάθε μέρα καταφεύγει σὲ ξένες χῶρες, γιὰ νὰ δῆ προκοπὴ καὶ νὰ φάη ψωμί. Ἀφῆστε τὰ Πολυτεχνεῖα νὰ κάνουν τὴν δουλειά τους καὶ μὴ κομματικοποιῆτε τὶς ἀνώτατες σχολές, γιατὶ βοῦρλα καὶ ψαθιὰ θὰ φυτρώσουν στὶς αὐλές τους.
Μεγάλες μπουκιὲς σᾶς βάζω στὸ στόμα. Πιέστε νερό· θὰ σᾶς βοηθήση στὴν κατάποση. Ὄχι πιὰ ψέματα, ὄχι παραμυθιάσματα. Δῶστε ἄνεση στὸν κόσμο νὰ φυσήξουν οἱ αὖρες τῆς ἀλήθειας, νὰ ἐξορκιστῆ τὸ ψέμα καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ψεύδους. Ὄχι ἁλυσίδες στὸν κόσμο, ὄχι δεσμά, ὄχι πίκρες καὶ βάσανα. Ἄνεση, ἀνάπαυση, ξεκούραση, κατάπαυση. Ὥς πότε θὰ περπατᾶμε βλέποντας τὶς μύτες τῶν παπουτσιῶν μας; Ἀφῆστε μας νὰ σηκώσουμε κεφάλι.
Μοῦ ἐξωμολογήθηκε κάποτε ἕνας γέρος ἐκεῖ στὰ βουνὰ τῆς Ρούμελης. Φύλαγε σκοπιὰ στὰ Γιάννενα πρὸ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν. Ἀπὸ τὴν σκοπιά του ἕνα μῆνα στόχευε τὸν χότζα στὸν μιναρέ. Ὁπότε κάποια στιγμὴ τὸν βρῆκε τὸ βλῆμα στὸν σταυρὸ τῆς κεφαλῆς καὶ ἔπεσε ἀπὸ τὸν μιναρὲ πτῶμα ἐξαίσιον. Δημιουργεῖται διπλωματικὸ θέμα. Στὰ φανερὰ τιμωρεῖται, στὰ κρυφὰ βραβεύεται. Ἐπιστρέφοντας ὅμως στὴν πατρίδα του, τὴν ἄλλη μέρα σκότωσε τὴν νύφη του. Πῆγε στὶς ἀγροτικὲς φυλακὲς τῶν Πατρῶν. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δὲν ἡσύχασε. Κάθε ὅπλο τοῦ τὸ στέρησαν, ἄλλως καὶ ἄλλους θὰ εἶχε τουφεκίσει. Ἡ ἱστορία πάντοτε διδάσκει καὶ πάντοτε μᾶς δίνει τὰ πικρὰ μαθήματα τῆς ζωῆς.
Μακάρι νὰ μὴν ὑπάρχουνε φυλακισμένοι, ἀλλὰ ἐγγυηθῆτε τὴν δυνατότητα τῆς φύλαξης τῶν ἀνυπεράσπιστων. Δὲν βρίσκω καμμιὰ ἐποχὴ χωρὶς νὰ ἔχη φυλακές. Ἂν τὸ πετύχετε ἐσεῖς, μακάριοι καὶ τρισμακάριοι νὰ εἶστε. Θὰ ἐγκαινιάσετε μιὰ νέα ἐποχή. Δὲν τὸ πιστεύω ὅμως, γιατὶ –ὅπως ἔλεγαν οἱ παλιοί– «τὸ αἷμα ζητάει αἷμα». Καὶ τὰ καλὰ ἀκόμα ποὺ προσπαθεῖτε νὰ προσφέρετε, ψεύτικα εἶναι. Μᾶλλον προσπαθεῖτε νὰ βάλετε πάλι στὴν φυλακή τὸν Χριστὸ, ποὺ εἶναι ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς, ἡ ζωή.
Δὲν σᾶς λέγω ὑπερβολές. Κρατῶ μέτρο στὴν κουβέντα μου. Σκεφθεῖτε πόσο ψηλὸ βουνὸ ὑπῆρξε τὸ ψέμα τοῦ μπολσεβικισμοῦ: «Ρίξτε τὶς ἐκκλησίες. Σταματᾶτε τὸ Εὐαγγέλιο· ὄπιο εἶναι καὶ σᾶς κοιμίζει. Σκοτῶστε τοὺς παπᾶδες, φυλακίστε τους καὶ τυραννίστε τους», ὅπως ἔκαναν καὶ ἐδῶ τὰ χρόνια τοῦ συμμοριτοπολέμου. Ὅλες αὐτὲς οἱ μεγαλοστομίες ἔκαναν ἕνα πύργο μέχρι τὸν οὐρανό. Κι ἕνα πρωί, ἕνα μικρὸ παιδάκι μ᾽ ἕνα στουπὶ ἔκαψε τὸν πύργο… Ὅλες αὐτὲς οἱ κοσμογονικὲς ὑποσχέσεις δὲν προσέφεραν τίποτε στὸν λαό, παρὰ μόνον τρόμο, ἀβεβαιότητα, μαρτύρια καὶ βάσανα πρωτόγνωρα στὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας.
Ἕνας νέος, τὰ χρόνια ἐκεῖνα τῆς ρωσσικῆς «εὐδαιμονίας», εἶπε στὴν μάννα του «μάννα, τίποτε δὲν μοῦ προσφέρης» καὶ πῆρε τὸν δρόμο νὰ συναντήση τὴν «μεγάλη μάννα», τὴν Ρωσσία. Μετὰ ἀπὸ λίγο, γυρίζοντας στὸ σπίτι του, εἶπε στὴν μάννα του καὶ στὸ περιβάλλον του καὶ σὲ μένα ποὺ τὸν ρώτησα:
– Ἀπήλαυσες τίποτε στὴν «μεγάλη μάννα» ποὺ πῆγες;
– Μάννα δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο παρὰ μόνον μία, ἡ Παναγία. Ἔζησα κάτω ἀπὸ φοβερὴ παρακολούθηση. Πάντοτε κάποιος ὑπῆρχε πίσω ἀπὸ κάθε πρόσωπο, πόσῳ μᾶλλον σὲ μένα ποὺ ἤμουν Ἕλληνας. Πείνασα, δίψασα, πάγωσα. Ἡ μόνη μάννα στὸν κόσμο ποὺ διαθέτει ζεστὴ ἀγκαλιὰ εἶναι ἡ Παναγία!
Ὅλα ὅσα προσφέρουν τὰ κόμματα εἶναι τὰ λεγόμενα καμένα χαρτιά. Ὁ λαὸς θὰ ἐξακολουθῆ νὰ πεινᾶ, νὰ διψᾶ, νὰ γυμνητεύη, νὰ προσπαθῆ νὰ κλώση κλωστὴ χωρὶς μαλλί. Ξαναδιαβάστε τὸ Εὐαγγέλιο, ξαναπροσπαθῆστε γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν δρόμο τοῦ Ναζωραίου καὶ θὰ βγῆτε στὸ φῶς καὶ θὰ φωτιστοῦνε τὰ σύμπαντα, ὄχι ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Χριστό, διότι τὸ λάθος μας εἶναι ὅτι πιστεύουμε πὼς ἐμεῖς εἴμαστε τὸ φῶς. Ὄχι ἄλλα ψέματα, ὄχι ἄλλες κοροϊδίες. Περπατῆστε ἐν ἀληθείᾳ, ἐν μιᾷ Θεότητι, τὴν ὁποία δοξάζουμε καὶ προσκυνοῦμε. Ἂς βάλουμε τέρμα στὴν ἀπάτη. Ἕνα μικρὸ λιθαράκι στὴν Ἑλλάδα, ποὺ συνεχῶς κυλᾶ καὶ γκρεμίζεται, μπορεῖ νὰ σταματήση τὴν κατρακύλα ποὺ τῆς δώσατε.
Στὸ νησὶ τῆς Πάτμου εἶδα σὲ μιὰ μεγάλη κατωφέρεια τοῦ ἐδάφους νὰ στέκεται ἀπὸ πολλὰ χρόνια ὄρθιος ἕνας βράχος. Καὶ μοῦ εἶπαν οἱ ἐντόπιοι ὅτι αὐτὸν τὸν βράχο τὸν σταμάτησε θαυματουργικὰ ὁ ὅσιος Χριστόδουλος. Ἐνῶ κυλοῦσε, τὸν σταύρωσε μὲ τὸ ραβδί του καὶ στάθηκε ὄρθιος, χωρὶς ποτὲ πιὰ νὰ μετακινηθῆ. Πῆγα πράγματι καὶ ἔφερα γυροβολιὰ τὸν βράχο καὶ εἶδα ὅτι τὸν κρατοῦσε ὄρθιο μιὰ πολὺ μικρὴ πέτρα. Μακάρι οἱ ὅσιοι Πατέρες μας, ποὺ ἔλαβαν τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ βάλουν ἕνα πετραδάκι αὐτὴν τὴν ὥρα καὶ νὰ σταματήσουνε τὸ κατρακύλισμα τῆς Ἑλλάδος. Κοινὸς ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνη, παρὰ μόνον ἅγιος. Ὅσιε πατὴρ ἡμῶν Χριστόδουλε Λατρηνέ, σταμάτα, σταυροσημειώνοντας μὲ τὸ ραβδί σου, τῆς Ἑλλάδος τὸ κατρακύλισμα. Ἀμήν.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

pentapostagma

 

 

ΔΙΑΤΑΓΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ: ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΤΕ ΚΑΘΕ ΔΙΑΦΟΡΑ.

Άρθρο της Ιταλίδας ανθρωπολόγου Ida Magli     

Μετάφραση & Σχολιασμός: Θεόδωρος Λάσκαρης

 

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι ανθρωπιστικές επιστήμες εξαφανίστηκαν από τον ορίζοντα της μαζικής πληροφόρησης και αυτό επιτεύχθηκε απλά με τη σιωπή, δηλαδή μη μιλώντας πλέον για αυτές. Δεδομένου του τεράστιου ενθουσιασμού που είχαν προκαλέσει την περίοδο μεταξύ του τέλους του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μέχρι τη δεκαετία του 1990, το γεγονός ότι κανείς δεν επισήμανε αυτή την εξαφάνιση αποτελεί την επιβεβαίωση ότι η εξαφάνιση ήταν ηθελημένη. Οι καθέδρες προφανώς συνεχίζουν να υπάρχουν, αλλά οι επιστήμες τους δεν ενδιαφέρουν τα μέσα πληροφόρησης. Ταυτόχρονα, με διαταγή της ΕΕ, αφαιρέθηκαν από τα σχολεία αρχαίες, ευγενείς και βασικές επιστήμες όπως η γεωγραφία, η λατινική και αρχαία ελληνική γραμματεία (με τις αντίστοιχες γλώσσες τους), μειώνοντας τες σε φαντάσματα, σε κομμάτια μιας ανύπαρκτης γνώσης. Ακόμη και η ιστορία, στερημένη από όλες τις μεθοδολογικές συμβολές με τις οποίες η σύγχρονη εποχή την είχε εμπλουτίσει, φαίνεται να έγινε ένα απομεινάρι άλλων καιρών, αδύναμη να δώσει στους ανθρώπους εκείνη την αυτογνωσία που είναι ο κύριος καρπός της και αποτελεί βασική κατάκτηση του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ασφαλώς και αυτό αποφασίστηκε και πραγματοποιήθηκε μέσα σε απόλυτη σιωπή.

Ως φαίνεται, ζούμε σε μία κοινωνία αναλφάβητων, όπου κανείς δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει και να εκφράσει μία κρίση πάνω σε παρόμοια μέτρα. Ωστόσο, ακόμη και μόνο ο κλάδος των Ιταλών καθηγητών* αποτελείται από σχεδόν ένα εκατομμύριο άτομα, πως δεν διαμαρτυρήθηκαν και δεν εξέφρασαν τη γνώμη τους για μία τόσο σοβαρή απόφαση; Οι κυβερνήτες, έχοντας προνοήσει να εκπαιδεύουν όλους με τα κρατικά σχολεία, υπαγορεύουν επίσης και το είδος της διδασκαλίας στο οποίο οι πολίτες πρέπει να υπόκεινται. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Θέλουμε «σκολειά για να γιομίζη ο μαθητής προκοπή και αρετή» . ΔΥΝΑΤΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΟΥ ΔΑΣΚΑΛΕ!

Αποτέλεσμα εικόνας για σκολειά για να γιομίζη ο μαθητής προκοπή και αρετή»

 

Θέλουμε «σκολειά για να γιομίζη ο μαθητής προκοπή και αρετή»

Νατσιός Δημήτρης, δάσκαλος-Κιλκίς

«Μη Θρησκευτικά προς Θεού! Το ελληνικόν έθνος δεν είναι Βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ’ ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα εκπολιτίσθησαν, επροόδευσαν και αυτοί. Συμβαδίζουν με τα άλλα έθνη».

(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Λαμπριάτικος Ψάλτης»).

Συνόψισε, ο μεγάλος μας διηγηματογράφος, σε λίγες αράδες, το συνομήλικο με το νεοελλαδικό κράτος πρόβλημα: είμαστε απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων, το υποτιμητικώς λεγόμενο Βυζάντιο, δεν είναι ελληνικό κατόρθωμα. Εξάλλου έτσι πρόκρινε η κοραϊκή πεφωτισμένη διανόησις. Ο Κοραής επιδαψιλεύτηκε με τον υπέροχο τίτλο «δάσκαλος του Γένους», αλλά στην ουσία υπήρξε απλώς ένας άνθρωπος, με έντονα αντικληρικαστικά στοιχεία. Άγευστος του μεγαλείου της καθ’ ημάς Ανατολής έφτασε στο σημείο να θεωρεί σκλαβιά των Ελλήνων την μακεδονική και βυζαντινή αυτοκρατορία.

Γράφει: «Η κατάρατος αύτη φιλαρχία εγέννησε την διχόνοια, διήγειρε τας πόλεις και τους πολίτας κατ’ αλλήλων, άναψε των εμφυλίων πολέμων την πυρκαϊάν και υπέταξε τους Έλληνας πρώτον εις τους Μακεδόνας, έπειτα εις ξένον έθνος, τους Ρωμαίους, και τελευταίον εις το βαρβαρώτερον και αγριώτατον όλων των εθνών του κόσμου, τους Τούρκους». («Άπαντα», εκδόσεις Μπίρη, σελ. 100). Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ο Καλαβρύτων για τον θρησκειολογικό αχταρμά της Αθήνας: Συνεπίσκοποι, τα συλλυπητήριά μου!

Διαθρησκειακή σύσκεψη Αθηνών

 

ΜΕ ΛΟΓΙΑ ΣΤΑΡΑΤΑ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΑ

KAI ΜΕ ΤΟΝ ΣΚΥΛΟ «BONJOUR»

ΚΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΓΑΤΑ «ΚΑΛΗΜΕΡΑ»!!!!

(Λαϊκή παροιμία)

Πολλά θα δουν ακόμη τα μάτια μας! Αναφερόμεθα στην Πανθρησκειακή ή Διαθρησκειακή Συνάντηση, η οποία διοργανώθηκε από το Υπουργείο των Εξωτερικών στις 30 & 31 Οκτωβρίου, στην Αθήνα. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Γέροντας Γρηγόριος Δοχειαρίου: «Ἐκκλησία καὶ Ἑλλάδα. Συμπορευθῆτε. Μὴν ἀποκάμετε. Ὅλα δικά μας εἶναι»

ΠΩΣ ΘΩΡΩ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Περνώντας τὰ χρόνια, ἐννόησα ὅσο κανένα ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἶναι –μὴ θεωρηθῆ ὑπερβολή– τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ εἰσοδεύεται μέσα στὸν κόσμο ἀπὸ τοὺς ἔχοντες ἀκώλυτο τὴν ἱερωσύνη. Βλέποντας στὴν μία ὄψη τοῦ Εὐαγγελίου τὸν Σταυρὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Ἀνάσταση, λέγω καθ᾽ ἑαυτόν: «Ἡ ὡραιότερη σύζευξη ποὺ ἔγινε στὸν κόσμο εἶναι τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Ἂν δὲν δοῦμε ἔτσι τὰ πράγματα, καθόλου δὲν θὰ πονέση ἡ ψυχή μας γιὰ ὅσα γίνονται στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία.
Οἱ μουσουλμάνοι ὑψώνουν τὸ κοράνιο καὶ οἱ χριστιανοὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ κοράνιο δὲν εἶναι μόνον ἡ διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ, ἀλλὰ καὶ ἡ σύσταση τῶν ἰσλαμικῶν χωρῶν. Ποτὲ δὲν θὰ μπορέση ἡ καρδιά μου νὰ βάλη τὸ Εὐαγγέλιο δίπλα στὸ κοράνιο καὶ ποτὲ δὲν θὰ πιστέψω ὅτι θὰ ὑπάρξη βιβλίο ποὺ θὰ ἔχη ὑψηλότερη καὶ ἀληθινότερη διδασκαλία ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἂν ὁ Ἕλληνας δὲν θεωρήση τὰ πράγματα αὐτὰ ὅπως εἶναι στὴν πραγματική τους διάσταση, δὲν θὰ μπορέση νὰ πονέση γιὰ τὰ σημερινὰ τεκταινόμενα, οὔτε θὰ κατανοήση γιατὶ ἕνας καλόγερος σηκώνει μαῦρες σημαῖες γιὰ τοὺς ἀντιχρίστους, καὶ θὰ τὸν χαρακτηρίση περιθωριακὸ καὶ ἐχθρὸ καὶ πολέμιο τῶν κρατούντων. Ἔτσι ὅμως, εἶμαι σίγουρος ὅτι δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἐπιβιώσουμε ὡς ὀρθόδοξο Ἔθνος καὶ Ἐκκλησία.
Τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ εἰσοδεύουμε στὴν ἐκκλησία, πρέπει νὰ τὸ λατρεύουμε, νὰ τὸ προσκυνοῦμε καὶ νὰ τὸ ἐγκολπωνώμαστε ὡς τὸν θησαυρὸ τὸν ἀδαπάνητο, ποὺ μᾶς τὸν δώρησε ὁ ἴδιος ὀ ἀληθινὸς Θεὸς ὡς ἀληθινὸ κώδικα τῆς ζωῆς μας. Οἱ παλιοὶ ἱερεῖς ποὺ βίωναν αὐτὴν τὴν διδασκαλία, στὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία», τὸ σήκωναν πολὺ ψηλὰ τὸ Εὐαγγέλιο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης καὶ μετὰ σταυροσημείωναν μὲ αὐτὸ τὴν ἁγία Τράπεζα. Τώρα, μὲ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία», εὐθὺς σταυροσημειώνουν, χωρὶς νὰ τὸ ὑψώνουν, γιατὶ ἔπαυσαν νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι λεπτομέρειες αὐτές, ἀλλ᾽ ἡ οὐσία ποὺ ὑπογραμμίζει τὴν ζωή μας. Παρακαλῶ ἂς σταθοῦμε σ᾽ αὐτὴν τὴν θεώρηση τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ μὴ κλαύσουμε καὶ θρηνήσουμε σὰν τὸν Ἱερεμία μετὰ τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία, ποὺ ἤδη τὴν προγευόμαστε, τοῦ ΣΥΡΙΖΑ μεσουρανοῦντος. Ἡ ἄρνηση αὐτῆς τῆς πίστης θὰ ἐπιθέση ἐπὶ τοὺς τραχήλους μας τὴν χειρότερη σκλαβιὰ ποὺ ἐδοκίμασαν ἄνθρωποι ποτὲ στὴν γῆ.
Δὲν εἶμαι οὔτε πάνω ἀπὸ κάθε Ἕλληνα οὔτε πάνω ἀπὸ κάθε ὀρθόδοξο χριστιανὸ. Εἶμαι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἐλαχιστοτέρων, ποὺ προσπαθῶ νὰ ζῶ μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ κλίμα, ποὺ δημιούργησε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὁ Ἑλληνισμός. Χρόνια προσπαθοῦνε νὰ διαλύσουν αὐτὸν τὸν δεσμό, νὰ καταστρέψουν αὐτὴν τὴν ἁγιασμένη συμπόρευση. Γι᾽ αὐτό, κι ἂν δὲν ὑπάρχει παπᾶς νὰ τὸ εἰσοδεύη στὴν πόλη σας καὶ στὸ χωριό σας, ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ εἰσοδεύσετε ἐσεῖς. Ὄχι ὅμως ὑπὸ μάλης τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως τὸ ἔχουν οἱ Ἰεχωβάδες, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν βραχιόνων μας νὰ τὸ ὑψώνουμε καὶ στὸ ὕψος τῆς κεφαλῆς μας, λέγοντας τὴν εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας «Εὐλογημένη ἡ εἴσοδος τῶν ἁγίων σου πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί…». Τὸ τονίζω αὐτό, γιατὶ μερικοὶ ἱερεῖς εἰσοδεύουν τὸ Εὐαγγέλιο στὸ ὕψος τῆς κοιλιᾶς τους, σὰν νὰ εἶναι κάτι ποὺ τὸ βαρέθηκαν. Ἔλεγε ἡ μάμμη μου: «Ἐτοῦτος ὁ παπᾶς σὰν νὰ βαριέται νὰ λειτουργήση». Ὁ ζωντανὸς τρόπος λειτουργίας τοῦ παπᾶ ἐξεγείρει ὅλο τὸν κόσμο σὲ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Ὅπου εἰσοδεύεται τὸ Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ ὑπάρχουν ἅγιοι, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεγάλη δημιουργία τῆς ἁγιότητος. Μὴ χαμηλώσετε ποτὲ τὰ χέρια σας καὶ ἀφήσετε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ἄκρη καὶ καταπιαστεῖτε μὲ ἄκαρπες φιλοσοφίες.
Ἐκμεταλλευθεῖτε, ἀγαπημένοι μου χριστιανοί, τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε «βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον», καὶ κάμνετε ὅ,τι κάνει ὁ παπᾶς, πλὴν τῶν μυστηρίων. Αὐτὰ θέλουν εἰδικὴ ἱερωσύνη. Ἀλλὰ μὲ τὴν γενικὴ ἱερωσύνη ποὺ ἔχουμε ὅλοι, μποροῦμε πολλὰ πράγματα νὰ ἱερουργοῦμε μέσα στὸν κόσμο. Γίνετε ἱερεῖς καὶ προφῆτες καὶ διδάσκαλοι, καὶ συνεχῶς στοχάζεστε ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέδωσε. Εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸν δικό της κόσμο, τὴν δική της πορεία. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς σιτίζει καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἡ Ἐκκλησία ζητᾶ νὰ ζοῦμε ὑπὸ τὸ κράτος της. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ συντελοῦνται εἴτε φανερὰ εἴτε μυστικὰ καὶ ἐν παραβύστῳ, εἶναι τὰ ἀγκάθια ποὺ ἔσπειρε ὁ ἐχθρὸς διάβολος, ὅταν ὁ σπορέας ἀποκοιμήθηκε. Βάλτε δρεπάνι, κλῆρος καὶ λαός, καὶ κάποιο χειρόβολο θὰ θερίσετε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ φτιάξετε δεμάτια, γιὰ νὰ γεμίσετε τοὺς σιτοβολῶνες σας. Φτωχὸς εἶναι μόνον ὁ διάβολος. Ἡ χρηστότητα ἐνέπλησε τὰ σύμπαντα. Ἐργαστεῖτε νὰ κάνετε τοὺς κρατοῦντες φτωχούς, ἄκαρπα στάχυα. Ἀδειάστε τοὺς σιτοβολῶνες τῆς ἀπιστίας, τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀκολασίας.
Ὅταν ρώτησα τὸν παπα-Δαμιανό, τὸν οἰκονόμο τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας, στὰ τέλη τῆς ζωῆς του
– Τί θὰ γίνη μὲ τὸν παράδεισο;
μοῦ ἀπήντησε
– Ὅλος δικός μας.
Βεβαία ἀπάντηση πίστεως καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. «Ὅλος δικός μας.» Σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν ψάχνουμε γωνιὲς καὶ καντούνια τοῦ παραδείσου, ἀλλὰ τὴν θέα τοῦ Θεοῦ.
Τελειώνοντας αὐτοὺς τοὺς ταπεινούς μου στοχασμούς, παρακαλῶ ὅλοι νὰ εἰσοδεύουμε τὸ Εὐαγγέλιο, γιὰ νὰ εἶναι μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεὸς ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Στὸν κάβο τῆς Μονῆς Δοχειαρίου μπορεῖ νὰ δῆτε δυὸ σημαῖες, οἱ ὁποῖες κυματίζουν, γιὰ νὰ ἐκφράζουν στὸν κόσμο ὅλα αὐτὰ ποὺ γράψαμε σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀρθρίδιο. Πιστὲ λαέ, φωτογράφισέ τες καὶ ἀνάρτησέ τες στὸν τόπο τῆς ἐργασίας σου. Ἐκκλησία καὶ Ἑλλάδα. Συμπορευθῆτε. Μὴν ἀποκάμετε. Ὅλα δικά μας εἶναι.
Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης

 

 

Η γεύση της ελευθερίας

Μιλώντας για τους αγίους, εκεί που τρώγαμε, μου είπες αγαπημένo μου :

-Μαγιλίκια! Γουστάρεις αποκρυφιστικές τεχνικές!
Και οι μαύροι μάγοι, τελετές κάνουνε.
Και σεις οι Χριστιανοί, μία απο τα ίδια με αυτούς είστε!
………………………………….
Γιατί το είπες αυτό;

Το είπες, επειδή αγνοείς την αβυσσαλέα δ ι α φ ο ρ ά 
ανάμεσα στη δύναμη του Αγίου Πνεύματος 
και στη δύναμη του πνεύματος του Εωσφόρου.

Αυτή η διαφορά, είναι κεφαλαιώδης και θεμελιώδης.
Το κρασί και το ξίδι, άμα τα δεις, φαίνονται ίδια,
η γ ε ύ σ η όμως, αποκαλύπτει την πραγματική τους υπόσταση.

Λέγοντας γ ε ύ σ η τι εννοούμε;

Μια εν πολλοίς, υ π ο κ ε ι μ ε ν ι κ ή αίσθηση και εκτίμηση, 
η οποία βιώνεται σε συνάρτηση και με την αίσθηση της π ν ε υ μ α τ ι κ ή ς ε λ ε υ θ ε ρ ί α ς.
Και τι εννοώ λέγοντας πνευματική ελευθερία;

Εννοώ την ε λ ε υ θ ε ρ ί α απο τα π ά θ η, της σαρκός και του πνεύματος.

Είναι κεφαλαιώδης αυτή η διαφορά. 
Ας πούμε, [πράγματι ] εγώ δεν καπνίζω.

Εφόσον δεν καπνίζω, έχω ανά πάσα στιγμή την ελευθερία,
αν θέλω, να ξεκινήσω το κάπνισμα. 

Από τη στιγμή που θα το ξεκινήσω όμως 

και το συνηθίσω, 
μετά, 
αν αποφασίσω να το σταματήσω, 
δ ε ν θ α μ π ο ρ ώ.
Την ελευθερία μου θα την έχω απολέσει.
Θα έχω γίνει δούλη στο πάθος του καπνίσματος, 
όπως μυριάδες είναι δορυάλωτοι υπο του καπνού, αυτή τη στιγμή.

Θα μου σπάνε τα νεύρα, θα μασάω τσίχλες, θα κάνω προσπάθειες ποικίλες, αλλά το κάπνισμα δεν θα μου είναι εύκολο να το σταματήσω- επειδή άνοιξα στο σώμα μου ένα νευρολογικό μονοπάτι εθισμού που δύσκολα σβήνει- προκειμένου να επανέλθω στην πρότερή μου, αθώα και παρθένα- σε σχέση με τον καπνό- κατάσταση.

Είχες τελειώσει το φαγητό σου, και συνεχίζαμε την ειρηνική μας κουβέντα.
Σου διευκρίνησα:

Όσο ο άνθρωπος, στέκεται πάνω στο έδαφος της Εκκλησίας, πάνω στο έδαφος της Χάρης του Αγίου Πνεύματος, μοιάζει με τούτο το φρούτο που έχω ακουμπήσει επάνω στην παλάμη μου απαλά.
Αν θέλω, αφήνω το φρούτο απο τα χέρια μου να κυλήσει…

Το χέρι του Θεού, αφήνει στην κάθε ψυχή, όλους τους βαθμούς ελευθερίας.

Την αφήνει να κυλήσει σε όποια κατεύθυνση θέλει, αν εκείνη – η ψυχή- επιθυμεί να το κάνει…

Ανά πάσα ώρα, από το χέρι του Θεού,
ο άνθρωπος, μπορεί να φύγει- αν θέλει-και να κάνει βουτιά ανεπίστροφη μέχρι την Άβυσσο, .

Το Πνεύμα το Άγιο σ έ β ε τ α ι την προσωπική σου

ε λ ε υ θ ε ρ ί α ε π ι λ ο γ ή ς όσο τίποτε άλλο στον κόσμο…
Το χέρι του Εωσφόρου, αν κάποιον παγιδεύσει, 
τέτοιες πολυτέλειες δεν τις επιτρέπει.
Ο Εωσφόρος, έτσι και τον βάλει στο χέρι, θα σφίγγει σαν τανάλια, όλο και πιο δυνατά, εκβιάζοντάς τον, και ωθώντας τον σε όλο και μεγαλύτερη αυτοκαταστροφική απελπισία. 

Το χέρι του Εωσφόρου, όταν αρχίσει να κλείνεται γύρω απο την ψυχοσωματική υπόσταση-όπως αυτή τη στιγμή το χέρι μου κλείνεται γύρω απο το μαλακό αυτό φρούτο- θα την τυλίγει όλο και πολύ, όλο και πιο δυνατά, μέχρι να τη λιώσει – όπως εγώ έλιωσα αυτή τη σάρκα του καρπού που κρατούσα-μέχρι τη τελική θανάτωση και συντριβή της ψυχής του ανθρώπου, όπερ μη γένοιτο…

Αυτή είναι η κεφαλαιώδης διαφορά, με πολύ απλές εικόνες, 
του Αγίου Πνεύματος, και του πνεύματος του ακάθαρτου του Εωσφόρου.

Αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στο καλό κρασί και στο άθλιο ξίδι…

Είναι ζ ω τ ι κ ή ς σημασίας, λοιπόν, αγαπημένο μου, 
να προσέχεις ιδιαίτερα, 
σε τ ί ν ο ς τα πνευματικά χέρια ακουμπάς, 
και τ ί ν ο ς τα χέρια επιλέγεις, ως βάση αφόρμησης,
για την καταξίωση της ζωής σου…

Ευανθία η Σαλογραία