Μια ταινία (μικρού μήκους) ΑΠΑΝΤΗΣΗ σε όσους αμφισβητούν το Κρυφό Σχολείο : «Δασκάλες του Υπόδουλου Ελληνισμού». ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ από 3 σύγχρονα ΚΡΥΦΑ ΣΧΟΛΕΙΑ…

Σήμερα προβάλουμε μια άλλη ταινία μικρού μήκους,
επίσης φτιαγμένη από μαθητές Στ’ Δημοτικού,
που αναδεικνύουν ΣΥΓΧΡΟΝΑ κρυφά σχολειά.
«Ελάχιστη συμβολή στις επώνυμες και ανώνυμες δασκάλες που θυσίασαν την ζωή τους για την Μακεδονία και κάθε άλλο κατεχόμενο κομμάτι της πατρίδος μας. «

Στην δασκάλα Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, 
στην (σκλαβωμένη) Μακεδονία (περιοχή Γευγελής – σήμερα δυστυχώς βρίσκεται στο κατεχόμενο από τους Σκοπιανούς τμήμα της Μακεδονίας μας), κάηκε ζωντανή από τους Βουλγάρους,
 
στην Ελένη Φωκά (δασκάλα στα κατεχόμενα της Κύπρου) 
 
και στην δασκάλα Στέλλα Πάνου-Νίκα από τη Χιμάρα της Β.Ηπείρου, που δίδασκε Ελληνικά στα σκλαβωμένα βορειοηπειρωτόπουλα, επί κομμουνιστικού καθεστώτος.

Δείτε την, σίγουρα θα δακρύσετε από τη συγκίνηση :
(την ταινία είδαμε εδώ)
Δες ολόκληρη την ανάρτηση ΕΔΩ
 

† ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΜΥΡΝΗΣ … ΕΠΙΣΤΟΛΗ…

Αποτέλεσμα εικόνας για xrysostomow smyrnhw
«Εν Σμύρνη
Τη 25 Αυγούστου 1922
Αγαπητέ φίλε και αδελφέ  κ. Ελευθέριε Βενιζέλε,
Επέστη η μεγάλη ώρα της μεγάλης εκ μέρους σας χειρονομίας. Ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, το Ελληνικόν Κράτος αλλά και σύμπαν το Ελληνικόν Έθνος καταβαίνει πλέον εις τον Άδην από του οποίου καμμία πλέον δύναμις δεν θα δυνηθή να το αναβιβάση και το σώση.
Της αφαντάστου ταύτης καταστροφής βεβαίως αίτιοι είναι οι πολιτικοί και προσωπικοί σας εχθροί, πλην και Υμείς φέρετε μέγιστον της ευθύνης βάρος δια δύο πράξεις Σας.
Πρώτον διότι αποστείλατε εις Μ. Ασίαν ως Ύπατον Αρμοστήν ένα παράφρονα και εγωιστήν. Και δεύτερον διότι πρωτού αποπερατώσητε το έργον σας και θέσητε την κορωνίδα και το επιστέγασμα επί του ανεγερθέντος αφαντάστως ωραίου και μεγαλοπρεπούς δημιουργήματός Σας, της καταθέσεως των θεμελίων της περικλεεστάτης ποτέ Βυζαντινής μας Αυτοκρατορίας, είχατε την ατυχή και ένοχον έμπνευσιν να διατάξητε εκλογάς κατ’ αυτάς ακριβώς τας παραμονάς της εισόδου Σας εις Κωνσταντινούπολιν και της καταλήψεως αυτής υπό του Ελληνικού Στρατού προς εκτέλεσιν – οίμι –δια παντός καταστραφείσης Συνθήκης των Σεβρών.
Αλλά γέγονεν ο γέγονεν.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

ΥΨΩΣΤΕ ΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ – ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ

Λίγες μέρες έμειναν μέχρι τη Μεγάλη Επέτειο της 25ης Μαρτίου του 1821. Τη Μεγαλύτερη Εθνική μας Γιορτή. Τη Γιορτή της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Την ηρωϊκότερη Επανάσταση των επαναστάσεων του Γένους μας και Μητέρας όλων των Κινημάτων της Φυλής μας. Μας χωρίζουν μόλις τρία χρόνια (2018 – 2021) από τα διακόσια χρόνια από το γεγονός. Το 2021, η διακοσιοστή επέτειος δηλαδή,  σε τρία χρόνια θα είναι εδώ, για να δεί πως θα γιορτάσουμε εμείς οι Έλληνες τη Μεγάλη Γιορτή.

Η Άγια Μέρα της 25ης Μαρτίου του 1821 στην Αγία Λαύρα ήταν το αποκορύφωμα και η συνισταμένη και όλων των άλλων 145 «αποτυχημένων» και ματωμένων εξεγέρσεων και επαναστατικών κινημάτων που έκαναν οι πρόγονοί μας στα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς στους Τούρκους. Δεν είναι μικρό πράγμα τα 400 χρόνια της υποδούλωσης. Ούτε τα 500 χρόνια σκλαβιάς στη Μακεδονία και στη Μ. Ασία και τα 800 κατοχής στην Κύπρο. Κάθε τρία χρόνια οι ήρωές μας έκαναν και μια επανάσταση! Φοβερό και να το σκεφτεί κάποιος! Τι άγρυπνη συνείδηση είχαν αυτοί οι άνθρωποι και ασίγαστο έρωτα στην ψυχή τους για την ελευθερία. «Για του Χριστού την Πίστη την Αγία και της Πατρίδας την Ελευθερία» έπεφταν μέσα στη φωτιά! Και μείς σήμερα τι κάνουμε; Δυστυχώς τα αντίθετα. «Δεινόν η ραθυμία»!

Αυτή η Εθνική Επέτειος λοιπόν είναι η άγια κολυμβήθρα της Εθνικής μας Αυτογνωσίας και Αυτοσυνειδησίας μας. Αναβαπτιζόμαστε και  ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας σαν Έλληνες. Καταλαβαίνουμε «τι είχαμε, τι χάσαμε και τι μας πρέπει». Φέτος δε αυτή η Γιορτή, πέραν του ότι είναι, όπως άλλωστε και  κάθε φορά, διπλή γιορτή, διότι γιορτάζουμε πρωτίστως τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, φέτος πέφτει και ημέρα Κυριακή. Κυριακή 25 Μαρτίου 2018.

Κυριακή σημαίνει ημέρα αφιερωμένη στον Χριστό, το Σωτήρα και Λυτρωτή μας. Αυτός μας έσωσε από τη σπάθη του Μωάμεθ και την ημισέληνο του Ισλάμ. Σ΄ Αυτόν έκαναν Τάμα οι Πατέρες μας, οι μπαρουτοκαπνισμένοι Μαχητές των Ορέων, οι ακριβοί πολεμιστές της φυλής μας, οι «κλέφτες και οι αρματολοί»,  να Του χτίσουν Τρανή και Μεγαλόπρεπη Εκκλησιά, το Τάμα του Έθνους! Δυστυχώς  ακόμη το χρωστάμε σα λαός αυτό το Τάμα. Εμείς μόνο! Οι αγνώμονες και επιλήσμονες  Έλληνες!  Όλοι οι άλλοι ορθόδοξοι  λαοί των Βαλκανίων, υπόδουλοι κι εκείνοι, λιγότερα ή περισσότερα χρόνια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκπλήρωσαν το Τάμα τους και ανήγειραν λαμπρούς Ναούς στον Ευεργέτη τους Χριστό. Το δικό μας Τάμα μένει ακόμη ανεκπλήρωτο και γι αυτό τραβάμε όσα τραβάμε από φανερούς εχθρούς και δήθεν φίλους και πάμε από το κακό στο χειρότερο.

Κυριακή όμως σημαίνει και Ανάσταση. Κάθε Κυριακή γιορτάζουμε την Ανάσταση του Χριστού. Πενήντα δύο Κυριακές το χρόνο. Ανάσταση σημαίνει ξεσηκωμός, επανάσταση, έγερση, από τις πολυθρόνες και τους καναπέδες, όπου νωχελικά ριχνόμαστε και καθόμαστε, κοιμόμαστε και ροχαλίζουμε, βουλιάζουμε και αδιαφορούμε. Ανάσταση σημαίνει επάνοδος στην πραγματική ζωή και αναβίωση όλων των πεθαμένων ιδανικών, αξιών, ανθρώπων και κοινωνιών. Ανάσταση νεκρών ανθρώπων κυρίως. Και μείς δυστυχώς σήμερα «όνομα έχουμε ότι ζούμε κι  όμως είμαστε νεκροί». «Καίγεται το σπίτι μας και μείς τραγουδάμε». «Στην υγεία μας, βρε παιδιά», λέμε εμείς, και «εις υγείαν τα κορόϊδα», λένε οι άλλοι!

Πρέπει λοιπόν να ξαναζήσουμε σαν Έθνος και σα Λαός. Να ξεσηκωθούμε. Να αφυπνισθούμε. Να αναστηθούμε. Να εγερθούμε.  Αυτή η υποχρέωσή μας καθίσταται μέρα με τη μέρα πιο επιτακτική, διότι ήδη «βάπτεται κάλαμος αποφάσεων»  σε βάρος μας και «εφρύαξαν έθνη και λαοί εμελέτησαν κενά» εδώ και μερικές δεκαετίες και δή την τελευταία. Μας ξεζούμισαν οικονομικά και μας κατάστρεψαν ηθικά με νομοθετήματα και ρυθμίσεις εξωφρενικές. Μας ταπείνωσαν και μας εξευτελίζουν κάθε μέρα. Μυρίστηκαν  τα «μαύρα κοράκια» των πολυεθνικών τον πλούτο των θαλασσών μας και μύρισαν την παρατεταμένη ανοησία μας τα «γεράκια του πολέμου», τη στιγμή που οι δικοί μας «μπούφοι» και «γκιώνηδες» μένουν νωθροί και ακίνητοι στα κλαριά τους. Φανερά πλέον απεργάζονται τον όλεθρό μας «βάρβαρα έθνη τα τους πολέμους θέλοντα»,  για να ξαναστήσουν σε βάρος μας «τα σύνορα της επεκτατικής  τους καρδιάς».

Έστω και τώρα, την έσχατη ώρα, ας  κάνουμε ό,τι μπορούμε. Ας μιλήσουμε, ας φωνάξουμε, ας διαμαρτυρηθούμε, ας προσευχηθούμε… Και για τους έξω και για τους μέσα. Και μόνοι  μας και με άλλους. Και ατομικά και μαζικά. Και ανένταχτα και οργανωμένα. Ό,τι και όπως και όσο και όταν μπορεί ο καθένας μας.

Εκείνο όμως το εύκολο και δυνατό  που τώρα αυτή τη στιγμή, από αυτή τη μέρα, την ώρα, το λεπτό, όλοι πρέπει να κάνουμε, είναι να υψώσουμε τη Σημαία μας στον Εξώστη του σπιτιού μας. Σε σπίτια, καταστήματα, εξοχικά, δημόσια κτήρια, λέσχες και αθλητικές εγκαταστάσεις, παντού πρέπει αυτές τις μέρες να δεσπόζει το Εθνικό μας Σύμβολο. Η Γαλανόλευκη Σημαία! Όχι δεν είναι μια τυπική υποχρέωση. Είναι ένα ουσιαστικό καθήκον. Δεν είναι μια κίνηση των χεριών, να δέσουμε μια σημαία έξω από το σπίτι μας. Είναι μια κίνηση της καρδιάς μας. Να βγάλουμε από την κλειδωμένη, σκονισμένη και μουχλιασμένη, στη χειρότερη  περίπτωση, καρδιά μας, κάτι το άγιο, το ωραίο, το όμορφο, το ιδανικό, το ξεχασμένο, το παραμελημένο: τη Σημαία μας. Δηλαδή την ιστορία μας, την Πατρίδα μας, την Πίστη μας, την Ψυχή μας, το Καύχημά μας, τους αγώνες μας, τα αίματα της φυλής μας. Τους νεκρούς μας ήρωες.

Κρίμα είναι να ξεχνάμε αυτό το καθήκον και από ασυγχώρητη βαρεμάρα και επιπολαιότητα να αμελούμε να υψώσουμε το Εθνικό μας Σύμβολο. Δεν είναι μόνο καθήκον απέναντι στην ιστορία και την Πατρίδα. Είναι συγχρόνως και παιδαγωγία της νέας γενιάς και μαρτυρία πίστεως και ομολογία συνειδήσεως και κατάθεση ψυχής και δήλωση ευγνωμοσύνης και μνημόσυνο στους πεσόντες και υπόσχεση στο Γένος και τιμή στην ελευθερία και ευχαριστία στον Ύψιστο και όρκος στο Σταυρό και συναίσθηση της αποστολής μας και απόδειξη δυνάμεως και όπλο κατά πάσης επιβουλής και εχθρικής διαθέσεως και δημοψήφισμα και εκλογές κατά των εθνομηδενιστών και φανέρωση της ενότητα της φυλής μας κάτω από τη Σημαία του Χριστού και της Ελλάδας.

Τι στο καλό; Τόσο ανάξιοι είμαστε; Δεν μπορούμε να βρούμε μια Ελληνική Σημαία; Το πολύ με δεκαπέντε ευρώ βρίσκουμε μια Ελληνική Σημαία με κοντάρι και Σταυρό, οπωσδήποτε. Μια φορά θα την αγοράσουμε και θα την έχουμε μια για πάντα στο σπίτι μας, όπως την είχαν στα σεντούκια τους φυλαγμένη οι Βορειοηπειρώτες και την  ύψωσαν όταν μπήκε νικηφόρος και θριαμβευτής ο ελληνικός στρατός στη Β. ‘Ήπειρο το 1940. Η Σημαία είναι η ιστορία μας, η  πίστη μας, η δόξα μας, η αγνότητα των ιδανικών μας, η εδαφική μας ακεραιότητα, η εθνική μας αξιοπρέπεια, η ανεξαρτησία και ελευθερία μας, τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι ψυχές «των υπέρ πίστεως και πατρίδος ευκλεώς αγωνισαμένων και ηρωϊκώς πεσόντων πατέρων και αδελφών μας».

Μέσα σε κάθε Ελληνικό και Ορθόδοξο σπίτι δύο πράγματα πρέπει να υπάρχουν πάντοτε, μέχρι συντελείας των αιώνων: Το εικονοστάσι και η Ελληνική Σημαία.  Σ΄ αυτά τα δύο κρέμεται όλη η ζωή μας και η υπόστασή μας. Στο Χριστό και στην Ελλάδα. Και τα δύο αυτά άξια ιδανικά τα φυλάει η παραδοσιακή ελληνορθόδοξη Οικογένεια ως κόρη οφθαλμού. Μάλλον ως δύο κόρες των οφθαλμών. Ας προσέξουμε  λοιπόν μη βάλουμε τα χέρια μας και βγάλουμε με τα δάχτυλά μας μόνοι μας τα μάτια μας. Τα μάτια της ψυχής μας.

ΥΨΩΣΤΕ ΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ – ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΤΙΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΙΣ

 

ΑΛΗΘΙΝΟΙ ΚΡΥΠΤΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ- ΔΥΝΑΤΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ: Σὲ μία ἐκκλησία τοῦ Γαλατὰ τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ τοῦ 1954

Τοῦ  Ἀρχιμανδρίτου Γαβριήλ Διονυσιάτου +
Σέ μία Ἐκκλησία τοῦ Γαλατά στήν Πόλη, ὅπου συχνάζουν οἱ ναυτικοί καί ταξιδιῶται ν’ ἀνάψουν τό κεράκι τους γιά τούς δικούς τους καί τό καλό ταξείδι πρός τίς φουρτουνιασμένες θάλασσες τοῦ Πόντου. Ἐκεῖ τή Μεγάλη Σαρακοστή τοῦ 1954 πῆγε νά λειτουργήση καί νά ξομολογήση τούς Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός*, γιά πρώτη φορά ἐπισκεπτόμενος τήν Πόλη. Ὁ τακτικός ἐφημέριος, ἐξυπηρετῶν καί ἄλλην Ἐκκλησίαν εἰς γειτονικόν Ἁγίασμα, ἀφοῦ τόν κατετόπισε εἰς τά τοῦ Ἱεροῦ Βήματος, τοῦ ἔδωσε καί μερικές δεκάδες ὀνομάτων «ζώντων καί τεθνεώτων», τόν ὠδήγησε εἰς συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, καί ἀφοῦ τοῦ ἔδειξε μικρᾶν κλίμακα ἀνερχομένην ἑλικοειδῶς τά κατηχούμενα τοῦ Ναοῦ, τοῦ εἶπεν ἐμπιστευτικῶς, ὅτι τόν περιμένουν ἐπάνω καμμιά δεκαριά ἄνθρωποι γιά νά ἐξομολογηθοῦν καί εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνεβῆ νά τούς ἐξομολογήση καί μεταλάβουν εἴτα εἰς τήν Λειτουργίαν, διότι ἐπείγονται νά φύγουν τό βράδυ μέ τό πλοῖον τῆς γραμμῆς, εἶναι ξένοι ἀπό μακρυά. Ἀνέβαινε ὁ Γέρων συλλογιζόμενος τό δύσκολον ζήτημα τῆς συνεννοήσεως μετ’ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ξένοι ἀπό μακρυά αὐτός δέ πλήν τῆς Ἑλληνικῆς δέν ἐγνώριζεν ἄλλην γλώσσαν.
Ἐκεῖ εἰς τό ἡμίφως τοῦ ὑπερώου διέκρινε δεκάδα ἀνδρῶν χωρικῶν μεγάλης ἡλικίας, οἵτινες εἰς τό ἀντικρυσμά τοῦ ἔβαλον ὅλοι μετάνοιαν καί ὁ γεροντότερος τοῦ εἶπεν εἰς ποντιακήν διάλεκτον:
«Ἠμεῖς Χριστιανοί, πάτερ, ἅ σόν Πόντον, καί λαλεύομεν (φιλοῦμεν) τά πόδα σου, νά ξαγουρεύουμεν καί μεταλάβομεν σήμερον καί ἀπές νά λέομεν στήν ἁγιωσύνην σου ντό θέλομεν ἕνα κι ἄλλον».
Εὐτυχῶς ὅτι ὁ Γέρων συναναστραφείς πρό ἐτῶν μετά Ποντίων προσφύγων ἐν Μακεδονία ἐνεθυμεῖτο ἀρκετά της ἀπηρχαιωμένης αὐτῆς ἑλληνικῆς διαλέκτου καί ἐννόησε τι ήθελον, καί τί θά τοῦ ἔλεγον ἐξομολογούμενοι. Ἔμαθε λοιπόν παρ’ αὐτῶν ὅτι ὁλόκληρον τό χωρίον των εἶναι κρυπτοχριστιανοί ἀπό πολλῶν ἐτῶν, καί εἰς τήν ἀνταλλαγήν δέν τούς ἐπετράπη νά φύγουν εἰς τήν Ἑλλάδα, διότι τά «νεφούζια» τούς (ταυτότητες) ἤσαν μέ τουρκικά ὀνόματα, ὅτι στό φανερό εἶναι Ὀθωμανοί καί Τοῦρκοι, καί στό κρυφό εἶναι Χριστιανοί καί Ἕλληνες καί περιμένουν νά τούς γλυτώσει ὁ Θεός ἀπό τήν σκλαβιά. Στά φανερά λέγονται Χασάνηδες καί Μεμέτηδες, καί τά πραγματικά  ὀνόματά τους εἶναι Γεώργιος, Παναγιώτης κ.λ.π. Ἔχουν ἕνα δικό τους δῆθεν Χότζα, ἀλλά οὔτε περιτομή κάνουν, οὔτε ραμαζάνια καί Μπαϊράμια΄τουναντίον, μυστικά σέ ὑπόγειες Ἐκκλησίες ἑορτάζουν Χριστιανικά τό Πάσχα, τά Χριστούγεννα, τῆς Παναγίας.
Πρίν τῆς «ἀνταλλαγῆς» ἔπαιρναν Παπά ἀπό γειτονικά χωριά καί τούς βάπτιζε, τούς στεφάνωνε, τούς λειτουργοῦσε τίς μεγάλες ἑορτές καί μετελάμβανον. Ἀλλά τώρα δέν ὑπάρχει πουθενά Παπάς καί ἀναγκαστικῶς ἔρχονται στήν Πόλη ἐκ περιτροπῆς γιά δουλειές δῆθεν καί γίνονται Χριστιανοί.
Ὁ Γέρων Πνευματικός τά ἤκουσε σαστισμένος, τοῦ ἐφαίνετο ὅτι διάβαζε συναξάρι τῆς ἐποχῆς τοῦ Διοκλητιανοῦ καί δέν ἠμποροῦσε νά συγκρατήση τά δάκρυα ἀπό τήν συγκίνηση.
Ἐξoμολογήθηκαν βιαστικά, καί ὅλοι μαζί κατέβηκαν ἀθόρυβα εἰς τό σκοτεινό Παρεκκλήσι, ἀπ’ ὅπου θά ἤκουον τήν Λειτουργίαν τῶν Προηγιασμένων, χωρίς κανείς νά τούς βλέπη. Καί ὅταν μετά τήν λῆξιν ἐμετάλαβον οἱ ἄλλοι ἐκκλησιαζόμενοι, ἐγένετο ἡ ἀπόλυσις καί ἔφυγε καί ὁ κανδηλάπτης, ἔμεινε δέ μόνος ὁ λειτουργός Πνευματικός μέ τόν γνωστόν σκοπόν τῆς ἐξομολογήσεως, τότε κλείσας ἔσωθεν τάς θύρας καί λαβῶν τά Ἅγια εἰσῆλθεν εἰς τό Βῆμα τοῦ Παρεκκλησίου καί ἐκάλεσε τούς μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ἴνα «μετά φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθωσι».
«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Γιορίκας-Γεώργιος, τό τίμιον καί πανάσπιλον καί ζωοποιόν Σῶμα καί αἷμα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἠμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καί εἰς ζωήν αἰώνιον. Ἀμήν».
«Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, Ἀναστασ-Ἀναστάσιος εἰς….».
Μετά τήν «Εὐχαριστίαν» καί τήν ἀπόλυσιν, εἶπον εἰς τόν Πνευματικόν: Πάτερ, νά κάνης μᾶς ἄλλον κι’ ἕναν χάριν, ἔχουμες ἀδά σήν Πόλιν καί τάς καρίδας (γυναίκας) καί τέσσαρα παιδία μοῦν, καί τό πουρνίν (αὔριον) νά βαπτίζης τά παιδία, νά μυρώνης τά, Πάτερ, κουρπᾶν Πάτερ*, ποῖσον τά Χριστιανούς. Ὁ Πουπᾶν ἀδά τῆς Ἐκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τούς Τουρκάδες κ’ ἐβάπτιζε τά. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον τήν Ἑλλάδαν κι’ ἀφήνουν μας νά δεβαίνουμεν. Στό Χριστό καί στήν Παναγίαν τήν Σουμελᾶν ὁρκίζομεν σέ, Πάτερ, ποῖσον τό καλόν ἅ σέ μᾶς τά παιδία σου».
«Μά ὁ Παπάς ἀδά εἶπε μέ, πώς θά φύγετε τό βράδυν μέ τό παπόρ».
«Νά συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ὡσάν νά λάσκομεν τές δουλεῖες μας. Ντό νά κάνουμεν, Πάτερ; Ὁ Θεόν νά λυπᾶται τά μετεραν τά βάσαναν».
Ἔμειναν σύμφωνοι νά ἔλθουν τό βράδυ μέ τάς γυναίκας καί τά παιδία, νά μείνουν στό δωμάτιο τοῦ Παπᾶ, ὁ ὁποῖος ὑπό μίαν πρόφασιν θά ἔλειπε, καί τήν νύκτα μυστικά θά γινόταν ἡ βάπτισις τῶν παιδιῶν κ.λ.π.
Ἦλθον τμηματικά καί μέ προφυλάξεις τό βράδυ πρός τό σουρούπωμα, ἕως ὅτου καθησυχάση ὁ κόσμος. Ἐξωμολογήθηκαν καί αἵ γυναῖκες, καί πρό τοῦ μεσονυκτίου ἐγένετο καί ἡ βάπτισις, τό μύρωμα καί ὁ Ἐκκλησιασμός τῶν παιδίων εἰς τό Παρεκκλήσιον.
Μετά τό νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε ἐπάνω ὑπό τήν φύλαξιν μίας γυναικός, οἱ δέ ἄλλοι ἐξημερώθηκαν εἰς τόν Ναόν…  Ὁ Γέρων Πνευματικός τους ἔκαμε εὐχέλαιον, κατόπιν τούς ἔκανε καί παράκλησιν τῆς Παναγίας, καί ἐνόσω αὐτός ἐδιάβαζεν καί ἔψαλλεν, αὐτοί ὅλοι, ἄνδρες καί γυναῖκες γονατιστοί ἐψιθύριζον τό «Κύριε ἐλέησον» καί «Παναγία Θεοτόκε, σῶσον ἠμᾶς».
Ὅταν ἐξημέρωσε, τούς εἶπε νά μή φύγουν, νά πᾶνε νά ἡσυχάσουν καί τήν ἄλλην ἡμέραν τήν Παρασκευήν θά κάμη πάλιν Λειτουργίαν νά μεταλάβουν αἵ γυναῖκες καί τά νεοβάπτιστα παιδία. Τούς ἄφησε καί εἰσῆλθε εἰς τό Ἱερόν, ἴνα ρίψη ὀλίγον νερό εἰς τό πρόσωπόν του εἰς τόν «Νιπτήρα» καί ἀνανήψη ἐκ τῆς ἀγρυπνίας. Αὐτοί ἀνέβηκαν ἐπάνω καί σέ λίγο κατέβηκαν πάλιν δύο, οἱ γεροντότεροι καί τοῦ εἶπαν:
-«Ἀτώρα, Πάτερ, νά λέομεν σε έναν κι’ ἄλλον τά’ ἀμέτεραν τάς δουλείας. Τά πόδα σου νά λαλεύομεν, κουρμπᾶν Πάτερ, ν’ ἀκούης μας, σ’ ἐμέτερον τό χωρίον Πουπᾶν κι’ ἔχουμεν, ἀνάστασιν καί ξερομεν ἀδά στά τράντα χρονίας. Ντό ψυήν νά δίομεν σόν Θεόν, Πάτερ; Τά παιδία μουν ἀντρέβουν χωρίς Πουπᾶν, στεφᾶν ποῖον νά θέκη τά στό ἀφκάλ; Γκουρτσουλᾶν (οἱ καϋμένοι) παποῦδες μας καί χασταλῆδες (ἄρρωστοι) ποθαίνουν χωρίς Λειτουργίαν, Πάτερ. Ἄχ! Ἀφωρισμένον σκλαβίαν. Ἐνέγκαμεν, Πάτερ, ἕνα σακίν μικρό, χῶμα τεμέτερον τό κοιμητήρ, νά διαβάζης το νά ρίξωμεν ἐκεῖ καί σήν τάφοιν του. Νά διής μας, Πάτερ, λειτουργίαν, νά δίομεν σαμέτερα τα παιδία, Πάσχα ἔρχετεν, Πάτερ, καί νά κάνης μας καί ἴνα ἀνάστασιν, ν’ ἀκούσουμε «Χριστός ἀνέστη». Πάτερ, κι’ ἀπές ἄς πεθάσκομεν».
Τούς εἶπεν ὁ Πνευματικός νά ἔλθουν πάλι καί τό βράδυ ὅλοι τους, ὅπως καί ἔγινε. Καί ἀφοῦ κοιμήθηκαν τά παιδία, τούς εἶπε ὅσα ἠδύνατο περί τῆς θρησκείας μας, τούς συνεβούλευσε νά εἶναι σταθεροί εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ καί νά ἔχουν εἰς αὐτόν τήν ἐλπίδα τους, ὅτι μία μέρα θά τελειώσουν τά βάσανά τους. Τόν διέκοπταν μέ ἐρωτήσεις σπαρακτικές: «Ντό κάνουν ταμέτερα τά παιδία, Πάτερ, στή Πατρίδα μας τήν Ἑλλάδα; Ντό κάνει ὁ Βασιλέαν ὁ Κωνσταντῖνον;…».
Τοῦ ξέφυγε καί τούς εἶπε μέ δάκρυα στούς ὀφθαλμούς ὅτι ὁ Κωνσταντῖνον ὁ Βασιλέαν ἀπέθανεν!….  Ὅλοι τους ἤρχισαν τά κλάματα, καί αἵ γυναῖκες περισσότερον νά κλαίγουν λέγοντας: «Ὁ Κωνσταντῖνον μας κι’ ἐπεθαίνει, ὁ Βασιλέαν μᾶς ζῆ, ὁ Κωνσταντῖνον μας θά παίρνη μας νά δεβαίνομεν στή Πατρίδα, ἀοῖκον λόγον χαπάρ κι’ ἔχουμε, Πάτερ».
Τούς καθησύχασε λέγοντας, ὅτι ὁ Θεός θά στείλη ἄλλον Κωνσταντῖνον νά τούς ἐλευθερώση καί νά τούς πάγη ὅπου αὐτός θέλει, καί μόνον ὑπομονήν καί ἐλπίδα νά ἔχουν καί ἀγάπη μεταξύ των. Μετά κατέβηκαν στήν Ἐκκλησίαν καί ὁ Γέρων Πνευματικός ἀνέγνωσε τήν νεκρώσιμον ἀκολουθίαν μέ τά ὀνόματατων «τεθνεώτων» ἐπί τοῦ χώματος, ἔπειτα τούς ἔδωσε καί τό κλειδίον τοῦ ἄλλου δωματίου, ὅπου ἔμενεν αὐτός καί τούς ἔστειλε νά ξεκουραστοῦν, καί τό πρωί θά τούς ξυπνοῦσε ὁ ἴδιος.
Ὄρθρου βαθέος ἀνέβηκε καί τούς ἐξύπνησε, καί ἕως ὅτου αὐτοί ἑτοιμασθοῦν, ἔψαλλε τόν κανόνα τοῦ Μεγάλου Σββάτου «Κύματι θαλάσσης», κατέβηκαν καί αὐτοί καί ἀπό τά γράμματα κατάλαβαν, ὅτι θά τούς κάνη τήν Ἀνάστασιν.
Ἐκάλεσε τόν γεροντότερον καί τοῦ εἶπε νά πάρη ἀπό τό παγκάρι κηρία, ὅσες ψυχές εἶναι εἰς τό χωρίον των καί νά μοιράση εἰς ὅλους ἀνά δέκα. Εἰσελθών δέ εἰς τό Ἅγιον Βῆμα καί φορέσας λευκά ἄμφια ἐξῆλθεν εἰς τήν ὡραίαν Πύλην μέ ἀναμμένη λαμπάδα καί εἶπε μέ φωνήν παλλομένην: «Δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς», «δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνασπέρου φωτός καί δοξάσατε Χριστόν τόν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν».
Τούς εἶπε καί ἤναψαν ὅλα τά κηρία, ἀνέγνωσεν ἔπειτα τό β΄ἑωθινόν «Διαγενομένου τοῦ Σαββάτου» καί μετά τό «Δόξα τή ἁγία καί ζωοποιῶ καί ἀδιαιρέτω Τριάδι….» ἔψαλλε τό «Χριστός ἀνέστη» ἐκ τρίτου. Καί ὄτε ἔστρεψε ἴνα εἴπη εἰς αὐτούς νά ψάλλουν καί αὐτοί, ὅλοι τους ἤσαν ἀγκαλιασμένοι καί ἔκλαιον καί κατεφιλοῦντο. Ἤρπασε καί αὐτός εἰς τάς ἀγκάλας του τά μικρά νεοφώτιστα καί τά ἐφίλησε, εἴτα τούς εἶπε παρηγορητικούς λόγους, ὅτι «καί τό Γένος θ’ ἀναστηθῆ μίαν ἡμέραν ὁλόκληρον, καί ἡνωμένον θά ἑορτάζη πλέον τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου, ὡς μία οἰκογένεια». Τούς συνέστησε ἔπειτα νά σβήσουν τά κηρία, καί ὅταν ὑπάγουν εἰς τό χωρίον των τήν ἡμέραν τοῦ Πάσχα νά τά μοιράσουν εἰς ὅλους νά τά’ ἀνάψουν βαπτισμένοι καί ἀβάπτιστοι, νά ψάλλουν τό «Χριστός ἀνέστη», καί ὅτι ὅσοι εἶναι βαπτισμένοι καί στεφανωμένοι νά μεταλάβουν ἀπό τήν Ἁγίαν Κοινωνίαν, πού θά τούς δώση αὔριον νά πάρουν μαζί τους.
Ἕως ὅτου ξημερώση καλά, ἐδιάβαζεν εἰς ἐπήκοον πάντων τήν Ἀκολουθίαν τή Μεταλήψεως, εἴτα τήν συγχωρητικήν εὐχήν. Ὅλοι τους εἰσῆλθον εἰς τό Παρεκκλήσιον, ἀφ’ ὅπου ἤκουον τήν θείαν Λειτουργίαν. Εἰς τό τέλος μετέδωκε πρῶτον τά ἄχραντα Μυστήρια εἰς τά νεοφώτιστα παιδία, εἰς τάς γυναίκας ἔπειτα, καί κατόπιν εἰς τούς ἄνδρας.
Ἐκεῖνοι ἐδίσταζαν: «Ἴνεται, Πάτερ, ἕναν καί ἄλλον κοινωνίαν;»
«Γίνεται», τούς εἶπε, «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε, πηγῆς ἀθανάτου γεύσασθε».
Ὅλα ἔγιναν ἐν τάξει. Καί ὅταν μετ’ ὀλίγον ἀνέβηκε εἰς τό δωμάτιον καί ἐπρόκειτο νά χωρισθοῦν, ἴνα πρός τό ἑσπέρας φύγουν μέ τό πλοῖον, θρῆνος καί κλαυθμός καί ὀδυρμός πολύς, ἀλλά σιωπηλό κατέκλυσε τήν αἴθουσα: Αὐτοί δέν ἤθελον νά τόν ἀφήσουν, καί αὐτός δέν ἠμποροῦσε νά τούς ξεπροβοδίση πέραν τῆς Ἐκκλησίας, διότι φοροῦσε τά ράσα…. Καί ἡ …. Πολιτισμένη αὐτή χώρα δέν τά ἐπιτρέπει. «Νά λαλεύομέν σε, Πάτερ…. Νά μνημονεύης, Πάτερ, ντό νά λέομεν σέ, Πάτερ;».
«Νά εἰπῆτε τάς εὐχάς μου στούς Χριστιανούς μας, νά εἶναι καλοί Χριστιανοί, νά πιστεύουν στόν Χριστόν μας καί στήν Ἑλλάδα μας καί ὁ Θεός θά τούς εὐλογή, ἡ Πατρίδα μας θά τούς σκέφτεται πάντοτε καί ἐγώ δέν θά σᾶς λησμονήσω ποτέ».
Καί πῶς νά τούς λησμονήση, ὅπου τά δάκρυα των κατέβρεξαν τάς χείρας του, πῶς νά μήν ἐνθυμῆται τήν ἄκραν εὐλάβειάν των καί τά περιστατικά των, ὅμοια πρός τά τῶν Χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων, πῶς νά ξεχάση τήν κατακόμβην τοῦ Παρεκκλησίου τῆς Γοργοεπηκόου; Πάντοτε τούς ἐνθυμεῖται καί ἀρκεῖται ἤδη ἐν γήρει εἰς τό ψαλμικόν: «Μνήσθητι, Κύριε, τῆς ταλαιπωρίας τῶν πτωχῶν καί τοῦ σπαραγμοῦ τῶν πενήτων΄Κύριε, ἐπίφανον τό πρόσωπόν σου καί σωθησόμεθα».
Πῶς νά λησμονήσω τά βάσανα τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς Φυλῆς, πού βρέθηκε γεωγραφικῶς μεταξύ λαῶν  βαρβάρων τήν ψυχήν, λαῶν ἀνεπίδεκτων πραγματικοῦ πολιτισμοῦ, λαῶν μέ θηριώδη ἔνστικτα!
—————————————————————————-
(*πρόκειται γιά τόν ἴδιο τόν γράφοντα)
(*κουρμπᾶν Πάτερ: ἅγιε Πάτερ)
ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ
Ἁγιορειτικές Διηγήσεις Ἀρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου (+)

 

 

Έχει, άραγε, η Κύπρος τέτοια παλληκάρια σήμερα;

«Ναι, ο Γρηγόρης είναι, αλλά να μην μας δούνε αυτά τα σκυλιά να κλαίμε…»

O Πατέρας του Ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου.-

 

~ Παιδιά, που θα γίνουν τέτοιοι γονείς, σαν του Γρηγόρη, πρέπει να μεγαλώσουμε…
Το΄χουμε πάρει χαμπάρι;
Και για να πάμε κι ακόμα παρά πέρα και να πάψουμε να κρυβόμαστε άλλο πίσω από το δάκτυλό μας:
Σε όσους από εμάς χάρισε 
Ο Θεός, έστω κι ένα παιδί…
Θα είχαμε τα κότσια να ξεστομίσουμε τέτοια λόγια αν έπρεπε να θυσιαστεί το σπλάχνο μας;
Είμαστε εμείς «τέτοιοι» γονείς;
(Τι σκέφτεσαι τόσο δυνατά και «ακούγεσαι»; 
Δεν είναι ώρα για τέτοιες κουβέντες; 
Είσαι σίγουρος;)

Η «απομαγνητοφώνηση» των συλλογισμών μας μετά τα όσα συγκλονιστικά διαβάσαμε παρακάτω…                                                                                                       (από τον «αμφ.» & τους συν αυτώ.- )

 Αποτέλεσμα εικόνας για Φωτογραφία του νεκρού Γρηγόρη Αυξεντίου

Όταν ο Αυξεντίου διέταξε τους συντρόφους του να εγκαταλείψουν το κρησφύγετο, ο συναγωνιστής και παιδικός του φίλος Αντώνης Παπαδόπουλος τον ρώτησε:
-«Τζαι εσύ Μάστρε τι εν να κάμεις»;
Ο Αυξεντίου ξεπερνώντας την ατέλεια του θανάτου απάντησε: 

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Λείψανο της Οσίας Μακρίνης στην Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους

Λείψανο της Οσίας Μακρίνης στην Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους

Λείψανο της Οσίας Μακρίνης στην Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους https://leipsanothiki.blogspot.be/
Η αριστερά χείρα της Οσίας Μακρίνης, Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους. (πηγή της φωτογραφίας)
Λείψανο της Οσίας Μακρίνης, αδελφής του Μεγάλου Βασιλείου και του Αγίου Γρηγορίου, επισκόπου Νύσσης αποθησαυρίζεται στην Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους. Πρόκειται για λείψανο της αριστεράς χειρός που μάλιστα φαίνεται να είναι άφθορο!
Λείψανο της Οσίας Μακρίνης στην Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους https://leipsanothiki.blogspot.be/
Η αριστερά χείρα της Οσίας Μακρίνης, Ιερά Μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους.

https://leipsanothiki.blogspot.gr/2017/07/546.html

 

Οι Βλάχοι: Η καταγωγή, η γλώσσα, και η μακραίωνη ιστορία τους

 Με ένα ακόμα…επίμαχο και πολυσυζητημένο θέμα θα ασχοληθούμε σήμερα. Με τους Βλάχους. Με την καταγωγή και την ιστορία τους. Τις αναφορές γι’ αυτούς σε βυζαντινές πηγές. Την προέλευση της ίδιας της λέξης «Βλάχος» αλλά και της λέξης «Αρμάνοι» με την οποία αυτοπροσδιορίζονται οι ίδιοι. Αλλά και την «πορεία» τους στο πέρασμα των αιώνων.

Ποιοι είναι οι Αρμάνοι – Βλάχοι;

Όπως γράφει ο πρόεδρος της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών Νικόλαος Μέρτζος, βλάχος κι ο ίδιος στην καταγωγή, στο βιβλίο του «Οι Αρμάνοι Βλάχοι», έκδ. της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, 2010, «ο όρος Βλάχοι αποτελεί ετεροπροσδιορισμό. Έτσι ορίζονται από τρίτους όσοι αυτόχθονες αρχαίοι πληθυσμοί, προ πάντων ορεσίβιοι αλλά και αστοί, λατινοφώνησαν στην προφορική αποκλειστικά λαλιά τους επειδή υπηρέτησαν όλη τη ζωή τους ως στρατιώτες και αξιωματούχοι της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Ελλάδα και στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής. Επί μακρούς αιώνες παρέμειναν επίμονα ενδογαμικοί, δηλαδή παντρεύονταν μονάχα μεταξύ τους, και, γι’ αυτό, διατήρησαν ανόθευτη τη γηγενή καταγωγή τους. Ανέκαθεν εμείς οι αποκαλούμενοι Βλάχοι αυτοπροσδιοριζόμαστε ως Αρμάνοι, δηλαδή Ρωμαίοι πολίτες της καθ’ ημάς Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που κατά τους τελευταίους αιώνες της επονομαζόταν και Ρωμανία. Ως Ρωμαίοι, άλλωστε, αυτοπροσδιορίζονται επί χίλια διακόσια και άνω χρόνια όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες οι οποίοι ακόμη μέχρι σήμερα αυτοπροσδιορίζονται, επίσης, ως Ρωμιοί. Αρειμάνιοι στην ελληνική γλώσσα σημαίνει αγέρωχοι πολεμιστές. Και ανέκαθεν οι Βλάχοι ήμασταν πολεμιστές».

Στον πρόλογο του ίδιου βιβλίου, ο Πρόεδρος της Φιλοπτώχου Αδελφότητος Ανδρών Θεσσαλονίκης, Καθηγητής Ιατρικής του ΑΠΘ, Θεόδωρος Ι. Δαρδαβέσης, γράφει: «…οι Βλάχοι δεν πρέπει να θεωρούνται ως μια εξελληνισμένη εθνοτική ομάδα ή ως μια πληθυσμιακή ομάδα διχασμένη από τις εθνικές προπαγάνδες των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά ως μια γνήσια έκφραση της ρωμιοσύνης, που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της νεοελληνικής ταυτότητας».

Η άποψη αυτή, που θεωρείται σήμερα η πλέον ορθή, δεν ήταν πάντα αποδεκτή.

Ο Κ. Παπαρρηγόπουλος, ο Ν. Α. Βέης, ο Π. Αραβαντινός κ.ά. έχοντας ως μοναδικό κριτήριο τη γλώσσα των Βλάχων και την ομοιότητά της με τη ρουμανική, θεωρούσαν ότι οι βλαχόφωνοι Έλληνες Ηπείρου, Μακεδονίας και Θεσσαλίας, έχουν κοινή καταγωγή με τους Βλάχους των περιοχών γύρω από τον Δούναβη και τον Αίμο της Βουλγαρίας. Αντλώντας επιχειρήματα από τους βυζαντινούς χρονογράφους Κίνναμο, Κεκαυμένο και Χαλκοκονδύλη, δέχονται ότι οι βλαχόφωνοι της Βόρειας Ελλάδας, μετοίκησαν σ’ αυτή από την περιοχή του Δούναβη.

Ο Γιώργης Έξαρχος, στο δίτομο έργο του «Οι Ελληνόβλαχοι (Αρμάνοι)», θεωρεί ως ορθότερη ερμηνεία της προέλευσης των Βλάχων, αυτή που έδωσε το 1832 ο Κωνσταντίνος Κούμας. Γράφει λοιπόν ο μεγάλος Λαρισαίος εκπαιδευτικός και Διδάσκαλος του Γένους: «Ό,τι συνέβη εις τους επέκεινα του Ίστρου, Δάκας και Γέτας, είχεν πολύ πρότερον να γίνεται εις τους εντεύθεν του Ίστρου (=Δούναβη) λαούς […]. Αποτέλεσμα τούτων ήτο, ότι Μακεδόνες, Θετταλοί, Έλληνες, έμαθον την γλώσσαν των νικητών των (ενν. των Ρωμαίων) και πολλοί έχασαν την ιδικήν των. Εις μόνον τας μεγάλας πόλεις αντείχεν η Ελληνική Γλώσσα. Όλοι ούτοι οι λαοί ονομάζονται με κοινόν όνομα ΒΛΑΧΟΙ» (Κωνσταντίνος Μ. Κούμας, «Ιστορίαι των Ανθρωπίνων Πράξεων», εν Βιέννη 1832, τόμος ΙΒ’ σελ. 520-521).

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε πάρα πολλές απόψεις ακόμα. Αν χρειαστεί, θα επανέλθουμε. Ας δούμε τώρα την προέλευση της λέξης «Βλάχοι».

Η ετυμολογία της λέξης Βλάχος

Για την προέλευση της λέξης Βλάχος, έχουν διατυπωθεί πολλές απόψεις. Θα αναφέρουμε εδώ, τις κυριότερες από αυτές.

i. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη Βλαχά (ή βληχή) = το βέλασμα
ii. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη βλαχάν ή βλίχαν(ος) ή βλίκανον = ο βάτραχος
iii. Προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη βλάχνον ή βλάχρον ή βλαχρόν ή βλάθρον ή βλήχρα ή βλήχρον = το φυτό φτέρη
iv. Προέρχεται από τη λατινική λέξη flaccus = αυτός που έχει μεγάλα αφτιά
v. Προέρχεται από την ελληνική λέξη Βράχος
vi. Προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη φελάχος = ποιμένας, βοσκός. Η θεωρία αυτή, με βασικό υποστηρικτή τον διαπρεπή αρχαιολόγο και εθνολόγο Αντώνιο Κεραμόπουλλο (1870-1961), φαίνεται ότι δεν ευσταθεί.

Μια άλλη εκδοχή, θέλει τη λέξη Βλάχοι να προέρχεται από τη γερμανική λέξη Volci. Έτσι ονόμαζαν οι Γερμανοί πρώτα τους Κέλτες και μετέπειτα όλους τους λατινόγλωσσους Ρωμαίους και μη Ρωμαίους γείτονές τους.

Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης στο «Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας», εκδ. ΚΕΝΤΡΟΥ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ, 2009, γράφει τα εξής:

Βλάχος < σλαβ. Vlaha  < παλ.γερμ. Wal(a)h < λατ. Volcae (> ελυστ. Ουάλκαι), ονομασία κελτικού φύλου που είχε εκλατινιστεί και ζούσε υπό γερμανική κυριαρχία.
Και συνεχίζει με μία «ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ»
Οι Βλάχοι ή Αρωμούνοι (Arman «Ρωμαίοι») του ελληνικού χώρου προέρχονται από πληθυσμούς που είχαν εκλατινιστεί κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και μιλούν λατινογενή διάλεκτο, συγγενή προς τα Ρουμανικά. Η  λατ. ονομασία Volcae (απ’ όπου το μεσν. Βλάχοι), που αναφερόταν στους Κέλτες υπηκόους της Ρωμαϊκής και αργότερα της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, αποτελεί την αφετηρία στην οποία ανάγονται τα ονόματα διαφόρων σημερινών κελτικών υπολειμμάτων στην Ευρώπη, π.χ. Ουαλοί (Welsh, Μ. Βρετανία), Βαλόνοι (Wallons, γαλλόφωνοι του Βελγίου), Γαλάτες (Gaylois, Γαλλία).

Οι Γερμανοί, και στη συνέχεια όλοι οι Σλάβοι, ονόμαζαν Βλάχους όλους τους λατινόφωνους λαούς ανεξάρτητα από την καταγωγή καθενός απ’ αυτούς. Η δε Πολωνία μέχρι σήμερα, ονομάζει Wloshy, δηλαδή Βλαχία, την Ιταλία!

Βυζαντινές πηγές για τους Βλάχους και τη γλώσσα τους

Ο πρώτος που χρησιμοποιεί βλάχικες λέξεις, στο έργο του «Περί Κτισμάτων», είναι ο ιστορικός Προκόπιος, που έζησε στα χρόνια του Ιουστινιανού 6ος αιώνας.

Περίπου την ίδια εποχή, ο Ιωάννης Λυδός, λατινομαθής, νομικός και φιλόσοφος (περ. 490-578), αποκαλύπτει την ύπαρξη λατινόφωνων πληθυσμών στις ευρωπαϊκές χώρες. Στο έργο του «Περί των Αρχών της Ρωμαίων Πολιτείας», αναφέρει ότι: «Υπήρχε παλιός νόμος όσα γίνονταν από τους επάρχους, ακόμα και από τις άλλες αρχές, να λέγονται στην ιταλική γλώσσα…και όσα γίνονται στην περιοχή της Ευρώπης (έτσι ονομαζόταν εκείνη την εποχή η Βαλκανική) διαφύλαξαν την αρχαιότητα από ανάγκη, διότι οι κάτοικοί της, αν και ήταν στο μεγαλύτερο μέρος έλληνες, μιλούσαν ιταλικά («τη των Ιταλών φθέγγεσθο φωνή», γράφει στο πρωτότυπο) και ιδιαίτερα οι δημόσιοι υπάλληλοι».

Διαπιστώνει λοιπόν ο Λυδός, ότι κατά τον 6ο αιώνα, στα Βαλκάνια ομιλείται η ιταλική (λατινική) γλώσσα, όχι μόνο από τους Έλληνες, που αποτελούσαν την πλειοψηφία του πληθυσμού της Χερσονήσου του Αίμου αλλά κι από τους υπόλοιπους.

Το γεγονός αυτό, αποδεικνύει την ελληνικότητα των λατινόφωνων – βλαχόφωνων πληθυσμών, πράγμα που καταρρίπτει τη ρουμανική προπαγάνδα ότι οι λατινόφωνοι λαοί των Βαλκανίων είναι ρουμανικής καταγωγής.

Επόμενη μαρτυρία για βλάχικες λέξεις, προέρχεται από τον Θεοφύλακτο Σιμοκάττη, ο οποίος άκμασε μεταξύ 610 και 640. Αναφερόμενος σε εκστρατεία του στρατού της Ρωμανίας (Βυζαντίου), υπό τον στρατηγό Κομεντιόλο εναντίον των επιδρομέων Αβάρων, στην περιοχή Κορνομπάτ Αετού (δυτικά της Μεσημβρίας), που έγινε το 589, γράφει τα εξής:

Θέλοντας να αιφνιδιάσει τους Αβάρους, ο Κομεντίολος, διέταξε τους στρατιώτες του να τους επιτεθούν πριν ξημερώσει. Κάποια στιγμή, το φορτίο ενός από τα μεταγωγικά ζώα έγειρε και κάποιος φώναξε στον οδηγό του ζώου «ρετόρνα, ρετόρνα, φράτερ». Η φράση αυτή σημαίνει στα αρμάνικα – βλάχικα «γέρνει, γέρνει (ενν. το φορτίο) αδελφέ».

Δημιουργήθηκε αδικαιολόγητος πανικός στο στράτευμα, καθώς «οι στρατιώτες νόμισαν ότι τους διατάσσουν να κάνουν μεταβολή λόγω αιφνιδιαστικής εμφάνισης άλλου εχθρού. Γύρισαν λοιπόν τότε προς τα πίσω κραυγάζοντας «επιχωρίω γλώττη…ρετόρνα».

Αυτό οφειλόταν, στο ότι η λέξη ρετόρνα, εκλήφθηκε από πολλούς ως εντολή να γυρίσουν πίσω, ενώ είχε τη σημασία «έλα πίσω» (να δεις τις αποσκευές που θα πέσουν από το ζώο). Το ίδιο περιστατικό, περιγράφει και ο Θεοφάνης, σπουδαίος Βυζαντινός ιστορικός: «Τόρνα, τόρνα, φράτρε και ο μεν κύριος του ημιόνου την φωνήν ουκ ήσθετο οι δε λαοί ακούσαντες και τους πολεμίους επιστήναι αυτοίς υπονοήσαντες, εις φυγήν ετράπησαν τόρνα, τόρνα μεγίσταις φωνές ανακράζοντες».

Η περιγρφή του Θεοφάνη και η χρήση της λέξης «τόρνα», είναι πιο κοντά στην ιστορική πραγματικότητα και το γλωσσικό ιδίωμα των Βλάχων.

Ο αυτοκράτορας, λόγιος, συγγραφέας και διανοούμενος, Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος (912-953), γράφει για «ελληνίζοντες (που) και την πάτριον Ρωμαϊκήν γλώσσαν αποβαλλόντες».

Ο Πορφυρογέννητος αναφέρεται σε πληθυσμούς που επί των ημερών του απέβαλαν την πατρική τους γλώσσα, τη ρωμαϊκή. Δεν δίνει περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτούς ωστόσο από όσα γράφει διαπιστώνουμε ότι από εκείνη την εποχή αρχίζει μια διαδικασία «γλωσσικού απολατινισμού» πληθυσμών που είχαν εκλατινιστεί γλωσσικά τους προηγούμενους αιώνες.
Η πρώτη μνεία στην ύπαρξη Βλάχων γίνεται από τον Γεώργιο Κεδρηνό (11ος αιώνας) ο οποίος αναφερόμενος στον ηγεμόνα των Βουλγάρων Συμεών και την οικογένειά του γράφει:
«Τούτων δε των τεσσάρων αδελφών Δαβίδ μεν ευθύς απεβίω αναιρεθείς μέσον Καστορίας και Πρέσπας κατά τας λεγομένας Καλάς Δρυς μετά τινών Βλάχων οδιτών».
Βέβαια δεν γνωρίζουμε ποιους ακριβώς εννοούσε με τη λέξη «Βλάχοι» ο Κεδρηνός.

Ο Σωκράτης Λιάκος γράφει:

«Εις την στενωπό Πισοδερίου έλαβε χώραν κατά το έτος 980 μ.Χ. περίπου και το γεγονός του φόνου του Δαυίδ, πρωτότοκου υιού του κόμητος Νικολάου, μέγα ισχύοντος παρά τοις Βουλγάροις όπως μας λέγει ο Σκυλίτζης εις την θέση Καλάς Δρυς, από Βλάχους οδίτας. Το όνομα τούτο Καλάς Δρυς ή Καλαί Δρυς ταυτίζεται με τα τοιούτα: Κάλεα ντι Ντούρους (Οδός Δυρραχίου) και Κάλεα ντι Ρίσσον (Δρόμος του Λυγκός) στη γλώσσα των τότε και σήμερα αρμανόγλωσσων (Βλαχόφωνων-Λατινομακεδονόγλωσσων) φυλάκων αυτής, γεγονός που αποκαλύπτει ότι οι οδοφύλακες της στενωπού αυτής ήσαν Αρμανόφωνοι= Βλαχόφωνοι= Λατινομακεδονόγλωσσοι, ό, τι είναι και μέχρι σήμερα».

Ο Βασίλειος Β’ ο Βουλγαροκτόνος (976-1925) σε έγγραφο με την υπογραφή του (1020) που βρέθηκε στο Σινά, γράφει: «Θεσπίζομεν ταύτα πάντα κατέχειν τον αυτόν αγιώτατον Αρχιεπίσκοπον και λαμβάνειν το κανονικόν αυτών πάντων και τον ανά πάσαν Βουλγαρίαν Βλάχων και των περί τον Βαρδάρειον Τούρκων όσοι εντός Βουλγαρικών όρων εισί…».
Ούτε όμως ο Βασίλειος διευκρινίζει ποιοι ακριβώς ήταν οι «ανά πάσαν Βουλγαρίαν Βλάχοι», με αποτέλεσμα οι ιστορικοί να δώσουν διάφορες εκδοχές.

Ο Βυζαντινός ιστορικός Ιωάννης Κεκαυμένος (11ος αι.) στο έργο του «Στρατηγικόν», δεν μιλά καθόλου κολακευτικά για τους Βλάχους, χαρακτηρίζοντάς τους γένος άπιστο, απειθάρχητο αλλά και ότι αποτελούσαν ξεχωριστό έθνος, συγγενικό με τους Δακορουμάνους.
Γράφει μεταξύ άλλων: «Ουδέποτε εφύλαξε πίστιν (το γένος των Βλάχων) προς τινά ουδέ προς τους αρχαιοτέρους βασιλείς των Ρωμαίων. Πολεμηθέντες παρά του βασιλέως Τραϊανού και παντελώς εκτριβέντες, εάλωσαν (…) ούτοι γαρ εισίν οι λεγόμενοι Δάκαι και Βέσαι ώκουν δε πρότερον πλησίον του Δουναβίου ποταμού και του Σάου (…) ένθα νυν Σέρβοι αρτίως οικούσιν, εν οχυροίς και δυσβάτοις τόποις».

Οι απόψεις του Κεκαυμένου προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις στα νεότερα χρόνια. Ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος γράφει:

«Δεν γνωρίζομεν αν ο βασιλεύς προήγαγε αυτόν εις ανώτερο αξίωμα δια τούτο» (την εμπαθή δηλαδή στάση του απέναντι στους Βλάχους. Και σε άλλο σημείο: «Ο Κεκαυμένος… τυφλούται εκ του μίσους κατά των αποστατούντων Βλάχων και αποδιοπομπούμενος μέχρι Δακίας και Σαύου το μισητόν γένος υβρίζει συλλήβδην Κουτσοβλάχους τε και Δάκας».
Το λάθος του Κεκαυμένου, είναι ότι ταυτίζει τους Βλάχους με τους Δακορουμάνους, γιατί τους θεωρεί ομόφυλους.

Η Άννα Κομνηνή, στο έργο της «Αλεξιάδα», δίνει πληροφορίες για τους Βλάχους της Θεσσαλίας:

«Και τοις μέρεσι της Λαρίσσης εγγίσας και διελθών δια του βουνού των Κελλίων και την δημοσίων λεωφόρον δεξιόθεν καταλιπών και του βουνού τον ουτωσί εγχωρίως καλούμενον Κίσσαβον, κατήλθεν εις Εζεβάν, χωρίο δε τούτον Βλαχικόν της Ανδρωνείας έγγιστα διακείμενου».

Σε άλλο σημείο, αναφέρεται στους Βλάχους του Αίμου, της Μακεδονίας και των περιοχών του Δούναβη:

«Νυκτός δε καταλαβόντος Πουδίλου τινός εκκρίτου των Βλάχων και την των Κομάνων δια του Δανούβεως διαπεραίωσιν απαγγείλοντος, δέον έκρινε αναζούσης της ημέρας μετακαλεσάμενος τους εκκρίτους των συγγενών τε και ηγεμόνων βουλεύασθαι ό,τι δει ποείν…Των γουν Κομάνων παρά των Βλάχων τας δια των κλεισουρών ατραπούς μεμαθηκότων και ούτω τον Ζυγόν ραδίως διεληλυθότων άμα τω τη Γολόνη προσπελάσαι ευθύς οι έποικοι ταύτης δεσμήσαντες τον την φυλακήν του κάστρου πεπιστευμένον παραδεδώκασι τοις Κομοίνοις…»

Και παρακάτω: «… και οπόσοι τον νομάδα βίον είλοντο (Βλάχους τούτους καλείν οίδε διάλεκτος) (και τους άλλοθεν εξ απασών των χωρών ερχομένους ιππέας τε και πεζούς».
Από όσα γράφει η Άννα Κομνηνή, προκύπτουν τα εξής:

Βορειότερα της Λάρισας, υπήρχε Βλαχοχώρι, που ονομαζόταν Εζεβάν. Υπήρχαν Βλάχοι κοντά στον Δούναβη, που ήταν γείτονες με τους Κουμάνους. Οι Βλάχοι ζούσαν ή κινούνταν κοντά στον Αίμο. Οι Βλάχοι έκαναν νομαδική ζωή, δεν διευκρινίζει όμως αν ήταν ή όχι λατινόγλωσσοι.

Ο Ιωάννης Κίνναμος, (1143 – 1185), θεωρεί τους Βλάχους αποίκους από την Ιταλία. Γράφει χαρακτηριστικά:

«Λέοντα δε τινά Βατάτζην επίκλησιν, ετέροθεν στράτευμα επαγόμενον άλλοτε συχνόν και δη και Βλάχων πολύν όμιλο οι των εξ Ιταλίας άποικοι πάλαι είναι λέγονται, εκ των προς τω Ευξείνω καλουμένω Πόντω χωρίων εμβαλείν εκέλενεν εις Ουννικήν».
Ο Νικήτας Ακομινάτος – Χωνιάτης (13ος αι.), αναφέρεται σε Βλάχους της περιοχής του Αίμου, γράφοντας τα εξής:

«Και έλαθε δια σμικροπρέπειαν και άλλας μεν πόλεις καλαμησάμενος, αι κατ ‘ Αγχίαλον συνωκίζοντο, εαυτώ δε μάλιστα και Ρωμαίοις εκπολεμώσας τους κατά τον Αίμον το όρος Βαρβάρους, οι Μυσοί πρότερον ωνομάζοντο, νυνί δε Βλάχοι κικλήσκονται»
Στο ποιητικό του έργο «Χρονική Ιστορία», ο μοναχός Εφραίμ Αίνιος, αναφέρεται συχνά στη Βλαχία και τους Βλάχους.

«Ων χάριν Μυσών εκταραχθέν πως έθνος κατ’ Αίμον οικούν, οι κικλήσκονται Βλάχοι»
Αναφορές γίνονται ακόμα στον «Κώδικα Νόμων», του Στέφανου Δουσάν και στο ποίημα «Πουλολόγος» (14ος αι)

«Και αν τύχουν εκ την Ζαγοράν Βούλγαροι είτε Βλάχοι».

Ο ποιητής Ιωάννης Κατράρης, στο «Προς τον φιλόσοφον και ρήτορα Νεόφυτον», γράφει:
«Βούλη και μορφή ακούσαι;
Την μεν γέννην έστι Βλάχος,
Αλβανίτης δεν την όψιν,
Του δε σώματος την θέσιν.
Βουλγαροαλβανιτόβλαχος»
Μνεία για τους Βλάχους, γίνεται και σε λαϊκό τραγούδι του 10ου αιώνα.

Τέλος, ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (15ος αιώνας), θεωρεί (δεν αναφέρει πηγές ή αποδεικτικά στοιχεία), ότι το έθνος που κατοικεί στην Πίνδο της Θεσσαλίας, εγκαταστάθηκε εκεί από την Δακία. Το έθνος αυτό ονομάζεται Βράχοι. Στην Πίνδο, κατοικούν Βλάκοι, που είναι ομόγλωσσοι με τους Δάκες του Δούναβη και μοιάζουν μεταξύ τους. Οι Βράκοι ή Βλάκοι (Βλάχοι) ζουν ως ένοπλοι είναι διαιρεμένοι σε δύο περιοχές χώρες, η μία κοντά στον Δούναβη και η άλλη στην Μπογδανία (σημ. Μολδαβία!)

Η εμφάνιση του όρου «Βλαχία»

Ο όρος «Βλαχία», πρωτοεμφανίζεται στο «Οδοιπορικό» του Ισπανοεβραίου περιηγητή Βενιαμίν εκ Τουδέλης, που το 1160, βρέθηκε ως περιηγητής στην Ελλάδα.

Επισκεπτόμενος τη Φθιώτιδα, συνάντησε Βλάχους που κατοικούσαν στα βουνά γύρω από τη Λαμία, τη δε Λαμία, που αποκαλεί Sinon Potamo= Ζητούνι, «κείται εις τους πρόποδας των αρέων της Βάχίας». δηλαδή στις υπώρειες της Όθρνος.

Σε χρυσόβουλο του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ’ (1195 – 1203), αναφέρεται η «Provincia Valachie», ως  τμήμα της Θεσσαλίας.

Τέλος, στο κείμενο της «Partitio Romanie» (1204), όπου αναφέρονται οι περιοχές και οι χώρες που δόθηκαν μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους στον Βονιφάτιο Μομφερατικό, γίνεται μνεία στην «Provintia Blachie», τμήμα της Θεσσαλίας.

Βλέπουμε λοιπόν, ότι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, οι Βυζαντινές πηγές (πλην Κεκαυμένου και Χαλκοκονδύλη) δεν αναφέρονται σε κάθοδο Βλάχων από τη Δακία προς την Ελλάδα, κάτι που αποτέλεσε βασικό επιχείρημα της προπαγάνδας των Ρουμάνων, που ήθελαν να «οικειοποιηθούν» τους Βλάχους και να δημιουργήσουν μειονοτικό ζήτημα στην Ελλάδα.
Από παντού προκύπτει ότι οι Βλάχοι είναι λατινόφωνοι Έλληνες. Όσο για τη Βλαχία, τον όρο αυτό συναντάμε τον 12ο αιώνα, και αναφέρεται σε τμήματα της Θεσσαλίας και την περιοχή της Φθιώτιδας. Δεν υπάρχει ιστορική πηγή που να αναφέρει τον όρο Βλαχία σε περιοχές πάνω από τον Δούναβη ή σε περιοχές μεταξύ του Δούναβη και Αίμου μέχρι και τον 12ο αιώνα.

 πηγή

Πηγές: Γιώργης Έξαρχος, «ΟΙ ΕΛΛΗΝΟΒΛΑΧΟΙ ΑΡΜΑΝΟΙ» εκδόσεις Καστανιώτη 2001 (2 τόμοι)
Ορέστης Κουρέλης, «Βλαχόφωνοι Έλληνες», ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ Αδελφών Κυριακίδη α.ε., 2010
Ντούσαν Πόποβιτς, «ΑΡΜΑΝΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΣΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ»
«Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών», 2010.
Νικόλαος Μέρτζος, «Οι Αρμάνοι Βλάχοι», έκδ.
ΦΙΛΟΠΤΩΧΟΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΑΝΔΡΩΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2010.