Καταδιώξαμε την Ησυχαστική παράδοσι και την αντικαταστήσαμε με τα δόγματα ή με την ηθική (ευσεβισμό)…

Σημερινή πνευματική κατάστασις στην Ελλάδα

Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου (†) Καθηγητού Πανεπιστημίου

π. Ιωάννης Ρωμανίδης: «Εάν οι Ορθόδοξοι  στην Τουρκοκρατία ήταν αυτοί που είναι σήμερα, θα είχε σβήσει η Ορθοδοξία»

 

…….. Τώρα συμβαίνει να βρισκώμαστε σε μία καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας, που ο ίδιος ο κομπογιαννίτης γιατρός (δηλαδή ο μη δυνάμενος να θεραπεύση ή να καθοδηγήση σωστά πνευματικός πατήρ)  δεν έχει επίγνωσι ότι είναι κομπογιαννίτης.
Ο κομπογιαννίτης όμως είναι σε θέση να αναγνωρίση έναν πραγματικό γιατρό, όταν συναντηθή με αυτόν ή όχι;

Η απάντησις είναι, ότι, αν έχη πορρωμένη συνείδησι, δεν θα τον αναγνωρίση. 

Αυτό συνέβη με τον Ιούδα, ο οποίος εγνώρισε μεν τον Χριστόν, αλλά όχι όπως οι άλλοι Απόστολοι.  Συνέχεια ανάγνωσης

 

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας

Αποτέλεσμα εικόνας για εμπειρΙΕΣ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟς

 

(Από το βιβλίο «Εμπνευσμένα κείμενα Ορθοδόξου πνευματικότητος» 
του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδόσεις Ορθοδόξου Κυψέλης)
…………………………………………………………………………………………………………….
[….]

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας,
από το Σχίσμα του 1054 μέχρι και σήμερα, 
βρίσκεται στο διαφορετικό τρόπο σύλληψης του Ευαγγελίου του Χριστού. 

Η Δύση, εκείνη την εποχή αλλά και προ αυτής,
άρχισε να λαμβάνει το Ευαγγέλιο ως θεωρία
και ύστερα, ως μία από τις πολλές θ ε ω ρ ί ε ς περί του κόσμου και της ζωής, 

ενώ η Ανατολή κατεννόησε το Ευαγγέλιο
ως ά σ κ η σ η και π ρ ά ξ η. 


Συνακόλουθα η Δογματική στη Δύση έγινε καθαρή θεωρητικήΕπιστήμη, 
δηλαδή μία από τις πολλές φιλοσοφίες, ενώ στην Ανατολή,
ήταν και παρέμεινε μέχρι σήμερα μια επιστήμη της πράξης.

Η Δογματική είναι πρακτική επιστήμη.
Αυτό είναι κάτι το οποίο οι αιρετικοί θεολόγοι 
είτε δεν το γνώριζαν είτε το λησμόνησαν.

Η Δογματική ήταν εξ αρχής μια πρακτική επιστήμη, πράγμα που εγνώριζαν οι Απόστολοι, 
οι Άγιοι και οι ασκητές της Ανατολικής Εκκλησίας και γι αυτό αγωνίζονταν
ώστε κάθε δόγμα να το πραγματώσουν επάνω τους, στη ζωή τους. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Διάλογος με τους Μονοφυσίτες

Συμφωνία» χωρίς αποδοχή Οικουμενικών Συνόδων;

Στην Ιεραρχία του Οκτωβρίου 2004 σε σχετική εισήγηση για τους διαλόγους της Ορθόδοξης Εκκλησίας με τις διάφορες Ομολογίες υποστηρίχθηκε η άποψη ότι στον διάλογο της Εκκλησίας με τους χαρακτηριζόμενους ως Αντιχαλκηδονίους (Μονοφυσίτες) επιτεύχθηκε συμφωνία στο Χριστολογικό δόγμα, αλλά υπάρχει διαφωνία, διότι οι Μονοφυσίτες αρνήθηκαν να δεχθούν τις μετά την Γ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ιδιαιτέρως την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου π. Ιεροθέου
Το απλό όμως ερώτημα είναι: Πώς είναι δυνατόν να θεωρηθή ότι επήλθε συμφωνία στο Χριστολογικό δόγμα, όταν οι λεγόμενοι Αντιχαλκηδόνιοι δεν παραδέχονται τις Οικουμενικές εκείνες Συνόδους (Δ΄, Ε΄, ΣΤ΄) που οριοθέτησαν την ορθόδοξη διδασκαλία στο Χριστολογικό δόγμα, δηλαδή στο δόγμα που αφορά τον τρόπο ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό;
Θα ήθελα στην συνέχεια να παρουσιάσω με απλό –όσον είναι δυνατόν– και σύντομο τρόπο μερικά ενδιαφέροντα σημεία.

Η άποψη ότι υπάρχει ταύτιση στο Χριστολογικό δόγμα, καίτοι δεν γίνονται αποδεκτές οι μετά την Γ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι από τους Μονοφυσίτες, δείχνει ότι: ή οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων δεν αντελήφθησαν τα θέματα αυτά ή ότι ισχύει η παράδοξη θεωρία των ξένων, αλλά και μερικών δικών μας θεολόγων, περί του νεοχαλκηδονισμού, ότι δηλαδή υπάρχει μια εξέλιξη στις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος που στηρίχθηκε στον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας είναι μια μονοφυσιτίζουσα Σύνοδος, η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος που στηρίχθηκε στο Τόμο του Πάπα Λέοντος διόρθωσε την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο και η Ε΄ Οικουμενική Σύνοδος επανήλθε στις αποφάσεις της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Η παραδοχή όμως μιας τέτοιας θεώρησης των πραγμάτων ανατρέπει τα θεμέλια της Εκκλησίας και υπονομεύει το “πνεύμα” και την υποδομή των Οικουμενικών Συνόδων. Παρουσιάζει δε τους Πατέρας της Εκκλησίας ως στοχαζομένους και όχι ως ενεργουμένους από το Άγιον Πνεύμα και την δική τους εν πνεύματι εμπειρία της αποκαλυπτικής αληθείας. Οι Πατέρες όμως των Οικουμενικών Συνόδων, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου εργάσθηκαν αλιευτικώς (όπως οι άγιοι Απόστολοι) και όχι αριστοτελικώς (δηλαδή οι φιλόσοφοι) ήταν, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, “πάσχοντες τα θεία και ου διανοούμενοι”.
Επομένως, η μη παραδοχή από τους λεγομένους Αντιχαλκηδονίους των αποφάσεων των Δ΄, Ε΄, και ΣΤ΄ Οικουμενικών Συνόδων, αλλά και η θεωρία μερικών ορθοδόξων θεολόγων περί νεοχαλκηδονισμού, στην ουσία έχουν κοινό παρονομαστή και δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από την Ορθόδοξη Εκκλησία.
Ακριβώς για τον λόγο αυτό δεν μπορούμε, από ορθοδόξου πλευράς, να κάνουμε λόγο για Αντιχαλκηδονίους ή Προχαλκηδονίους, αλλά για Μονοφυσίτας, αφού οι ονομαζόμενοι Αντιχαλκηδόνιοι πιστεύουν ότι ναι μεν η ένωση στον Χριστό έγινε από δύο φύσεις, αλλά μετά την ένωση υπάρχει μία φύση στον Χριστό. Μερικοί λεγόμενοι Αντιχαλκηδόνιοι υποστηρίζουν ότι καίτοι υπάρχει μία φύση στον Χριστό μετά την ένωση, εν τούτοις όμως δεν αναιρέθηκε η ανθρώπινη φύση. Και αυτή η άποψη είναι παράδοξη. Πώς είναι δυνατόν να υπάρχη μία φύση στον Χριστό μετά την ένωση, “μή αναιρουμένης της ανθρωπίνης φύσεως” και πώς υφίσταται αυτή η ανθρώπινη φύση μόνη της, χωρίς να μη θεωρήται αυτό νεστοριανισμός, τον οποίο οι Αντιχαλκηδόνιοι θέλουν να πολεμούν; Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να τους ονομάζω Μονοφυσίτες και όχι Αντιχαλκηδονίους ή Προχαλκηδονίους.
Το ότι όμως δεν ευσταθεί η άποψη ότι συμφώνησαν οι Ορθόδοξοι με τους Μονοφυσίτες στο Χριστολογικό δόγμα φαίνεται από την διαφορά ερμηνείας σε μερικές χαρακτηριστικές χριστολογικές φράσεις, που αποτελούν τον πυρήνα της διαφοράς.
Στα όσα θα γράψω στην συνέχεια θα γίνη προσπάθεια να παρουσιασθούν απλοποιημένα –όσο μπορεί να γίνη αυτό– τα σημεία αυτά. Και λέγω όσο μπορεί να γίνη αυτό, γιατί τα δογματικά θέματα δεν απλοποιούνται πολύ.
α) “Μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη”
Η πρώτη φράση στην οποία φαίνεται η Χριστολογική διαφορά μεταξύ των αγίων Πατέρων και των Μονοφυσιτών είναι η φράση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: “μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη”.
Οι όροι φύση και υπόσταση στην θύραθεν φιλοσοφία ταυτίζονταν εννοιολογικά, άλλωστε ο όρος φύση προέρχεται από το ρήμα πεφυκέναι και ο όρος υπόσταση προέρχεται από το ρήμα υφεστάναι και δηλώνει την ύπαρξη. Με αυτήν την έννοια, δηλαδή της υπάρξεως, τους χρησιμοποιούσαν οι Αλεξανδρινοί Πατέρες. Οι Καππαδόκες, όμως, Πατέρες διεχώρισαν την φύση από την υπόσταση και ταύτισαν την φύση με την ουσία, και την υπόσταση με το πρόσωπο. Έτσι καθόρισαν την έκφραση “δύο φύσεις, έν πρόσωπον” στον Χριστό.
Πολλοί θεολόγοι παρετήρησαν ότι σε κείμενα του αγίου Κυρίλλου εναλλάσσονται οι όροι “φύσις” και “υπόστασις” και ότι άλλοτε χρησιμοποιείται ο όρος “φύσις” αντί του όρου “υπόστασις” και άλλοτε χρησιμοποιείται ο όρος “υπόστασις” αντί του όρου “φύσις”. Σε επιστολή του προς τον Θεοδώρητο γράφει: “Η φύσις του Λόγου ήγουν η υπόστασις, ό εστιν αυτός ο Λόγος”. Εδώ φαίνεται ότι συνδέεται η φύση με την υπόσταση και με αυτήν την έννοια φαίνεται ότι χρησιμοποιούσε και την φράση “μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη”. Δεν μιλούσε όμως ποτέ για μία ουσία σεσαρκωμένη. Επομένως, όπως υποστηρίζεται, χρησιμοποιούσε την φράση “μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη” με την έννοια της μιας υποστάσεως του Λόγου σεσαρκωμένης, όπως το λέγει στην τρίτη επιστολή του προς Νεστόριο “υποστάσει μια τη του Λόγου σεσαρκωμένη”, προκειμένου να αντιμετωπίση την αίρεση του Νεστοριανισμού που υποστήριζε την άποψη ότι στον Χριστό υπάρχει ένωση των δύο φύσεων-υποστάσεων και ότι μια τέτοια ένωση απετέλεσε το ένα πρόσωπο της οικονομίας. Οπότε με αυτήν την έννοια χρησιμοποιείται καταχρηστικώς η εναλλαγή φύσεως και υποστάσεως για να αντιμετωπισθή ο Νεστοριανισμός. Άλλωστε η υπόσταση του Θεού Λόγου έγινε υπόσταση και της ανθρωπίνης φύσεως, αφού η ανθρώπινη φύση στον Χριστό δεν είναι ανυπόστατη ούτε αυθυπόστατη, αλλά είναι ενωμένη με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου και γι’ αυτό και ονομάζεται και ενυπόστατη.
Βέβαια, η εναλλαγή αυτή των όρων φύσεως και υποστάσεως από τον άγιο Κύριλλο σε μερικά χωρία δεν σημαίνει ότι ταυτίζει εννοιολογικά τους όρους φύση και υπόσταση, όπως έκανε ο Σεβήρος, αλλά χρησιμοποιεί τους όρους “καταχρηστικώς”, χωρίς να ταυτίζη την φύση με την υπόσταση ως έννοιες και ως “πράγματα”, αλλά τις θεωρούσε ως υπάρξεις. Μάλιστα υπάρχουν μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες ο άγιος Κύριλλος θεωρούσε ότι άλλο είναι η φύση και άλλο η υπόσταση, όπως επίσης υπάρχουν άλλα χωρία του αγίου Κυρίλλου, στα οποία γίνεται λόγος για δύο φύσεις στον Χριστό και για την καθ’ υπόσταση ένωση των δύο φύσεων. Άλλωστε αυτό φαίνεται από το ότι στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο οι Πατέρες μελέτησαν τα “δώδεκα κεφάλαια” του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας σε σχέση με τον Τόμο του Πάπα Λέοντος και διεπίστωσαν την συμφωνία μεταξύ αυτών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, και προσωπικώς και Συνοδικώς, ερμήνευσαν σωστά την φράση του αγίου Κυρίλλου “μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη”. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει ότι δεν διαπράττουμε σφάλμα με το να λέμε με αυτήν την φράση απόλυτα μία υπόσταση του Θεού Λόγου, αλλά προχωρεί για να πη ότι ο άγιος Κύριλλος με την φράση “μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη” δεν δήλωνε ούτε μόνη την υπόσταση, ούτε το κοινό των υποστάσεων, “αλλά την κοινήν φύσιν εν τη του Λόγου υποστάσει ολικώς θεωρουμένην”, δηλαδή την κοινή φύση της θεότητος την ενθεωρουμένη στην υπόσταση του Λόγου. Δηλαδή, δεν παραμένει στην φράση “μία φύσις”, αλλά επιμένει στην φράση “μία φύσις του Λόγου”, που δηλώνει την ενυπόστατη ουσία. Επίσης, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής θεωρεί ότι με την φράση αυτή ο άγιος Κύριλλος ομολογούσε περιφραστικώς τις δύο φύσεις του Χριστού, ήτοι με την λέξη “φύσις” εννοούσε την θεία φύση και με την λέξη “σεσαρκωμένη” εννοούσε την ανθρώπινη φύση.
Επομένως, η φράση αυτή του αγίου Κυρίλλου χρησιμοποιείται και εναντίον του Νεστοριανισμού, με την έννοια “μία φύσις – υπόστασις του Λόγου σεσαρκωμένη”, για να αποκλεισθούν τα δύο πρόσωπα – υποστάσεις στον Χριστό, και εναντίον του Μονοφυσιτισμού, με την έννοια της ενώσεως της κοινής φύσεως με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, χωρίς να συμβή κράση ή σύγχυση ή φυρμός ή τροπή, αφού όπως γράφει σε επιστολή του προς τον Ιωάννη Αντιοχείας, “μένει γαρ ό εστιν αεί και ουκ ηλλοίωται, ουδ’ αν αλλοιωθείη πώποτε και μεταβολής έσται δεκτική”, και στην Β΄ επιστολή του προς Νεστόριον γράφει: “είς δε εξ αμφοίν Χριστός και Υιός, ουχ ως της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν…”.
Οι Μονοφυσίτες όμως την φράση του αγίου Κυρίλλου “μία φύσις του Λόγου σεσαρκωμένη” την ερμήνευσαν σύμφωνα με την δική τους παράδοση, που ταυτίζει εννοιολογικά την φύση με την υπόσταση, εντελώς διαφορετικά από την παράδοση των Καππαδοκών Πατέρων και του αγίου Κυρίλλου. Έτσι οδηγούνται στην μία φύση και τον Μονοφυσιτισμό. Αυτό το απέκρουε ο άγιος Κύριλλος στα κείμενά του. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μαρτυρεί ότι ο Σεβήρος “ταυτόν οίδεν αλλήλαις, όρω τε και λόγω την φύσιν και την υπόστασιν” και μάλιστα “κακούργως ταυτόν είναι λέγει τη φύσει την υπόστασιν…”, ο δε άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τονίζει ότι “τούτό εστι το ποιούν τοις αιρετικοίς την πλάνην, το ταυτόν λέγειν την φύσιν και την υπόστασιν”.
Το θέμα αυτό θα διασαφηνισθή ακόμη περισσότερο με τα όσα θα γραφούν στην συνέχεια, αλλά πάντως πρέπει να υπογραμμισθή ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή στην ερμηνεία του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας.
 β) “Δύο φύσεις τη θεωρία μόνη”
Η δεύτερη φράση, στην οποία φαίνεται η χριστολογική διαφοροποίηση μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Μονοφυσιτών, είναι η φράση του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας περί του ότι κατανοείται η φυσική διαφορά των δύο φύσεων στον Χριστό “τή θεωρία μόνη”, δηλαδή στον Χριστό υπάρχουν “δύο φύσεις τη θεωρία μόνη”. Ο άγιος Κύριλλος χρησιμοποιούσε την φράση αυτή εναντίον του Νεστορίου που υπεστήριζε την πραγματική διαίρεση των δύο φύσεων. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμήνευσαν αυτήν την φράση με την έννοια ότι στον Χριστό ενώθηκαν οι δύο φύσεις “ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως”, αλλά και των δύο φύσεων –θείας και ανθρωπίνης– υπόσταση είναι ο Λόγος, δηλαδή χρησιμοποιήθηκε για να αποκλεισθή η διαίρεση των δύο φύσεων στον Χριστό. Οπότε μετά την ένωση των δύο φύσεων δεν μπορούν να υφίστανται αυτές οι φύσεις στον Χριστό ως ιδιοϋπόστατες και χωρισμένες φύσεις, δηλαδή δεν υφίστανται χωριστά ως ιδιαίτερες υποστάσεις. Άλλωστε και η προσληφθείσα ανθρώπινη φύση δεν ήταν πριν την πρόσληψη αυθυπόστατη. Έτσι οι δύο φύσεις στον Χριστό, μετά την υποστατική ένωση, δεν υπάρχουν ως ξεχωριστές, ανεξάρτητες μεταξύ τους και αυθυπόστατες, αφού και των δύο φύσεων υπόσταση έγινε ο Λόγος, και με αυτό το σκεπτικό γίνεται λόγος για δύο φύσεις “τη θεωρία μόνη”.
Οι Μονοφυσίτες όμως την φράση αυτή την εννοούν με την άποψη ότι μετά την ένωση των δύο φύσεων δεν μπορούμε να μιλούμε για δύο φύσεις, αφού απετέλεσαν μία φύση, γι’ αυτό με την φράση “τή θεωρία μόνη” πρέπει να θεωρήται ότι δεν υφίσταται η ανθρώπινη φύση μετά την ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό, αλλά μόνον θεωρητικώς και κατ’ επίνοιαν μπορούμε να μιλούμε για δύο φύσεις με ιδιαίτερες ενέργειες.
Επομένως οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν την φράση “δύο φύσεις τη θεωρία μόνη” με την έννοια ότι οι δύο φύσεις στον Χριστό δεν διακρίνονται ανεξάρτητες μεταξύ τους, λόγω της υποστατικής ενώσεως, ούτε είναι ιδιαίτερες υποστάσεις, ενώ οι Μονοφυσίτες την φράση αυτήν την χρησιμοποιούν με την έννοια ότι δεν υφίσταται η ανθρώπινη φύση στον Χριστό, μετά την ένωση.
 γ) “Σύνθετος φύσις”, “σύνθετος υπόστασις”
Η τρίτη φράση στην οποία φαίνεται η διαφορά στην Χριστολογία μεταξύ των Ορθοδόξων και των Μονοφυσιτών είναι οι εκφράσεις “σύνθετος φύσις” και “σύνθετος υπόστασις”.
Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων μπορούμε να μιλούμε, αναφερόμενοι στον Χριστό, για “σύνθετον υπόστασιν”, ότι δηλαδή η υπόσταση του Λόγου είναι η υπόσταση και των δύο φύσεων, ήτοι της θείας και της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό σημαίνει ότι διατηρούνται τα ιδιώματα των δύο φύσεων, αλλά και οι δύο φύσεις ενεργούν στην ενιαία υπόσταση του Λόγου, “μετά της θατέρου κοινωνίας”. Έτσι οι δύο φύσεις (θεία και ανθρώπινη) είναι ενωμένες μεταξύ τους στην μία σύνθετη υπόσταση.
Οι μονοφυσίτες δεν παραδέχονται τον όρο “σύνθετος υπόστασις” και κάνουν λόγο για “σύνθετον φύσιν”, ότι δηλαδή μετά την ένωση των δύο φύσεων αποτελέσθηκε μία φύση. Αυτό δεν μπορεί να γίνη παραδεκτό από ορθοδόξου πλευράς, γιατί όπως υποστήριξαν οι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδίως ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο όρος σύνθετος φύση σημαίνει ότι χάνουν τα ιδιώματα οι δύο φύσεις που ενώνονται, γιατί αποτελούν μία τρίτη ενιαία φύση, οπότε ο Χριστός δεν θα ήταν ούτε ομοούσιος με τον Πατέρα, ούτε ομοούσιος με την Μητέρα. Για παράδειγμα, εάν ενώσουμε μερικά είδη, ήτοι το νερό, το αλάτι, το λάδι κλπ. γίνεται μια καινούρια φύση. Γι’ αυτό “αδύνατόν εστιν εκ δύο φύσεων μίαν φύσιν σύνθετον γενέσθαι”.
 δ) “Εκ δύο φύσεων”, “εν δύο φύσεσιν”
Το τέταρτο σημείο που διαφοροποιεί την χριστολογία των Ορθοδόξων και των Μονοφυσιτών είναι οι φράσεις “εκ δύο φύσεων” και “εν δύο φύσεσιν”.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως το διατύπωσαν και συνοδικώς, εκφράζουν την αλήθεια ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις που ενώθηκαν στην υπόσταση του Λόγου, ότι η ένωση έγινε “εκ δύο φύσεων” , αλλά συγχρόνως ο Χριστός ενεργεί “εν δύο φύσεσιν”, αφού δεν καταργούνται ούτε συμφύρονται τα ιδιώματα κάθε φύσεως μετά την ένωση. Και ακόμη κάθε φύση ενεργεί στην υπόσταση του Λόγου “μετά της θατέρου κοινωνίας”.
Οι Μονοφυσίτες δεν μπορούν να αποδεχθούν αυτήν την ορθόδοξη διδασκαλία και πιστεύουν ότι καίτοι ο Χριστός αποτελέσθηκε από δύο φύσεις –θεία και ανθρώπινη– εν τούτοις μετά την ένωση υπάρχει μία φύση στον Χριστό. Αυτό ανατρέπει ολόκληρο το Χριστολογικό δόγμα. Η άποψη μερικών Μονοφυσιτών ότι, παρά την ενιαία φύση, δεν αναιρείται η ανθρώπινη φύση μετά την ένωση, δεν μπορεί να γίνη αποδεκτή, διότι οδηγεί κατ’ ευθείαν στον Νεστοριανισμό.
Σε αυτές τις βασικές τέσσερεις φράσεις φαίνεται η διαφορά της Χριστολογίας μεταξύ Ορθόδοξης Εκκλησίας και Μονοφυσιτών. Επειδή οι Μονοφυσίτες δεν μπορούν να παρακάμψουν τις ερμηνείες στις φράσεις αυτές –κλειδιά- γι’ αυτό και δεν επιτυγχάνεται η ένωση μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και Μονοφυσιτών και γι’ αυτό δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για το ότι συμφώνησαν οι Ορθόδοξοι με τους Μονοφυσίτες, κατά τον διάλογο, πάνω στο Χριστολογικό δόγμα.
Βέβαια κάποιος που διαβάζει τέτοια κείμενα που αναλύουν τα δόγματα της Εκκλησίας μπορεί να θεωρήση ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας φιλοσοφούσαν, όπως έκαναν και οι θεολόγοι των Μονοφυσιτών και γι’ αυτό πρέπει να παρακάμπονται αυτές οι φιλοσοφικές αναλύσεις για να αποκτήσουμε κοινωνία μεταξύ μας.
Η άποψη αυτή δεν ευσταθεί. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, όταν οριοθέτησαν το ορθόδοξο δόγμα, και στην προκειμένη περίπτωση το Χριστολογικό, δεν το έκαναν για να αναπτύξουν την φιλοσοφία. Εκτός από την αποδοχή της μαρτυρίας των Προφητών και των Αποστόλων είχαν και δική τους αποκαλυπτική πείρα. Με την αποκαλυπτική εμπειρία, κατά την θεοπτία των τριών Φώτων της Αγίας Τριάδος, είχαν εμπειρία ότι το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ενηνθρώπησε και επομένως και αυτή η τεθεωθείσα ανθρώπινη φύση στον Χριστό έγινε πηγή της ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού. Έβλεπαν το ένα Φώς που ήταν πηγή των άλλων Τριών Φώτων και ήταν άσαρκο (Πατέρας), έβλεπαν ένα άλλο Φώς, που προερχόταν από το Πρώτο, αλλά ήταν σεσαρκωμένο (Χριστός) και έβλεπαν ένα άλλο Φώς που προερχόταν από το Πρώτο, αλλά δεν ήταν σεσαρκωμένο (Άγιον Πνεύμα).
Έπειτα, όταν κοινωνούσαν του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, κατά την θεία Ευχαριστία, ευρισκόμενοι οι ίδιοι σε κατάσταση εμπειρίας, αισθάνονταν πνευματικά το τεθεωμένο Σώμα του Χριστού δια του οποίου ενεργούσε η άκτιστος ενέργεια του Θεού, οπότε αντιλαμβάνονταν ότι δεν ήταν ένας κοινός άρτος, αφού αλλοίωνε και μεταμόρφωνε την όλη ύπαρξή τους.
Το ίδιο αισθάνονταν, όταν πρόφεραν με κατάνυξη το όνομα του Χριστού, του ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού.
Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις (θεοπτία, θεία Κοινωνία, νοερά προσευχή) βίωναν ενυπόστατο άκτιστο φως και ενυπόστατη θεία ενέργεια, γι’ αυτό και είχαν προσωπική πείρα του Τριαδικού Θεού και της ενεργείας Του.
Αυτήν την εμπειρία που είχαν οι άγιοι Πατέρες, την εξέφρασαν με τους όρους που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη για να ανατρέψουν τις αιρέσεις των στοχαστών θεολόγων που δεν είχαν προσωπική αποκαλυπτική εμπειρία. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ των αγίων Πατέρων και των αιρετικών.
Τα θέματα αυτά που παρουσίασα με συνοπτικό και απλό τρόπο είναι σοβαρά και βεβαίως απαιτείται μελέτη σε βάθος. Υπάρχουν τρία βασικά κείμενα τα οποία χρήζουν βαθυτέρας μελέτης από όσους ενδιαφέρονται περισσότερο. Το ένα είναι τα “δώδεκα κεφάλαια” του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, που ευρίσκονται στην Γ΄ επιστολή του αγίου αυτού Πατρός προς τον Νεστόριο, το δεύτερο είναι οι “διαλλαγές” του Ιωάννου που ανευρίσκονται στην επιστολή του αγίου Κυρίλλου προς τον Ιωάννη Αντιοχείας, και το τρίτο είναι ο “Τόμος” του Πάπα Ρώμης Λέοντος. Υπάρχει μια θεολογική ενότητα μεταξύ των τριών αυτών κειμένων, δηλαδή το ένα δεν αναιρεί τα άλλα, αφού και τα τρία αυτά κείμενα εγράφησαν με διαφορετική αφορμή. Το γεγονός είναι ότι και τα τρία αυτά κείμενα συνδέονται στενά με τον όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου και τους όρους των μετέπειτα Συνόδων ήτοι της Ε΄ και της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου.
Το συμπέρασμα είναι ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί από ορθοδόξου πλευράς ότι επετεύχθη συμφωνία μεταξύ Ορθοδόξων και Αντιχαλκηδονίων στην Χριστολογία, και ότι η διαφωνία υπάρχει μόνον ως προς την αναγνώριση των Οικουμενικών Συνόδων. Κάτι τέτοιο είναι αντιφατικό. Πώς επήλθε συμφωνία στο Χριστολογικό δόγμα, όταν δεν γίνονται αποδεκτές οι Οικουμενικές Σύνοδοι που το καθόρισαν;
Επίσης, ο ορθότερος χαρακτηρισμός των ανθρώπων αυτών δεν είναι απλώς Αντιχαλκηδόνιοι ή Προχαλκηδόνιοι, αλλά Μονοφυσίτες, αφού δέχονται την άποψη ότι ο Χριστός αποτελέσθηκε “εκ δύο φύσεων”, αλλά δεν παραδέχονται συγχρόνως και την ορθόδοξη διδασκαλία ότι ο Χριστός ενεργεί και “εν δύο φύσεσιν” “εν μια υποστάσει”.

 

 

 

ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ ΚΑΙ ΚΟΛΑΣΗ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός

 

Η εμπειρία του παραδείσου ή της κολάσεως είναι υπέρ λόγον και αίσθησιν.

Είναι άκτιστη πραγματικότητα και όχι κτιστή.

Οι Φράγκοι έπλασαν τον μύθο, ότι και ο παράδεισος και η κόλαση είναι κτιστές πραγματικότητες.

Μύθος είναι, ότι οι κολαζόμενοι δεν θα βλέπουν τον Θεό, ως και ο λόγος περί απουσίας του Θεού.

Οι Φράγκοι επίσης εξέλαβαν το πυρ της κολάσεως ως κτιστό (π.χ. ο Δάντης).

Η ορθόδοξη παράδοση μένει πιστή στη Γραφή, ότι και οι κολασμένοι θα βλέπουν τον Θεό (π.χ. ο πλούσιος της παραβολής), αλλά ως «πυρ καταναλίσκον».

Οι Φράγκοι σχολαστικοί δέχθηκαν την κόλαση ως τιμωρία και στέρηση της λογικής ενοράσεως της θείας ουσίας.

Βιβλικά όμως και πατερικά κόλαση είναι η αποτυχία του ανθρώπου και η άρνησή του να συνεργασθεί με τη Θεία Χάρη, για να φθάσει στη «φωτιστική» θέα του Θεού (παράδεισος) και στην ανιδιοτελή αγάπη (πρβλ. Α’ Κορ. 13.8: «ου ζητεί τα εαυτής»).

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Τι σημαίνει η κάθαρση στην Εκκλησία

Όχι στον νοσηρό Νομικισμό και τον άρρωστο Πουριτανισμό

H όλη συζήτηση για την κάθαρση νομίζω δείχνει ένα «αιρετικό» πνεύμα που εισέρχεται μέσα στον εκκλησιαστικό χώρο, ένα πνεύμα που διακρίνεται από έναν νοσηρό νομικισμό, αλλά και έναν άρρωστο πουριτανισμό.

Τού Επισκόπου Ναυπάκτου Ιεροθέου

Ο λόγος περί καθάρσεως και καθαρότητος που ενέσκηψε τον τελευταίο καιρό μπορεί να βοηθήση την Εκκλησία μας, και πιστεύω ότι κάτι καλό θα προέλθη από αυτό το γεγονός, αλλά μπορεί να οδηγήση και στη διαστρέβλωση της πνευματικότητός της, δηλαδή μπορεί να οδηγήση σε μια πουριτανική αντίληψη περί της εκκλησιαστικής ζωής. Γι’ αυτό και χρειάζεται πάντοτε, και στις ημέρες μας, να ακούγεται ο θεολογικός λόγος της Εκκλησίας και για το θέμα αυτό.
H κοινωνία, όπως λένε πολλοί, θέλει την κάθαρση στην «Εκκλησία», την οποία, όπως ισχυρίζονται, δεν βλέπουν να γίνεται, καίτοι λειτουργεί η εκκλησιαστική δικαιοσύνη. Ομως αυτό εν πολλοίς συνιστά αφ’ ενός μεν άγνοια της Ορθοδόξου Παραδόσεως, αφ’ ετέρου δε παραπλάνηση της εκκλησιαστικής ζωής. Θα τονισθούν στη συνέχεια τρία σημεία για να υποστηριχθή η άποψη αυτή.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ποια αμαρτήματα δεν μας εμποδίζουν από την Θεία Κοινωνία;

Σχετική εικόνα
Οι Άγιοι Μακάριος Κορίνθου καὶ Νικόδημος Ἁγιορείτης, οἱ γνωστοὶ αὐτοὶ ὑπέρμαχοι τῆς Συνεχοῦς Μετα­λήψεως τῶν Ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων, στὸ περίφημο σχετικὸ βι­βλίο τους ἀντιμετωπίζουν τὴν ἔνστασι καὶ ἀπορία τῶν καλοπροαιρέτων κατὰ τὰ ἄλλα ἐκείνων Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται καὶ λέγουν γιὰ ὅσους μεταλαμβάνουν συχνά: «Τάχα καὶ αὐτοὶ ὡς ἄνθρωποι δὲν ἐνοχλοῦνται ἀπὸ τὰ πάθη γαστριμαργίαν, κενοδοξίαν, γέλωτα, ἀργολογίαν καὶ ὅσα ὅμοια; Πῶς λοιπὸν θέλουν νὰ κοινωνοῦν συχνά;» (Ἔνστασις Η΄). Οἱ Ἅγιοι ἀπαντοῦν στὴν ἔνστασι αὐτή, ἐπικαλούμενοι ἕνα θαυμά­σιο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου Ἀντιοχείας, τὸ ὁποῖο παραθέτουν πρῶτα αὐτούσιο καὶ κατόπιν ἁπλο­ποιημένο γλωσσικῶς. Ἄς προσέξουμε ἰδιαιτέρως τὴν γνώμη αὐτὴ τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου, ἡ ὁποία ἐκφράζει μὲ συντομία μία βαθειὰ πτυχὴ τῆς Ὀρθοδόξου Πνευματικότητος· διάκρισις τῶν ἁμαρτημάτων σὲ «εὐσυγχώρητα» καὶ «βαρέα», ὕπαρξις «διαφόρων θυσιῶν», ποὺ μᾶς «προ­καθαίρουν» γιὰ νὰ προσέλθουμε στὰ Ἱερὰ Μυστήρια καὶ βίωσις τῆς Συνεχοῦς Μετανοίας, ὡς ἀπαραιτήτου προϋποθέ­σεως τῆς Συνεχοῦς Μεταλήψεως. Ἄς ἐντρυφήσουμε ὅμως στὸ εὐλο­γημένο κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἀναστασίου.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Πώς θα αλλάξουν τα αναστημένα σώματα την Δευτέρα Παρουσία;

Μαρτυρία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
στόν οποίον ο Θεός αποκάλυψε πώς θα αλλάξουν τα υλικά σώματα,
 και θα αφθαρτοποιηθούν κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Ιησού Χριστού.
Μια μέρα, καθώς προσευχόταν (ο Αγιος Συμεών) με καθαρότητα και συνομιλούσε με τον Θεό, είδε πως ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελί του, νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο. Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει.
Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα- ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!-, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα.
Τον συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με τον νου του το φως εκείνο που του εμφανιζόταν.
Αυτό μεγάλωνε λίγο –λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από ταγήινα
Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του.
Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του.
Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του.
Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχωρούσε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως.
Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και την μορφής του σώματος και σταμάτησε κα κλαίει.
Τότε ακούει μια φωνή από το φως να του λέει: «Κατά τον ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα της έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει και ο απόστολος Παύλος».
Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτήν την κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό και κατανοώντας τη δόξα που τον περιέβαλλε και την αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στου Αγίους, άρχισε να σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του:
«Άραγε θα ξαναγυρίσω πάλι στην προηγούμενη κατάσταση του σώματος μου ή θα ζήσω έτσι συνέχεια;»
Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε να περιφέρει το σώμα του σαν σκιά ή σαν πνεύμα.
Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φως χωρίς μορφή, χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μεν σώμα του το αισθανόταν ότι υπάρχει, πλην όμως χωρίς υλικές διαστάσεις και σαν πνευματικό.
Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος.
Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι:«Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό».
Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φως κι ευχαρίστησε τον Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας και της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στον εαυτό του και βρέθηκε ξανά μες στο κελί του στην προηγούμενη ανθρώπινη φυσική κατάσταση.
Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τους οποίους είχε θάρρος και φανέρωνε τα μυστικά του, ότι:
«για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή την ελαφρότητα του σώματος χωρίς να καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα».
Επειδή, λοιπόν, με αυτά ενωνόταν μόνο με το Πνεύμα κι ήταν γεμάτος από τα θεϊκά χαρίσματά Του- και φυσικά είχε καθαρίσει και ο ίδιος πλήρως το νου του-, έβλεπε οπτασίες και φρικτές αποκαλύψεις του Κυρίου όπως παλαιά οι Προφήτες.
Έτσι, έχοντας αποστολική διάνοια, επειδή την ύπαρξή του κατηύθυνε και κινούσε το θείο Πνεύμα, είχε και το χάρισμα του λόγου που έβγαινε από τα χείλη του και, ενώ ήταν όπως κι εκείνοι αγράμματος, θεολόγησε και με τα θεόπνευστα συγγράμματα του διδάσκει τους πιστούς την ακρίβεια της ευσεβούς ζωής.
Έχοντας ανέλθει σ’ ένα τέτοιο πνευματικό επίπεδο, αρχίζει να συγγράφει ασκητικούς λόγους κατά κεφάλαια για τις διάφορες αρετές και τα πάθη που αντίκεινται σ’ αυτές.
Από όσα αυτός έμαθε από την προσωπική του ασκητική ζωή και τη θεία γνώση που του δόθηκε, και περιγράφει με ακρίβεια τη μοναχική ζωή για όσους την ασκούν και έτσι γίνεται για τον ισραηλιτικό λαό των μοναχών ποταμός Θεού γεμάτος πνευματικά νερά.
Από το βιβλίο: «Άγιος Συμεών Ο Νέος Θεολόγος», ο βίος του Αγίου, από τον Νικήτα Στηθάτο, κριτική έκδοση του Αρχιμ Συμεών Κούτσα, Εκδόσεις ΑΚΡΙΤΑΣ, σελ. 189-193.
Πώς θα αλλάξουν τα αναστημένα σώματα την Δευτέρα Παρουσία
Μαρτυρία Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου

 

 

Ἡ Ἕβδομη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ τὸ σήμερα

Ὁμιλία τοῦ π. Γεωργίου Μεταλληνου πού ἐκφωνήθηκε στὸν Ἱερὸ Ναὸ Ἁγίου Ἀντίπα Ὀδοντιατρικῆς Σχολῆς Ἀθηνῶν τὴν Πέμπτη 14 Ὀκτωβρίου 2017 μὲ θέμα οἱ Ἅγιοι Πατέρες τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ τὸ σήμερα!

πηγή
 

ΠΟΣΑ ΤΑ ΕΙΔΗ ΤΩΝ ΑΙΡΕΣΕΩΝ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΩΣ

Φωτογραφία της Ludmilla Simone. 

+Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος
Αἱρετικὸς δὲ εἶνε, ἐφ᾿ ὅσον κηρύσσει αἱρετικὰ φρονήματα, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἔχῃ οὐδεμίαν κοινωνίαν μετ᾿ ἄλλων αἱρετικῶν.
Ἀλλ᾿ οἱ αἱρετικοὶ εἶνε δύο εἰδῶν: Ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἡ Ἐκκλησία ἐδίκασε καὶ κατεδίκασε καὶ ἀπέκοψεν ἐκ τοῦ Σώματος αὐτῆς, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὔτε κατεδικάσθησαν ἀκόμη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἐξῆλθον αὐτοβούλως ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ διατελοῦν ἀκόμη ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Μία τοιαύτη περίπτωσις εἶνε ἡ περίπτωσις τοῦ Πατριάρχου. Ὁ Πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔχει κηρύξει αἱρετικὰ φρονήματα. Οὔτε κατεδικάσθη ὅμως εἰσέτι ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας οὔτε ἀπεκήρυξεν αὐτὸς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἐξῆλθεν ἐξ αὐτῆς. Παραμένει καὶ ἐνεργεῖ ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Συνεπῶς εἶνε ἀκόμη ἀγωγὸς Χάριτος. Τελεῖ Μυστήρια. Ἡμεῖς τί νὰ πράξωμεν:
α΄) Νὰ προσευχώμεθα ὑπὲρ ἀνανήψεως καὶ μετανοίας αὐτοῦ.
β΄) Νὰ διαμαρτυρώμεθα κατ᾿ αὐτοῦ καὶ νὰ ἀγωνιζώμεθα.
Ἂν δὲ ἡ συνείδησίς τινος δὲν ἀνέχηται νὰ μνημονεύῃ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα, προβαίνων ἔτι περαιτέρω, νὰ παύσῃ τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ, συμφώνως τῷ ΙΕ΄ Κανόνι τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τοῦτο ὅμως εἶνε τὸ ἔσχατον βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προχωρήσῃ, ἂν θέλῃ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς σχίσματα καὶ εἰς ἀνταρσίας. Παύων δηλαδὴ τὸ μνημόσυνον, δὲν θὰ μνημονεύῃ ἑτέρου Ἐπισκόπου (ἐκτὸς ἂν πιστεύῃ ὅτι ὅλη ἡ Ἐκκλησία ἡμῶν ἔπεσεν εἰς αἵρεσιν!), ἀλλὰ θὰ ἀναμένῃ, ὡς προέγραψα, ἐν τῇ «Ἐπιστολιμαία Διατριβῇ» μου, μετ᾿ ἠρέμου συνειδήσεως τὴν κρίσιν τῆς Συνόδου.
Ἕτερον πρόβλημα: Οἱ παύοντες τὸ μνημόσυνον πῶς θὰ φέρωνται πρὸς τοὺς κοινωνοῦντας μετὰ τοῦ Πατριάρχου;
Οἱ κοινωνοῦντες μετὰ τοῦ Πατριάρχου εἶνε δύο κατηγοριῶν: α΄) Οἱ ὁμόφρονες αὐτῷ (ὡς ὁ Ἀμερικῆς Ἰάκωβος, ὁ Χαλκηδόνος Μελίτων κ.λπ.) καὶ β΄) οἱ μὴ συμφωνοῦντες αὐτῷ (ὡς πάντες σχεδὸν οἱ Ἀρχιερεῖς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος). Ἔναντι τῶν πρώτων θὰ φέρωνται ὅπως καὶ ἔναντι τοῦ Πατριάρχου. Ἔναντι ὅμως τῶν δευτέρων, ἔστω καὶ ἂν οὗτοι κοινωνοῦν μετὰ τοῦ Πατριάρχου ἢ τῶν ἄλλων, δὲν δύνανται νὰ φέρωνται ὁμοίως. Δὲν δύνανται δηλαδὴ νὰ φθάσουν μέχρι παύσεως τοῦ μνημοσύνου αὐτῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται, κατὰ τοὺς Ἱεροὺς Κανόνας, ἀποφυγὴ τῆς μετ᾿ αὐτῶν κοινωνίας. Οἱ Ἱεροὶ Κανόνες παρέχουν δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου τοῦ αἱρετικὰς διδασκαλίας κηρύσσοντος Ἐπισκόπου ἢ Πατριάρχου. Δὲν παρέχουν ὅμως δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, Ὀρθόδοξοι ὄντες, ἀνέχονται αὐτόν.
Μεγάλη προσοχὴ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο! Ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν μεταξὺ τῶν δύο καταστάσεων: Ἄλλο ὁ κηρύσσων αἱρετικὰ φρονήματα καὶ ἄλλο ὁ Ὀρθοδόξως φρονῶν καὶ διδάσκων, ἀλλά, κατ᾿ οἰκονομίαν, ἀνεχόμενος τὸν πρῶτον καὶ κοινωνῶν μετ᾿ αὐτοῦ. Ἐπίσης: Ἄλλο ὁ κηρύσσων μὲν αἱρετικὰ φρονήματα, ἀλλὰ μὴ ἐξελθὼν ἐκ τῆς Ἐκκλησίας, μηδὲ ἀποκοπεὶς ὑπ᾿ αὐτῆς, καὶ ἄλλο ὁ ἐξελθὼν αὐτοβούλως ἐκ τῆς Ἐκκλησίας (καὶ ἱδρύσας ἰδίαν » Ἐκκλησίαν» ἢ προσχωρήσας εἰς ἑτέραν τοιαύτην, αἱρετικὴν ἢ σχισματικήν), ἢ ἀποκοπεὶς ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, κατόπιν δίκης καὶ καταδίκης. Μετὰ τοῦ δευτέρου πᾶς Ὀρθόδοξος ὀφείλει να μὴ ἔχῃ οὐδεμίαν κοινωνίαν. Ἡ μετὰ τοῦ πρώτου ὅμως κοινωνία (μέχρι τῆς καταδίκης αὐτοῦ) ἀφίεται ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων εἰς τὴν ἐλευθέραν κρίσιν ἑκάστου Ὀρθοδόξου πιστοῦ. Ἔχομεν δηλαδὴ δικαίωμα, παρεχόμενον ὑπὸ τῶν Ἱερῶν Κανόνων, νὰ παύσωμεν τὸ μνημόσυνον αὐτοῦ, δὲν εἴμεθα ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ πράξωμεν οὕτω. Κατ᾿ ἀκολουθίαν, ἄν τις, χρησιμοποιῶν τὸ δικαίωμα αὐτοῦ, παύσῃ τὸ μνημόσυνον, καλῶς ποιεῖ καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλέγχηται ὑπὸ τῶν ἄλλων. Ἂν ἕτερος, σταθμίζων διαφόρους παράγοντας, κρίνῃ ὅτι δὲν πρέπει να χρησιμοποιήσῃ τὸ κανονικὸν δικαίωμα αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀναμένῃ τὴν «Συνοδικὴν Διάγνωσιν», δὲν εἶνε ἀξιόμεμπτος, οὔτε, πολλῷ μᾶλλον, ἄξιος ἀκοινωνησίας! Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ δύναται τις νὰ ἐφαρμόσῃ, προσηρμοσμένους πως, τοὺς λόγους τοῦ Παύλου: » Ὃ μνημονεύων τὸν μὴ μνημονεύοντα μὴ ἐξουθενείτω καὶ ὁ μὴ μνημονεύων τὸν μνημονεύοντα μὴ κρινέτω» (βλ. Ῥωμαίους ΙΔ΄ 3).
Τότε, θὰ εἴπῃς, ποῖον τὸ κέρδος ἡμῶν ἐκ τῆς ἀποφυγῆς τοῦ μνημοσύνου τοῦ Πατριάρχου, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν κοινωνίαν μετὰ τοῦ Ἐπισκόπου Δρυϊνουπόλεως π.χ., ὁ ὁποῖος μνημονεύει τοῦ Πατριάρχου; Δὲν μολυνόμεθα οὕτω, κοινωνοῦντες ἐμμέσως τῷ κηρύσσοντι αἱρετικὰ φρονήματα;
Ἀλλ᾿ ἡ διακοπὴ τοῦ μνημοσύνου, «πρὸ Συνοδικῆς διαγνώσεως» καὶ καταδίκης, δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἀποφυγῆς μολυσμοῦ ἐκ τῆς κηρυττομένης αἱρέσεως! Ὄχι, ἀδελφέ μου! Ἂν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, τότε οἱ Κανόνες δὲν θὰ παρεῖχον ἁπλῶς δικαίωμα παύσεως μνημοσύνου δι᾿ αἵρεσιν «πρὸ Συνοδικῆς διαγνώσεως», ἀλλὰ θὰ ἐθέσπιζον ῥητὴν καὶ σαφῆ ὑποχρέωσιν μετ᾿ ἀπειλῆς βαρυτάτων ποινῶν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει.
Ἡ διακοπὴ μνημοσύνου δι᾿ αἵρεσιν «πρὸ Συνοδικῆς διαγνώσεως» ἔχει ἄλλην ἔννοιαν. Ἀποτελεῖ ἔντονον, ἀλλὰ καὶ ἐσχάτην διαμαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδόξου συνειδήσεως, παρέχει μίαν διέξοδον διὰ τοὺς σκανδαλιζομένους, ἅμα δὲ καὶ σκοπεῖ εἰς τὴν δημιουργίαν ἀναταραχῆς, ὥστε ἡ Ἐκκλησία νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως.
Δὲν ὑπάρχει κίνδυνος νά … μολυνθῶμεν, οὔτε μνημονεύοντες τοῦ Πατριάρχου (ἐφ᾿ ὅσον ἀκόμη δὲν κατεδικάσθη), οὔτε, πολλῷ μᾶλλον, δεχόμενοι εἰς κοινωνίαν τοὺς μνημονεύοντας αὐτοῦ. Τὰ ἀντιθέτως λεγόμενα εἶνε ἀνόητοι «ζηλωτισμοί».
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων δὲν ἐμολύνθη καίτοι ἔλαβε χειροτονίαν Ἐπισκοπικὴν παρὰ τοῦ Μητροπολίτου Καισαρείας Ἀκακίου, ὁ ὁποῖος ἦτο μὲν δεδηλωμένος ἀρειανὸς (καὶ μάλιστα ἀρχηγὸς μιᾶς μερίδος τῶν ἀρειανῶν), ἀλλ᾿ ἀκόμη διετέλει καὶ ἐνήργει ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Ἅγιος Ἀνατόλιος ἐχειροτονήθη καὶ αὐτὸς Ἐπίσκοπος (καὶ μάλιστα Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως) παρὰ τοῦ Πατριάρχου Ἀλεξανδρείας Διοσκόρου, ὁ ὁποῖος ἦτο μὲν μονοφυσίτης καὶ μέγας προστάτης τοῦ αἱρεσιάρχου Εὐτυχοῦς, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἀκόμη καταδικασθῆ ὑπὸ τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἂν λοιπὸν δὲν μολύνῃ οὐδ᾿ αὐτὴ ἡ χειροτονία παρ᾿ Ἐπισκόπων, κηρυσσόντων μὲν αἱρετικὰ φρονήματα, ἀλλὰ μήπω Συνοδικῶς καταδικασθέντων, παραμενόντων δ᾿ ἀκόμη ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας, πολλῷ μᾶλλον δὲν μολύνει τὸ μνημόσυνον αὐτῶν καὶ πολὺ περισσότερον δὲν μολύνει ἡ κοινωνία μετὰ προσώπων ἀνεχομένων οἰκονομικῶς αὐτοὺς καὶ διατηρούντων τὸ μνημόσυνον αὐτῶν.
Οἱ Παλαιοημερολογῖται, «μὴ νοοῦντες μήτε ἃ λέγουσι μήτε περὶ τίνων διαβεβαιοῦνται», ἰσχυρίζονται τὰ ὅλως ἀντίθετα. ( Ὅρα καὶ βιβλίον Θεοδωρήτου Μαύρου.) Ἀλλὰ τότε καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι εἶνε μεμολυσμένοι. Διατί; Διότι, ὡς προεῖπον, καὶ αὐτοί, παρὰ τὰς θεωρητικὰς διακηρύξεις αὐτῶν, ἢ μᾶλλον, ἐν κραυγαλέᾳ καὶ τραγικῇ ἀντιθέσει πρὸς αὐτάς, δέχονται ἐν τῇ πράξει εἰς κοινωνίαν (συμπροσευχὴν καὶ παροχὴν Μυστηρίων) πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἤτις ἔχει κοινωνίαν μετὰ τοῦ Πατριάρχου! Ὁπότε;;;
Ἂν ἤθελον νὰ εἶνε συνεπεῖς, ἔπρεπε νὰ μὴ δέχωνται οὔτε ἕν (ἀρ. 1) μέλος τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐκκλησιασθῇ (ἤ, πολλῷ μᾶλλον, νὰ ἐξομολογηθῇ ἢ νὰ κοινωνήσῃ) παρ᾿ αὐτοῖς, ἂν προηγουμένως δὲν ἐδήλου τοῦτο ὅτι ἀποχωρεῖ ἐκ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ προσχωρεῖ ἐν μετανοίᾳ εἰς αὐτούς. Αὐτοὶ ὅμως, ἀδεῶς καὶ ἀδιστάκτως, συνεκκλησιάζονται, συμπροσεύχονται καὶ συμμετέχουν Μυστηρίων μετὰ πλήθους Νεοημερολογιτῶν ἐν τοῖς Παλαιοημερολογιτικοῖς Ναοῖς καὶ μάλιστα τοῖς τοιούτοις ἐνίων Ἡσυχαστηρίων.
Εἶνε αὐτὰ πράγματα ἠθικῆς συνεπείας; Εἶνε πράγματα ἠθικῶς ἐπιτετραμμένα; Εἶνε πράγματα κανονικῶς δεκτά; Εἶνε, ἐπὶ τέλους, πράγματα τίμια; Θὰ εἴπουν ἴσως, ὅτι πράττουν τοῦτο κατ᾿ οἰκονομίαν. Ἀλλὰ τότε διατί νὰ δημιουργῶμεν σχίσματα καὶ διαιρέσεις καὶ κατατμήσεις καὶ πληγὰς εἰς τὸ Σῶμα τῆς Ἐκκλησίας; Ἂν πρόκειται, μεταβαίνων τις εἰς τοὺς Παλιαοημερολογίτας, νὰ συμπροσεύχηται καὶ πάλιν μετὰ τῶν κοινωνούντων τῷ Πατριάρχῃ, διατί νὰ μὴ μείνῃ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ τῆς Ἑλλάδος, ἀνεχόμενος, κατ᾿ οἰκονομίαν, καὶ τὸν Πατριάρχην καὶ τοὺς ὁμόφρονας αὐτῷ; Οὕτω μάλιστα θὰ ἀνέχηται οἰκονομικῶς μίαν αἵρεσιν: Τὸν Οἰκουμενισμόν. Ἐνῷ, μεταβαίνων εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας, θὰ ἀνέχηται δύο. Τὸν Οἰκουμενισμὸν (ἐφ᾿ ὅσον οἱ Παλαιοημερολογῖται συμπροσεύχονται μετὰ Νεοημερολογιτῶν, κοινωνούντων τῷ οἰκουμενιστῇ Πατριάρχῃ,) καὶ τὸν Ἑλληνικὸν Παλαιοημερολογιτισμόν, κηρύσσοντα τὴν αἵρεσιν ὅτι τὰ ἡμερολόγια καὶ τὰ ἑορτολόγια εἶνε ὅροι σωτηρίας!…
Λέγω » Ἑλληνικὸν Παλαιοημερολογιτισμόν», διότι δὲν προτίθεμαι νὰ καταδικάσω αὐτὸ τοῦτο τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ὅπερ ἀκολουθοῦν τόσαι Ὀρθόδοξοι Ἐκκλησίαι, ἀλλὰ τὰς αἱρετικὰς ὑπερβολὰς εἰς τὰς ὁποίας ἀφρόνως κατήντησαν οἱ Ἕλληνες Παλαιοημερολογῖται. Δι᾿ αὐτὸ δέ, πλὴν ἄλλων λόγων, φοβοῦμαι καὶ τρέμω διὰ τὰς ἀνταρσίας καὶ τὰ σχίσματα. Ὁ κλῆρος τῶν περισσοτέρων αὐτὸς εἶνε: Τελικῶς καταντοῦν εἰς ὑποστήριξιν θέσεων αὐτόχρημα αἱρετικῶν!
Διπλοῦς ὁ κίνδυνος τῆς Ἐκκλησίας: Ἔνθεν ὁ σατανοκίνητος Οἰκουμενισμὸς καὶ ἐκεῖθεν ὁ ψυχώλεθρος Φανατιμσός, ὁ ὁδηγῶν τελικῶς εἰς φρικαλέας βλασφημίας καὶ αἱρέσεις καὶ ἐπισκοτίζων τὴν ἀλήθειαν. Φοβηθῶμεν ἀμφότερα καὶ ἀμφότερα φύγωμεν. Οὐκ ἐκκλινοῦμεν οὔτε δεξιὰ οὔτε ἀριστερά. Μέσῃ καὶ βασιλικῇ ὁδῷ πορευσόμεθα. Αὕτη δ᾿ ἔστιν ἡ τῆς ἀκηράτου Ὀρθοδοξίας ὁδός, ἤτις καὶ ἀκριβείας φύλαξιν οἶδε καὶ οἰκονομίας ἐπίδειξιν οὐκ ἀγνοεῖ.

(Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος,
«Τὰ Δύο Ἄκρα – Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός»,
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008,
σ. 114-118)

 

 

῾Αγίου Μακαρίου: Λόγος πρὸς μετάνοιαν τῶν ἀρσενοκοιτῶν

ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ

ΤΟΥ ΠΑΤΜΙΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΝ

ΤΩΝ ΑΡΣΕΝΟΚΟΙΤΩΝ

  Αποτέλεσμα εικόνας για μετανοια

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΕΤΑΙ

ΕΚ ΤΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ ΟΜΙΛΙΩΝ ΤΟΥ

ΥΠΟ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΑΛΠΙΓΞ»

ΕΚ ΤΗΣ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1867

Τίς Μακάριος οὗτος οὗ κλέος μέγα;

᾿Εν ὀρθοδόξοις καὶ σοφοῖς νήσου Πάτμου

῝Ος τήν δε βίβλον εὐφυῶς τάξεν φίλε;

Πάτμιος ἀνήρ· εὖγε τῆς εὐφυΐας.

Πρόλογος

 

῾Ο ἱεροδιάκονος Μακάριος Καλογερᾶς ὑπῆρξε γέννημα καὶ θρέμμα τῆς ἱερᾶς νήσου Πάτμου, στὴν ὁποία γεννήθηκε γύρω στὸ 1685 καὶ πέθανε τὸ 1737. Πληροφορίες γιὰ τὴν ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του ἀντλοῦμε κυρίως ἀπὸ τὸν μαθητή του καὶ ἐκδότη ὡρισμένων ἔργων του ᾿Εφραὶμ τὸν ἐξ ᾿Αθηνῶν, ἀπὸ τὸν Δημήτριο Προκοπίου, λόγιο μοναχὸ καὶ ἰατρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ἀπὸ ἀναφορὲς τοῦ νεωτέρου βυζαντινολόγου Νικολάου Βέη.

῾Ο Μακάριος σπούδασε στὴν Κωνσταντινούπολι, ὅπου ἔλαβε εὐρύτατη μόρφωσι τόσο στὴν θεία ὅσο καὶ στὴν κατὰ κόσμο σοφία, καὶ ἀναδείχθηκε σὲ ἐπίσημο λόγιο τοῦ ἑλληνισμοῦ τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰῶνος. Ἦταν ἐπίσης καλὸς γνώστης τῆς λατινικῆς γλώσσης. Μετὰ τὶς σπουδές του χειροτονήθηκε διάκονος, ἀλλὰ σύντομα ἐπέστρεψε στὴν γενέθλια νῆσο καὶ ἵδρυσε τὴν περίφημη Πατμιάδα ἑλληνικὴ σχολή, στὴν ὁποία διετέλεσε διδάσκαλος καὶ πρῶτος διευθυν­τής της μέχρι τὸν πρόωρο θάνατό του. Συνέχεια ανάγνωσης