Μικρό αφιέρωμα σε ένα μεγάλο σύγχρονο θεολόγο.

1η Νοεμβρίου εκοιμήθη ο πρωτοπρεσβύτερος καθηγητής του παν. θεολογίας π. Ιωάννης Ρωμανίδης †, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο. Ένας από τους μεγαλύτερους Ορθόδοξους θεολόγους (ίσως ο μέγιστος) του 20ού αιώνα και ανακαινιστής της Ορθόδοξης Θεολογίας. Η σημασία του θεολογικού του έργου (διδακτικού, συγγραφικού, αγωνιστικού) κάνει πολλούς μελετητές να μιλούν για εποχή προ και μετά τον π. Ρωμανίδη.

Γράφει ο Κωστής Μπασογιάννης

Ο άνθρωπος που κατανόησε περισσότερο απ’ όλους τις ιστορικές και πνευματικές προϋποθέσεις της παρακμής της δυτικής θεολογίας και του εκφυλισμού της πνευματικότητας στο χώρο που σήμερα ονομάζουμε Δυτική Ευρώπη. Ο άνθρωπος, η μελέτη του έργου τού οποίου μπορεί να οδηγήσει στην απόλυτη εξήγηση και, σε ένα μεγάλο βαθμό, δικαιολόγηση όλων των σημαντικών δυτικών αντι-εκκλησιαστικών και κατ’ επέκταση αντι- χριστιανικών και αντι-θρησκευτικών ρευμάτων, ως απαντήσεις στην διαστρέβλωση της Χριστιανικής πίστης, που συντελέστηκε εκεί στα πλαίσια της Φραγκικής κατάκτησης της δυτικής Ρώμης. Ο ιερέας θεολόγος για τον οποίο μπορούμε να πούμε ότι η θεολογία της Ανατολικής Χριστιανικής Εκκλησίας διακρίνεται στην προ Ρωμανίδου εποχή και την μετά Ρωμανίδη εποχή, κατά την οποία όποιος θέλει και έχει τις πνευματικές προϋποθέσεις μπορεί να κατανοήσει το μέγεθος και το ποιόν του χάσματος μεταξύ της Ρωμαίϊκης Ανατολικής Χριστιανικής παράδοσης και της δυτικής-Φραγκικής σχολαστικής Χριστιανικής θεωρίας. Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης έδωσε την ευκαιρία στους πιστούς της Ανατολικής Ορθοδοξίας να αποκυρήξουν τις ευσεβιστικές και πουριτανικές δυτικές επιρροές και ν’ αναβαπτίσουν την παραδοσιακή πίστη τους στα βιωματικά νερά της πατερικής θεολογίας, μια ευκαιρία που μέρα με τη μέρα χάνεται, αφού όλο και περισσότερο εκείνη η μικρή αναλαμπή πνευματικότητας που είχε σιγοφέξει τα τελευταία χρόνια του εικοστού αιώνα στους κόλπους της Εκκλησίας μας, τρεμοσβήνει και χάνεται μέσα σε δίνες αυθαίρετης εσχατολογικής αμετροέπειας, σε ορυμαγδούς εκφασισμού και εθνοκαπηλείας, σε μια απόλυτα αντίχριστη παράδοση της άγιας πίστης του Χριστού στο καπιταλιστικό θηρίο. Είτε μέσω μιας ανυπόφορα μαλθακής και γλοιώδους ανοχής, είτε δια της αποδοχής και υιοθεσίας των πιο απάνθρωπων και κυνικών συστημάτων, μέχρι και εκείνου του εσχάτου καταντήματος της ανθρώπινης κοινωνίας, του φασισμού. Ποιός ξέρει τον Ρωμανίδη σήμερα; ποιός έχει διαβάσει έστω και μια αράδα από τα γραπτά του; Ποιός τον αξιοποιεί έστω και μόνο για το αυτονόητο, το πιο απλό που μπορεί να προκύψει από το έργο του: Την ικανότητα αναγνώρισης του αυθεντικού, του όντως πνευματικού και του αληθινού και τον διαφορισμό του από το πραγματικά ξένο, το ασύμβατο, το κίβδηλο; Πολύ λίγοι. Δεκατρία χρόνια από το θάνατό του δεκαοκτώ χρόνια από την πρώτη μου επαφή με το λόγο του, και βλέπω ότι λίγοι, πολύ λίγοι οδηγήθηκαν στα μονοπάτια εκείνης της γλυκύτατης κι ελπιδοφόρου αυστηρής ελευθερίας, της αυτογνωστικής εμπειρίας, μιας εμπειρίας μπροστά στην οποία η ψυχολογία του βάθους φαντάζει παιδικό παιγνίδι με κύβους πρώιμης λογικής, της απόλυτης αυτογνωστικής εμπειρίας που θα μπορούσε ένας λαός να ανακαλύψει στη «μετά Ρωμανίδη» εποχή. Αντ’ αυτού δημιουργήθηκαν, κατά την φαύλη συνήθεια των αδιάφορων ανθρώπων, διεκπεραιωτικά κάστρα διαχείρησης κάποιων μηχανικών παραδόσεων, παρεούλες και κύκλοι αδιάφοροι για τις αξίες και τις μεθόδους που κληρονόμησαν, συντροφιές απολυτότητας και πρόωρης ναρκισσιστικής αυτοαγιοποίησης, πάντα με τη συνήθεια της μηχανικής εκφοράς των κλισέ ταπεινοφροσύνης και αυτομεμψίας. Κυκλικές παρεούλες γύρω από κάποια βαμπίρ, ρασοφόρα ή μη. Η Αυτογνωσία, η αναγνώριση του οικείου και ο διαχωρισμός του από το ασύμβατο, και τέλος η διακριτική ιστορική λειτουργία έχουν προς το παρόν πάει περίπατο. Ας ελπίσουμε ότι θα επιστρέψουν με την ευκαιρία μίας κάποιας μελλοντικής μορφής της τάξεως και του μεγέθους του Ιωάννη Ρωμανίδη.

Ένας από τους μεγαλύτερους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα και ανακαινιστής της Ορθόδοξης Θεολογίας ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, ίσως καί ο μέγιστος, διότι κατόρθωσε με το συγγραφικό έργο του, να φέρει την Ορθόδοξη θεολογία στο Λαό. Απεβίωσε 1η Νοεμβρίου αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο. Η σημασία του θεολογικού του έργου (διδακτικού, συγγραφικού, αγωνιστικού) κάνει πολλούς μελετητές να μιλούν για εποχή προ και μετά τον π. Ρωμανίδη.

Αιωνία η μνήμη του †

Ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης μέσα από όλα τα γραπτά του και τις ομιλίες του, γίνεται φανερό ότι είχε φθάσει σε υψηλά επίπεδα θεοπτίας και Θεώσεως. Πραγματικός Θεολόγος. Μεγάλη σημασία έχει το ότι ο θεόπτης δεν φθάνει ποτέ σε στάδιο πλήρους τελειώσεως «αποβάλλουν την έννοια της στασιμότητας, γιατί πιστεύουν στην διαρκή τελείωση, την διαρκή ανοδική πορεία από δόξα σε δόξα.» Γι’ αυτό και δεν επαναπαύονται, αλλά συνεχίζουν τον αέναο δρόμο τους. Κάθε σημείο «τερματισμού» είναι και ένα νέο σημείο έναρξης προς μια νέα Θεϊκή ηδονή!

π. Ιωάννης Ρωμανίδης, η ζωή του

2 Μαρτίου 1927 – 1 Νοεμβρίου 2001
«Ο πρωτοπρεσβύτερος π. Ιωάννης Ρωμανίδης ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αιώνα και ανακαινιστής της Ορθόδοξης Θεολογίας, με την επιστροφή της στην γνησιότητα της αγιοπατερικής παραδόσεως. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 2 Μαρτίου 1927 και απεβίωσε την 1 Νοεμβρίου 2001, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο.

Η ζωή του 

Οι γονείς του ήταν από την Ρωμαϊκή Καστρόπολη της Αραβησσού της Καππαδοκίας. Γεννήθηκε στον Πειραιά, στις 2 Μαρτίου 1927. Έφυγε από την Ελλάδα και μετανάστευσε στην Αμερική, στις 15 Μαΐου 1927 (σε ηλικία 72 ημερών), με τους γονείς του και μεγάλωσε στην πόλη της Νέας Υόρκης στο Μανχάταν στην 46η οδό μεταξύ της 2ας και της 3ης Λεωφόρου.
Ήταν απόφοιτος του Ελληνικού Κολεγίου Μπρούκλαϊν, Μασαχουσέτης, της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Γέηλ, Διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ (School of Arts and Sciences).

Ομότιμος Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου στην Θεσσαλονίκη και Επισκέπτης Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Ιωάννου Δαμασκηνού του Πανεπιστημίου Μπαλαμάντ, του Λιβάνου από το 1970.

Σπούδασε ακόμη στο Ρωσικό Σεμινάριο του Αγίου Βλαδίμηρου της Νέας Υόρκης, στο επίσης Ρωσικό Ινστιτούτο Αγίου Σεργίου στο Παρίσι και στο Μόναχο της Γερμανίας. Χειροτονήθηκε πρεσβύτερος το 1951 και έκτοτε διακόνησε ως εφημέριος σε διάφορες ενορίες των ΗΠΑ. Μεταξύ των ετών 1958 και 1965 υπηρέτησε ως καθηγητής στη Θεολογική Σχολή Τιμίου Σταυρού, παραιτήθηκε όμως το 1965, διαμαρτυρόμενος για την απομάκρυνση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι από την Σχολή.
Η εκλογή του για την Έδρα της Δογματικής στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης έγινε στις 12 Ιουνίου 1968, αλλά δεν διωρίζετο, διότι κατηγορείτο ως «κομμουνιστής». Τελικά ο διορισμός του έγινε το 1970. Το 1984, για προσωπικούς λόγους παραιτήθηκε με πλήρη σύνταξη.

Απεβίωσε την 1 Νοεμβρίου 2001, αφήνοντας πίσω του πλούσιο θεολογικό και ιστορικό έργο.

Το έργο του

Έχει συγγράψει πλήθος μελετών, πολλές από τις όποιες είναι ακόμη ανέκδοτες και πρέπει να συνεκδοθούν σε σειρά τόμων. Τα κατάλοιπά του είναι ανάγκη να ασφαλισθούν διότι έχουν πολλά να προσφέρουν και αποκαλύψουν. Η διδακτορική του διατριβή περί του Προπατορικού Αμαρτήματος κυριολεκτικά επαναστατική, άνοιξε νέους δρόμους στην Ορθόδοξη Θεολογία, ακολούθησαν δε τα βιβλία του για την Ρωμιοσύνη, που είχαν την ίδια σημασία, για τον χώρο της Ιστορίας. Και των δύο αυτών χώρων, την έρευνα και κατανόηση, ανανέωσε ο π. Ιωάννης.

Το έργο και η προσφορά του στην επιστήμη έχουν διερευνηθεί συστηματικά στη διδακτορική διατριβή του Andrew Sopko, Prophet of Roman Orthodoxy – The Theology of John Romanides, Canada, 1998.

Εξ ίσου όμως μεγάλη υπήρξε η συμβολή και η προσφορά του στην Ορθόδοξη Εκκλησία με τη συμμετοχή του στους Θεολογικούς Διάλογους με Ετερόδοξους, ιδιαίτερα με τον Αγγλικανισμό, αλλά και αλλόδοξους (Ιουδαϊσμό και Ισλάμ). Το γεγονός δε, ότι μητρική του γλώσσα ήταν η Αμερικανική (Αγγλική), του εξασφάλιζε την άνεση που χρειαζόταν, για να αναπτύσσει με κάθε ακρίβεια τις θέσεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συμμετείχε επίσης στο Διάλογο με την Παγκόσμια Λουθηρανική Ομοσπονδία (1978 κ.ε.) Στους Διάλογους αυτούς φαινόταν η ευρεία γνώση του στην πατερική παράδοση, αλλά και των παραχαράξεών της, στην Ανατολή και τη Δύση, κατ’ εξοχήν δε η γνώση της Θεολογίας του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, ακρογωνιαίου λίθου της Ορθόδοξης παράδοσης.

Ο π. Ιωάννης υποστήριζε την σχέση Θεολογίας και αγιοπνευματικής εμπειρίαςκαι τους σταθμούς της πνευματικής πορείας των Αγίων: κάθαρσις – φωτισμός – θέωσις, ως προϋπόθεση των Οικουμενικών Συνόδων και της αυθεντικής αποδοχής των, κάτι που θεωρούσε ότι έχει χαθεί στη Δύση, αλλά και στη δυτικίζουσα, κατά τη γνώμη του, σημερινή Ορθόδοξη θεολογική σκέψη. Η στροφή αυτή στην πατερικότητα, ως εκκλησιαστική γνησιότητα, συνέχισε και συνεπλήρωσε την ανάλογη κίνηση του π. Γεωργίου Φλορόφσκι, την πορεία του οποίου ακολούθησε στον οικουμενικό Διάλογο, θεωρούμενος και αυτός συχνά ενοχλητικός και όχι εύκολος συνομιλητής.

Εποχή προ και μετά Ρωμανίδη

Η σημασία του θεολογικού του έργου (διδακτικού, συγγραφικού, αγωνιστικού) κάνει πολλούς μελετητές να μιλούν για εποχή προ και μετά τον π. Ρωμανίδη. Διότι θεωρούν ότι έφερε αληθινή τομή και ρήξη με το σχολαστικό παρελθόν της Ελλαδικής Ορθοδοξίας, που λειτουργούσε ως βαβυλώνιος αιχμαλωσία στη θεολογία της. Η διατριβή του σφράγισε αποφασιστικά αυτή την αναγεννητική πορεία, σε σημείο, που και αυτοί οι για διαφόρους λόγους επικριτές ή ιδεολογικά αντίπαλοί του, να προδίδουν στα γραπτά τους την επιρροή του π. Ιωάννου στη θεολογική τους σκέψη.

Συγκεκριμένα, ο π. Ιωάννης:

α) Επανέφερε στον ακαδημαϊκό θεολογικό χώρο την προτεραιότητα της πατερικής εμπειρικής θεολογήσεως, παραμερίζοντας τον διανοητικό – στοχαστικό – μεταφυσικό τρόπο θεολογήσεως,

β) Συνέδεσε την ακαδημαϊκή θεολογία με την λατρεία και την φιλοκαλική παράδοση, καταδεικνύοντας την αλληλοπεριχώρηση θεολογίας και πνευματικής ζωής και τον ποιμαντικό – θεραπευτικό χαρακτήρα της δογματικής θεολογίας.

γ) Διείδε και υιοθέτησε στη θεολογική μέθοδο τον στενό σύνδεσμο δόγματος και ιστορίας και γι’ αυτό μπόρεσε να κατανοήσει όσο λίγοι την αλλοτρίωση και πτώση της θεολογίας στη Δυτική Ευρώπη, που επήλθε με την φραγκική κατάκτηση και επιβολή. Η καλή γνώση της ιστορίας, εξ αλλού, Φραγκοσύνης και Ρωμιοσύνης (προοριζόταν για καθηγητής της Ιστορίας στο Γέηλ) τον βοήθησε να διαπιστώσει και αναλύσει τη διαμετρική διαφορά Φράγκικου και Ρωμαίικου πολιτισμού, εισάγοντας ρωμαίικα κλειδιά στη διερεύνηση της ιστορίας και του πολιτισμού.

δ) Βοήθησε, έτσι, την πληρέστερη έρευνα και του Ελληνισμού, έξω από τις κατασκευασμένες δυτικές θέσεις, με την ορθή – ως απόλυτα τεκμηριωμένη – χρήση των ιστορικών ονομάτων του Ελληνικού έθνους, της σημασίας και δυναμικής τους στην Ιστορική του πορεία.

Οι ετερόδοξοι

Είναι γεγονός, ότι οι ετερόδοξοι ανεγνώριζαν περισσότερο από τους Ορθοδόξους την προσωπικότητα του π. Ιωάννου και τη σημασία του για την Ορθοδοξία. Εθεωρείτο ο καλύτερος ορθόδοξος ερευνητής του ιερού Αυγουστίνου, που βοηθούσε και τη δυτική θεολογία στην κατανόηση του, χαρακτηρίσθηκε δε «ο μεγαλύτερος σίγουρα των εν ζωή Ορθοδόξων θεολόγων, του οποίου τα συγγράμματα αποτελούν κριτική μελέτη του έργου του Αυγουστίνου υπό το φως της πατερικής Θεολογίας».

Πρέπει δε να λεχθεί, ότι στον π. Ιωάννη οφείλεται η σπουδαία επισήμανση, ότι η διδασκαλία του Βαρλαάμ του Καλαβρού, για τις θεοπτικές εμπειρίες των προφητών ως «φαινομένων φυσικών, γινομένων και απογινομένων» ανάγεται στο Περί Τριάδος έργο του ι. Αυγουστίνου.

Το μεγαλύτερο μέρος για την ανωτέρω βιογραφία, λήφθηκε αυτούσιο από ομιλία του κοσμήτορα της Θεολ. Σχ. του Πανεπ. Αθηνών πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού, που έγινε εκ μέρους του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Προέδρου του, κ. Δημητρίου Γονή. Η ομιλία αυτή δημοσιεύθηκε στο Ίντερνετ στη διεύθυνση: και το ανωτέρω διαμορφωμένο απόσπασμά της στη Βικιπαίδεια, με προσωπική άδεια του ομιλητή π. Γεωργίου Μεταλληνού.

Βιβλιογραφία:
Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου, «Ο π. Ιωάννιδης Ρωμανίδης ως διδάσκαλος της Ορθοδόξου Δογματικής», Θεολογία, τομ.82, τ/χ.3 (Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011), σελ.5-48.»

Το μεγαλύτερο μέρος για την ανωτέρω βιογραφία, λήφθηκε αυτούσιο από ομιλία του κοσμήτορα της Θεολ. Σχ. του Πανεπ. Αθηνών πρωτ. Γεωργίου Μεταλληνού, που έγινε εκ μέρους του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Προέδρου του, κ. Δημητρίου Γονή. Το ανωτέρω διαμορφωμένο απόσπασμά της στη Βικιπαίδεια, με προσωπική άδεια του ομιλητή π. Γεωργίου Μεταλληνού.

https://fdathanasiou.wordpress.com/2017/10/

 

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΩΣ ΠΡΟΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

Σχετική εικόνα

Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΩΣ ΠΡΟΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ

Του αείμνηστου Ιωάννου Κορναράκη 
Στο περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Περιστερίου «Διάβαση» και στο 54ο τεύχος του των μηνών Μαρτίου – Απριλίου 2005, δημοσιεύεται άρθρο του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Ιωάννου Ζηζιούλα, με θέμα «Ο επίσκοπος ως προεστός της Θείας Ευχαριστίας». Πρόκειται στο κείμενο αυτό, για ανάπτυξη σκέψεων του Σεβασμιωτάτου, που αφορούν στο νόημα του επισκοπικού αξιώματος στον χώρο της λειτουργικής και, γενικώτερα της εκκλησιαστικής μας ζωής. Κατά τον Σεβασμιώτατο κ. Ιωάννη, η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι «επισκοποκεντρική». Την βασική  θέση του, σχετικώς με το νόημα και τον ρόλο του επισκοπικού αξιώματος, προσπαθεί να στηρίξει με την παράθεση λειτουργικών  και εκκλησιολογικών στοιχείων. Συνοπτικώς και μάλλον επιγραμματικώς, τα στοιχεία αυτά είναι τα εξής:
  1. Η επισκοπική προεδρεία της Θείας Ευχαριστίας είναι το κύριο και κατ’ εξοχήν έργο του Επισκόπου. Από την ιδιότητα του αυτή «πηγάζει όλη η εξουσία του Επισκόπου, όχι μόνο η αγιαστική αλλά και η λεγόμενη διοικητική». Έτσι ο Επίσκοπος, «έχει ως κύριον έργον του πρωταρχικόν να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας, όλα τα άλλα έργα του είναι δευτερεύοντα». (σ. 5)
  2. Ο επίσκοπος, συνεπώς, «όταν διοικεί, δεν ασκεί διοίκησιν, αλλά προεκτείνει σε όλους τους τομείς της ζωής της Εκκλησίας τη χάρη και την ευλογία της Θείας Ευχαριστίας της οποίας προΐσταται» (σ. 6). «Όλα στην Εκκλησία γίνονται με την ευλογία του Επισκόπου» (σ. 6), εφ’ όσον ο Επίσκοπος «είναι προεστώς της Θείας Ευχαριστίας». (σ. 6)
  3. Ο Επίσκοπος εικονίζει, ως προεστώς της Εκκλησίας «τον βασιλέα Χριστόν όπως θα έλθει στην Βασιλεία του», με λαμπρότητα και ακτινοβολία!»
  4. Η Θεία λειτουργία είναι εντελώς αδιανόητος χωρίς την έννοια του εικονισμού. Αλλά όταν λέμε ότι ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε αυτό, διότι χάσαμε πλέον την γλώσσα της εικόνος της εκκλησιαστικής ζωής» (σ. 7).
  5. Πάντως, εφόσον «ο Επίσκοπος είναι εικών του Χριστού, δεν μπορούμε να παρακάμψουμε την εικόνα του και να πάμε απευθείας στο πρωτότυπο» (σ. 7) «Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να προσευχόμαστε στο Χριστό (σημ. απευθείας) αλλά πρέπει να παρεμβάλλεται η εικόνα του Επισκόπου (σ. 7). «Υπάρχουν βέβαια ακόμη πολλοί που βλέπουν στο πρόσωπο του Επισκόπου τον ίδιο τον Χριστό, αλλά ο αριθμός τους μειώνεται διαρκώς και χάνεται η εικονολογική αντίληψη των δρωμένων της Θείας Ευχαριστίας «(σ. 8).
  6. «Εάν η επικοινωνία μας με το Θεό παρακάμπτει τον άνθρωπο (Επίσκοπο), τότε η επικοινωνία αυτή πραγματοποιείται μέσω της φαντασίας» (σ. 9).
  7. «Το μνημόσυνο του Επισκόπου κατά τη Θεία λειτουργία αποτελεί το πλέον καίριο στοιχείο, που αναδεικνύει την Θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας»(σ. 10).
  8. «Το γεγονός ότι ο ιερεύς όταν πρόκειται να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία λαμβάνει καιρόν… και από τον θρόνον του Επισκόπου, έστω και αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»( σ. 10).
***
     Μία μόνο δυνατότητα έχουμε να ελέγξουμε την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Περγάμου ότι, ως κύριο έργο και πρωταρχικό του Επισκόπου είναι το να ηγείται της Θείας Ευχαριστίας και ότι προΐσταται και προεδρεύει αυτής. Να ανατρέξουμε στο κείμενο της Θείας Λειτουργίας στο Ιερατικόν, για να ιδούμε αν, πράγματι, ο Επίσκοπος είναι «ο προεστώς και το κατεξοχήν κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»!
Α. Προ της ενάρξεως της Θείας Λειτουργίας  Στην τελευταία ευχή της προετοιμασίας του ιερέως, στον σολέα, πρό του τέμπλου, θα ζητήσει την «χείρα» του Δεσπότου Χριστού, για να επιτελέσει την αναίμακτο θυσία, ο λειτουργός ιερεύς «Κύριε, εξαπόστειλόν μοι την χείρα σου εξ αγίων κατοικητηρίον σου και ενίσχυσόν με, εις την προκειμένην διακονία σου, ινά ακατακρίτως παρασταθώ τω φοβερό σου βήματι, και την αναίμακτον ιερουργίαν επιτελέσω. Ότι σου εστίν η βασιλεία και η δύναμης και η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων».
    Στη ευχή αυτή ο λειτουργός ιερεύς δεν ζητεί την χείρα του οικείου επισκόπου για να επιτελέσει την «αναίμακτον ιερουργίαν», αλλά του προσφέροντος εαυτόν, για την θυσία αυτή, Κυρίου Ιησού Χριστού!
Β. Κατά την ακολουθίαν της Αναφοράς της καθαγιάσεως  των τιμίων δώρων
    α) Η πρόσκληση του λαού του Θεού να προσέλθει, προετοιμαζόμενος στην τράπεζα της αναιμάκτου θυσίας γίνεται δια των λόγων του Κυρίου Ιησού και όχι δια του Επισκόπου! «Λάβετε φάγετε τούτο μου εστί το σώμα, το υπέρ υμών κλώμενων εις άφεσιν αμαρτιών» Πίετε εξ αυτού πάντες τούτου εστί το αίμα μου, το της καινής Διαθήκης, το υπέρ υμών και πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών».
    β) Για την καθαγίαση των τιμίων δώρων ο ιερέας λειτουργός απευθύνεται προς τον Κύριο, που είναι συγχρόνως θύτης και θύμα. Και στο σημείο τούτο η παρουσία ή μετοχή του Επισκόπου είναι ανύπαρκτη: «Έτι προσφέρομεν την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν και παρακαλούμεν σε, και δεόμεθα, και ιεκετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα. Και ποίησον τον μεν Άρτον τούτον, τίμιον Σώμα του Χριστού σου. Το δε εν τω ποτηρίω τούτω τίμιον Αίμα του Χριστού σου, Μεταβαλών τω Πνεύματι σου τω Αγίω».
 
Γ. Προ της Θείας μεταλήψεως και πάλι η σχετική ευχή του ιερέως θα απευθυνθεί στον θυσιασθέντα Κύριο και όχι στον Επίσκοπο: «Πρόσχες Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, εξ αγίου κατοικητηρίου σου, και από θρόνου δόξης της Βασιλείας σου, και ελθέ εις το αγιάσαι ημάς, ο άνω τω Πατρί συγκαθήμενος και ώδε ημίν αοράτως συνών. Και καταξίωσον τη κραταιά σου χειρί μεταδούναι ημίν του αχράντου σώματος σου και του τιμίου αίματος και δι’ ημών παντί τω λαώ».
     Της αναιμάκτου λοιπόν θυσίας του Χριστού προεστώς και ηγέτης και πρόεδρος και κέντρο είναι ο ίδιος ο Χριστός και ουδείς άλλος. Στο γίγνεσθαι του φρικτού μυστηρίου της θυσίας αυτής ο Επίσκοπος είναι τελετουργικώς ανύπαρκτος!!! Συνομολογεί και βεβαιώνει το τελευταίο γεγονός και ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας στο έργο του «Εις την Θείαν Λειτουργίαν»: «Διότι δεν μεταλαμβάνουν πραγματικά όλοι αυτοί στους οποίους δίδει ο ιερεύς, αλλά οπωσδήποτε μόνον εκείνοι τους οποίους δίδει μόνον ο Χριστός. Ο Ιερεύς δίδει γενικά σε όλους τους προερχομένους ο δε Χριστός (μόνον) στους αξίους να μετάσχουν. Από αυτά είναι φανερό ότι μόνον ένας είναι αυτός, που τελεί το μυστήριο για τις ψυχές και αγιάζει ζωντανούς, και αποθανόντας, ο Σωτήρ (Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών, Νικόλαος Καβάσιλας, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», Θεσσαλονίκη 1979, σ. 208).
     Από το κείμενο αυτό της Θείας Λειτουργίας δεν προκύπτει ότι ο Επίσκοπος είναι προεστώς της Θείας Ευχαριστίας, με το νόημα που θέλει ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας, ούτε υπάρχει κάποιο στοιχείο ότι ηγείται στα έξι λεκτικά στάδια της μυστηριακής ιερουργίας. Ούτε επίσης μαρτυρείται στο κείμενο αυτό ότι «ο Επίσκοπος στη Θεία Ευχαριστία είναι εικών του Χριστού»!  Έτσι η Θεία Λειτουργία είναι ακραιφνώς χριστοκεντρική και καθόλου επισκοποκεντρικη! Στα δρώμενα της Θείας Ευχαριστίας, αλλά κι όλης της Θείας Λειτουργίας, όπως είναι φυσικό και αυτονόητο, δεσπόζει η εικόνα του Χριστού ως θύτου και θύματος. Κάθε αναφορά, επομένως, στο γεγονός αυτό της Θείας Ευχαριστίας ή γενικότερα της Θείας Λειτουργίας έχει αποκλειστικώς χριστοκεντρική λειτουργική νοηματική. Αντιθέτως, η εικόνα του Επισκόπου παρουσιάζεται εξαιρετικώς περιθωριακή στο όλο γίγνεσθαι της Θείας Ευχαριστίας -Θείας Λειτουργίας. Απλώς ο Επίσκοπος  μνημονεύεται ως ο εκκλησιαστικός διοικητικός προϊστάμενος τέσσερις φορές, χωρίς ιδιαίτερη επισήμανση χαρισματικής ή λειτουργικής υπεροχής. Δίδει ευλογία ως ιερατικός προϊστάμενος και από αυτόν εξαρτώνται όλα τα διοικητικά θέματα της Επισκοπής του. Με το νόημα αυτό, άλλωστε, γίνεται και η μνημόνευση του.
     Δεν μπορεί, λοιπόν, να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος ότι: «το πλέον κύριον στοιχείο, που αναδεικνύει τη θεία Ευχαριστία επισκοποκεντρικό γεγονός στη ζωή της Εκκλησίας, είναι η μνημοσύνη του ονόματος του Επισκόπου». Η διοικητική εξουσία μπορεί να στηρίζει ευθύνες επισκοπικής μέριμνας για την διασφάλιση της ομαλής λειτουργία της όλης επισκοπής, αλλά η έννοια αυτή της εξουσίας δεν σχετίζεται με το γεγονός της Ευχαριστίας. Στο σημείο αυτό λησμονεί ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης ότι ο Κύριος απέτρεψε τους μαθητές του από αξιώσεις εξουσίας, οποιασδήποτε μορφής. Ο λόγος Του, εν προκειμένω, είναι σαφής και έχει απόλυτο  χαρακτήρα: «… οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτών και οι μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αυτών. Ουχ ούτως έσται εν υμίν, άλλ’ ος εάν θέλη εν υμίν μέγας γίνεσθαι, έσται υμών διάκονος, και ος εάν θέλη εν υμίν είναι πρώτος, έσται υμών δούλος. Ώσπερ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Ματθ. 20, 25-28). Για τον λόγο αυτόν άλλωστε, του Κυρίου ο Απόστολος Παύλος καλεί τον Τιμόθεο «διάκονον του Ιησού Χριστού» (Α΄ Τιμ. 4, 6). Και ο Επίσκοπος είναι διάκονος και δούλος του Δεσπότου Χριστού και δεν μπορεί να θέλει να είναι ηγέτης και προεστώς του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας εφ όσον «ουκ εστι δούλος μείζων του κυρίου αυτού» (Ιω. 15, 20).
    Επιπλέον δυο σημεία, από τα πολλά και απαράδεκτα του κειμένου του Μητροπολίτου Περγάμου, βρίσκονται, όχι   μόνον έξω από το πνεύμα της Ορθοδόξου Εκκλησιολογίας, αλλά και πέραν της κοινής λογικής!
    Α. Είναι δυνατόν να ισχυρίζεται ο Σεβασμιώτατος, ότι ο δεσποτικός θρόνος, απουσιάζοντος του Επισκόπου, κατά τη Θεία Λειτουργία «έστω κι αν είναι κενός, δείχνει ότι και όταν ακόμη δεν λειτουργεί ο Επίσκοπος, αυτός είναι το κέντρο της Θείας Ευχαριστίας»; Και μόνον αυτή η σκέψη του (η εκκλησιολογική) δείχνει την διάθεση της αξιώσεως του υπεροχικής δεσποτικής θέσεως έναντι του Αρχιερέως Χριστού!!!. Λησμονεί, δυστυχώς, ο Σεβασμιώτατος ότι ο δεσποτικός θρόνος στον οποίο κάθεται κατά την Θεία Λειτουργία είναι θρόνος του Αρχιερέως Χριστού, γεγονός που επισημαίνει η Αρχιερατική Του εικόνα; Και ότι, επίσης, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι, και κενός να είναι, είναι πλήρης, της Αρχιερατικής παρουσίας του Χριστού; Εξάλλου, όταν ο λειτουργός ιερέας θυμιά τον κενό δεσποτικό θρόνο, θυμιά την Αρχιερατική εικόνα του Χριστού, βλέπει το πρόσωπο του Χριστού και είναι   φυσικό να μην έχει προ οφθαλμών του την εικόνα του οικείου μητροπολίτου. Πάντως, ούτως ή άλλως και όταν ακόμη κάθεται ο Επίσκοπος επί του θρόνου αυτού, ο Χριστός είναι πάντοτε ο Μέγας Αρχιερεύς! Δεν χωράει δεύτερος!
     Επίσης, είναι δυνατόν να λέγεται και να γράφεται ότι ο πιστός, προσευχόμενος, μόνον μέσω της εικόνας του Επισκόπου μπορεί να φθάσει στο πρωτότυπο, δηλαδή στον Χριστό; Και ότι, αν δεν περάσει μέσα από την εικόνα του Επισκόπου, δεν συναντά τον Χριστό, αλλά προσεύχεται με την φαντασία του; Λησμονεί ο Σεβασμιώτατος κ. Ιωάννης Ζηζιούλας την αξιωματική αρχή του Αποστόλου Παύλου: «Εις γαρ Θεός, εις και μεσίτης Θεού και ανθρώπου, άνθρωπος Χριστός Ιησούς»! (Α΄ Τιμ., 2, 5). Υπάρχει άραγε, μεγαλύτερος παραλογισμός για την στήριξη μιας αντιεκκλησιολογικής Δεσποτοκρατίας;
     Τέλος ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου κ. Ιωάννης έχει ήδη κάνει χρήση της εξουσίας του επί της Θείας Ευχαριστίας, ως ηγέτης αυτής και προεστώς και πρόεδρος και έχει ενεργήσει ανεπίτρεπτη τομή στον μυστηριακό πυρήνα της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την σωτηρία μας δια του σταυρικού θανάτου του Χριστού!!! Γράφει, για να δομήσει μια σημαντική αιρετική θέση στην «καρδιά» της Ορθόδοξης χριστολογίας ότι: «Ο Χριστός είναι Σωτήρ του κόσμου όχι γιατί θυσιάσθηκε στον Σταυρό εξαλείφοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τις αμαρτίες του κόσμου, αλλά γιατί ανέστη εκ νεκρών θανάτω θάνατον πατήσας». Η Δύση (συνεχίζει) -Ρωμαιοκαθολική και Προτεσταντική- που είδε το πρόβλημα του κόσμου ως πρόβλημα ηθικό (παράβαση εντολής και τιμωρία) έκαμε το Σταυρό του Χριστού επίκεντρο της πίστεως και της λατρείας. Αλλά η Ορθοδοξία εξακολουθεί να τονίζει την Ανάσταση ως το κέντρο της όλης ζωής της…» («Χριστολογία και ύπαρξη», περιοδ., Σύναξη, τ. 2. 1982, σ. 18).
     Προκειμένου, όμως να στηρίξει την αιρετική αυτή θέση επί καινοδιαθηκικού εδάφους, επικαλείται τον παύλειο λόγο. Αναφέρεται στο χωρίο της Α’ προς Κορινθίους επιστολής του 15,14: «Ει Χριστός ουκ εγήγερται ματαία η πίστις υμών». Αλλά το χωρίο αυτό το παραποιεί (το πλαστογραφεί) αντικαθιστώντας την προσωπική αντωνυμία «υμών» με την αντωνυμία «ημών»!!! Έτσι το χωρίο αυτό φαίνεται ότι έχει καθολική υποσχετική ισχύ, ενώ όπως φαίνεται από το ίδιο το κείμενο, αφορά ειδική περίπτωση Κορινθίων συνομιλητών στους οποίους απευθύνεται ο Απόστολος Παύλος για να τους δείξει ότι η πιστή τους στον Χριστό χωρίς την πίστη τους στην Ανάσταση Του είναι ματαία και περιττή!
     Ο Σεβασμιώτατος, με την κακοδοξία του αυτή, ακυρώνει και μάλλον ακρωτηριάζει την ορθόδοξη σωτηριολογία και χριστολογία και ενεργεί διχοτόμηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, αρνούμενος την λυτρωτική δύναμη του   Σταυρού του Χριστού. Οπωσδήποτε ο πυρήνας της Ορθοδοξίας   είναι σταυροαναστάσιμος! Σταυρός και Ανάστασις δεν ξεχωρίζουν, αφού η Ανάσταση ανατέλλει από τον Σταυρό του Κυρίου! Φαίνεται ότι ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Περγάμου ρέπει στην …αιρεσιολογία! Ως «αφεντικό» της Θείας Ευχαριστίας, μπορεί να λέει και να γράφει ό,τι θέλει!
    «Έτσι ακούσαμε από τον Μητροπολίτη Περγάμου σε ένα θεολογικό συμπόσιο που έγινε στο Boze της Ιταλίας ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει βέβαια όλην την αλήθεια αλλά όχι μόνον αυτή, αλλά και άλλες εκκλησίες, μη ορθόδοξες. Είναι η γνωστή εκκλησιολογία των αδελφών εκκλησιών. Σε ένα του άρθρο που δημοσιεύθηκε στο καθολικό περιοδικό «Regno» μας αναλύει την γνωστή του εκκλησιολογία και δηλώνει ξεκάθαρα πως η Εκκλησία έχει ανάγκη από το πρωτάτου του Πάπα» (απόσπασμα άρθρου του Γεωργ, Καράλη, Διευθυντού του Ορθοδόξου περιοδικού Italia Ortodossa, ανταποκριτού του Ο.Τ.» από την Ιταλία «Ο.Τ.» 16.7.1999).
     Την 23.12.2005 ο   «Ο.Τ.» δημοσίευσε πληροφορία σύμφωνα με την οποία εις το Θ’ Διαχριστιανικό (διάβαζε μεταξύ παπικών και ορθοδόξων εξ Αθηνών) Συμποσίον, μεταξύ άλλων πορισμάτων, «διαπιστώθηκε ότι η «Ευχαριστηριακή εκκλησιολογία» είναι δυνατό να αποτελέσει σημαντική βάση προσεγγίσεως των δύο Εκκλησιών, στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου, για την κατανόηση της λειτουργίας του Επισκοπικού πρωτείου στην τοπική εκκλησία στα πλαίσια της Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας»!
    Ιδού η χρήση της περιλάλητης ευχαριστηριακής εκκλησιολογίας στην… συνάντηση της με το Επισκοπικό πρωτείο! Να περιμένουμε άραγε να χρησιμοποιηθεί η «βάση» αυτή και για την από μέρους της Εκκλησίας των Αθηνών αποδοχή του πρωτείου του Πάπα; Ο εισηγητής, πάντως της εν λόγω εκκλησιολογίας έχει γραπτώς ξεκαθαρίσει την θέση του: η Εκκλησία μας έχει ανάγκη του πρωτείο του Πάπα! Ιδού ο Πάπας, ιδού και το ορθόδοξο ….πήδημα, ενδεχομένως από το Επισκοπικό πρωτείο στο Παπικό πρωτείο!!!

 

 

Όσο υπάρχετε στη ζωή θα δείξετε αντίσταση στον Οικουμενισμό και να το πείτε στα παιδιά σας

Όσο υπάρχετε στη ζωή

θα δείξετε αντίσταση στον Οικουμενισμό

και να το πείτε στα παιδιά σας

Ομιλεί ο Μακαριστός Γέροντας

π. Αθανάσιος Μυτιληναίος (1927 – 2006)

 

Σχετική εικόνα

     Στο τέλος ο Αντίχριστος θα κάνει το εξής… αφού βέβαια θα οδηγηθεί όλη η ανθρωπότητα στον Αντίχριστο δια της λεωφόρου του Οικουμενισμούώστε να μην υπάρχουν ομάδες αντιδράσεως -προσέξτε, να μην υπάρχουν ομάδες αντιδράσεως εις ολόκληρη την οικουμένη. Τότε ο Αντίχριστος δεν θα δεχτεί αυτό να το κρατήσει. Αυτό το σχήμα του Οικουμενισμού θα το καταργήσει και θα πει ότι όλες οι θρησκείες περίμεναν να φτάσουν να βρουν τον Μεσσία, ο Μεσσίας είμαι εγώ. Και όπως λέει ο Απόστολος Παύλος, τότε θα χτίσει τον ναό του Σολομώντος και θα καθίσει εις τον ναόν του θεού και θα αποδεικνύει ότι αυτός είναι θεός. Το λέει στους Θεσσαλονικείς ο Απόστολος Παύλος.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Αρχιμ. Σάββας Αγιορείτης – Οικουμενισμός και νέα εποχή

Με τη χάρη του Θεού και την ευχή του Γέροντα, σκέφτηκα σήμερα να πούμε ένα θέμα το οποίο είναι πάρα πολύ σημαντικό για την Ορθόδοξη πίστη, γιατί σχετίζεται με μία αίρεση η οποία διαδίδεται πάρα πολύ γρήγορα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και η οποία είναι πολύ επιεικής ο όρος να την πούμε αίρεση, το πιο σωστό είναι να την πούμε παναίρεση. Αυτή η παναίρεση λέγεται οικουμενισμός. Το μαντέψατε και μόνο από την έκφραση, γιατί κάποιοι το έχετε ακούσει. Έτσι την ονόμαζε ο σύγχρονος Άγιος Ιουστίνος ο Πόποβιτς, ο οποίος αναγνωρίστηκε πριν λίγο καιρό, δεν ξέρω αν ακριβώς συμπληρώθηκε χρόνος από την αναγνώριση της αγιότητάς του από την Σερβική Εκκλησία, παρόλο που και αυτή η Εκκλησία μαστίζεται από τον οικουμενισμό όπως και γενικά η Εκκλησία η Ορθόδοξη.

Δυστυχώς και αυτή η αίρεση, η παναίρεση, εντάσσεται στο ευρύτερο μωσαϊκό της νέας εποχής. … Η νέα εποχή έχει δύο βασικούς στόχους. Βασίζεται στην αστρολογία που λέει ότι κάθε δύο χιλιάδες χρόνια έρχεται ένας καινούριος ‘Μεσσίας’. Τελείωσε η εποχή του Χριστού και τώρα θα έρθει ο νέος ‘Μεσσίας’ που ξέρουμε εμείς ότι θα είναι ο αντίχριστος. Και έχει δύο βασικούς στόχους αυτή η νέα εποχή. Ο πρώτος είναι να φέρει μία νέα τάξη πραγμάτων σε πολιτικο-οικονομικό επίπεδο, αυτό που λέμε παγκοσμιοποίηση οικονομική και πολιτική. Οπότε να έχουμε μία παγκόσμια κυβέρνηση, έναν παγκόσμιο κυβερνήτη και μία παγκόσμια οικονομία. Ο δεύτερος στόχος είναι να έχουμε μία νέα τάξη πραγμάτων σε θρησκευτικό επίπεδο, μια νέα θρησκεία που την ονομάζουνε παν-θρησκεία, στην οποία θα συγχωνευτούνε ή θα ενταχθούνε όλες οι υπάρχουσες θρησκείες, παραθρησκείες, αιρέσεις, σέκτες. Ό,τι θέλει ο καθένας να πιστεύει θα πιστεύει και μπορεί να το πιστεύει. Όλοι όμως θα έχουνε μία κοινή αντίληψη ότι ένας είναι ο Θεός και δεν πρέπει ο ένας να καταργεί τον άλλον ή να λέει ότι ο άλλος δεν είναι σωστός. Και φυσικά μέσα σε όλους αυτούς είναι και ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία, στην οποία δεν θα επιτρέπεται να λέει ότι ο Χριστός είναι η αλήθεια αλλά ότι απλώς είναι άλλη μία αλήθεια κοντά στις άλλες αλήθειες του Βούδα, του Μωάμεθ, του Ζαρατούστρα, του Κομφούκιου και είναι και αυτός ένας δρόμος, αλλά όχι Ο δρόμος.

Σχετική εικόνα

Ο Χριστός όμως μας είπε ότι εγώ είμαι ο δρόμος. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να πάτε στον Θεό. Όλοι οι άλλοι δρόμοι που φανερώνονται, προσφέρονται ως δρόμοι για τον Θεό, δεν πάνε στον Θεό τον αληθινό, αλλά πάνε στον εχθρό του Θεού, στον Εωσφόρο. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Πώς μπορούμε να φτάσουμε στην καθαρή προσευχή

Αγιοπνευματική σοφία από τον π. Ραφαήλ Νόικα

Πώς μπορούμε να φτάσουμε στην καθαρή προσευχή
Ιερομονάχου Ραφαήλ Νόϊκα
O π. Ραφαήλ Νόικα είναι σεβαστός Ρουμάνος ορθόδοξος ερημίτης, πνευματικό τέκνο του γέροντα Σωφρόνιου του Έσσεξ. Τα παρόντα κείμενα δημοσιεύονται επίσης εδώ & εδώ. Ευχαριστούμε τον π. Χ. Κ. που μας τα έστειλε.
            Ερώτηση: Πώς μπορούμε να φτάσουμε στην καθαρή προσευχή; Πώς μπορούμε να κρατάμε συγκεντρωμένο τον νου μας στην προσευχή;
Εικ. από εδώ
            Απάντηση: Θα σας το πω για άλλη μια φορά: Είναι αδύνατο! Η καθαρή προσευχή είναι μια κατάσταση υπερφυσική. Ε, λοιπόν, μακάρι αυτό το αδύνατο να γίνει σε σας δυνατό με την επενέργεια του Θεού. Όμως, αυτή η επενέργεια, η εργασία του Θεού πάνω μας είναι πολυεδρική: είναι όλα τα μέσα που διαθέτει η Εκκλησία, τα μυστήριά της κτλ.
            Όταν ζητάμε στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως να δεχόμαστε τα άγια μυστήρια «εις έφόδιον ζωής αιωνίου», τι είναι αυτό το «έφόδιον»; Είναι μία ενδυνάμωση. Όταν είσαι χωρίς δυνάμεις, επειδή δούλεψες και κουράστηκες, κάθεσαι λίγο, ξεκουράζεσαι, τρως κάτι, και ξαναρχίζεις να δουλεύεις. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με αυτά τα εφόδια, με τα μυστήρια της Εκκλησίας, ιδιαιτέρως με τη θεία Κοινωνία αλλά και με όλα τα αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας: το αγιασμένο λάδι του Ευχελαίου, τον αγιασμό, το αντίδωρο, την αρτοκλασία. Ό,τι μας παρέχει η Εκκλησία για τον αγιασμό μας είναι στοιχεία, μέσα από τα οποία παίρνουμε ενέργεια, παίρνουμε δύναμη, με την οποία μπορούμε να συνεχίσουμε τη ζωή της μετάνοιας, μιας μετάνοιας δυναμικής και ενεργητικής. Και όπως λέγεται στον Ακάθιστο Ύμνο για τους μάγους, «φθάσαντες τον Άφθαστον», να φτάσουμε και εμείς τον «Άφθαστον». Δηλαδή αυτά που είναι αδύνατα για τον άνθρωπο, να συμβαίνουν μέσα μας με την εργασία του Θεού και τη δική μας συνεργασία.
            Πολλές φορές μου έκαναν την ερώτηση, που παλιότερα ήταν και δική μου απορία: «Εφόσον ο Θεός γνωρίζει τα πάντα, γιατί θα πρέπει εγώ να προσεύχομαι και να Τον παρακαλώ για κάτι;» Η αλήθεια είναι ότι ο Θεός δεν το χρειάζεται, αλλά τις περισσότερες φορές αυτή μου η προσευχή είναι η μοναδική μέθοδος, ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο μπορώ να εκδηλώσω τη δική μου συνεργασία με τον Θεό.
Ο Θεός γνωρίζει τι θέλω, λέγοντας όμως: «Κύριε, θέλω αυτό!» αρχίζω μαζί Του μια συνεργασία. Καμιά φορά ίσως να είναι το μοναδικό πράγμα που μπορώ να κάνω, άλλες φορές όμως προστίθεται σε αυτό που κάνω. Λέγοντας: «Κύριε, δώσε μου υπομονή!» είναι ήδη μια συνεργασία, αφού και ο Θεός θέλει να μου δώσει υπομονή. Γιατί; Διότι και ο Ίδιος είναι υπομονετικός και μακρόθυμος. Μου δίνεται κάποτε μια ευκαιρία που θα πρέπει να δείξω την υπομονή μου; Θα προσπαθήσω όσο καλύτερα μπορώ, άσχετα αν θα πετύχω ή όχι. Ζητώντας όμως υπομονή από τον Θεό, ήδη συνεργάζομαι με Αυτόν για τη σωτηρία μου. Δεν περιμένω, όπως λέμε, «να πέσει το σύκο στο στόμα του τεμπέλη»· κάνω και εγώ ότι μπορώ. Και τι μπορώ να κάνω; Το καλύτερο που έχω να κάνω είναι πρώτα πρώτα να το ζητήσω από τον Θεό: «Κύριε, δώσε μου το τάδε!».
Ο τρόπος ο πνευματικός
            Ερώτηση: Είπατε κάποτε ότι όλα τα πράγματα δένονται και λύνονται με πνευματικό τρόπο. Μπορείτε, σας παρακαλώ, να μας το εξηγήσετε;
Image result for fr raphael noica
Ο π. Ραφαήλ Νόικα (από εδώ)
            Απάντηση: Ναι, έχω πει κάτι τέτοιο.  Όλα όσα κάνει ο άνθρωπος αρχίζουν στον αόρατο, δηλαδή στον μυστικό χώρο της καρδιάς του. Όταν βάλεις κάτι στον νου σου, ο Θεός το βλέπει, και αν έχεις πάρει απόφαση γι’ αυτό το  κάτι, είναι πολύ πιθανό να πραγματοποιηθεί κάποτε στη ζωή σου.
            Ακούστε ένα παράδειγμα. Κάποιος μοναχός μου είπε: «Μάλωσα με έναν μοναχό (νομίζω από άλλη μονή), αλλά ύστερα μετάνιωσα και ήθελα να του ζητήσω συγγνώμη.
            Εκείνος όμως ούτε που ήθελε να ακούσει για μένα – τόσο πληγωμένος ήταν. Και σκεφτόμουν: Τι να κάνω; Αύριο μεθαύριο πρέπει να φύγω, και θέλω και να κοινωνήσω. Πλήγωσα τον αδελφό μου, πώς να πλησιάσω στη θεία Κοινωνία; Αλλά και πώς να συνεχίσω τη ζωή της μετάνοιας αφού δεν με θέλει πια εγώ θέλω να του ζητήσω συγγνώμη αλλά αυτός ούτε που θέλει να ακούσει για μένα. Θυμήθηκα τότε, λέει, έναν λόγο της θείας Λειτουργίας του Μεγάλου Βασιλείου. Στα Δίπτυχα, μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, ο ιερέας λέει: «Μνήσθητι, Κύριε, τών εύσεβεστάτων καί πιστοτάτων ήμών βασιλέων… λάλησον εις τήν καρδίαν αυτών αγαθά ύπέρ τής Εκκλησίας σου καί παντός του λαού σου». Ο μοναχός αυτός θυμήθηκε αυτό το «λάλησον» και είπε: «Κύριε, λάλησε Εσύ στην καρδιά του για τη μετάνοιά μου, πες του ότι μετανιώνω για ότι έκανα, ότι του ζητάω συγγνώμη και ότι και εγώ τον συγχωρώ». Και συνέχισε λέγοντας: «Την επόμενη φορά που τον είδα ήταν σαν να μην υπήρχε ποτέ σύννεφο στον ουρανό όλα εξαφανίστηκαν και η συμφιλίωση έγινε». Όταν έμαθα αυτό το περιστατικό, συμβούλεψα και άλλους να πράττουν έτσι- και σχεδόν κάθε φορά γίνονταν θαύματα.
            Μια μοναχή, που είχε πρωτοπάει σε μια μονή, μου έλεγε: «Πάτερ, φοβάμαι όλους τους ανθρώπους». Ήταν πολύ ευαίσθητη και πληγωμένη ιδιαίτερα από κάποια ηλικιωμένη μοναχή που ήταν πολύ αυταρχική. Μου έλεγε: «Όταν μπαίνω στο μαγειρείο, με πιάνει τρόμος, δεν ξέρω τι να κάνω!» Της είπα να προσευχηθεί με αυτόν τον τρόπο: «Κύριε, πες στην καρδιά της για μένα έναν καλό λόγο». Μια μέρα, λοιπόν, έρχεται τρέχοντας και μου λέει:
            «Πάτερ, ξέρετε τι συνέβη; Ήρθε η αδελφή τάδε και με ξανάπιασε ο τρόμος και είπα – “Κύριε, πες της ότι την αγαπάω!” Και τότε, πάτερ, δεν ξέρω – ίσως να ήταν σύμπτωση, με κοίταξε γλυκά και μου μίλησε πολύ ωραία». Πέρυσι, όταν την ξαναείδα, είχε το ίδιο λαμπερό πρόσωπο όπως τότε, και ας είχαν περάσει δέκα ολόκληρα χρόνια, και είχε ειρήνη με όλους. Και πιστεύω ότι αυτές οι “συμπτώσεις” της συνεχίστηκαν.
            Βλέπουμε λοιπόν ότι όλα δένονται και λύνονται με πνευματικό τρόπο στον μυστικό χώρο της καρδιάς. Και ευχαριστώ για την ερώτηση, γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να πω και τούτο: πρέπει να ασκούμαστε σε αυτό που οι πρόγονοί μας το έκαναν πολύ φυσικά. Οι πρόγονοί μας, που ήταν πιο κοντά στον Θεό απ’ ότι εμείς, με πολύ φυσικότητα, σε κάθε περίσταση, επικαλούνταν τον Θεό. Φέρ’ ειπείν, όταν αισθανόμαστε έναν κίνδυνο, να πούμε: «Κύριε!» Και πες κάτι στον Θεό. Βλέπεις μια αμαρτία μέσα σου, πες: «Κύριε, κοίτα τι έχω μέσα μου, μη με αφήνεις έτσι!» Βλέπεις ότι κάποιος σε στενοχωρεί και δυσκολεύεσαι να φιλιώσεις μαζί του· πες πάλι: «Κύριε, μίλησε στην καρδιά μου για τον πλησίον μου!» κτλ. Να επικαλείσθε, λοιπόν, τον Θεό. Είναι πίστη μας ότι ο Ιησούς, ο Σωτήρας μας, είναι ο μόνος μεσίτης μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου.  Άρα λοιπόν, τολμώ να πω, ότι αρέσει στον Θεό να μεσιτεύει μεταξύ του ενός και του άλλου. Κάλεσε λοιπόν τον Θεό και κάνε Τον μεσίτη ανάμεσα σ’ εσένα και στον εχθρό σου, ανάμεσα σ’ εσένα και σε αυτούς, με τους οποίους έχεις μαλώσει, και θα δεις τη “σύμπτωση” που θα συμβεί.
            Λίγες μέρες πριν μου έλεγε κάποιος ότι δεν υπάρχει Θεός. Και του απαντώ: «Όχι! Παριστάνει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει! Κάνε λοιπόν εσύ ότι πιστεύεις, και θα δεις πως και ο Θεός θα κάνει ότι υπάρχει!» Και έτσι θα συμβαίνουν και σ’ εμάς παρόμοιες “συμπτώσεις”.
            Συνοψίζω λέγοντας: Να μάθουμε, αδελφοί μου, να καλούμε τον Θεό σε κάθε περίπτωση και με κάθε αφορμή και να ζητάμε τη συμβουλή Του. Να θέτουμε στον Θεό όλες τις απορίες μας, να Τον ρωτάμε τι νόημα και τι σκοπό έχει το καθετί.
            Και να μην ξεχνάμε να Τον ευχαριστούμε κάθε φορά που μας δίνει ό,τι Του έχουμε ζητήσει. Το «Κύριε!» να έχουμε πρώτα πρώτα στην καρδιά μας, και ύστερα όλα τα άλλα. Στην περίπτωση που θέλεις να μιλήσεις με τον πνευματικό σου και βρίσκεται σε κάποια απόσταση από σένα, πρέπει να περπατήσεις αυτή την απόσταση (και στο μεταξύ μπορεί κάποιος άλλος να σε έχει προλάβει), ή πρέπει να πάρεις τηλέφωνο και να σχηματίσεις έναν αριθμό. Για τον Θεό όμως δεν χρειάζεται ούτε καν αυτό – μπορείς οποιαδήποτε στιγμή να πεις: «Κύριε!» και, όπως έλεγε κάποιος, συνδέθηκες με τον “δορυφόρο «Κύριε!»”. Και τότε θα δεις πώς αυτός ο Θεός “παριστάνει” ότι υπάρχει!
Από το βιβλίο
Η ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
http://o-nekros.blogspot.com/2015/03/blog-post_9.html?m=1

 

 

Άλλο καλός άνθρωπος και άλλο Χριστιανός

Δημήτριος Παναγόπουλος, Ιεροκήρυκας
Ο αείμνηστος ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος υπήρξε ένας άοκνος εργάτης του Ευαγγελίου με πλήθος καταπληκτικών ομιλιών και συγγραμμάτων. Χωρίς σπουδές και τίτλους, έχοντας όμως το σπουδαίο χάρισμα του λόγου και κυρίως την πλουσιότατη Χάρη του Κυρίου μας που τον επεσκίαζε και τον καθοδηγούσε, βοήθησε πλήθος ανθρώπων να βρουν και να ακολουθήσουν την οδό της σωτηρίας.
Αξίζει να σημειωθεί πως δεν επεδίωξε να αναλάβει αυτήν την διακονία αλλά ο Ίδιος ο Χριστός τον επέλεξε και του την ανέθεσε. Για τον συγκλονιστικό τρόπο με τον οποίον έγινε αυτό αλλά και ένα γενικό βιογραφικό πατήστε εδώ και εδώ όπου υπάρχει απομαγνητοφωνημένη σχετική διήγηση του ιδίου!

**********
Είναι αλήθεια, ότι υπάρχει μία μερίς μεταξύ των λεγομέ­νων «καλών ανθρώπων», η οποία επαναπαύεται εις τα λάθη των άλλων και έχει την γνώμην, ότι είναι δυνατόν ποτέ ο Χρι­στός να λάβη υπ’ όψιν τα λάθη και τας αδυναμίας των άλλων, ίνα κάλυψη τας ιδικάς των.
Επίσης είναι αλήθεια, ότι πολλοί εκ των εκκλησιαζομέ­νων ιερωμένων, ψαλτών, νεωκόρων, επιτρόπων, μελών θρη­σκευτικών Όργανώσεων και διαφόρων Φιλανθρωπικών τα­μείων, ως και απλών λαϊκών χριστιανών, δεν είναι εν τάξει εις την ιδιωτικήν των ζωήν.
Αυτό βεβαίως το βλέπει ο κόσμος, και μάλιστα ο ζητών δικαιολογίαν, ίνα απορρίψη την Εκκλησίαν και τον Κλήρον. Και λέγει, ότι «εν σχέσει με αυτόν, που λέγει ότι είναι χριστιανός και άνθρωπος της Εκκλησίας και της Θρη­σκείας, είμαι καλύτερος εγώ. Διότι αυτός, παρ’ ότι εκκλησιά­ζεται κλέπτει εις την επιχείρησίν του, ψεύδεται, κάμνει κομπί­νας, πηγαίνει εις τα δικαστήρια, ορκίζεται ή ορκίζει άλλους, θυμώνει, βλασφημεί, αποφεύγει την τεκνογονίαν, δεν είναι συ­νεπής εις τας συναλλαγάς του κ.ο.κ. Πώς να πάω εις την Εκ­κλησίαν, λέγει η άλλη, που γνωρίζω μια εις την γειτονιά μου, που είναι της Εκκλησίας και του κηρύγματος και εχώρισε το παιδί της από την γυναικά του διότι ήτο πτωχή;»
Πώς να εκκλησιασθώ, λέγει η άλλη, που μια γνωστή μου κυρία, που ανήκει και σε θρησκευτικόν κύκλον, απαγορεύει εις την κόρην της να κάνη παιδιά;
Πώς να πάω εις την Εκκλησίαν, σου λέγει ο άλλος, που ο επίτροπος εις την ενορίαν μου, παρ’ ότι ανήκει εις θρησκευτικήν Οργάνωσιν και κάνει και κύκλον εις το σπίτι του, δεν πληρώνει τους εργάτας του και γίνεται αιτία και βλασφημείται ο Θεός;
Πώς να πάω εις την Εκκλησία, λέγει άλλος, να ακούσω τον ψάλτη, που γνωρίζω ότι είναι, βλάσφημος, μέθυσος, άν­θρωπος που ξημερώνεται με γυναίκες, καντάδες, κιθάρες, χο­ρούς κ.τ.τ.;
Τί να κάμω λοιπόν εις την Εκκλησίαν; Κάθομαι στο σπι­τάκι μου και ακούω από το Ραδιόφωνον την Λειτουργία κι’ έ­τσι δεν πάω να ιδώ όλες αυτές τις ασχήμιες…
Ακούοντας όλας αυτάς τας ενστάσεις υποχρεούμεθα, δυ­στυχώς να είπωμεν. Έχετε δίκαιον, κύριοι. Και, όχι μόνον αυ­τά που είπατε λαμβάνουν χώραν εκ μέρους πολλών εκκλησιαζομένων, αλλά και πολλά άλλα. Είναι δυστυχώς αφάνταστα εις έκτασιν και ασύλληπτα εις επινόησιν και πανουργίαν, τα όσα λαμβάνουν χώραν εκτός, αλλά και εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας, και συγκεκριμένως εις το Παγκάρι αυτής, εκ μέ­ρους ανακόλουθων επιτρόπων και Νεωκόρων, εις το Αναλόγιον αυτής, εκ μέρους ανακόλουθων, ασεβών και απίστων πολλάκις ψαλτών, και εντός του ιερού αυτής, ένθα πολλάκις μετατρέπεται ο ιερός αυτού χώρος εις χώρον καπηλειού, καθ’ ότι ακούονται έξω αυτού ή υπό του μεγαφώνου ενίοτε ύβρεις, διαπληκτισμοί, λόγω συμφεροντολογικών προστριβών, μετα­ξύ των ιερέων ή των μικρών των υπηρετούντων εντός του Ιερού.
Δι’ όλα αυτά, που λαμβάνουν χώραν, εντός αυτής και πολ­λάκις εν τω κρυπτώ, ομιλεί ο Προφήτης Ιεζεκιήλ εις το Β’ αυτού κεφάλαιον. Λέγομεν δε, μόνον δια την Ορθόδοξον Eκκλησίαν, καθ’ ότι αφ’ ενός αυτή μόνον υπάρχει Εκκλησία έ­χουσα κεφαλήν τον Χριστόν, και αφ’ ετέρου, διότι αυτή μόνον βάλλεται και συκοφαντείται.
Όλαι αι άλλαι, αι λεγόμενοι Εκκλησίαι, δεν είναι Εκκλησίαι, διότι Εκκλησίαι με κεφαλήν ανθρώπου π.χ. του Πά­πα ως η Παπική, του Λουθήρου ως η Προτεσταντική, του Ρώσσελ ως η των Ιεχωβιτών κλπ. είναι ανθρώπινα κατασκευάσμα­τα, που έχουν την βάσιν των επί εγωϊσμού ή συμφέροντος.
Η μία, η μόνη, η έχουσα κεφαλήν τον Χριστόν, είναι η Ορθόδοξος. Δι’ αυτό όλα τα συντάγματα των Δαιμόνων βάλ­λουν εναντίον της. Δια να πιστοποιήσητε δε αυτό εισέλθετε, ε­άν θέλετε, εις Παπικήν λεγομένην Εκκλησίαν ή εις Προτεσταντικήν ή εις την των Σπουδαστών των Γραφών, Συναγωγήν ή εις Τζαμί Οθωμανών ή όπου αλλού, εκτός της Ορθοδόξου, και θα διαπιστώσητε ησυχίαν, τάξιν, αρμονίαν κ.τ.τ. Ενώ, όταν εισέλθητε εις Ορθόδοξον, από το Παγκάρι έως του Ιερού θα πιστοποιήσητε αταξίαν, συζήτησιν καλοστρωμένην, γέλω­τας, αστεία, θορύβους, φωνάς μικρών, διαπληκτισμούς Ιερέων κ.τ.τ.
Αντιλαμβάνεσθε ευθύς αμέσως, ότι εισήλθατε εις μίαν ατμόσφαιραν ηλεκτρισμένην. Ε!, αυτό είναι απόδειξις, ότι υ­πάρχει Διάβολος εις την Εκκλησίαν αυτήν. Και δια να υπάρχη Διάβολος είναι μία απόδειξις, ότι υπάρχει η Αλήθεια εν αυτή ότι υπάρχει Χριστός.
Εις όλας τας μη Ορθοδόξους, λεγομένας Εκκλησίας, υ­πάρχει ανά εις Διάβολος εις την οροφήν αυτής και φυλάττει τους πιστούς της. Ενώ εις τας Ορθοδόξους Εκκλησίας δεν υ­πάρχει εις μόνον εις την οροφήν, αλλά και εκατοντάδες εντός αυτής και πειράζουν και ενοχλούν τους πιστούς της. Όπου λοιπόν υπάρχει η αλήθεια εκεί και ο Διάβολος.
Δι’ αυτό, μη νομίσωμεν ότι είμεθα εξασφαλισμένοι ημείς και ότι είναι καλύτερον να μη εκκλησιασθώμεν, διότι οι εκκλησιαζόμενοι δεν είναι εν τάξει.
Ο Χριστός δεν εκήρυξε ποτέ ότι εις που εκκλησιάζεται δύναται να πράττη το κακόν και εις που πράττει το αγαθόν δύ­ναται να μη εκκλησιάζεται. Όχι, ο Χριστός εκήρυξε το αντίθετον, λέγων «Ταύτα έδει ποιήσαι κακείνα μη αφίεναι» (Ματθ. κγ’ 23).
Δηλαδή και εις την Εκκλησίαν θα πας και το κακό δεν θα κάμης. Και εις την Εκκλησίαν θα πας και το παιδί σου δεν θα χωρίσης. Και εις την Εκκλησίαν θα πας και την γλώσσαν σου θα κόψης. Και εις την Εκκλησίαν θα πας και το προσωπικόν σου θα πληρώσης.
Δεν μας έθεσεν να εκλέξωμεν μεταξύ δύο, δηλαδή εκκλη­σιασμού και κακού ή μεταξύ καλού και μη εκκλησιασμού. Δεν είπε ότι, θα πηγαίνης εις την Εκκλησίαν και θα κάμνης τα αν­τίθετα απ’ ό,τι κηρύττει αυτή, ή θα κάμνης τα σωστά και δεν θα εκκλησιάζεσαι, αλλ’ είπεν ότι θα κάμνωμεν και τα δυό. Δι’ αυτό ημείς θα πηγαίνωμεν εις την Εκκλησίαν και θα είμεθα και καλοί, ώστε οι άλλοι να βλέπουν ημάς που είμεθα συνεπείς και να επιστρέφουν εις Χριστόν, και όχι τους ανακολούθους. Διότι, δυστυχώς, είναι μία πικρά αλήθεια αυτή, εάν ημείς οι χριστιανοί είμεθα εν τη ιδιωτική μας ζωή αντάξιοι του τίτλου μας, θα ήσαν ολίγοι οι άπιστοι, ως λέγει και ο θείος Χρυσόστο­μος: «Όντως ουδείς αν ην ειδωλολάτρης, ει ημείς ήμεν Χρι­στιανοί, ως δει, ει τα Χριστού εφυλάττομεν. Ει ηδικούμεθα, ει επλεονεκτούμεθα, ει λοιδορούμενοι ηυλογούμεν, ει κακώς πάσχοντες ευηργετούμεν, ουδείς ούτω θηρίον ην, ως μη επιδραμείν τη ευσεβεία (Λόγ. Ι’ εις την Α’ Τιμ.).
Επίσης το θέμα του Εκκλησιασμού, δεν είναι μόνον να ακούση τις την Λειτουργίαν, αλλά να λάβη και μέρος εις τον Δείπνον. Να φάγη, να τραφή, πράγμα που το ραδιόφωνον δεν του προ­σφέρει. Από ραδιοφώνου ακούει τις, αλλά δεν χορταίνει. Και είναι πολύ αστείον, να υποστηρίξη τις ότι, διότι ήκουσε τους κρότους των πιάτων ή των μαχαιροπηρούνων όπου έτρωγον άλλοι, ότι ετράφη αυτός. Ώστε, ούτε και αυτό ισχύει, το ότι εί­ναι κακοί οι εκκλησιαζόμενοι και ακούμε από ραδιοφώνου η­μείς.
(Απόσπασμα εκ του βιβλίου «Αλλο καλός άνθρωπος και άλλο Χριστιανός», Δ. Παναγόπουλος (1916-1982), Εκδόσεις Νεκτ. Παναγόπουλος)

 

 

Κυριακή των Αγίων Πάντων – Σύννεφο Αγίων!

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιοι παντες

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἑβρ. ια΄ 33 – ιβ΄ 2

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. ι΄ 32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30

Σύννεφο Ἁγίων!

«Τοσοῦτον ἔχοντες περικείμενον ἡμῖν νέφος μαρτύρων…»

Κυριακὴ τῶν Ἁγίων Πάντων σήμερα. Ἑορτάζουμε ὅλους τοὺς Ἁγίους μαζί, καὶ ἐκείνους ποὺ ἔχουν ἰδιαίτερη ἡμέρα ἑορτῆς μέσα στὸ ἔτος, ἀλλὰ καὶ ὅσους ἀγνοοῦμε καὶ τοὺς γνωρίζει ὁ Θεός. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα τοὺς ὀνομάζει στὸ σύνολό τους «νέφος μαρτύρων», δηλαδὴ σύννεφο Ἁγίων. Μὲ τὴ λέξη «μάρτυρες» ἐννοοῦνται ὄχι μόνο οἱ ἅγιοι Μάρτυρες, ὅσοι δηλαδὴ θυσίασαν τὴ ζωή τους γιὰ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεό, ἀλλὰ ὅλοι γενικὰ οἱ Ἅγιοι. Διότι ὅλοι «ἐμαρτυρήθησαν διὰ τῆς πίστεως»· δηλαδὴ γιὰ τὴ μεγάλη πίστη τους ἔλαβαν ἐγκωμιαστικὴ μαρτυρία ἀπὸ τὸν Θεὸ ἢ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Μὲ αὐτὴ λοιπὸν τὴν ἀφορμὴ ἂς δοῦμε σήμερα γιατί οἱ Ἅγιοι Πάντες ὀνομάζονται «νέφος» καὶ τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Τι Είναι Βλασφημία Κατά Του Αγίου Πνεύματος

Τι είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος

Ο Άγιος Νεκτάριος μας εξηγεί και μας προειδοποιεί ταυτόχρονα για το τι είναι βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος  
α) Όσοι αρνούνται τη χάρη του Θεού, την θεία ευσπλαχνία, τη φιλανθρωπία και την Πρόνοια του Θεού.
β) Όσοι περιφρονούν τον θείο νόμο.
γ) Όσοι αρνούνται τις ενέργειες τού Άγιου Πνεύματος και αποδίδουν αυτές σε άλλες δυνάμεις (στις δυνάμεις τού σκότους, στον πονηρό).
δ) Όσοι αρνούνται τις δωρεές και τούς καρπούς τού Άγιου Πνεύματος. Οι Φαρισαίοι βλασφημούσαν κατά τού Άγιου Πνεύματος όταν έλεγαν ότι: «Ούτος ουκ εκβάλλει τά δαιμόνια ειμή εν τω Βεελζεβούλ, άρχοντι των δαιμονίων» (Ματθ. ιβ’, 24), δηλαδή: «Οι Φαρισαίοι, όταν είδαν ότι όλα τα πλήθη τού λαού εκπλήσσονταν από τη διδασκαλία και τα θαύματα τού Χριστού και Τον ακολουθούσαν με πίστη ως Σωτήρα και Λυτρωτή τους, τότε φθόνησαν τόσο πολύ τη δόξα τού Χριστού και για να εξουδετερώσουν την εντύπωση πού προκαλούσαν τα θαύματα Του είπαν: Αυτός δεν βγάζει τα δαιμόνια παρά με την βοήθεια και τη δύναμη τού Βελζεβούλ, τού σατανά, πού είναι ό άρχοντας των δαιμονίων». 

Συνέχεια ανάγνωσης