Γιατί προσευχόμαστε στραμμένοι προς ανατολάς;

Αποτέλεσμα εικόνας για προσευχη ΠΡΟς ΑΝΑΤΟΛΑΣ
Α. Ἐπειδὴ ἔχουμε διπλὴ φύση, προσφέρουμε διπλὴ προσκύνηση
 
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός (1) μᾶς διδάσκει, ὅτι δὲν προσκυνοῦμε πρὸς ἀνατολὰς ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἡ φύσις μας εἶναι σύνθετος, δηλαδὴ ὁρατὴ καὶ ἀόρατος, νοητὴ καὶ αἰσθητή, προσφέρουμε στὸν Δημιουργὸ διπλὴ καὶ τὴν προσκύνησι: ἡ ψυχὴ εἶναι στραμμένη νοερὰ πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ταυτόχρονα τὸ σῶμα προσκυνεῖ πρὸς ἀνατολάς.Αὐτὸς ὁ διπλὸς τρόπος, νοητὸς καὶ αἰσθητός, τῆς ἀναφορᾶς μας πρὸς τὸν Κύριο φαίνεται καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις: ψάλλουμε μὲ τὸν νοῦ μας, ἀλλὰ ταυτόχρονα καὶ μὲ τὰ σωματικὰ χείλη μας· βαπτιζόμεθα καὶ στὸ ὕδωρ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα, δηλαδὴ ἐνούμεθα μὲ τὸν Κύριό μας μὲ δύο τρόπους: μετέχοντες στὰ Ἱερὰ Μυστήρια καὶ στὴν Χάρι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Γέφυρα ακτίστου και κτιστού

Γέφυρα είναι οι εν Χριστώ Θεούμενοι και όχι η λογική!

π. Ι. Ρωμανίδης

Οι άνθρωποι είναι κτιστά δημιουργήματα του ακτίστου Θεού. Μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμία ομοιότητα και, μάλιστα, παρατηρείται χαώδης διαφορά μεταξύ τους.

«Το Άκτιστον είναι τελείως ασύλληπτον. Ουδεμία ομοιότης μεταξύ ακτίστου και κτιστού. Η ανθρώπινη διάνοια κινείται μέσα στον χρόνο και στον χώρο της ύλης. Ο ανθρώπινος λόγος ανήκει στην σφαίρα των κτισμάτων και δεν μπορεί ο λόγος- λογική των ανθρώπων να ξεφύγη από την σφαίρα των ορατών πραγμάτων. Ο νους έχει την δύναμη να ευρίσκεται σε κοινωνία απ’ ευθείας με τον Θεό δια της αναστάσεως του νοός και της αενάου μνήμης του Θεού, που είναι μια προσευχή: «Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον», η οποία επεκτείνεται και γίνεται το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν». Ο νους προσεύχεται και η λογική δουλεύει λογικά. Ούτε το ένα ούτε το άλλο μπορούν να ξεπεράσουν το θέμα του χρόνου. Ακόμα και η σφαίρα των αιώνων στους οποίους κινούνται οι άγγελοι, είναι ασύλληπτη για τον άνθρωπο, πόσο μάλλον εκείνο το οποίο είναι υπέρ τους αιώνες, που είναι ο Θεός». Συνέχεια ανάγνωσης

 

Να γίνει η πίστη μας στο Θεό όπως η εμπιστοσύνη των μικρών παιδιών στον πατέρα τους

child1.jpg

18:1 εν εκείνη τη ώρα προσήλθον οι μαθηταί τω Iησού  λέγοντες τις άρα μείζων εστίν εν τη βασιλεία των ουρανών
18:2 και προσκαλεσάμενος ο Ιησούς παιδίον έστησεν αυτό εν μέσω αυτών
18:3 και είπεν αμήν λέγω υμίν εάν μη στραφήτε και γένησθε ως τα παιδία ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών
18:4 όστις ουν ταπεινώση εαυτόν ως το παιδίον τούτο ούτος εστίν ο μειζων εν τη βασιλεια των ουρανων
18:5 και ος εαν δέξηται παιδιον τοιούτον εν επι τω ονόματι μου εμε δέχεται
18:6 ος δ αν σκανδαλίση ένα των μικρων τούτων των πιστευόντων εις εμε συμφέρει αυτώ ίνα κρεμασθή μύλος ονικός επι τον τράχηλον αυτού και καταποντισθή εν τω πελάγει τής θαλάσσης
 

Εκοιμήθη ο Αρχιμ. Πλακίδας Deseille

 

deseilie

Ο Αρχιμανδρίτης Πλακίδας (Ρlacide Deseille) γεννήθηκε το 1927 και ενωρίς ακολούθησε το μοναχικό βίο ως γάλλος ρωμαιοκαθολικός μοναχός (Σιστερσιανός).
Λόγω της ευρύτατης παιδείας του είχε διευθύνει επί έτη τη σειρά «Sources Chretiennes» που εξέδιδε τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Το 1977 εισήλθε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και εκάρη μοναχός στη Μονή Σίμωνος Πέτρας του Αγίου Ορούς.
Εν συνεχεία ίδρυσε δύο μοναστήρια, μετόχια της Μονής αυτής στη Γαλλία.

     Ἀπὸ τὸ βιβλίο του «Η πορεία μου στην Ορθοδοξία», παρουσιάζουμε δύο κεφάλαια.

1. ΤΟ ΠΑΤΕΡΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ

Το 1949, ενώ το Συνέδριο του Άμστερνταμ δημιουργούσε το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών, ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ χαρακτήριζε τη θέση του ορθοδόξου θεολόγου ανάμεσα στους συναδέλφους του που διακήρυτταν μια διαφορετική πίστη ως εξής: «Ο ορθόδοξος θεολόγος μπορεί και οφείλει να εκπροσωπεί λιγότερο τη σύγχρονη «Ανατολή» από την ίδια την οικουμενική αρχαιότητα… Είναι αυταπόδεικτο, πως η αρχαιότητα είναι σημαντική περισσότερο λόγω του καθολικού και συνθετικού χαρακτήρα της παρά λόγω της παλαιότητας της. Η Ορθοδοξία εκφράζει στην οικονομία του οικουμενισμού την πατερική στιγμή»1. Πρέπει σίγουρα να εφαρμόσουμε στις νέες καταστάσεις και στις καινούριες ανάγκες αυτή την καθολική και συνθετική θεώρηση που είχαν οι πρώτες χριστιανικές γενιές για το μυστήριο της Εκκλησίας. Αυτό όμως (θα πρέπει να το κάνουμε) στηριζόμενοι σ’ αυτήν και προσπαθώντας να μην αλλάξουμε τίποτε. Έτσι η  Εκκλησία θα βρει σήμερα το δρόμο μιας ζωντανής πιστότητας. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Προυποθέσεις γιά μιά ὀρθόδοξη κατήχηση

Σχετική εικόνα

 

ΜΟΝΑΧΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ

Προυποθέσεις γιά μιά ὀρθόδοξη κατήχηση

Στόν ἐπίλογο τοῦ λόγου του περί ἐνανθρωπήσεως τοῦ Λόγου, ὁ Μέγας Ἀθανάσιος, Πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, τονίζει ὅτι, γιά νά διδάξει, νά κατηχήσει κάποιος πνευματικά τούς ἄλλους χρειάζονται δύο πράγματα : α) Μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς μέ ταπείνωση καί β) βίος καθαρός, ἁγνός, ἀμόλυντος : «Πρός τήν ἐκ τῶν Γραφῶν ἔρευναν καί γνῶσιν ἀληθῆ χρεία βίου καλοῦ καί ψυχῆς καθαρᾶς καί τῆς κατά Χριστόν ἀρετῆς»[1].

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Η γονυκλισία στη λατρευτική πρακτική της Εκκλησίας.

 

Γεωργίου Ζαραβέλα,Θεολόγου-ΜΑ Ιστορικής Θεολογίας – Λειτουργικής ΕΚΠΑ

 

 Η γονυκλισία ή υπόπτωση ή το γόνυ κλίνειν αποτελεί μία από τις συνήθεις στάσεις του ανθρώπινου σώματος κατά τη διάρκεια της προσευχής, η οποία φανερώνει τη ψυχική συντριβή και την ταπείνωση του πιστού ενώπιον του Θεού. Η πράξη αυτή μαρτυρά, επίσης, την ομολογία του πιστού ότι εξέπεσε της θείας χάριτος λόγω των αμαρτιών του. Η εισαγωγή της γονυκλισίας στη ζωή των πιστών είναι γνωστή από την αρχέγονη Εκκλησία.

 Η βάση της γονυκλισίας εντοπίζεται σε βιβλικές μαρτυρίες, μεταξύ των οποίων: α) Ο προφήτης Ησαΐας αναφέρει ότι ενώπιον του Κυρίου «κάμψει πᾶν γόνυ» (Ησ. με’, 23). β) Ο Χριστός γονατίζει προσευχόμενος στο όρος των Ελαιών πριν την παράδοσή του από τον Ιούδα (Λκ. κβ’, 41). γ) Ο απόστολος Παύλος σημειώνει την έννοια της γονυκλισίας δύο φορές, στο Εφ. γ’, 14 και στον χριστολογικό ύμνο της προς Φιλιπησσίους Επιστολής (Φιλιπ. β’, 10).

 Η πρώτη εμφάνιση της γονυκλισίας στη χριστιανική Εκκλησία εντοπίζεται στο β’ μισό του Γ’ αι., στις τάξεις των μετανοούντων μελών της και συγκεκριμένα στην ομάδα των «υποπιπτόντων», η οποία συνιστούσε μία από τις δύο, τρεις ή τέσσερις κατηγορίες των πεπτωκότων. Οι υποπίπτοντες ήταν βαπτισμένοι χριστιανοί, ενεργά μέλη της Εκκλησίας, οι οποίοι είχαν υπαχθεί στις τάξεις των κατηχουμένων, λόγω των αμαρτιών που είχαν διαπράξει. Η ομάδα αυτή καταγράφεται στους κανόνες η’ και θ’ του Γρηγορίου Νεοκαισαρείας του Θαυματουργού.

 Το «γόνυ κλίνειν» είναι γενικά παλαιά συνήθεια προσευχής, η οποία εντοπίζεται, κυρίως, στην κατά μόνας προσευχή των πιστών. Η παρουσία της γονυκλισίας στη λατρεία της σύναξης είναι περιορισμένη σε ημέρες νηστείας, μετάνοιας και νίψης, όπως η Μεγάλη Τεσσαρακοστή. 

Ο πένθιμος χαρακτήρας της νηστείας αρμόζει απόλυτα με τη συντριβή, τη μετάνοια και την ικετευτική χροιά της γονυκλισίας, ώστε αυτή να εντοπίζεται στην ακολουθία των Προηγιασμένων, κατά τη διάρκεια της εισόδου των Τιμίων Δώρων. Η πράξη αυτή είναι παλαιά και έχει επηρεάσει τους πιστούς εσφαλμένα στην πρόσπτωση και κατά τη Μεγάλη Είσοδο της Θείας Λειτουργίας. Η γονυκλισία ενώπιον του Ευαγγελίου, ενόσω ο λειτουργός αναγιγνώσκει την ευαγγελική περικοπή, αποτελεί, εξίσου, παλαιά συνήθεια ευλαβείας.

 Η κανονικότητα του έθους της γονυκλισίας στη λατρεία είναι διαχρονικά σημείο αντιρρήσεων και διαμάχης. Η κανονική διδασκαλία της Εκκλησίας είναι ξεκάθαρη σχετικά με το ζήτημα, αφού με ρητό τρόπο απαγορεύει τη γονυκλισία κατά τις χαρμόσυνες ημέρες του εκκλησιαστικού έτους, δηλαδή την Κυριακή και όλες τις ημέρες από το Πάσχα έως και την Πεντηκοστή.
 Ο 20ος κανόνας της Α’ Οικουμενικής Συνόδου ορίζει σε όλες τις εκκλησιαστικές κοινότητες η λατρεία της Κυριακής και των ημερών έως την Πεντηκοστή να αποδίδεται στο Θεό σε όρθια στάση, απαγορεύοντας τη συνήθεια ορισμένων να γονατίζουν. Ο κανόνας διαφυλάσσει την ομοιομορφία της σύναξης, η οποία εντάσσεται σε ορισμένες αρχές και διατάξεις.
 Στο πλαίσιο αυτό κινείται και ο 90ος κανόνας της εν Τρούλλω Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος υπενθυμίζει το σχετικό κανόνα της Συνόδου της Νικαίας και απαγορεύει την κυριακάτικη γονυκλισία, ως αντίθετη προς το αναστάσιμο κλίμα της ημέρας. Ορίζει, συγκεκριμένα, την απαγόρευση της γονυκλισίας από την είσοδο του εσπερινού του Σαββάτου έως και την είσοδο του εσπερινού της Κυριακής.

 Η πατερική παράδοση συμφωνεί στην απαγόρευση της γονυκλισίας τις Κυριακές. Ο Ειρηναίος Λυώνος και ο Τερτυλλιανός θεωρούν την πράξη αυτή, αλλά και τη νηστεία, ως ασυμβίβαστες με τις αναστάσιμες περιόδους (Κυριακή και Περίοδος Πεντηκοσταρίου), ενώ ο τελευταίος θεωρεί την γονυκλισία κατά την Τετάρτη και την Παρασκευή ως θεμιτή. 
Ο Επιφάνιος Κωνσταντίας εξαιρεί από τις ημέρες απαγόρευσης την Κυριακή της Πεντηκοστής. 
Ο Αυγουστίνος Ιππώνος αμφισβητεί την καθολική αναγνώριση της σχετικής απαγόρευσης για γονυκλισία, θέση που επιβεβαιώνει την ανάγκη επιβολής ομοιομορφίας σε όλες τις χριστιανικές κοινότητες από την Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Η επιθυμία γονυκλισίας κατά τις αναστάσιμες ημέρες ίσως επηρεάσθηκε από την γονυκλινή προσευχή του αποστόλου Παύλου στα Ιεροσόλυμα την ημέρα εορτασμού της Πεντηκοστής (Πραξ. κ’, 36 και κα’, 5).

 Η Κυριακή της Πεντηκοστής, μόνη από όλες τις Κυριακές του εκκλησιαστικού έτους εντάσσει στο τυπικό της λατρείας τη γονυκλισία. Ο εσπερινός της ημέρας αυτής εμπεριέχει τις ευχές της γονυκλισίας σε τρεις στάσεις, οπότε όλοι οι πιστοί γονατίζουν με διακονική προτροπή μετά την είσοδο, ενόσω ο λειτουργός τις αναγιγνώσκει. Η πρακτική αυτή έχει αποδώσει στην ακολουθία τον τίτλο «εσπερινός της γονυκλισίας» ή λαϊκότερα «εσπερινός της γονατιστής». Η εν λόγω ονοματοδοσία δηλώνει τον έκτακτο χαρακτήρα της γονυκλισίας κατά την Κυριακή. Η κλίση των γονάτων, άλλωστε, δεν αντιβαίνει στους ιερούς κανόνες, αφού λαμβάνει χώρα μετά την είσοδο του εσπερινού της Κυριακής, ανεξάρτητα από την μετάθεση της ακολουθίας το πρωί, αμέσως μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ώστε να διευκολυνθούν χρονικά οι πιστοί.

 Πολλοί πιστοί συνηθίζουν να γονατίζουν σε διάφορα σημεία της λατρείας, ιδίως της Θείας Λειτουργίας, με συχνότερο τη στιγμή του καθαγιασμού του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού, δηλαδή από την εκφώνηση «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέροντες», έως και το τέλος της αγίας Αναφοράς με το «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας, ἀχράντου». Η κίνηση αυτή είναι ευλαβής, αλλά όχι και ορθή, αφού η παλαιά και μέχρι πρόσφατα ισχύουσα τάξη ορίζει την όρθια στάση των μελών της σύναξης στις ιερότερες στιγμές της λατρείας. Η αρμοδιότερη στάση, σύμφωνα με την παράδοση και την πατερική, λειτουργική διδασκαλία είναι η βαθεία υπόκλιση, ιδίως για τον κλήρο, ο οποίος επεύχεται κατά τον καθαγιασμό «βαθύτατα κλινόμενος» και όχι γονατιστός.

 Η απαγόρευση της γονυκλισίας κατά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων θεμελιώνεται στα ακόλουθα σημεία:
 α) Τα κελεύσματα του διακόνου στη Θεία Λειτουργία προτρέπουν την όρθια στάση των πιστών («Ορθοι», «Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου») και ποτέ την κλίση των γονάτων, με εξαίρεση στον λειτουργικό τύπο των Αποστολικών Διαταγών. 
β) Ο αναστάσιμος χαρακτήρας της Θείας Ευχαριστίας δεν συμβαδίζει με τη συντριβή, το πένθος και τη μετάνοια που δηλώνει η γονυκλισία. 
γ) Η στιγμή του καθαγιασμού είναι από τις πλέον ιερές. Η κοινωνία των Τιμίων Δώρων, όμως, είναι ακόμα ιερότερη για τον πιστό που μεταλαμβάνει. Η μετάληψη των Τιμίων Δώρων γίνεται πάντοτε σε όρθια στάση. Εάν ο καθαγιασμός ήταν συνυφασμένος με την ευλαβική γονυκλισία, τότε η Θεία Κοινωνία πως θα αντιμετωπιζόταν από τον πιστό;

 Η μοναδική αναφορά που αποδέχεται τη γονυκλισία στον καθαγιασμό υπάρχει σε αμφίβολης γνησιότητας κανόνα του Νικηφόρου του Ομολογητού. Η γονυκλισία στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με ερμηνεία του Νικοδήμου του Αγιορείτου, δεν γίνεται από συντριβή και πένθος, αλλά «χάριν ασπασμού», όπως οι μετάνοιες που υποβάλλει κάποιος από χαρά σε σημαντικό πρόσωπο, αγία εικόνα κ.λπ.

Η εισαγωγή στην ελλαδική Εκκλησία της ευλαβικής συνήθειας της γονυκλισίας κατά τον καθαγιασμό επηρεάστηκε από το ρωσικό τυπικό της λατρείας, με το παράδειγμα της ρωσικής καταγωγής βασίλισσας Όλγας, στις αρχές του Κ’ αι. Η καθιέρωση της γονυκλισίας στο ρωσικό τυπικό έγινε από το Μεγάλο Πέτρο, ο οποίος εισήγαγε στη λατρεία διάφορα περιφερειακά στοιχεία της λατρείας των Ρωμαιοκαθολικών. Η γονυκλισία καθιερώθηκε στη Δυτική Εκκλησία ως λαϊκός τρόπος έξαρσης της σημασίας του καθαγιασμού, σταδιακά από τον Ι’ αι., αλλά, κυρίως, με την αποφασιστική συνδρομή των παπών Ρώμης Ονωρίου Γ’ (1216-1227) και Γρηγορίου Ι’ (1271-1276). Η έλευση της συνήθειας αυτής στον ελλαδικό χώρο καλλιεργήθηκε από την ανανεωτική τάση της λατρείας, την οποία προώθησαν οι διάφορες εκκλησιαστικές οργανώσεις, ώστε να καταδείξουν την ιερότητα της Θείας Λειτουργίας και του νευραλγικού σημείου του καθαγιασμού.

Η γονυκλισία, το κοινά λεγόμενο γονάτισμα, είναι συνήθεια ευλαβής, αποδεκτή ολόθυμα από την Εκκλησία και η αρμοδιότερη στάση προσευχής. Η διάκριση της κατ’ ιδίαν προσευχής από την κοινή προσευχή στην επίσημη λατρεία είναι ιδιαίτερα σημαντική, όσο και η υπακοή του πιστού στην κανονική παράδοση και τη ρύθμιση της λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας. 
Η προσωπική προσευχή είναι ιδιαίτερα ελαστική και προσαρμόζεται απόλυτα στις ανάγκες του πιστού, αλλά η κοινή λατρεία είναι συντεταγμένη και ακολουθεί ορισμένους κανόνες. Καλό θα ήταν κάθε κίνηση κλήρου και λαού στη λατρεία να είναι προσεγμένη και να εντάσσεται ομαλά στο σύνολο και το έθος της ευχαριστιακής σύναξης, ώστε να μην διαταράσσεται η ευταξία και να αποδίδεται αρμόδια το νόημα κάθε ημέρας και στιγμής.

 

Η χριστιανική ορθόδοξη διδασκαλία για το πρόσωπο του Χριστού

Ο Χριστός είχε δύο φυσικά θελήματα και δύο ενέρ­γειες. Ήθελε και ενεργούσε ενιαία και ως άνθρωπος και ως Θεός. Το ανθρώπινό του θέλημα, αν και ελεύθερο, υποτασσόταν στο θείο του θέλημα, χωρίς να αντιπαλαίει και ν’ αντιπίπτει προς αυτό. Δεν είχε θέλημα γνωμικό. Δεν ήθελε ξεχωριστά ως άνθρωπος, πράγμα που προϋπο­θέτει την ύπαρξη ανθρώπινου προσώπου και άφηνε ανοι­κτή τη δυνατότητα να υποπέσει ο Κύριος στην αμαρτία. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ενέργειες του Χριστού. Ο Χρι­στός ενεργούσε ενιαία και τα θεία και τα ανθρώπινα, χω­ρίς η μία του ενέργεια να αντιφέρεται προς την άλλη.

xristologia2
Από τη σύνθεση του θεανδρικού προσώπου του Χρι­στού έχουμε τις εξής ακολουθίες:
Την αντίδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού. Η μία φύση αντιδίδει τα ιδιώματά της στην άλλη. Τα ιδιώματα δεν αντιδίδονται απ’ ευθείας στις φύσεις, δηλαδή καθ’ εαυτές, γιατί κάτι τέτοιο θα τις συνέχεε και θα οδηγούσε στο Μονοφυσιτισμό, αλλά αυστηρώς στο ένα του θεανδρικό πρόσωπο. Έτσι δεν λέμε ότι η θεότητα έπαθε ή ότι η ανθρωπότητα ήταν στους ου­ρανούς πριν δημιουργηθεί ο κόσμος, αλλ’ ότι ο Χριστός, ως πρόσωπο ενιαίο και αδιαχώριστο, έπαθε ως Θεός (στη σάρκα του φυσικά: «σαρκί») και βρισκόταν ως άνθρωπος στους ουρανούς. Στην αντίδοση των ιδιωμάτων η θεία φύ­ση αντιδίδει κυρίως τα δικά της στην ανθρώπινη και όχι το αντίθετο. Η πτυχή αυτή του δόγματος είναι πολύ σημαντι­κή, γιατί αποτελεί τη λυδία λίθο αναγνωρίσεως και σταθμίσεως των χριστολογικών κακοδοξιών και αιρέσεων.
Τον όρο «Θεοτόκος» που αποδίδεται στη Μητέρα του Χριστού. Η Μαρία γέννησε το Χριστό. Όχι βέβαια τη θεία φύση του καθ’ εαυτήν, γιατί ο Θεός, ως το απειροτέλειο ον, δεν μπορεί να υπαχθεί στους φυσικούς νόμους, να γεννηθεί δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που γεννιούνται οι άν­θρωποι. Η Μαρία γέννησε το Θεό «σαρκί». Αυτό που γεννήθηκε, ήταν ο Χριστός, στον οποίο ο τέλειος Θεός ήταν ενωμένος «εξ άκρας συλλήψεως» με τον υιό του ανθρώπου στη, θεοχώρητη μήτρα της πάναγνης Κόρης. Ο όρος «Θεοτόκος» αποτελεί συνοπτική εκφορά του χριστολογικού δόγματος, πάνω στον οποίο σαν σε κυματοθραύ­στη, προσέκρουσε και διαλύθηκε η νεστοριανή λαίλαπα.
Τη μία υιότητα και λατρεία του Χριστού. Ο Χρι­στός είχε διπλή γέννηση, μία ως Υιός του Θεού και μία ως Υιός της Παρθένου. Η πρώτη ήταν η αΐδια γέννηση εκ του Πατρός (το υποστατικό ιδίωμα του Λόγου), η δεύτερη ήταν η έγχρονη εκ της Παρθένου διά της δυνάμεως του παναγίου Πνεύματος. Οι δύο αυτές γεννήσεις ήταν σαφείς και ξεχωριστές η μία από την άλλη. Δεν είχε όμως και δύο υιότητες. Δεν ήταν Υιός Θεού και Υιός της Παρθένου ξε­χωριστά. Αυτό θα σήμαινε ότι είχε δύο πρόσωπα, ένα ως Θεός και ένα ως άνθρωπος. Αυτό δεν συνέβαινε. Ο Χρι­στός, όπως είπαμε, είχε ένα πρόσωπο, ήταν ένας και όχι πολλοί. Ως ένας είχε μία υιότητα, ως Θεός και ως άνθρω­πος ο αυτός. Δεν υπήρχαν σ’ αυτόν δύο υιοί ξεχωριστοί, όπως έλεγε ο Νεστόριος. Στη μία υιότητα του Χριστού αναλογεί και μία λατρεία και προσκύνηση.
Την απόλυτη αναμαρτησία του Χριστού. Ο Χριστός όχι απλά δεν αμάρτησε κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του, αλλά δεν μπορούσε καν να αμαρτήσει (non potuit peccare). Αυτό απαιτεί η σύνθεση του προσώπου του. Δεν μπορούσε ν’ αμαρτήσει, γιατί δεν ήταν απλός άν­θρωπος, αλλά Θεάνθρωπος. Η ιδέα ότι μπορούσε ν’ αμαρτήσει ο Κύριος, διχάζει το ένα του πρόσωπο σε δύο φυσικά πρόσωπα, κάτι που καταλύει το χριστολογικό μυ­στήριο. Η ιδέα είναι αλλόκοτη. Αν υποτεθεί ότι ο Χρι­στός μπορούσε ν’ αμαρτήσει σαν άνθρωπος, μπορούσε ν’ αμαρτήσει μαζί του κι ο Θεός, ιδέα ασεβής και βλάσφημη.

 

(Ανδρέα Θεοδώρου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών, Απαντήσεις σε ερωτήματα δογματικά-συμβολικά-ιστορικοδογματικά, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.93-96)
 

Η νοερά προσευχή αλλάζει τον άνθρωπο

Ανακαίνιση τού νου και τού ανθρώπου

 

.

Τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Δεν αρκεί ο άνθρωπος να πράττει καλά έργα, αλλά να έχει ανιδιοτελή αγάπη.

«Και έτσι ερμηνεύουν οι Πατέρες την ξηρανθείσα συκή, η οποία ήταν γεμάτη από φύλλα, αλλά δεν είχε καρπούς. Και τα φύλλα είναι τα καλά έργα του ανθρώπου. Επομένως, εκείνος που έχει καλά έργα, αλλά δεν έχει τον καρπό της ανιδιοτελούς αγάπης, που είναι καρπός και αυτός της καταστάσεως του φωτισμού και της Θεώσεως, αυτό το δέντρο ο Χριστός θα το καταρασθεί. Γι’ αυτό πάει άχρηστο αυτό το δέντρο. Τα φύλλα, τα καλά έργα, δεν επαρκούν για την σωτηρία του ανθρώπου». Συνέχεια ανάγνωσης

 

Θα αναγνωρίζουμε συγγενείς και φίλους στον Παράδεισο;

Στoν Παράδεισο θά γνωρίζουμε τούς πρίν άγιους όπως στή Μεταμόρφωσι γνώρισαν τό Μωυσή καί τόν Ήλία (Μθ I 7, 3). «Στόν ούρανό δέν θά είμαστε άσφαλώς σάν περιπλανώμενα ιερογλυφικά, άλλά ό ένας θά άναγνωρίζη τόν άλλο’»

Ο Νικηφόρος Θεοτόκης γράφει: «Βλέπουν καί γνωρίζουν τούς δικαίους όχι μόνο τούς γνωστούς, ‘άλλα και τούς αγνώστους· βλέπουν δε και αύτούς πού αδικήθηκαν άπό αύτούς, άλλά από μακρυά, διότι απέχουν πολύ από τήν άπόλαυσι της αιώνιας βασιλείας και δόξας. Συνέχεια ανάγνωσης