Θα μείνεις στην απιστία σου;

Αποτέλεσμα εικόνας για ψηλαφηση θωμα

 

Μὴ γίνου ἄπιστος ἀλλὰ πιστός» (Ἰω. 20,27)

(Ομιλία του †Επισκόπου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου)

Ἰδού, ἀγαπητοί μου, νά ἡ συμβουλὴ ποὺ ἀπηύθυνε ὁ ἀναστὰς Κύριός μας σὲ ἕνα ἀπὸ τοὺς μαθητάς του, τὸν δύσπιστο Θωμᾶ. Μὲ τὴν ἄπειρη συγκατάβασί του τὸν προσκαλοῦσε νὰ μὴ διστάσῃ νὰ τὸν πλησιάσῃ καὶ νὰ τὸν ψηλαφήσῃ μὲ τὸ ἴδιο του τὸ χέρι, γιὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι εἶνε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος.

Κυριακὴ του Θωμά – Θα μείνεις στην απιστία σου; (+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αυγουστίνου Καντιώτου).pdf by aktines on Scribd

 

 

Τα Μοναστήρια ως αναγκαιότητα διαφύλαξης τής εκκλησιαστικής ζωής

π. Ιωάννη Ρωμανίδη

Στην αρχαία Εκκλησία, όπως διασώζεται στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, οι Χριστιανοί είχαν ενεργώς το Άγιον Πνεύμα, ήταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, είχαν το χάρισμα της νοεράς προσευχής και είχαν διάφορα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αυτό μαρτυρούν, μεταξύ των άλλων, οι δύο προς Κορινθίους Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Από αυτούς τους χαρισματούχους πιστούς-λαικούς εξελέγονταν οι Κληρικοί.

Με την πάροδο, όμως, του χρόνου εκκοσμικεύονταν οι κατά τόπους Εκκλησίες και ενορίες, χανόταν αυτή η παράδοση η οποία μετατοπίσθηκε στις ερήμους κατ’ αρχάς και στην συνέχεια στις Σκήτες και τις Ιερές Μονές. Έτσι, στον μοναχισμό επιτυγχανόταν ό,τι και στις ενορίες, κατά την αρχαία Εκκλησία.

«Με την πάροδο του χρόνου φθάνουμε σε ένα σημείο, που αντί να έχουν ψήφο για τον Επίσκοπο οι γιατροί, αποκτούν ψήφο και οι νοσοκόμοι και σιγά-σιγά και οι μάγειροι και οι καθαρίστριες κ.ο.κ. Μέσα στο νοσοκομείο, δηλαδή, με τρόπο δημοκρατικό. Εκτοπίζουν τους Προφήτες, ας πούμε, από την ιεραρχία και αυτοί μαζεύονται πλέον στις ερήμους και γίνονται καλόγεροι σε Μοναστήρια και δημιουργείται μια αντιπαράθεση μεταξύ των Μοναστηρίων και των ενοριών. Γι’ αυτό, ένα από τα πρώτα ονόματα του Μοναστηριού είναι νοσοκομείο. Επικρατούσε το ίδιο το Μοναστήρι να λέγεται νοσοκομείο, αντί Εκκλησία.

Και τι ζούσαν μέσα σε αυτό το νοσοκομείο; την Αποστολική ζωή έλεγαν. Αυτή ήταν η Αποστολική ζωή που σώζεται στο Μοναστήρι και όχι τόσο πολύ στις ενορίες. Και βλέπουμε παραδείγματα που πάνε από τον κόσμο προσκυνητές στην έρημο και βρίσκουν τους ερημίτες, δηλαδή, και ο ερημίτης να ερωτάει εάν ακόμα υπάρχει Εκκλησία στον κόσμο. Δεν εννοεί εάν υπάρχουν Επίσκοποι, παπάδες και ενορίτες στον κόσμο, εννοεί εάν υπάρχει η γλωσσολαλία ακόμα στον κόσμο, εάν υπάρχει η νοερά ευχή στον κόσμο, διότι αυτά είναι τα μέλη της Εκκλησίας. Και φθάνουν στο σημείο που εκείνος ο ιδιώτης, ο οποίος λέει το «αμήν», δηλαδή, αυτός είναι ο λαϊκός κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας».

«Γι’ αυτό ο μοναχισμός δεν είναι καινούριο φαινόμενο στην Εκκλησία. Ο μοναχισμός υπήρχε σε κάθε ενορία, διότι κάθε Χριστιανός ήταν ένας καλόγερος στην αρχαία Εκκλησία».

Στην πραγματικότητα με την εμφάνιση του μοναχισμού και την συγκρότηση των Μοναστηριών συνεχίζει η Εκκλησία τον σκοπό της. Που είναι ο αγιασμός των ανθρώπων. Αυτό, βέβαια, συνεχίζεται και στις ενορίες, από αυτούς που ακολουθούν την Ορθόδοξη διδασκαλία. Οι Επίσκοποι γνώριζαν τα δόγματα και έδιναν κατά την χειροτονία τους την ομολογία ότι θα τα διαφυλάξουν ανόθευτα. Οι Χριστιανοί κατηχούντο από τους Επισκόπους, βάσει των δογμάτων, και μερικοί που είχαν ζήλο πήγαιναν στα Μοναστήρια προκειμένου «να μεταβάλλουν αυτά τα δόγματα σε ζωή», Έτσι, τα Μοναστήρια έγιναν οι χώροι όπου οι άνθρωποι γίνονταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, πραγματώνοντας τον σκοπό του Βαπτίσματος και του Χρίσματος.

«Εάν κανένας δει τον μοναχισμό από αυτής της απόψεως, βλέπει σαφώς ότι το Μοναστήρι του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια της ενοριακής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας.

Στην αρχαία Εκκλησία κάθε ενορία είχε επικεφαλής τέτοιους Πνευματικούς Πατέρες που είχαν αυτήν την ασκητική και ήσαν ικανοί να οδηγήσουν τους πιστούς στον φωτισμό του νοός κλπ. Και όταν ξέπεσε και χαλάρωσε η ενορία από αυτής της απόψεως, δηλαδή δεν ευρίσκοντο πλέον πολλοί Πνευματικοί Πατέρες να καθοδηγήσουν τον λαό, μετά φούντωσαν τα Μοναστήρια. Ώστε μετά έχουμε μία κατάσταση που η ενορία και η ίδια η επισκοπή, μπορεί να είναι ένα προκαταρκτικό στάδιο και μετά η τελείωση της μεταμορφώσεως του δόγματος σε βίωμα ανατέθηκε στους Πατέρες που συγκεντρώνονταν γύρω από τα ασκητήρια, Μοναστήρια κ.ο.κ.».

Όποιος εισερχόταν στο Μοναστήρι, εκλαμβανόταν ως κατηχούμενος, που έπρεπε να φθάσει στον φωτισμό, δηλαδή να ενεργοποιήσει την Χάρη που είχε λάβει με το Βάπτισμα και το Χρίσμα. Έτσι, η θεραπεία, που είναι η μέθοδος της Ορθοδόξου ζωής, βιώθηκε μέσα στα Μοναστήρια, τα οποία αποτέλεσαν κέντρα πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου.

«Όταν αναπτύχθηκε ο μοναχισμός, η πραγματική θεραπεία έφυγε στα Μοναστήρια και μείνανε οι ενορίες. Εκεί γινόταν διάγνωση και θεραπεία. Και επεκράτησε ο Επίσκοπος τουλάχιστον, δηλαδή οι Μητροπολίτες, οι Αρχιεπίσκοποι, οι Πατριάρχες, τουλάχιστον αυτοί, να προέρχονται από τα Μοναστήρια, οπότε έχουμε αγάμους Μητροπολίτες κ.ο.κ. Και φαίνεται ότι επεκράτησε η παράδοση αυτή μεταξύ των αγάμων, κυρίως.

Και γι’ αυτό χρειάζεται να διαβάσετε προσεκτικά τον Μέγα Βασίλειο: γιατί φεύγει κανείς στην έρημο κλπ; Διότι η αγαμία και η φυγή είναι διευκόλυνση στην απόκτηση της αενάου μνήμης Θεού κλπ. Είναι διευκόλυνση, διότι όταν κανείς είναι πολυάσχολος και ασχολείται με πολλά θέματα, δεν μπορεί εύκολα να αφοσιωθεί. Διότι είναι μεγάλο αυτό, το να μεταφερθεί η μνήμη Θεού από εδώ (λογική) να πάει κάτω (καρδιά) και μετά να είναι αδιάλειπτη η μνήμη αυτή. Θέλει πολλή άσκηση αυτό το πράγμα, δεν γίνεται εύκολα δηλαδή. Και δεν μπορεί να αποσπάται η προσοχή του ανθρώπου για να φθάσει μέχρι εκεί.

Όταν, όμως, φθάσει αυτός ο ίδιος που έχει αποκτήσει την ευχή αυτή, την μονολόγιστη ευχή, τότε μπορεί να γίνει Δεσπότης και να ασχοληθεί με την διοίκηση, γιατί έχει την ευχή και ό,τι και να κάνει και όπου να πάει, έχει την ευχή. Οπότε, φεύγει για να αποκτήσει και μετά επανέρχεται. Καταλάβατε; Δεν είναι έτσι. Και επανέρχεται και έχει την ευχή και συνεχίζει να είναι ασκητής».

Πηγή: «Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη» Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

 

Πάσχα. Η διάβαση από τη γη στον ουρανό.

(θεολογικό σχόλιο στις Καταβασίες του Πάσχα)

Ωδή α΄.Ο ειρμός

«Αναστάσεως ημέρα! λαμπρυνθώμεν λαοί. Πάσχα Κυρίου, Πάσχα· εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας.»

(Σήμερα είναι ημέρα Αναστάσεως! Ας γίνουμε λαμπροί όλοι οι λαοί· σήμερα είναι Πάσχα, Πάσχα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός που είναι Θεός, μας διαβίβασε από το θάνατο στη ζωή και από τη γη στον ουρανό και γι’ αυτό εμείς ψάλλουμε επινίκιο ύμνο) Συνέχεια ανάγνωσης

 

Αγία Γραφή και Αποκάλυψη

Η Αγία Γραφή δεν γράφθηκε ως Επιστημονικό εγχειρίδιο, αλλά είναι λόγος περί τού λόγου τού Θεού

Όταν ομιλούμε για Αγία Γραφή, εννοούμε τα βιβλία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης που εγράφησαν από θεουμένους Προφήτες και Αποστόλους και τα οποία καθόρισε η Εκκλησία, δια των Αγίων Πατέρων, σε μια ενότητα, για τους σκοπούς της. Δεν υπήρχε καμία επιδίωξη από τους συγγραφείς να συμπεριληφθούν τα κείμενα τους σε κάποιο κανόνα, σε κάποια ομάδα βιβλίων για να αποτελέσουν την Αγία Γραφή. Αυτό έγινε με την πάροδο του χρόνου από την Εκκλησία, δια των Αγίων Πατέρων.

 τού π. Ι. Ρωμανίδη

«Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος δεν φαντάσθηκε ποτέ ότι οι Επιστολές του θα μπουν στον κανόνα της Αγίας Γραφής. Ποτέ δεν το ξέρει αυτό το πράγμα ούτε οι ευαγγελιστές το ξέρουν αυτό. Τα ευαγγέλια Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά, όταν γράφηκαν, κανένας από αυτούς δεν εφαντάσθηκε ποτέ, στην εποχή που ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι, ότι αυτά που γράψανε θα γίνουν Αγία Γραφή. Διότι γι’ αυτούς το μόνο πράγμα που ήταν Αγία Γραφή ήταν η Παλαιά Διαθήκη, δεν υπήρχε Καινή Διαθήκη. Και ούτε σκέφθηκαν ποτέ να κάνουν Καινή Διαθήκη, υπήρχε Παλαιά Διαθήκη.

Η Καινή Διαθήκη γιατί έγινε; Εξαιτίας των αιρετικών. Για να μπορούν να πολεμήσουν τους αιρετικούς έπρεπε να πουν ότι αυτά τα βιβλία δεχόμαστε, αυτά έγραψαν οι Απόστολοι και δεν έγραψαν αυτά που λέτε εσείς. Αυτό ήταν όλο το πράγμα. Και σχηματίσθηκε η Καινή Διαθήκη. Και όταν η Καινή Διαθήκη γράφη: «η γραφή η λέγουσα» (Μάρκος ιε΄, 28), δεν εννοεί την Καινή Διαθήκη, εννοεί μόνον την Παλαιά Διαθήκη».

Στην συνέχεια θα εντοπισθούν μερικά ενδιαφέροντα σημεία για την Αγία Γραφή γενικώς, και σε επόμενες ενότητες θα γίνη αναφορά για την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη ειδικότερα. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα;

Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου
 

«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»[…]

Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδινε το Δάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Δάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίνει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Δασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες.

Θα αναρωτιόταν όμως κανείς, Εκείνος που είχε τη δύναμη να μεταστρέφει τις πόρνες και να τις κάνει να Τον ακολουθούν, δεν κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του μαθητή του; Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε να τον μεταβάλει αναγκαστικά στο καλό, ούτε με τη βία να τον προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, αφού πήγε». Και το «αφού πήγε» αυτό δεν στερείται κάποιας σημασίας. Γιατί δεν κάλεσαν οι αρχιερείς τον Ιούδα, ούτε αναγκάστηκε, ούτε υποχρεώθηκε, αλλά ο ίδιος μόνος του κι ελεύθερα γέννησε την πονηρή αυτή σκέψη κι έβγαλε αυτή την απόφαση, χωρίς να έχει κανέναν σύμβουλο σ’ αυτό το πονηρό του έργο. «Τότε, αφού πήγε… ένας από τους δώδεκα». Τι σημαίνει το «ένας από τους δώδεκα»; 
Και αυτός ο λόγος «ένας από τους δώδεκα» δείχνει πως η κατηγορία του Ιούδα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί ο Ιησούς είχε και άλλους μαθητές, εβδομήντα συνολικά. Αλλά εκείνοι βρίσκονταν σε δεύτερη θέση και δεν απολάμβαναν τόση τιμή, ούτε είχαν τόση οικειότητα με τον Διδάσκαλο, ούτε γνώριζαν τόσο τα μυστικά Του όσο οι δώδεκα. Αυτοί προπάντων ήταν οι εκλεκτοί, αυτοί αποτελούσαν τον στενό κύκλο του Βασιλιά, αυτοί αποτελούσαν την ομάδα που ήταν κοντά στο Δάσκαλο, και από αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας. Για να μάθεις, λοιπόν, ότι δεν Τον πρόδωσε απλώς κάποιος από τους μαθητές Του, αλλά ένας από τους εκλεκτούς Του, γι’ αυτό αναφέρει ο Ευαγγελιστής το «ένας από τους δώδεκα». Και δε ντρέπεται ο Ματθαίος να το αναφέρει. Αλλά για ποιο λόγο να ντραπεί; Το αναφέρει για να μάθεις πως παντού και πάντα λένε οι Ευαγγελιστές την αλήθεια και δεν αποκρύπτουν τίποτα, ακόμη και αυτά που θεωρούνται αξιοκατάκριτα. Γιατί αυτά που φαίνονται πως είναι αξιοκατάκριτα, αυτά αποδεικνύουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Ότι δηλαδή προσέφερε τόσα πολλά αγαθά στον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη (τον Ιούδα) και συνέχιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να τον έχει κοντά Του. Και μάλιστα τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και τον φρόντιζε με κάθε τρόπο. Αν εκείνος δεν έδινε σημασία, δεν φταίει ο Κύριος. Και μάρτυρας είναι η πόρνη, και μη πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τον Ιούδα. Γιατί και τα δύο αυτά είναι ολέθρια, και το υπέρμετρο θάρρος και η απελπισία (απόγνωση). Γιατί το υπέρμετρο θάρρος κάνει να πέσει κάτω αυτός που στέκεται όρθιος, και η απελπισία εμποδίζει να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει. Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβούλευε λέγοντας: «Αυτός που νομίζει πως στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».

Έχεις τα παραδείγματα και των δύο πως έπεσε δηλαδή ο μαθητής, που νόμιζε πως στεκόταν όρθιος, και πως σηκώθηκε η πόρνη που είχε πέσει. Η σκέψη μας εύκολα παρασύρεται και η θέλησή μας είναι ευμετάβλητη. Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε και να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παντού.[…]

«Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πες μου Ιούδα, αυτά σου έμαθε ο Χριστός; Γι’ αυτό το λόγο δεν έλεγε, «μην αποκτήσετε χρυσά νομίσματα, ούτε ασημένια, ούτε χάλκινα που να τα φυλάγετε στις ζώνες σας», θέλοντας να περιορίσει από πιο μπροστά τη φιλαργυρία σου;[…]

«Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πολύ σκληρά είναι τα λόγια αυτά. Πες μου, μπορείς εσύ να παραδώσεις Εκείνον που συγκρατεί τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που διατάσσει τη θάλασσα και είναι ο Κύριος όλων όσων υπάρχουν στη φύση; Για να περιορίσει λοιπόν τη παραφροσύνη του και για να δείξει πως αν δεν ήθελε, δεν θα προδιδόταν, άκουσε τι κάνει. Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες και πυρσούς, τους λέει: «Ποιον ζητάτε;» και δεν γνώριζαν Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα στο να παραδώσει τον Κύριο, ώστε δεν Τον έβλεπε τη στιγμή που επρόκειτο να Τον παραδώσει, ενώ ήταν παρών, και όλα αυτά τη στιγμή που υπήρχαν τόσες λαμπάδες και τόση φωτοχυσία. Αυτό βέβαια υπαινίχθηκε και ο Ευαγγελιστής λέγοντας ότι είχαν λαμπάδες και πυρσούς και δεν τον έβλεπαν. Και κάθε ημέρα του το υπενθύμιζε και με λόγια και με έργα, ότι δηλαδή δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει στα κρυφά. Και μάλιστα δεν του έκανε (ο Κύριος) παρατηρήσεις φανερά μπροστά σε άλλους, για να μην τον κάνει πιο αδιάντροπο, ούτε πάλι αποσιωπούσε τα σφάλματά του, για να μην νομίζει ότι περνούν απαρατήρητα και επιχειρήσει άφοβα την προδοσία, αλλά διαρκώς έλεγε: «Ένας από εσάς θα με παραδώσει», δεν τον φανέρωσε όμως.

Είπε πολλά (ο Κύριος) και για την κόλαση, πολλά και για τη Βασιλεία των ουρανών και απέδειξε τη δύναμη που είχε και για τα δύο, και για να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και για να ανταμείβει τους δικαίους. Αλλά εκείνος (ο Ιούδας) όλα αυτά τα περιφρόνησε, ο Θεός όμως δεν τον ανακάλεσε με τη βία από αυτό που αποφάσισε. Επειδή λοιπόν μάς δημιούργησε ελεύθερους να διαλέγουμε τις κακές ή τις ενάρετες πράξεις, επιθυμεί να είμαστε καλοί με τη θέλησή μας. Γι’ αυτό αν εμείς δεν θέλουμε, ούτε μας πιέζει ούτε μας αναγκάζει. Επειδή αυτός που γίνεται με τη βία ενάρετος, δεν είναι δυνατόν να είναι ενάρετος. Αφού λοιπόν κι εκείνος ήταν ελεύθερος να διαλέξει και ήταν σε θέση να μην υποστεί βία για να κλίνει προς τη φιλαργυρία, γι’ αυτό τυφλώθηκε η σκέψη του, πρόδωσε τη σωτηρία του και είπε: «Τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Επικρίνοντας τη διανοητική του τύφλωση και την αναισθησία, ο Ευαγγελιστής λέει ότι την ώρα που πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο, βρισκόταν μαζί τους και ο Ιούδας, εκείνος που είπε «τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Και όχι μόνο από αυτό είναι δυνατόν να δούμε τη δύναμη του Χριστού, αλλά και απ’ ότι μόλις Εκείνος απλώς μίλησε, απομακρύνθηκαν κι έπεσαν κάτω. Επειδή όμως ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν σταμάτησαν το επαίσχυντο έργο τους, παραδίνεται αμέσως σαν να έλεγε: Εγώ έκανα το καθήκον μου, αποκάλυψα τη δύναμή μου και απέδειξα ότι επιχειρείτε πράγματα ακατόρθωτα. Θέλησα να περιορίσω την κακία σας, αλλά επειδή εσείς δεν θελήσατε και επιμένετε στην παραφροσύνη σας, να, σας παραδίνομαι.

Τα ανέφερα όλα αυτά, για να μην κατηγορήσουν μερικοί τον Χριστό, και πουν: γιατί δεν μετέστρεψε τον Ιούδα;

https://proskynitis.blogspot.gr/2014/04/blog-post_9853.html

 

 

Ἡ ζωή μετά θάνατον,

Αποτέλεσμα εικόνας για ζωη μετα θανατον

Ἰω. Καρδάση

Με την πρώτη ματιά, ο τίτλος της ενότητας «η ζωή μετά τον θάνατο» ίσως φανεί παράξενος και θέλει κάποιες διευκρινίσεις. Ποια ζωή και ποιον θάνατο. Και επειδή το κύριο θέμα του πονήματος είναι: «περί θανάτου», άρα τι σημαίνει ο τίτλος; Η ζωή της ψυχής μετά τον θάνατό της; Ή επειδή η ψυχή συνδέεται με το σώμα, που είναι το εργαλείο της, σημαίνει: η ζωή της ψυχής μετά τον θάνατο του σώματος; Ή μπορεί να σημαίνει η ζωή της ψυχής και του σώματος, δηλ. του όλου ανθρώπου μετά τον θάνατο της ή και των δύο ή μόνο του ενός; Λοιπόν μπορεί να σημαίνει κάθε ένα από αυτά ή και όλα αυτά μαζί. Μα θα ερωτήσει κάποιος: Αφού η ψυχή θεωρείται αθάνατη και το σώμα θνητό, τότε πως μπορεί να πεθάνει η ψυχή ή να ζήσει το σώμα κ.ά. παρόμοια.

Πράγματι μπορεί, όπως θα δούμε παρακάτω, η ψυχή να πεθάνει και να μείνει πεθαμένη ζώντος του σώματος, το οποίον θα συμπαρασυρθεί αργότερα και αυτό στον θάνατο ή μπορεί η ψυχή να πεθάνει και να αναστηθεί και να είναι αναστημένη με το σώμα νεκρό, που αργότερα και αυτό θα αναστηθεί κ.ο.κ.

Ο ίδιος ο Θεός αναφέρει περί του θανάτου: «η δ’ αν ημέρα φάγητε απ’ αυτού, θανάτω αποθανείσθε» (Γεν. 2.17), ο δε Απ. Παύλος διευκρινίζει τι είναι θάνατος και τι έχει σαν αποτέλεσμα τον θάνατο: «τα γαρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος» (Ρωμ. 6.23), «το γαρ φρόνημα της σαρκός θάνατος …» (Ρωμ. 8.6), «ο κακολογών πατέρα ή μητέρα θανάτω τελευτάτω» (Ματθ. 15.4). Επίσης ο ίδιος ο Χριστός τονίζει ρητά ποιοι δεν θα γευθούν τον θάνατο: «αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί μου έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιω. 5.24), «εάν τις τον λόγον τον εμόν τηρήση, θάνατον ου μη θεωρήση εις τον αιώνα» (Ιω. 8.51). Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ἀπόκρυφα Κείμενα

Αποτέλεσμα εικόνας για αποκρυφα κειμενα

Ἰω. Καρδάση

Πρώτες μαρτυρίες για την Καινή Διαθήκη

Τα βιβλία των Αποστόλων –αυτά που στη συνέχεια αποτέλεσαν την Καινή Διαθήκη– παραδόθηκαν στους Χριστιανούς ήδη από την πρώτη γενιά, από τους ίδιους τους Αποστόλους. Αν και αρχικά μάλλον οι Χριστιανοί δεν τα θεωρούσαν ως ένα είδος «Αγίας Γραφής», όμως τα θεωρούσαν βασική πηγή πληροφόρησης, για την πίστη που είχαν παραλάβει οι κατά τόπους Εκκλησίες από τα χείλη των ίδιων των Αποστόλων. Η αξία των βιβλίων αυτών οφειλόταν στο ότι ήταν έργα των Αποστόλων και η σημασία τους μεγάλωσε όταν οι Απόστολοι, σιγά – σιγά, έφυγαν από αυτή τη ζωή.

Τα βιβλία της Καινής Διαθήκης είναι γνωστά ως «κανονικά» («κανόνας» = σειρά στα αρχαία ελληνικά, γι’ αυτό τα ονομάζουμε «κανονικά», οι δε σειρές των βιβλίων της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης αντίστοιχα ονομάζονται κανόνες της Π.Δ. και της Κ.Δ.) ήδη από τις αρχές του 2ου αιώνα μ.Χ., δηλ. λίγο μετά το 100 μ.Χ. Εκτός από τα σπαράγματα παπύρων που σώζονται εδώ κι εκεί, οι βασικότερες μαρτυρίες είναι οι παρακάτω:

Ο ταπεινός και σεμνός άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, όπως φαίνεται από τις 7 σωζόμενες επιστολές του (γραμμένες περίπου το 110 μ.Χ.), ξέρει και αναγνωρίζει ως γνήσια τις Επιστολές του Παύλου και τα Ευαγγέλια του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη. Συνέχεια ανάγνωσης

 

Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου

Την προηγούμενη Κυριακή είδαμε δυο από τους μαθητές του Χριστού και μάλιστα δυο από τους τρεις που ο ίδιος ο Χριστός θεωρούσε ως τους πιο ξεχωριστούς, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, να ζητούν από τον Χριστό θέση προνομιακή, όταν αυτός θα καθίσει στον βασιλικό θρόνο του. Σήμερα, Κυριακή των Βαΐων, το θέμα της ευαγγελικής περικοπής είναι και πάλι η βασιλική ιδιότητα του Χριστού. Ο Χριστός εισέρχεται θριαμβευτικά στην αγία πόλη, την Ιερουσαλήμ, για να ενθρονιστεί ως Βασιλιάς.

Αποτέλεσμα εικόνας για εισοδοσ στα ιεροσολυμα

Αρχικά τον συνοδεύουν οι μαθητές του, αλλά σταδιακά συγκεντρώνεται μέγα πλήθος, γεμάτο, παλμό και ενθουσιασμό. Παίρνουν κλαδιά φοινικιάς και κραυγάζουν: ευλογημένος αυτός που έρχεται απεσταλμένος από τον Κύριο. Ευλογημένος ο βασιλιάς του Ισραήλ. Τα λόγια αυτά προέρχονται από τους Ψαλμούς του Δαβίδ και στη συνείδηση των Ιουδαίων ήταν σαφές πως αναφέρονται στον αναμενόμενο Μεσσία, αυτόν που θα ξανακαθίσει στον θρόνο του Δαβίδ. Όλη η τελετουργική πορεία προς την Ιερουσαλήμ αυτό ακριβώς καταδεικνύει.

Ο Χριστός στέλνει τους μαθητές του να ζητήσουν από κάποιους ένα γαϊδουράκι. Οι ιδιοκτήτες του ζώου το παραδίδουν άμεσα και πρόθυμα στους μαθητές. Τα περιστατικά αυτά μπορεί να μοιάζουν στον αμύητο αναγνώστη γραφικά και ευχάριστα, αλλά για τον γνώστη των δεδομένων της εποχής του Χριστού υποδηλώνουν τη χρήση του βασιλικού δικαίου, τη δυνατότητα της επίταξης μεταφορικών μέσων. Και μάλιστα ο βασιλιάς δεν μπορούσε να ανέβει σε οποιοδήποτε ζώο παρά μόνο σε εκείνο που κανείς άλλος δεν το είχε χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, όπως ήταν ακριβώς ο πώλος όνου.

Οι μαθητές απλώνουν τα ιμάτια τους για να περάσει ο Χριστός, το πλήθος τους ακολουθεί κάνοντας το ίδιο. Και αυτή η πράξη αποτελεί επίσης μέρος ενός τελετουργικού που προσιδιάζει στην παρουσία του βασιλιά.

Τέλος, τον επιβιβάζουν πάνω στο ζώο, όπως ακριβώς αρμόζει να κάνουν σε κάποιον που φέρει τη βασιλική ιδιότητα και επιχειρεί να ιππεύσει. Το πλήθος κραυγάζει ωσαννά, μια φράση που αρχικά σήμαινε την παράκληση που αποζητούσε τη σωτηρία, αλλά αργότερα έφτασε να σημαίνει κραυγή χαράς και ευφροσύνης.

Όμως η περικοπή περιέχει και ένα ακόμη επεισόδιο το οποίο αφενός δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση, τη βασιλική δηλαδή ιδιότητα του Χριστού, αφετέρου αποκαλύπτει και μιαν άλλη πτυχή της πορείας του Χριστού προς τη βασιλική ενθρόνιση. Αναφερόμαστε στη χειρονομία της Μαρίας της αδελφής του Λαζάρου, η οποία αλείφει τα πόδια του Χριστού με πολύτιμο, ευωδιαστό μύρο. Καταρχάς και αυτό το επεισόδιο μας φέρνει στο μυαλό τη μεσσιανική ιδιότητα του Χριστού. Μεσσίας σημαίνει κεχρισμένος, αυτός που έχει χριστεί, και η χρίση με μύρο αποτελούσε μέρος του τελετουργικού της βασιλικής ενθρόνισης. Όμως ο Χριστός, όταν ο Ιούδας θα δυσφορήσει για τη σπατάλη του μύρου, θα δηλώσει πως η χειρονομία αυτή είναι η πρέπουσα, γιατί η Μαρία, επιτελώντας αυτό το έργο, δεν κάνει τίποτα λιγότερο από το να προδηλώνει τον ενταφιασμό του Χριστού που επίκειται. Ο Χριστός γνωρίζει πως αυτός που τώρα τιμάται ως βασιλιάς πρόκειται σύντομα να θανατωθεί. Αλλά η γνώση του δεν περιορίζεται σε αυτό, καθώς γνωρίζει επίσης πως η ενθρόνισή του δεν θα πραγματοποιηθεί κατά την είσοδο στην Ιερουσαλήμ, αλλά κατά την ύψωσή του στον Σταυρό.

Ο Χριστός όμως είναι βασιλιάς και είναι βασιλιάς επειδή η ζωή του, οι σκέψεις του, οι επιθυμίες του, η φαντασία του, ακόμα και η πιο ελάχιστη ενέργειά του, είναι σύμφωνες με την αλήθεια του Θεού. Ο Χριστός είναι βασιλιάς, επειδή το έργο της ζωής του είναι ακριβώς να φανερώσει αυτή την αλήθεια. Να μας δείξει το έργο του Θεού μέσα στον κόσμο. Να φανερώσει πως η ιστορία δεν είναι παραδομένη στα χέρια των ανθρώπων και μόνο, αλλά μυστικά εντός της ο Θεός απεργάζεται το σχέδιο της σωτηρίας των ανθρώπων.

Υπάρχει μια φράση γνωστή σε όλους, η οποία υποδηλώνει το αμετάβλητο της βασιλείας, αλλά το φθαρτό των βασιλέων: «Ο βασιλεύς απέθανε, ζήτω ο βασιλεύς». Η φράση δηλώνει μιαν ιστορική αλήθεια. Οι βασιλιάδες αλλάζουν, πεθαίνουν, ξεχνιούνται. Ο λαός είναι πάντοτε έτοιμος να λησμονήσει τον πεθαμένο βασιλιά και να επευφημήσει τον διάδοχό του. Στην περίπτωση του Χριστού όμως η τάξη αυτή ανατρέπεται. Και εδώ ο βασιλιάς πεθαίνει. Αλλά αυτό όχι μόνο δεν γίνεται αφορμή να ξεχαστεί, αλλά οδηγεί στον πραγματικό δοξασμό του, την Ανάσταση, την Ανάληψη, την εγκατάσταση του στα δεξιά του θρόνου του Πατρός. Και ο λαός του, οι μαθητές του, τότε μόνο είναι σε θέση να αντιληφθούν πως αρχικά δεν είχαν καταλάβει ποιος ήταν πραγματικά ο Χριστός. Μόνο μετά την Ανάστασή του μπορούν και συνειδητοποιούν τι είδους βασιλιάς ήταν ο Χριστός. Ο πραγματικός βασιλιάς του κόσμου, ο μόνος βασιλιάς. Και είναι πλέον σε θέση και οι ίδιοι να γίνουν με τη σειρά τους μάρτυρες αυτής της αλήθειας σε όλον τον κόσμο: ένα έθνος βασιλέων και ιερέων.

Για την Εκκλησία μας η Κυριακή των Βαΐων δεν είναι ένα κομμάτι από το μακρινό παρελθόν. Δεν είναι μια ημέρα του έτους 33 μ.Χ. Είναι μια σύγχρονη σε μας εμπειρία. Ο Χριστός εισέρχεται ανάμεσα μας. Ως βασιλιάς, αλλά ταυτόχρονα φέροντας μορφή δούλου, μορφή ταπεινή: την ταπεινή μορφή του άρτου και του οίνου, τα στοιχειώδη της ανθρώπινης τροφής. Και ενθρονίζεται στον θρόνο του Θεού, αυτός ο σφραγισμένος, ο Σταυρωθείς, αλλά και Αναστάς. Ανεβαίνει σε κάθε λειτουργία στο θρόνο που συμβολικά έχει κάθε χριστιανικός ναός. Σε αυτόν τον θρόνο, που φαινομενικά μοιάζει άδειος, είναι παρών πάντα ο Χριστός. Ζει ανάμεσά μας. Μας τρέφει με το σώμα και το αίμα του. Μας δίνει ζωή. Και εμείς φέρουμε στους ώμους μας τη χαρμόσυνη ευθύνη να αναγγείλουμε στον κόσμο που ζει μέσα στο σκοτάδι και την απελπισία τα καλά νέα, το Ευαγγέλιο. Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίο

 

Τι σημαίνει το : «Ου το εισερχόμενον εις το στόμα κοινοί τον άνθρωπον αλλά το εκπορευόμενον εκ του στόματος.»; (Ματθ. 15,11)

Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

 

Τι σημαίνει το : «Ου το εισερχόμενον εις το στόμα κοινοί τον άνθρωπον αλλά το εκπορευόμενον εκ του στόματος.»; (Ματθ. 15,11)
«Και προσκαλεσάμενος τον όχλον είπεν αυτοίς· ακούετε και συνίετε· ου το εισερχόμενον εις το στόμα κοινοί τον άνθρωπον, αλλά το εκπορευόμενον εκ του στόματος τούτο κοινοί τον άνθρωπον· τότε προσελθόντες οι μαθηταί αυτού είπον αυτώ· οίδας ότι οι Φαρισαίοι εσκανδαλίσθησαν ακούσαντες τον λόγον;

Ο δε αποκριθείς είπε· πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο πατήρ μου ο ουράνιος εκριζωθήσετε· άφετε αυτούς· οδηγοί εισί τυφλοί τυφλών· τυφλός δεν τυφλόν εάν οδηγεί, αμφότεροι εις βόθυνον πεσούνται» (Ματθ. 15, 10-14).

Οι Φαρισαίοι σκανδαλίσθηκαν απ’ αυτά τα λόγια του Κυρίου. Δεν περίμεναν να ακούσουν κάτι τέτοιο, γι’ αυτό και παραξενεύτηκαν πολύ όταν το άκουσαν.

Γνώριζαν πολύ καλά ότι ο Μωυσής έχει απαγορεύσει στους Ισραηλίτες να τρώνε κάποια από τα φαγητά, τα οποία θεωρούνταν ακάθαρτα:  π.χ. το χοιρινό κρέας. 
Και τώρα ο Χριστός τούς λέει ότι δεν υπάρχει τίποτα ακάθαρτο, ότι τίποτα απ’ αυτά που μπαίνουν στο στόμα του ανθρώπου δεν μπορούν να τον κάνουν ακάθαρτο. 
Πώς μπορούσαν να μην σκανδαλιστούν απ’ αυτό που άκουσαν;

Συνέχεια ανάγνωσης

 

Γιατί ο Χριστός είπε ότι δεν γνωρίζει πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία, αλλά ότι γνωρίζει μόνο ο Θεός; Ο Χριστός δεν είναι Θεός;

Ερμηνεία του αγιογραφικού χωρίου·

«Περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας ουδείς γινώσκει, ουδέ οι άγγελοι οι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ειμή ο Πατήρ» (Μάρκ, ιγ 32).

Θα εξετάσουμε το χωρίο «Περί δε της ημέρας εκείνης και της ώρας ουδείς γινώσκει, ουδέ οι άγγελοι οι εν ουρανώ, ουδέ ο Υιός, ειμή ο Πατήρ» (Μάρκος, ιγ 32), όχι γράφοντας δικές μας σκέψεις, αλλά παραθέτοντας από τα λόγια τεσσάρων μεγάλων αγίων πατέρων της Εκκλησίας. Το συγκεκριμένο χωρίο, ήταν ένα από τα χωρία που χρησιμοποιούσαν κατά κόρον οι αιρετικοί για να δείξουν ότι ο Υιός δεν έχει ίδια ουσία με τον Πατέρα, αφού ο Υιός δεν ξέρει την ημέρα και την ώρα της Δευτέρας Παρουσίας ενώ την ξέρει ο Πατέρας. Είναι όμως αυτό σωστό?

Πριν εκθέσουμε τα θαυμάσια επιχειρήματα των αγίων Πατέρων, οφείλουμε να παραθέσουμε το εξής απόσπασμα του μακαριστού π Α. Αλεβιζόπουλου, το οποίο συνοψίζει την διδασκαλία της Εκκλησίας στο συγκεκριμένο θέμα· «Αν διαιρέσουμε θεωρητικά αυτά που αληθινά είναι αχώριστα, την ανθρώπινη φύση από την θεία, τότε η ανθρώπινη φύση θα έμενε μέσα στην άγνοια. ‘’Αλλά χάρις εις την υποστατικήν ένωσιν με τον Θεόν Λόγον’’ η ανθρώπινη φύση ‘’ούτε δούλη ήταν, ούτε αγνοούσε’’ (Η Ορθοδοξία μας, σελ. 176).  Παρακάτω θα δούμε το γιατί ο Χριστός είπε ότι δεν γνωρίζει ενώ γνώριζε, και τι θέλει να μας διδάξει με αυτό.

Μ. Βασίλειος.

«Το ‘’ουδείς’’ καθολικόν μεν είναι δοκεί ρήμα, ως μηδέ εν πρόσωπον δια της φωνής ταύτης υπεξηρήσθαι. Εστί δε ουχ ούτω παρά τη Γραφή αναφερόμενον» (Επιστολή προς τον Επίσκοπο Αμφιλόχιο, επιστολή 236).    Ο Μέγας Βασίλειος, ξεκινά σχολιάζοντας στην λέξη ‘’ουδείς’’. Η λέξη ‘’ουδείς’’ στο συγκεκριμένο χωρίο δεν έχει την απόλυτη έννοια του καθολικού. Κατά συνέπεια, στο ‘’ουδείς’’ δεν συμπεριλαμβάνεται ο Υιός. Ας δούμε όμως και παρακάτω. «Ούτω και το ‘’ουδείς οίδε’’ την πρώτην είδησιν των τε όντων και των εσομένων επί τον Πατέρα ανάγοντος και δια πάντων την πρώτην αιτίαν τοις ανθρώποις υποδεικνύοντος ειρήσθαι νομίζομεν». (Από την ίδια επιστολή). Δηλαδή ο Χριστός λέγοντας ότι ‘’κανείς δεν ξέρει’’, θέλει να δείξει ότι ο Πατέρας είναι που έχει πρώτος την γνώση αυτών που θα συμβούν. Σαν να μας δείχνει ότι η αρχή είναι ο Πατέρας.

«από ανθρωπίνου μέρους ο Κύριος διαλέγεται» (Από την ίδια επιστολή).

Δηλαδή, ο Χριστός μιλάει από την ανθρώπινη πλευρά και όχι ως θεός. Πολύ σημαντική η παρατήρηση, καθώς εδώ καταπολεμά τους μονοφυσίτες που ήθελαν τον Χριστό ως μόνο Θεό στην γη, χωρίς την ανθρώπινη φύση.

« Ότι ο μεν Ματθαίος ουδέν είπε περί της του Υιού αγνωσίας, δοκεί δε τω Μάρκω συμφέρεσθαι κατά την έννοιαν εκ του φάναι ‘’Ει μη ο Πατήρ μόνος’’. Ημείς δε ηγούμεθα το μόνος προς την των αγγέλων αντιδιαστολήν είρησθαι, τον δε Υιόν μη συμπαραλαμβάνεσθαι τοις εαυτού δούλοις κατά την άγνοια.» (Από την ίδια επιστολή).

Δηλαδή, ο ευαγγελιστής Ματθαίος δεν αναφέρει ότι ο Υιός δεν ξέρει. Από την άλλη και υπό την ίδια έννοια, ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέροντας ‘’Παρά μόνο ο Πατέρας’’, το ‘’Μόνο’’  το γράφει σε αντιδιαστολή  με τους αγγέλους, χωρίς να συμπεριλαμβάνει τον Υιό στους δούλους που αγνοούν, αν εξετάσουμε παράλληλα τα δύο χωρία.

«Παρασιωπήσας τοίνυ ως ομολογούμενον το εαυτού πρόσωπον εν τη λέξει του Ματθαίου ο Κύριος τους αγγέλους είπεν αγνοείν, ειδέναι δε τον Πατέρα μόνον, την του Πατρός γνώσιν κατά το σιωπώμενον και εαυτού είναι λέγων, δια το και εν άλλοις ειρηκέναι· ‘’Καθώς γινώσκει με ο Πατήρ, καγώ γινώσκω τον Πατέρα» (Από την ίδια επιστολή).

Δηλαδή, επειδή ο Ματθαίος δεν γράφει ότι ο Υιός δεν ξέρει την ημέρα εκείνη αλλά το αποσιωπά, αυτή η αποσιώπηση σημαίνει ότι ο Υιός ξέρει και ότι άγνοια έχουν μόνο οι άγγελοι. Άλλωστε ο Χριστός είπε ότι όπως τον γνωρίζει ο Πατέρας, άλλο τόσο γνωρίζει και ο Χριστός τον Πατέρα. Επομένως, αφού ο Πατέρας γνωρίζει την ημέρα, την γνωρίζει και ο Χριστός.

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας

«Ούτε γαρ προσέθηκεν ακριβώς ‘’Ουδέ ο Υιός του Θεού’’, αλλ’ απολελυμένως  ‘’Ουδέ ο υιός φησίν’’·  ίνα τοιούτον τι νοής. Εσπούδαζον κατά ακρίβειαν πάντα μανθάνειν οι μαθηταί, και επεχείρουν ίνα ούτως είπω και αυτά περιεργάζεσθαι τα βάθη του Κυρίου. Αλλ΄ ην το πράγμα λίαν υπέρ αυτούς. Ίνα τοίνυν μη απαγορεύσας την εξήγησιν ως ηβουλεύοντο μαθείν, δόξη πως λυπείν τους γνησιεύοντας, επεσκιασμένως φησίν ‘’περί δε της ημέρας εκείνης η της ώρας, ουδείς οίδε, ουδέ άγγελοι, ουδέ ο υιός, ειμή ο Πατήρ’’, ίνα νοής ούτως· ει και κέκληται προς υιοθεσίαν ο άνθρωπος και υιός ανεδείχθει νέος, αλλά μη ζητείτω τα υπέρ φύσιν, μηδέ αξιούτω μαθείν άπερ μηδέ τοις αγγέλοις απεκάλυψεν ο Πατήρ· ει δε άγγελος ουκ οίδεν, ουδέ άνθρωπος εισέται καν ει κέκληται προς υιοθεσίαν». (Ομιλία εις το ‘’Ευθέως δε μετά την θλίψιν των ημερών εκείνων’’).

Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, παρατηρεί ότι στο χωρίο δεν λέει ότι δεν γνωρίζει ο Υιός του Θεού, αλλά ο υιός ως άνθρωπος. Όμως, και πάλι (όπως θα μας πει παρακάτω σε άλλο του λόγο) ακόμα και ο υιός ως άνθρωπος ξέρει. Υπάρχει σοβαρός λόγος και αιτία που εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο ο υιός. Κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, ο Κύριος λέγοντας ότι ούτε ο Υιός ως άνθρωπος ξέρει, δεν το λέει κυριολεκτικά, αλλά θέλει να δείξει ότι η γνώση της Δευτέρας Παρουσίας είναι ‘’υπέρ φύση’’, παραπάνω δηλαδή από την ανθρώπινη φύση. Αυτή η γνώση ανήκει στα βάθη του Κυρίου, και επομένως ο άνθρωπος που ο Θεός κάλεσε σε υιοθεσία, δεν πρέπει να εισχωρεί σε αυτά.  Αν στους αγγέλους δεν αποκάλυψε ο Θεός την μέρα , συνεχίζει ο ιερός πατέρας, ούτε στον άνθρωπο.

«Σαφώς εστίν εντεύθεν ιδείν, οτιπερ οίδεν και την ημέραν και την ώρα ως Θεός, καν αποδεικνύων εν εαυτώ το ανθρώπινον, μη ειδέναι λέγη. Ει γαρ τα εσόμενα πάντα προ της ημέρας και της ώρας εκείνης διηγείται σαφώς, και φησίν· ‘’Έσται μεν τόδε, συμβήσεται δε εκείνο, είτα το τέλος· δήλον ότι τα προ αυτής ειδώς, και αυτήν επίσταται. Μετά γαρ τα ειρημένα παρ΄ αυτού, τίθησι, ότι ‘’Το τέλος εστί’’. Τέλος δε τι αν έτερον ειη πάντως η εσχάτη ημέρα, ην αγνοείν έφησε οικονομικώς, αποσώζων πάλιν τη ανθρωπότητι την αυτή πρέπουσαν τάξιν? Ανθρωπότητος γαρ ίδιον το μη ειδέναι τα μέλλοντα» (Λόγος 22ος Εις το ‘’Περί της ημέρας εκείνης και ώρας, ουδείς οίδεν, ουδέ οι άγγελοι των ουρανών, ουδέ ο Υιός, ει μη ο Πατήρ μόνος).

Δηλαδή, ο Χριστός με αυτά τα λόγια τονίζει το ανθρώπινο της φύσης του, μόνο και μόνο για να δείξει ότι αν ως άνθρωπος δεν ήξερε, και ότι δεν ανήκει στην ανθρωπότητα να γνωρίζει τα μέλλοντα. Ως θεός όμως, ξέρει πολύ καλά την μέρα, γιατί διηγείται τα γεγονότα που θα συμβούν και κάνει αναφορά στο τέλος.

Μ. Αθανάσιος

«…ουδενός εστί περιεργάζεσθαι, α σεσιώπηκε αυτός…ότι ουδέ ο Υιός οίδε, ουδένα των πιστών αγνοείν οίμαι , ότι και τούτο ουδέν ήττον δια την σάρκα ως άνθρωπος έλεγεν. Ουδέ γαρ ουδέ τούτο ελάττωμα του Λόγου εστίν, αλλά της ανθρωπίνης φύσεως ης εστίν ίδιον και το αγνοείν» (3ος Λόγος κατά Αρειανών).

Ο Μ. Αθανάσιος αναφέρει ρητά και ξεκάθαρα βάζοντας την ταφόπλακα σε κάθε εσχατολογική δήθεν μελέτη για τον ακριβή υπολογισμό της Β Παρουσίας, λέγοντας ότι δεν ανήκει σε κανέναν να περιεργάζεται για όσα ο Κύριος σιώπησε. Και το αιτιολογεί με την ρήση του Χριστού ότι ούτε ο ίδιος ως άνθρωπος γνώριζε, δείχνοντας γενικά ότι η ανθρωπινή φύση αγνοεί. Ο ίδιος όμως ο Χριστός δεν αγνοούσε.

«…ειδώς ως Θεός, αγνοεί σαρκικώς. Ουκ είρηκε γουν, ‘’Ουδέ ο Υιός του Θεού οίδεν’’, ίνα μη η θεότης αγνοούσα φαίνηται, αλλ΄ απλώς, ‘’Ουδέ ο Υιός’’. ἰνα του εξ ανθρώπων γενομένου Υιού η άγνοια η». (ίδιος λόγος).

Δηλαδή, γνωρίζει ο υιός, διότι δεν λέει ότι δεν γνωρίζει ο Υιός του Θεού, αλλά λέγοντας ‘’ουδέ ο Υιός’’, θέλει να δείξει γενικότερα ότι ο άνθρωπος αγνοεί. Αυτό που μας είπε και παραπάνω δηλαδή. «…ανθρωπίνως ειρηκώς, ‘’Ουδέ ο Υιός οίδε’’, δείκνυσιν όμως θεικώς εαυτόν τα πάντα ειδότα. Ον γαρ λέγει Υιόν την ημέραν μη ειδέναι, τούτον ειδέναι λέγει τον Πατέρα· ‘’Ουδείς γαρ’’, φησί, ‘’γινώσκει τον Πατέρα ει μη ο Υιός’’». (ίδιος λόγος). Παρομοίως και εδώ. Ο Χριστός ξέρει την ημέρα της Β Παρουσίας, καθώς όπως λέει ο ίδιος, ‘’κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά ο Υιός’’. Από την στιγμή που ο Πατέρας ξέρει, επόμενο ότι ξέρει και ο Υιός. «…των ανθρώπων ίδιον εστί το αγνοείν, και ότι σάρκα αγνοούσαν ενεδύσατο, εν η ων, σαρκικώς έλεγεν· ‘’Ουκ οίδα’’. Τότε γουν ειρηκώς, ότι ‘’Ουδέ ο Υιός οίδε’’, και των κατά Νώε ανθρώπων την άγνοιαν παραθείς, ευθύς επήγαγε· ‘’Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ουδέ υμείς, ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται· και πάλιν, η ου δοκείτε ώρα, ο Υιός του ανθρώπου έρχεται· δι  υμάς γαρ καγώ γενόμενος ως υμείς, είπον· ‘’Ουδέ ο Υιός’’. Έδει δε, είπερ ην αγνοών θεικώς, είπεν· ‘’Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδα’’, και, ‘’η ου δοκώ ώρα’’· νύν δε, τούτο μεν ουκ είπεν· ειρηκως δε, ότι ουκ οίδατε υμείς, και η ου δοκείτε, έδειξεν, ότι των ανθρώπων εστί το αγνοείν».  Δηλαδή, με τα λόγια του ο Χριστός, δείχνει την άγνοια της ανθρώπινης φύσης ως προς τα βάθη του Θεού.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

«Τω μεν ειπείν, ‘’ουδέ οι άγγελοι’’, επεστόμισεν αυτούς, ώστε μη ζητήσαι μαθείν…το δε ειπείν ‘’Ουδέ ο Υιός’’, κωλύει ου μόνον μαθείν, αλλά και ζητήσαι. Ότι γαρ δια τούτο είρηκεν, όρα μετά την ανάστασιν, επειδή περιεργοτέρους είδε γενομένους, πως επεστόμισε μειζόνως. Νυν μεν γαρ και τεκμήρια είρηκε πολλά και άπειρα, τότε δε απλώς, ‘’Ουχ υμών εστί γνώναι χρόνους ή καιρούς…Και γαρ σφόδρα έμελε αυτώ του τιμάν αυτούς και μηδέν αποκρύπτεσθαι. Δια τούτο αυτό τω Πατρί αυτού ανατίθησι, και φοβερόν το πράγμα ποιών, και εκείνων αποτειχίζων τη πεύσει το ειρημένον…Πως δε, ει πάντα δι αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν, την ημέραν ηγνόησεν? Ο γαρ τους αιώνας ποιήσας, εύδηλον ότι και τους χρόνους· ει δε τους χρόνους, και την ημέραν· πως ουν ην εποίησεν αγνοεί?» (77η ομιλία ,εις τον Ματθαίον, α κεφάλαιο).

Ο ιερός Χρυσόστομος, αναφέρει ότι ο Υιός γνωρίζει την ημέρα, αφού Εκείνος έφτιαξε τα πάντα. Πως είναι δυνατόν να αγνοεί την ημέρα εκείνη, αναρωτιέται ο ιερός Πατέρας. Από την στιγμή που έφτιαξε τους αιώνες, έφτιαξε και τους χρόνους, και επομένως και την ημέρα εκείνη. Επομένως δεν την αγνοεί. Αυτό που λέει ο Κύριος, το αναφέρει για να κόψει την φόρα σε όλους όσους θέλουν να μάθουν ή να ζητήσουν να βρουν. Ο Κύριος ήθελε πολύ να τιμήσει τους μαθητές και να μην τους αποκρύψει τίποτα. Αλλά η ημέρα αυτή ανήκει στα βάθη του Θεού, για αυτό και μεταθέτει το ζήτημα αυτό στον Πατέρα.

«Πως ουν το μείζον εαυτοίς διδόντες, ουδέ το έλαττον συγχωρείτε τω Υιώ, εν ω εισίν πάντες οι θησαυροι της σοφίας και της γνώσεως απόκρυφοι? …ούτε ο Υιός αγνοεί την ημέραν, αλλά και σφόδρα επίσταται. Δια τοι τούτο πάντα ειπών, και τους χρόνους, και τους καιρούς, και επ’ αυτάς θύρας αγαγών (Εγγύς γαρ εστίν επί θύραις, φησίν·), απεσίγησε την ημέραν. Ει μεν γαρ ημέραν ζητοίης  ώραν, ουκ ακούση παρ’ εμού, φησίν· ει δε καιρούς και προοίμια, ουδέν αποκρυψάμενος ερώ πάντα σοι μετά ακριβείας. Ότι μεν γαρ ουκ αγνοώ, δια πολλών έδειξα, διαστήματα ειπών, και τα συμβησόμενα άπαντα, και όσον από τούδε του χρόνου μέχρι της ημέρας αυτής· ( τούτο γαρ της συκής εδήλωσεν η παραβολή), και επί πρόθυρα σε ήγαγον αυτά· ει δε μη ανοίγω σοι τας θύρας, και τούτο συμφερόντως ποιώ. Ίνα δε και ετέρωθεν μαθής, ότι ου της αγνοίας αυτού το σιγήσαι, όρα μετά των ειρημένων πως και άλλο προστήθισι σημείον· Ώσπερ δε ήσαν εν ταις ημέραις του Νώε τρώγοντες και πίνοντες, γαμούντες και γαμίζοντες, άχρι ης ημέρας ήλθεν ο κατακλυσμός, και ήρε άπαντας· ούτως έσται και η παρουσία του Υιού του ανθρώπου. Ταύτα δε είπε, δηλών ως αθρόον ήξει, και απροσδοκήτως, και των πλειόνων τρυφώντων» (Ίδια ομιλία, κεφάλαιο β).

Δηλαδή, ο Υιός μας περιέγραψε καταστάσεις, τα προοίμια, τους χρόνους και τους καιρούς, αλλά δεν είπε την ακριβή ημέρα. Περιέγραψε το τι θα συμβεί, πράγμα που σημαίνει ότι γνωρίζει και την ημέρα. Δεν αποκαλύπτει την ημέρα γιατί έτσι θα χαθεί το αιφνιδιαστικό της Δευτέρας Παρουσίας.  Ο ιερός Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας τα λόγια του Χριστού, αναφέρει ότι η Δευτέρα Παρουσία θα έρθει αιφνιδίως και απροσδόκητα.

Τέλος, θα αναφέρουμε πατερική ερμηνεία στο χωρίο του προφήτη Ζαχαρία, που αναφέρεται στην ημέρα της Β Παρουσίας.

«και ηξει Κυριος ο Θεος μου και παντες οι αγιοι μετ αυτου. Και έσται εν εκεινη τη ημερα ουκ εσται φως και ψυχος και παγος· εσται μιαν ημεραν ,και η ημερα εκεινη γνωστη τω Κυριω, και ουχ ημερα και ου νυξ, και προς εσπεραν εσται φως» (Ζαχαρίας, ιδ 5-7).

«Την δε γε ημέραν εκείνην γνωστή είναι φησί τω Κυρίω. Μόνος γαρ οίδεν ο Θεός και Πατήρ την της συντελείας ημέραν. Εμπεδοί δε προς τούτο ημάς και αυτός ο Υιός ούτω λέγων· Περί δε της ημέρας εκείνης ή της ώρας ‘’ουδείς οίδεν, ούτε οι άγγελοι εν ουρανώ, ούτε ο Υιός, ει μη ο Πατήρ μόνος’’. Η μεν γαρ νοείται καθ’ υμάς άνθρωπος, ουκ αν ειδέη τα εν τω Πατρί· η δε εστί φύσει Θεός, και εξ αυτού πεφηνώς, οίδε που πάντως και την εσχάτην ημέραν, καν ει λέγοι μη ειδέναι δια το ανθρώπινον» (Τόμος 6ος, υπόμνημα στον προφήτη Ζαχαρία, αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας).

αναδημοσίευση από: http://exprotestant.blogspot.gr/2011/10/32.html